← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Χριστοφής Καραμανής κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 12838/2011, 26/11/2013

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Χριστοφής Καραμανής κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 12838/2011, 26/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:B116 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12838/2011 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v.

  1. Χριστοφής Καραμανής
  2. Yousri Fayez Wahib Melek Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 26.11.13 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου (ο κ. Συμεού για ν' ακούσει απόφαση) Για Κατηγορούμενο 1: κος Α. Αλεξάνδρου Κατηγορούμενος 1: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει την κατηγορία της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού κατά παράβαση του άρθρου 14Β του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ.105 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος 1 κατηγορείται ότι στις 15.06.11 σε χωράφι που βρίσκεται στον κύριο δρόμο Πόλεως Χρυσοχούς-Αργάκας της επαρχίας Πάφου εργοδοτούσε παράνομα τον κατηγορούμενο 2 χωρίς άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης (πρώτη κατηγορία). Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι ο κατηγορούμενος 2 απαλλάχτηκε στο παρελθόν σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε (δεύτερη και τρίτη κατηγορία). Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε 2 μάρτυρες, ήτοι τον αστυφύλακα 3202 Δημήτριο Δημητρίου (ΜΚ1) και τον αστυφύλακα 3402 Πόλυ Πολυδώρου (ΜΚ2). Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον τoυ κατηγορουμένου 1 στην κατηγορία που αντιμετωπίζει και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ο κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε χωρίς όρκο κατάθεση από την θέση στην οποίαν βρισκόταν χωρίς να καλέσει οποιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. Παράλληλα, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατατέθηκαν 7 τεκμήρια. ΜΚ1 ήταν, όπως δηλώθηκε πιο πάνω, ο αστυφύλακας 3202 Δημήτριος Δημητρίου, ο οποίος στην κυρίως εξέταση του ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι το έτος 2011 υπηρετούσε στην Υπηρεσία Αλλοδαπών Πάφου και σε σχέση με το περιστατικό προέβηκε σε γραπτή κατάθεση που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο 1, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Στην εν λόγω κατάθεση του ο μάρτυρας αναφέρει ότι στις 15.06.11 ο ίδιος μαζί με τον αστυφύλακα 3782 της ΥΑΜ Πάφου και μέλη του μικτού κλιμακίου του Γραφείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων Πάφου μετέβησαν σε χωράφι που βρίσκεται σε περιοχή παρά τον κύριο δρόμο Πόλεως Χρυσοχούς-Αργάκας για να διερευνήσουν πληροφορία ότι εκεί εργοδοτούνται παράνομα αλλοδαποί. Φθάνοντας στο μέρος εντόπισαν ένα άτομο να ασχολείται με το μάζεμα λουβιού. Αφού ο ΜΚ1 του υπέδειξε την αστυνομική ταυτότητα του ζήτησε να του παρουσιάσει έγγραφα που να φανερώνουν την ταυτότητα του. Τότε αυτός του απάντησε ότι ονομάζεται Yousri Wahib και κατάγεται από την Αίγυπτο. Σε ερώτηση κατά πόσο έχει άδεια εξάσκησης του συγκεκριμένου επαγγέλματος αυτός απάντησε αρνητικά. Ακολούθως, μετά από έλεγχο που ο εν λόγω μάρτυρας διενήργησε, διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για τον πρώην κατηγορούμενο 2 από την Αίγυπτο, ο οποίος αφίχθηκε στην Κύπρο στις 25.04.08 μέσω του αεροδρομίου Λάρνακας με άδεια εργασίας σε κάποια Βασιλού Σταυρή στο Λιοπέτρι. Στη συνέχεια εγκατέλειψε τον τόπο διαμονής και εργασίας του και υπέβαλε αίτηση για παροχή πολιτικού ασύλου, η οποία αφού εξετάστηκε απορρίφθηκε στις 30.05.
