← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Νατάσα Παναγιώτου, Αρ. Υπόθεσης: 2838/2011, 25/11/2013

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Νατάσα Παναγιώτου, Αρ. Υπόθεσης: 2838/2011, 25/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:B115 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2838/2011 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. Νατάσα Παναγιώτου Κατηγορουμένης Ημερομηνία: 25.11.13 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Για Κατηγορούμενη: κος Κ. Φιλίππου (κα Π. Πέτρου για ν' ακούσει απόφαση) Κατηγορούμενη: παρούσα ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την κατηγορία της διεξαγωγής εργασίας βοηθού αποδέκτη συλλογικών στοιχημάτων χωρίς άδεια από τον Υπουργό Οικονομικών κατά παράβαση του άρθρου 9 του Περί Συλλογικών Στοιχημάτων (Ρύθμιση και Φόρος) Νόμου, Ν.75(Ι)/97μετά των συναφών τροποποιήσεων καθώς και της Κ.Δ.Π. 102/98. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, η κατηγορούμενη κατηγορείται ότι στις 24.11.10 στο πρακτορείο στοιχημάτων με την ονομασία "Stanley Bet" που βρίσκεται στην οδό Αγίας Ειρήνης στην Τίμη της επαρχίας Πάφου διεξήγαγε την εργασία του βοηθού αποδέκτη συλλογικών στοιχημάτων, χωρίς άδεια από τον Υπουργό Οικονομικών. Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής ακούστηκε μαρτυρία από ένα μάρτυρα, ήτοι τον αστυφύλακα 204 Μαρίνο Γεωργίου (ΜΚ), ενώ δεν κατατέθηκαν οποιαδήποτε τεκμήρια. Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, όπως προκύπτει από την μαρτυρία του πιο πάνω μάρτυρα, συνοψίζεται ως εξής: Ο ΜΚ υπηρετεί στον αστυνομικό σταθμό Κουκλιών και στην κυρίως εξέταση του ανάφερε ότι στις 24.11.10 μετέβηκε στην οδό Αγίας Ειρήνης στην Τίμη και κατάγγειλε την υπεύθυνη του πρακτορείου στοιχημάτων "Stanley Bet" ότι ασκούσε εργασία αποδέκτη στοιχημάτων χωρίς να διαθέτει άδεια από την αρμόδια αρχή. Περιγράφοντας το κτίριο όπου σύμφωνα με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής στεγάζεται το προαναφερόμενο πρακτορείο στοιχημάτων, ο ΜΚ ανάφερε ότι βρίσκεται 200-300 μέτρα στην είσοδο του χωριού από τον παλαιό δρόμο Πάφου-Λεμεσού και μέσα σ' αυτό υπάρχει αριθμός ηλεκτρονικών υπολογιστών, και τηλεοράσεων που χρησιμοποιούνται για στοιχήματα. Σύμφωνα με τον εν λόγω μάρτυρα, η κατηγορούμενη είναι υπεύθυνη του πρακτορείου και αυτό το γνωρίζει επειδή στο παρελθόν η ίδια το είχε αναφέρει τόσο στον ίδιο όσο και σε συναδέλφους του. Περαιτέρω, ο ΜΚ ανάφερε ότι πληροφόρησε την κατηγορούμενη ότι θα καταγγελθεί και αφού της επιστήθηκε η προσοχή της στο νόμο αυτή απάντησε "Εντάξει αλλά έχω άδεια που μου έδωσε η εταιρεία μου στη Μάλτα." Όπως ο εν λόγω μάρτυρας είπε, ζήτησε από την κατηγορούμενη να του προσκομίσει κάποια έγγραφα που να πιστοποιούν τη λειτουργία του πρακτορείου, πράγμα που αυτή έπραξε παρουσιάζοντας του διάφορα έγγραφα λειτουργίας που λάμβανε από την Μάλτα. Ακόμη της ζήτησε να της παρουσιάσει τη σχετική άδεια από το Υπουργείο Οικονομικών για λειτουργία του εν λόγω πρακτορείου, χωρίς όμως αυτή να το πράξει. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ είπε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές που βρίσκονταν στο υποστατικό ήταν ή όχι συνδεδεμένοι με το διαδίκτυο. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως εισηγήθηκε, με βάση το άρθρο 74

(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης στην κατηγορία που αντιμετωπίζει αφού κανένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος στοιχειοθετείται και έτσι το Δικαστήριο θα πρέπει να την αθωώσει σε αυτό το στάδιο. Ο κύριος Φιλίππου εστίασε την νομική επιχειρηματολογία του στη θέση ότι δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία για τη σύσταση εταιρείας περιορισμένης ευθύνης είτε στην Κύπρο είτε στο εξωτερικό με αποκλειστικό σκοπό τη διενέργεια συλλογικών στοιχημάτων και της οποίας το εκδοθέν και πληρωθέν μετοχικό κεφάλαιο είναι τουλάχιστο €170.860,14, ως προνοείται στο άρθρο 