← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Γιώργος Φωτίου, Αρ. Υπόθεσης: 841/2011, 21/10/2013

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Γιώργος Φωτίου, Αρ. Υπόθεσης: 841/2011, 21/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:B88 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 841/2011 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. Γιώργος Φωτίου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 21.10.13 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Για τον Κατηγορούμενο: κα Μ. Σαββίδου ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, σε 5 κατηγορίες απείθειας κατά Διατάγματος Δικαστηρίου κατά παράβαση των άρθρων 18

(1)(α)(β), 18
(2)(α), 18
(4)και 18
(7)του Περί Ιδρύσεως και Λειτουργίας Κέντρων Εστιάσεως Αναψυχής και Ψυχαγωγίας Νόμου, Ν.29/85μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, ο κατηγορούμενος στις 30.01.10 και ώρα 05:00, στις 11.02.10 και ώρα 05:45, στις 14.02.10 και ώρα 05:10, στις 07.03.10 και ώρα 05:20 και στις 13.03.10 και ώρα 05:35 στη συμβολή των οδών Ικάρου και Ιλαρίωνος απείθησε σε Δικαστικό Διάταγμα που εκδόθηκε στις 08.01.10 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου στην ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 3600/2009 αφού ενώ με το εν λόγω διάταγμα διαταζόταν να διακόψει τη λειτουργία του κέντρου αναψυχής με την ονομασία ΄ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΙΑ΄ και τώρα ΄ΝΤΟΡΕΜΙ΄ ο ίδιος λειτουργούσε το συγκεκριμένο κέντρο. Εκθέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης, η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής παρέπεμψε στις λεπτομέρειες των κατηγοριών, στο περιεχόμενο των οποίων έχει ήδη γίνει αναφορά πιο πάνω. Συμπληρωματικά η κυρία Παπαλαζάρου ανάφερε ότι αστυφύλακας επισκεπτόταν το μέρος το οποίο λειτουργούσε κανονικά και αφού υποδεικνυόταν στον κατηγορούμενο το σχετικό διάταγμα, τον πληροφορούσε ότι διέπραττε το αδίκημα της παρακοής δικαστικού διατάγματος και ότι δεν έπρεπε να λειτουργεί το συγκεκριμένο κέντρο. Ο κατηγορούμενος τότε απαντούσε με τη φράση 'Εντάξει κάμετε τη δουλειά σας.' Σε όλες τις περιπτώσεις υπήρχαν θαμώνες που διασκέδαζαν με μουσική και κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών. Καταλήγοντας η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής δήλωσε ότι ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Χωρίς να αμφισβητήσει επί της ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθηκαν από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι η παραδοχή του κατηγορουμένου, ο οποίος απολογήθηκε μέσω της ότι δεν θα επαναλάβει παρόμοια συμπεριφορά, έστω και σ' αυτό το στάδιο θα πρέπει να θεωρηθεί ένδειξη της έμπρακτης μεταμέλειας του. Είναι ακόμη η θέση της κυρίας Σαββίδου ότι κατά την επιμέτρηση της ποινής το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του το μεγάλο χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την ημέρα διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα. Επίσης, η κυρία Σαββίδου επισήμανε ότι εδώ και δύο χρόνια ο κατηγορούμενος δεν ασχολείται πλέον με αυτή την επαγγελματική δραστηριότητα λόγω προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει, ως αποτέλεσμα των οποίων λαμβάνει σύνταξη ανικανότητας. Όπως η εν λόγω συνήγορος είπε, η αξιόποινη συμπεριφορά του πελάτη της έγκειται στο γεγονός ότι ήταν τότε ο υπεύθυνος του προαναφερόμενου κέντρου μέσα από την οποία δεν αποκόμισε οποιοδήποτε όφελος. Στη συνέχεια η εν λόγω συνήγορος, αφού σημείωσε ότι ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες, ανάφερε ότι πρόκειται για φιλήσυχο άτομο. Στρεφόμενος στις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορουμένου, η κυρία Σαββίδου ανάφερε ότι ο πελάτης της είναι συνταξιούχος και λήπτης σύνταξης ανικανότητας που ανέρχεται στο ποσό των €670,00 από την οποία συντηρείται τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγος του που επίσης δεν εργάζεται. Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει προβλήματα καρδίας εδώ και 5 χρόνια, έχει σάκχαρο καθώς και πρόβλημα ακοής. Επίσης, η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορουμένου επισήμανε ότι η παρούσα υπόθεση εκ παραδρομής δεν λήφθηκε υπόψη μαζί με διάφορες άλλες ποινικές υποθέσεις παρόμοιας φύσεως αδικημάτων στις οποίες ο κατηγορούμενος δήλωσε παραδοχή και του επιβλήθηκε ποινή και κάλεσε το Δικαστήριο να το λάβει υπόψη του. Αναμφίβολα το αδίκημα της απείθειας δικαστικού διατάγματος, ανεξαρτήτως στη βάση ποιου νομοθετήματος εδράζεται, είναι ιδιαίτερα σοβαρό επειδή ουσιαστικά εμποδίζει την πορεία της δικαιοσύνης και παράλληλα υποσκάπτει το κύρος και την εξουσία των Δικαστηρίων. Η σοβαρότητα που αναδύεται μέσα από τη διάπραξη του καταδεικνύεται μέσα από τη σχετική επί του θέματος νομολογία. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση Krashias Shoes v. Adidas
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 750 τονίστηκε ότι η υπακοή στα διατάγματα του Δικαστηρίου αποτελεί το θεμέλιο λίθο του κράτους δικαίου. Στην υπόθεση Safarino v. Sun Shoes
(1964)1 C.L.R. 738 l λέχθηκε ότι ένα δικαστικό διάταγμα ισοδυναμεί με διαταγή του ιδίου του Νόμου και είναι περισσότερο ακριβές γιατί προσδιορίζει τι πρέπει να γίνει ή τι δεν πρέπει να γίνει. Όπως υποδείχτηκε στην ίδια υπόθεση, η συμμόρφωση με διάταγμα του Δικαστηρίου αποτελεί ένα από τα θεμέλια της σύγχρονης πολιτισμένης κοινωνίας και ότι η ανυπακοή προς αυτό δυναμιτίζει την αποτελεσματικότητα της δικαστικής διαδικασίας με ευρύτερες κοινωνικές συνέπειες. Περαιτέρω, το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.α. v. Θεοφάνους
(2010)2 Α.Α.Δ. 288 είναι αντιπροσωπευτικό της αυστηρότητας με την οποία τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν τέτοιου είδους αδικήματα: "Οι έννοιες «Κράτος Δικαίου» και «Έννομη Τάξη» είναι άρρηκτα συνυφασμένες. Η επικράτηση τους στηρίζεται, μεταξύ άλλων, και στο καθήκον σεβασμού και υπακοής των δικαστικών διαταγών και διαταγμάτων. Η απείθεια σε διαταγή δικαστηρίου ενέχει το στοιχείο της καταφρόνησης του δικαστηρίου. Πρόκειται για σοβαρό αδίκημα η τέλεση του οποίου πλήττει ευθέως την απονομή της δικαιοσύνης και κλονίζει την εμπιστοσύνη του κοινού στην αξιοπιστία του συστήματος για αποτελεσματική εφαρμογή των δικαστικών αποφάσεων και την εμπέδωση του νόμου και της τάξης. Τέτοιου είδους συμπεριφορά ποτέ δεν έγινε ανεκτή. Οι παραβάτες όταν είναι φυσικά πρόσωπα κατά κανόνα τιμωρούνται με φυλάκιση. Η χρηματική ποινή μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις πρέπει να επιβάλλεται. Βλ. Kay ν. Municipality of Larnaca
(1982)2 ΑΑΔ 236. Οι πολίτες σε όποια κοινωνική τάξη θεωρούν ότι ανήκουν ή σε όποια θέση βρίσκονται, υπέχουν αυστηρή υποχρέωση υπακοής στα δικαστικά διατάγματα που τους αφορούν. Αυτό επιβάλλει η αρχή της ισονομίας. Οι δικαστές προσηλωμένοι στην αποστολή τους με πλήρη διαφάνεια και αυξημένο αίσθημα ευθύνης εκτελούν το καθήκον τους. Συμπεριφορές οι οποίες υπονομεύουν το έργο τους δεν μπορεί να γίνονται ανεκτές." Επίσης, στην υπόθεση Εταιρεία Rodafinia Imports-Exports Ltd v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 282 τονίστηκε ότι το γεγονός ότι η μη συμμόρφωση οφείλεται σε παράλειψη τρίτου, δεν αποτελεί παράγοντα για μετριασμό των επιπτώσεων από τη μη συμμόρφωση, η οποία δεν πρέπει να γίνεται ανεκτή και να τυγχάνει επιεικούς μεταχείρισης. Σύμφωνα με το εδάφιο 4 του άρθρου 18 του Περί Ιδρύσεως και Λειτουργίας Κέντρων Εστιάσεως Αναψυχής και Ψυχαγωγίας Νόμου, Ν.29/85 μετά των συναφών τροποποιήσεων, πρόσωπο που δεν συμμορφώνεται με δικαστικό διάταγμα που εκδόθηκε στη βάση των διατάξεων της εν λόγω νομοθεσίας επισύρει