  1. Ως εργοδότη του ο πιο πάνω αλλοδαπός κατονόμασε στον ΜΚ1 κάποιο Καραμανή από την Αργάκα, ο οποίος εκείνη τη στιγμή δεν ήταν παρών στο μέρος και που τον πλήρωνε με το ποσό των €25,00 την ημέρα. Σε σχέση με τα προσωπικά στοιχεία του πρώην κατηγορουμένου 2, ο ΜΚ1 κατάθεσε ως Τεκμήριο 2 συναφή έγγραφα από το αρχείο δεδομένων του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως γείτονες που διαθέτουν τεμάχια που συνορεύουν με το επίδικο χωράφι του ανάφεραν ότι το συγκεκριμένο ακίνητο χρησιμοποιείται από τον κατηγορούμενο 1, χωρίς όμως να είναι σε θέση να κατονομάσει το πρόσωπο αυτό. ΜΚ2 ήταν ο αστυφύλακας 3402 Π. Πολυδώρου, ο οποίος στην κυρίως εξέταση του ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι εκείνη την περίοδο ήταν τοποθετημένος στον αστυνομικό σταθμό Πόλεως Χρυσοχούς. Σχετικά με το περιστατικό υιοθέτησε την γραπτή κατάθεση του ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, την οποία και κατάθεσε σαν Τεκμήριο
  2. Στην εν λόγω κατάθεση του αναφέρει ότι στις 15.06.11 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον πρώην κατηγορούμενο 2 με τη βοήθεια διερμηνέα αναφορικά με το αδίκημα της παράνομης απασχόλησης. Αφού του επέστησε γραπτώς την προσοχή του στο νόμο στη μητρική του γλώσσα, την ίδια ημέρα τον κατηγόρησε γραπτώς για το αδίκημα που διέπραξε με τον ίδιο να απαντά 'Παραδέχομαι'. Ακολούθως, ο εν λόγω μάρτυρας κατάθεσε την ανακριτική κατάθεση του πρώην κατηγορουμένου 2 ημερομηνίας 15.06.11 στη μητρική του γλώσσα και σε πιστή μετάφραση αυτής στην ελληνική γλώσσα ως Τεκμήρια 4Α και 4Β αντίστοιχα καθώς επίσης τη γραπτή καταγγελία του αλλοδαπού ιδίας ημερομηνίας πάλι τόσο στη μητρική γλώσσα του όσο και σε πιστή μετάφραση αυτής στην ελληνική γλώσσα ως Τεκμήρια 5Α και 5Β αντίστοιχα. Περαιτέρω, ο ΜΚ2 κατάθεσε ως Τεκμήριο 6 την ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου 1 ημερομηνίας 15.06.11 μέσα από την οποία στις διάφορες ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν αυτός απαντούσε με την ίδια φράση 'Ότι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο.' Χρησιμοποιώντας την ίδια φράση απάντησε και στη γραπτή καταγγελία που του απαγγέλθηκε, της οποίας το αστυνομικό έντυπο ημερομηνίας 15.06.11 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  3. Επίσης, ο ΜΚ2 δήλωσε πως όταν ο πρώην κατηγορούμενος 2 αναφερόταν στην ανακριτική κατάθεση του ότι αν έβλεπε τον εργοδότη του θα τον αναγνώριζε του είπε ότι εννοούσε τον κατηγορούμενο
  4. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως ο ίδιος δεν μετέβηκε στο χώρο και ούτε γνωρίζει οποιαδήποτε στοιχεία που να προσδιορίζουν το τεμάχιο εντός του οποίου εντοπίστηκε ο πρώην κατηγορούμενος 2 να εργάζεται. Ακόμη ο εν λόγω μάρτυρας είπε ότι δεν έχει στην κατοχή του οποιοδήποτε στοιχείο που να συνδέει το επίδικο με τον κατηγορούμενο 1, εκτός από τη μαρτυρία του πρώην κατηγορουμένου
  5. Όπως ο ΜΚ2 είπε, ο ίδιος έπραξε ανάλογα με την μαρτυρία του αλλοδαπού καθώς και από την μαρτυρία που είχε από τον συνάδελφο του στο τμήμα αλλοδαπών, ο οποίος προέβηκε σε όλη την προηγούμενη διαδικασία. Ο δε κατηγορούμενος 1 προέβηκε σε χωρίς όρκο δήλωση λέγοντας ότι είναι αθώος. Τελικές Αγορεύσεις: Στην τελική αγόρευση της η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία που προσκομίστηκε είναι ικανοποιητική και ότι στη βάση αυτής έχει αποδεικτεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η κατηγορία που ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει, καλώντας έτσι το Δικαστήριο να κρίνει τον τελευταίο ένοχο. Αντίθετα, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης δήλωσε πως η πλευρά του κατηγορουμένου 1 δεν γνωρίζει σε ποιο χωράφι γινόταν αναφορά από την κατηγορούσα αρχή. Ούτε όμως, σύμφωνα με τον εν λόγω