2 του Ν.75(Ι)/97 που είναι το ερμηνευτικό πλαίσιο της νομοθεσίας, στη βάση της οποίας καθορίζεται η ταυτότητα του αποδέκτη ή βοηθού αποδέκτη συλλογικών στοιχημάτων που είναι ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει. Είναι ακόμη η θέση του εν λόγω συνηγόρου ότι το δεύτερο συστατικό στοιχείο αφορά τη διεξαγωγή εργασίας αποδέκτη συλλογικών στοιχημάτων από την κατηγορούμενη ως βοηθός αποδέκτη συλλογικών στοιχημάτων που κατά τη γνώμη του κυρίου Φιλίππου, επικαλούμενος αποφάσεις επαρχιακών δικαστηρίων, προϋποθέτει την ύπαρξη συγκεκριμένης συμφωνίας μεταξύ της κατηγορουμένης και άλλου προσώπου ή άλλων προσώπων που να λειτουργεί ως στοίχημα εν τη έννοια του νόμου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης αναφέρθηκε ακόμη στην ύπαρξη τρίτου συστατικού στοιχείου που είναι η κατηγορούμενη υπό την ιδιότητα του αποδέκτη συλλογικών στοιχημάτων να διεξάγει εργασίες χωρίς να διαθέτει άδεια γι' αυτό, πράγμα όμως που δεν σχολίασε μέσα από τη νομική επιχειρηματολογία του κατά πόσο, κατά την άποψη του, στοιχειοθετείται ή όχι εξ' αντικειμένου, ενδεχομένως θεωρώντας ότι κάτι τέτοιο περιττεύει ενόψει της θέσης του ότι δεν έχουν στοιχειοθετηθεί τα προηγούμενα δύο συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής συμφώνησε με τον ευπαίδευτο συνήγορο υπεράσπισης ότι δεν στοιχειοθετείται το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος ενώ σε σχέση με το δεύτερο συστατικό στοιχείο η μαρτυρία που προσκομίστηκε είναι ελλιπής. Πλήρης έκταση των όσο ανέφεραν για υποστήριξη των θέσεων τους αμφότεροι οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους έχουν καταγραφεί στα πρακτικά και αποτελούν μέρος του φακέλου της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους από το Δικαστήριο και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί στην παρούσα απόφαση επειδή κάτι τέτοιο δεν εξυπηρετεί κανένα πρακτικό σκοπό. Αναφορικά με την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν το θέμα έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 C.L.R 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή υποκειμενική αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του αλλά περιορίζεται σε αντικειμενική και προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και να έχει ως αντικειμενικό έρεισμα ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα, χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που έχει δοθεί με την συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. (βλέπε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας και άλλος
(2000)2 Α.Α.Δ. 191, Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 και Γενικός Εισαγγελέας v. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Χαρακτηριστικό ακόμη είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείνει η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας". Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως" υποδηλώνει, η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως δηλαδή μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας." Ως προς τον βαθμό απόδειξης που πρέπει να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: "Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. ............................. Στην υπόθεση R ν. Hipson
(1969)Cr. L.R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η κατηγορούσα αρχή." Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Δράκου κ.α., Ποινικές Εφέσεις 5-9/2012 ημερομηνίας 11.12.12 (απόφαση πλειοψηφίας) έγινε ανασκόπηση της νομολογίας αναφορικά με το εκ πρώτης όψεως στάδιο. Μία από τις υποθέσεις στην οποία γίνεται αναφορά είναι η αγγλική υπόθεση R v. Galbraith
(1981)2 All E.R. 1060 στην οποία με το πιο κάτω απόσπασμα καταγράφεται η προσέγγιση που καλείται το Δικαστήριο να υιοθετήσει στο στάδιο ολοκλήρωσης της παρουσίασης της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής: "How then should be judge approach a submission of ´no case´?