ποινή φυλάκισης μέχρι ενός έτους ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα €1.281,45 ή και τις δύο αυτές ποινές. Στο πλαίσιο προστασίας του οικοδομήματος του κράτους δικαίου και ταυτόχρονα περιφρούρησης της έννομης τάξης τα Δικαστήρια επιβάλουν ποινές αποτρεπτικής φύσεως. Θεώρηση της νομολογίας καταδεικνύει ότι η συνήθης ποινή που επιβάλλεται σε φυσικό πρόσωπο είναι αυτή της στερητικής της ελευθερίας του, χωρίς βέβαια να αποκλείεται οποιοδήποτε άλλο είδος ποινής αναλόγως της περίπτωσης. Στην προαναφερόμενη υπόθεση CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.α. v. Θεοφάνους
(2010)2 Α.Α.Δ. 288 ποινή φυλάκισης 30 ημερών που επιβλήθηκε σε έκαστο φυσικό πρόσωπο που κρίθηκε ένοχος στη διάπραξη του αδικήματος της απείθειας κατά διατάγματος Δικαστηρίου όπου η εφεσίβλητη δεν είχε υποστεί ζημιά, οι εφεσείοντες δεν είχαν αποκομίσει οικονομικό όφελος από την απείθεια τους προς το διάταγμα και με μεγάλη καθυστέρηση που μεσολάβησε από το χρόνο διάπραξης του αδικήματος μέχρι το χρόνο επιβολής της ποινής, επικυρώθηκε κατ' έφεση. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Εν πάσει περιπτώσει, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής του κατηγορουμένου στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου τα ακόλουθα που επιβαρύνουν τη θέση του: (α) Τη σοβαρότητα του αδικήματος όπως αυτή διαφαίνεται από τα πιο πάνω αλλά και από τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη τους καθώς και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, στα πλαίσια της προαναφερθείσας νομολογίας. (β) Συμπεριφορά συνεχιζόμενης διάπραξης του εν λόγω αδικήματος, γεγονός που καταδεικνύεται από το σύνολο των 5 κατηγοριών που περιέχονται στο παρόν κατηγορητήριο και αφορούν τη διάπραξη του ιδίου αδικήματος σε 5 διαφορετικές ημερομηνίες την περίοδο από 30.01.10 μέχρι 13.03.10, με γνώμονα ότι το αδίκημα της απείθειας κατά δικαστικού διατάγματος είναι συνεχούς φύσεως αδίκημα. Προς όφελος του κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Το ότι δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. (β) Την παραδοχή του έστω και αν αυτή έγινε σ' αυτό το καθυστερημένο στάδιο. (γ) Την απολογία του η οποία εκφράστηκε δια της συνηγόρου του. (δ) Το ότι τερμάτισε την αξιόποινη συμπεριφορά του εγκαταλείποντας το εν λόγω υποστατικό και παράλληλα αποχωρώντας από τη συγκεκριμένη επιχείρηση. (ε) Το ότι ο κατηγορούμενος μέσα από τη διάπραξη των αδικημάτων δεν αποκόμισε οποιοδήποτε όφελος. (στ) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, όπως αυτές εκτέθηκαν από τη συνήγορο του και ειδικότερα ότι: · Είναι συνταξιούχος και λήπτης σύνταξης ανικανότητας που ανέρχεται στο ποσό των €670,
  1. · Από το ποσό της σύνταξης ανικανότητας που λαμβάνει συντηρείται τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγος του που επίσης δεν εργάζεται. · Αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας όπως καρδίας εδώ και 5 χρόνια, σάκχαρο καθώς και ακοής. Γενικά, λαμβάνω υπόψη μου οτιδήποτε άλλο έχει αναφερθεί ή τεθεί ενώπιον μου και αποτελεί ελαφρυντικό στοιχείο για τον κατηγορούμενο. Κατά την αγόρευση της για μετριασμό της ποινής η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης επισήμανε ότι η παρούσα υπόθεση εκ παραδρομής δεν λήφθηκε υπόψη μαζί με διάφορες άλλες ποινικές υποθέσεις παρόμοιας φύσεως αδικημάτων στις οποίες ο κατηγορούμενος δήλωσε παραδοχή και του επιβλήθηκε ποινή και ευσεβάστως κάλεσε το Δικαστήριο να το λάβει υπόψη του. Αυτό που όμως καθίσταται αντιληπτό είναι ότι η μη συμπερίληψη της παρούσας υπόθεσης μαζί με τις άλλες στις οποίες ο κατηγορούμενος δήλωσε παραδοχή δεν οφείλεται στην πρόσκρουση άρνησης της κατηγορούσας αρχής ή παραλείψεως από μέρους της. Η όποια τυχόν παράλειψη μπορεί να θεωρηθεί χρεώνεται αποκλειστικά στον ίδιο τον κατηγορούμενο που εκείνη την περίοδο ενώ είχε δηλώσει παραδοχή στις άλλες ποινικές υποθέσεις στην παρούσα ποινική υπόθεση είχε δηλώσει μη παραδοχή με αποτέλεσμα τον προγραμματισμό της για ακρόαση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν ήταν δικαίωμα του κατηγορουμένου να ενεργήσει με τον τρόπο που έπραξε. Μελέτη του ιστορικού του δικαστηριακού φακέλου της υπόθεσης αυτής αποκαλύπτει ότι με την αρχική παραδοχή του κατηγορουμένου δόθηκαν οδηγίες για να ληφθεί η εν λόγω υπόθεση στην επιμέτρηση της ποινής στην υπόθεση υπ' αριθμό 7880/