(1)If there is no evidence that the crime alleged has been committed by the defendant, there is no difficulty. The judge will of course stop the case.
(2)The difficulty arises where there is some evidence but it is of a tenuous character, for example because of inherent weakness or vagueness or because it is inconsistent with other evidence. (
  1. a)Where the judge comes to the conclusion that the prosecution evidence, taken at its highest, is such that a jury properly directed could not properly convict upon it, it is his duty, upon a submission being made, to stop the case. (
  2. b)Where however the prosecution evidence is such that its strength or weakness depends on the view to be taken of a witness´s reliability, or other matters which are generally speaking within the province of the jury and where on one possible view of the facts there is evidence upon which a jury could properly come to the conclusion that the defendant is guilty, then the judge should allow the matter to be tried by the jury." Η υιοθέτηση της πιο πάνω αγγλικής υπόθεσης στην κυπριακή νομολογία (Azinas et al v. Police
(1981)2 CLR 9, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191) την κατέστησε καθοδηγητική αυθεντία. Ειδικότερα στην υπόθεση Παναγιώτου ν. Αστυνομίας και άλλος
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, που δεν είναι η θέση των εφεσειόντων επί του προκειμένου, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί." Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, θα εξετάσω κατά πόσο η κατηγορούμενη θα πρέπει να κληθεί σε απολογία για την κατηγορία που αντιμετωπίζει στη βάση της προσκομισθείσας από την κατηγορούσα αρχή μαρτυρίας αντικειμενικά ιδωμένη, χωρίς να υπεισέρχομαι σε κρίση επί της αξιοπιστίας αυτής και δίχως να καταλήγω σε οποιαδήποτε ευρήματα και συμπεράσματα. Η κατηγορούμενη κατηγορείται για τη διάπραξη του αδικήματος με βάση το άρθρο 9
(1)του Ν.75(Ι)/97, το περιεχόμενο του οποίου παρέχεται επί λέξει αμέσως πιο κάτω: "9.—
(1)Οποιοδήποτε πρόσωπο— (α) Διεξάγει την εργασία αποδέκτη ή βοηθού αποδέκτη συλλογικών στοιχημάτων ή προβαίνει σε οποιαδήποτε ενέργεια σε σχέση με αυτή, χωρίς να έχει την άδεια που προβλέπεται από τον παρόντα Νόμο ή κατά παράβαση οποιωνδήποτε όρων της· ή ............. είναι ένοχο αδικήματος και υπόκειται σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις £50.000 ή και στις δύο ποινές." Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) Η κατηγορούμενη διεξάγει εργασία αποδέκτη ή βοηθού αποδέκτη συλλογικών στοιχημάτων, (β) χωρίς να έχει την απαιτούμενη από το νόμο άδεια ή (γ) κατά παράβαση οποιονδήποτε όρων της. Για να εξακριβωθεί εξ' αντικειμένου κατά πόσο η κατηγορούμενη διεξάγει τέτοιου είδους εργασία θα πρέπει μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία να διαπιστωθεί ότι φέρει την ταυτότητα του βοηθού αποδέκτη, ως οι λεπτομέρειες της κατηγορίας που αντιμετωπίζει της αποδίδουν, καθώς και το ότι πραγματοποιούνται συλλογικά στοιχήματα. Με βάση το άρθρο 2 του Ν.75(Ι)/97 που είναι το ερμηνευτικό πλαίσιο του εν λόγω νόμου "βοηθός αποδέκτη συλλογικών στοιχημάτων" σημαίνει "πρόσωπο το οποίο ως αντιπρόσωπος αποδέκτη συλλογικών στοιχημάτων διεξάγει την εργασία αποδοχής ή διαπραγμάτευσης συλλογικών στοιχημάτων ή οποιαδήποτε επιχείρηση συλλογικών στοιχημάτων." Ο δε ορισμός του "αποδέκτη συλλογικών στοιχημάτων" μέσα από τις διατάξεις του άρθρου 2 παραπέμπει σε "πρόσωπο το οποίο ως αντιπρόσωπος εταιρείας συλλογικών στοιχημάτων διεξάγει την εργασία αποδοχής ή διαπραγμάτευσης συλλογικών στοιχημάτων ή οποιαδήποτε επιχείρηση συλλογικών στοιχημάτων." Με πολύ απλά λόγια, ο βοηθός αποδέκτη συλλογικών στοιχημάτων είναι ο αντιπρόσωπος του αντιπροσώπου εταιρείας συλλογικών στοιχημάτων που διεξάγει εργασία αποδοχής ή διαπραγμάτευσης συλλογικών στοιχημάτων ή οποιαδήποτε τέτοια επιχείρηση. Το Δικαστήριο θα πρέπει τώρα μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία να αναζητήσει την ύπαρξη αυτής της εταιρείας συλλογικών στοιχημάτων, η οποία στο ερμηνευτικό πλαίσιο της πιο πάνω νομοθεσίας ερμηνεύεται σαν "εταιρεία περιορισμένης ευθύνης διά μετοχών η οποία συστάθηκε, είτε στην Κύπρο είτε στο εξωτερικό, με αποκλειστικό σκοπό τη διενέργεια συλλογικών στοιχημάτων και της οποίας το εκδοθέν και πληρωθέν μετοχικό κεφάλαιο είναι τουλάχιστον £100.000" (ισότιμο σε €170.860,14). Στην παρούσα υπόθεση ελλείπει μαρτυρία για τη σύσταση τέτοιας εταιρείας. Οι αναφορές του ΜΚ περί πρακτορείου στοιχημάτων Stanley Bet στο οποίο υπεύθυνη, σύμφωνα με τον εν λόγω μάρτυρα, είναι η κατηγορούμενη αλλά και το ότι η τελευταία του είπε ότι έχει άδεια που της έδωσε η εταιρεία της στην Μάλτα είναι παντελώς γενικές και αόριστες που στερούνται τις λεπτομέρειες εκείνες που σχετίζονται με την εγγραφή, σύσταση, το σκοπό και το ύψος του εκδοθέν και πληρωθέν μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας που ο Ν.75(Ι)/97προνοεί. Ούτε καν έγινε αναφορά περί έρευνας στον Έφορο Εταιρειών για το θέμα αυτό. Συνεπώς, η κατηγορούσα αρχή δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με εταιρεία εντός της έννοιας του πιο πάνω νόμου. Το επόμενο ζήτημα που θα πρέπει να εξεταστεί είναι η διεξαγωγή συλλογικών στοιχημάτων. Το άρθρο 2 της νομοθεσίας ορίζει ως "συλλογικό στοίχημα" "οποιοδήποτε είδος στοιχήματος διενεργείται από αριθμό προσώπων που συμμετέχουν σε αυτό υπό τον όρο ότι: (α) τα κέρδη του κάθε κερδίσαντα καθορίζονται από το πρόσωπο που διενεργεί το στοίχημα με αναφορά στο σύνολο των ποσών που καταβλήθηκαν ή συμφωνήθηκε να καταβληθούν από τα πρόσωπα που συμμετείχαν στο στοίχημα και στο σύνολο των κερδισάντων, ή (β) τα κέρδη κάθε κερδίσαντα καθορίζονται από το πρόσωπο που διοργανώνει το στοίχημα πριν από το χρόνο διενέργειας του στοιχήματος με αναφορά στο ποσό που ο κάθε κερδίσας κατέβαλε ή συμφώνησε να καταβάλει για τη συμμετοχή του στο στοίχημα και στην καθορισμένη τιμή απόδοσης του συγκεκριμένου στοιχήματος." Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η διεξαγωγή εργασίας συλλογικού στοιχήματος προϋποθέτει το πρόσωπο που διενεργεί το στοίχημα καθώς επίσης τη συμμετοχή ομάδας ατόμων σε στοίχημα μέσω διαπραγματεύσεων, αποδοχής και συμφωνίας για καταβολή κερδών αναλόγως του ποσού που ο συμμετέχοντας συμφώνησε να πληρώσει ένεκα της συμμετοχής του στο στοίχημα αλλά και της καθορισμένης τιμή απόδοσης του στοιχήματος. Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να τείνει να καταδείξει ότι στο εν λόγω υποστατικό υπήρχε συμμετοχή ατόμων σε στοίχημα ή ότι πραγματοποιήθηκαν διαπραγματεύσεις ή ότι υπήρξε αποδοχή ή οποιασδήποτε μορφής συμφωνίας μεταξύ της κατηγορουμένης και ατόμου ή ατόμων. Ούτε υπάρχει μαρτυρία που εκ πρώτης όψεως να δείχνει ότι γενικότερα στο συγκεκριμένο υποστατικό διοργανώνονταν συλλογικά στοιχήματα. Η δε αναφορά του ΜΚ ότι εντός του συγκεκριμένου υποστατικού υπήρχε αριθμός ηλεκτρονικών υπολογιστών και τηλεοράσεις δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η κατηγορούμενη διεξήγαγε εργασίες βοηθού αποδέκτη συλλογικών στοιχημάτων, ιδιαίτερα όταν ο εν λόγω μάρτυρας δήλωσε άγνοια κατά πόσο οι προαναφερόμενοι ηλεκτρονικοί υπολογιστές και τηλεοράσεις που εντόπισε στο υποστατικό ήταν ή όχι συνδεδεμένοι με το διαδίκτυο. Το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος αφορά την απαιτούμενη από το νόμο άδεια. Μέσα από προκαταρκτική θεώρηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου, χωρίς καθ' οιονδήποτε τρόπο να αξιολογείται αλλά ιδωμένη στο σύνολο της και στη βάση των εξωτερικών χαρακτηριστικών της, φανερώνει ότι κανένας έλεγχος έγινε δια του Υπουργείου Οικονομικών για να διαπιστωθεί κατά πόσο η κατηγορούμενη διέθετε ή όχι τέτοια άδεια λειτουργίας του υποστατικού κατά τον ουσιώδη χρόνο του κατηγορητηρίου. Η αναφορά του ΜΚ ότι ζήτησε από την κατηγορούμενη να του προσκομίσει τέτοια άδεια χωρίς όμως αυτή να το πράξει δεν συνοδεύτηκε από οποιαδήποτε θετική ενέργεια ή άλλο συγκεκριμένο διάβημα με σκοπό την προσωπική διαπίστωση και ως εκ τούτου περιορίστηκε σε λεκτικό και γενικό επίπεδο, πράγμα που την καθιστά και ελλιπής και ισχνή. Οι πιο πάνω ελλείψεις σφραγίζουν τη μοίρα της υπόθεσης αυτής. Η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, αντικειμενικά ιδωμένη, δεν οδηγεί σε απόδειξη των συστατικών στοιχείων του αδικήματος. Το Δικαστήριο αισθάνεται πως αν η κατηγορούμενη κληθεί σε απολογία θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό της, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ' ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή. Υπό το φως των προαναφερόμενων, καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή δεν κατάφερε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης αναφορικά με την κατηγορία του κατηγορητηρίου. Ως εκ τούτου, η κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Καταλήγοντας, η παρούσα απόφαση δεν θα είναι ολοκληρωμένη αν δεν σημειωθεί η αποδοκιμασία του Δικαστηρίου ως προς την πορεία της υπόθεσης αυτής. Κατά την ταπεινή μου γνώμη είναι ανεπίτρεπτο όταν η κατηγορούσα αρχή γνωρίζει εκ των προτέρων ότι από τη μαρτυρία που έχει δεν στοιχειοθετούνται τα συστατικά στοιχεία που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει να συνεχίζει να τον ταλαιπωρεί επιμένοντας στην προώθηση της υπόθεσης. Η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στις 25.02.11 και η ακροαματική διαδικασία ξεκίνησε την 01.11.13. Η κατηγορούσα αρχή γνώριζε τουλάχιστο πριν από την έναρξη της ακρόασης για την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης της. Παρόλα αυτά προχώρησε στην εκδίκαση της. Όταν μάλιστα στο εκ πρώτης όψεως στάδιο της εκδίκασης της υπόθεσης η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής παραδέχτηκε ότι δεν στοιχειοθετούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει, αντίς να γίνουν άλλες διευθετήσεις η κατηγορούσα αρχή συνέχισε να επιμένει στην προώθηση της. Έξοδα €30,00 να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Interim Αναφορά: Ποινικό/Ενδιάμεση Απόφαση/Εκ πρώτης όψεως υπόθεση/Διεξαγωγή εργασίας βοηθού αποδέκτη συλλογικών στοιχημάτων/ Άρθρο 9 του Ν.75(Ι)/97/ Ενδιάμεση Απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.