  2. Επομένως, τελικά προκύπτει ότι η μη συμπερίληψη της παρούσας υπόθεσης για να ληφθεί υπόψη με τις άλλες υποθέσεις σε συνδυασμό με την αλλαγή απάντησης από παραδοχή σε μη παραδοχή στις κατηγορίες της υπόθεσης αυτής αποτελεί επιλογή του κατηγορουμένου. Επιπλέον, η κυρία Σαββίδου επικαλείται μεγάλο χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την ημέρα διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα. Είναι γνωστό ότι η διάγνωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου και ακολούθως η εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης του εντός εύλογου χρονικού διαστήματος αποτελεί ένα από τα θεμελιώδη δικαιώματα του κατηγορουμένου που κατοχυρώνεται συνταγματικά μέσω του άρθρου 30.2 του Συντάγματος, το οποίο ταυτίζεται με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης που η Κυπριακή Δημοκρατία κύρωσε με το Νόμο 39/
  3. Σκοπός της συνταγματικής πρόνοιας είναι η προστασία του κατηγορουμένου από τις υπερβολικές καθυστερήσεις. Δεν είναι δυνατό ένας κατηγορούμενος να τελεί σε μακροχρόνια κατάσταση αβεβαιότητας για τη διάγνωση της ποινικής του ευθύνης. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Πεγειώτη και άλλης (Αρ.2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 617 υποδείκτηκε ότι η δίωξη του παραβάτη ευθύς ως έρχεται στο φως η αξιόποινη πράξη του αποτελεί αρχή συνυφασμένη με την καλή απονομή της δικαιοσύνης και τη δίκαιη δίκη. Τυχόν καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης με την καταχώρηση της υπόθεσης λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής και ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη. Επίσης, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Πότση
(2000)2 Α.Α.Δ. 252 το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε ότι η πάροδος μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την ανάγκη για αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο στον κατηγορούμενο. Στην δε υπόθεση Γενικού Εισαγγελέα v. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355 υποδείχθηκε πως η πάροδος αρκετού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής ειδικά αναφορικά με το είδος της ποινής, δηλαδή αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο, είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινή φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος. Ωστόσο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223 τονίστηκε ότι η συμβολή κατηγορουμένου στην καθυστέρηση μετρά εναντίον του. Στην προκειμένη περίπτωση παρατηρώ ότι η απείθεια κατά δικαστικού διατάγματος αναφέρεται σε 5 διαφορετικές ημερομηνίες και συγκεκριμένα στις 30.01.10, 11.02.10, 14.02.10, 07.03.10 και 13.03.10. Με γνώμονα ότι η φύση και ο χαρακτήρας του αδικήματος που ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ενοχή είναι συνεχούς φύσεως και με δεδομένο την αναντίλεκτη δήλωση της κυρίας Σαββίδου ότι ο κατηγορούμενος εγκατέλειψε το προαναφερόμενο υποστατικό πριν από δύο χρόνια και παράλληλα αποχώρησε από τη συγκεκριμένη δήλωση, συμπεριφορά που δείχνει τερματισμό της απείθειας του προς το δικαστικό διάταγμα, κρίνω ότι με την καταχώρηση του παρόντος κατηγορητηρίου στις 14.01.11 δεν σημειώθηκε αδικαιολόγητη ή υπέρμετρη καθυστέρηση. Ακολούθως, κατόπιν μελέτης των πρακτικών του Δικαστηρίου, διαπιστώνω ότι για την παρέλευση του χρονικού διαστήματος από την καταχώρηση του κατηγορητηρίου μέχρι και σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή ο κατηγορούμενος είναι συνυπεύθυνος και δεν δικαιούται να ζητεί να του πιστωθεί κάτι τέτοιο καθότι αναλώθηκε χρόνος στο να εντοπιστεί ο κατηγορούμενος και να του επιδοθεί το κατηγορητήριο, για να απαντήσει, σε μια περίπτωση αναβολής που ο ίδιος ζήτησε, σε μια περίπτωση όπου απουσίαζε από το Δικαστήριο με αποτέλεσμα να εκδοθεί ένταλμα σύλληψης εναντίον του και για να προβεί σε αλλαγή απάντησης από παραδοχή σε μη παραδοχή και εκ των υστέρων σε νέα αλλαγή απάντησης από μη παραδοχή σε παραδοχή (Γεώργιος Τσιόλης v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 154 και Γενικός Εισαγγελέας v. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223). Εν πάσει όμως περιπτώσει, παρά τα πιο πάνω, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του γεγονός ότι καλείται σήμερα να επιβάλει στον κατηγορούμενο ποινή μετά πάροδο 2 ετών και 9 μηνών από την καταχώρηση του παρόντος κατηγορητηρίου. Καθοδηγούμενος από τη σχετική επί του θέματος νομολογία και συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα των αδικημάτων σε συνδυασμό με την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στον κατηγορούμενο ποινή στερητικής της ελευθερίας του. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας και συχνότητας διάπραξης του αδικήματος όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και των περιστατικών της υπόθεσης αυτής για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Καταληκτικά επιβάλλεται στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 30 ημερών σε κάθε κατηγορία. Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο συντρέχουν. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα αυτεπάγγελτα εάν η ποινή που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο θα πρέπει να οδηγήσει στην άμεση φυλάκιση του ή δύναται να ανασταλεί δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος είναι άτομο που δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Παρόλο ότι έχουν περάσει περίπου 2 χρόνια από τότε που τερμάτισε την αξιόποινη συμπεριφορά του σε σχέση με την απείθεια κατά του δικαστικού διατάγματος εντούτοις δεν απασχόλησε ξανά την δικαιοσύνη. Σε σχέση με την διάπραξη των αδικημάτων, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι έγινε υπό την ιδιότητα του ως υπευθύνου του χώρου και όχι ως ιδιοκτήτη του εν λόγω κέντρου, χωρίς έτσι ο ίδιος να αποκομίσει οποιοδήποτε προσωπικό όφελος ή πλεονέκτημα. Επίσης, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος εδώ και 2 χρόνια τερμάτισε την πιο πάνω αξιόποινη συμπεριφορά του. Δεν διαφεύγει ακόμη της προσοχής του Δικαστηρίου ότι έχει διαρρεύσει χρονικό διάστημα 2 ετών και 9 μηνών από την καταχώρηση του παρόντος κατηγορητηρίου μέχρι σήμερα. Παράλληλα, το Δικαστήριο δεν μπορεί να παραγνωρίσει ότι ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα καρδίας, σάκχαρο και ακοής. Ειδικότερα, εξ' όσον γίνεται αντιληπτό, το πρόβλημα καρδίας του κατηγορουμένου επιδεινώθηκε τα τελευταία 2 χρόνια με αποτέλεσμα να εγκαταλείψει την εργασία του και ακολούθως να οδηγηθεί στη σύνταξη λαμβάνοντας σύνταξη ανικανότητας. Με βάση τα πιο πάνω συντρέχουν τέτοιες προϋποθέσεις που συνηγορούν στην αναστολή της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο. Ως εκ τούτου, διατάσσεται όπως οι συντρέχουσες ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο ανασταλούν για περίοδο τριών ετών από σήμερα. (Εξηγείται στον κατηγορούμενο η έννοια της αναστολής της ποινής φυλάκισης). (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence Αναφορά: Ποινικό/Απείθεια κατά Δικαστικού Διατάγματος/Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.