συνήγορο, υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ότι το επίδικο χωράφι συνδέεται με τον πελάτη του. Παράλληλα, ο κύριος Αλεξάνδρου κάλεσε το Δικαστήριο να μην αποδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα στην κατάθεση του πρώην κατηγορουμένου 2, ο οποίος δεν παρουσιάστηκε ως μάρτυρας για να υποστεί τη βάσανο της αντεξέτασης. Με αυτά τα δεδομένα, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως εισηγήθηκε την αθώωση και απαλλαγή του κατηγορουμένου 1 από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Ο ΜΚ1 ήταν ειλικρινής μάρτυρας. Δεν έχω αμφιβολία ότι αυτά που κατάθεσε δια ζώσης και αυτά που κατέγραψε στην κατάθεση του (Τεκμήριο 1) την ίδια ημέρα του περιστατικού είναι αυτά που όντως διαδραματίστηκαν και για τα οποία είχε προσωπική αντίληψη. Αυτό αποδεικνύεται μέσα από την ευθύτητα και σαφήνεια των διαφόρων απαντήσεων που έδιδε. Από την όλη μαρτυρία του ΜΚ1 περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 1 δέχομαι ότι συμμετείχε σε επιχείρηση στην οποία εντοπίστηκε ο πρώην κατηγορούμενος 2 από την Αίγυπτο να εργάζεται σε χωράφι, για το οποίο όμως ουδεμία λεπτομέρεια ή στοιχεία έχουν τεθεί από το συγκεκριμένο μάρτυρα που να το προσδιορίζουν. Η φτωχή και αόριστη αναφορά από το μάρτυρα ότι το χωράφι το οποίο ο ΜΚ1 επισκέφτηκε μαζί με άλλα άτομα κατά τη διεξαγωγή της επιχείρησης βρίσκεται σε περιοχή παρά τον κύριο δρόμο Πόλεως Χρυσοχούς-Αργάκας σε καμία περίπτωση δύναται να εκληφθεί ότι καθορίζει το τεμάχιο εντός του οποίου βρέθηκε ο πρώην κατηγορούμενος 2 να εργάζεται. Ούτε ακόμη η πιο πάνω ελλιπής περιγραφή του χωραφιού είναι σε θέση να συνδέσει την ιδιοκτησία και/ή κατοχή και/ή χρήση και/ή εκμετάλλευση του με τον κατηγορούμενο
  1. Ανεξαρτήτως αυτού, αποδέχομαι ότι ο αλλοδαπός που εντοπίστηκε να εργάζεται μαζεύοντας λουβί είναι ο πρώην κατηγορούμενος 2 από την Αίγυπτο, ο οποίος δεν είχε εξασφαλίσει άδεια άσκησης του συγκεκριμένου επαγγέλματος από την αρμόδια αρχή, καθότι αυτό αποτελεί προϊόν δικής του έρευνας. Προϊόν προσωπικής έρευνας του ΜΚ1 είναι και το γεγονός ότι ο πρώην κατηγορούμενος 2 αφίχθηκε στην Κύπρο στις 25.04.08 μέσω του αεροδρομίου Λάρνακας με άδεια εργασίας σε κάποια Βασιλού Σταυρή στο Λιοπέτρι αλλά στη συνέχεια εγκατέλειψε τον τόπο διαμονής και εργασίας του και υπέβαλε αίτηση για παροχή πολιτικού ασύλου, η οποία αφού εξετάστηκε απορρίφθηκε στις 30.05.11, πράγμα που επίσης αποδέχομαι. Εξ' ου είναι τα έγγραφα του Τεκμηρίου 2, τα οποία κατόπιν αξιολόγησης τους αποδέχομαι ως ορθά, αληθή και αξιόπιστα, πέραν του ότι δεν αμφισβητήθηκαν κατά την εκδίκαση της υπόθεσης αυτής. Ωστόσο από τη μαρτυρία του ΜΚ1 προσδίδω μηδενική βαρύτητα στη δήλωση του ότι ρωτήθηκαν ιδιοκτήτες τεμαχίων που συνορεύουν με το χωράφι στο οποίο εντόπισαν τον πρώην κατηγορούμενο 2 να εργάζεται, οι οποίοι του είπαν ότι το εν λόγω τεμάχιο καλλιεργείται από τον κατηγορούμενο 1 επειδή, πέραν του ότι είναι γενική και αόριστη, είναι καθαρά εξ' ακοής μαρτυρία. Βέβαια διευκρινίζεται ότι προσδίδεται μηδενική βαρύτητα όχι επειδή είναι εξ' ακοής μαρτυρία αλλά για τους λόγους που σημειώνονται στην παρούσα απόφαση. Με γνώμονα την χαραγμένη μέσα από την εκδίκαση της υπόθεσης αυτής γραμμή υπεράσπισης, η οποία αμφισβητεί τη διεξαγωγή τέτοιας εξέτασης με τον τρόπο που ο μάρτυρας αυτός επικαλέστηκε και λαμβάνοντας υπόψη τις παραμέτρους αξιολόγησης τέτοιας μαρτυρίας, όπως αυτές καθορίζονται κατά τρόπο μη εξαντλητικό από το άρθρο 27 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 μετά των συναφών τροποποιήσεων, σημειώνω τα εξής: (α) Παρόλο ότι ήταν εύλογο και εφικτό η κατηγορούσα αρχή να είχε κλητεύσει αυτούς ή οποιοδήποτε από αυτούς τους ανώνυμους ιδιοκτήτες των τεμαχίων που γειτνιάζουν με το χωράφι στο οποίο εντοπίστηκε ο πρώην κατηγορούμενος 2, εντούτοις αυτό δεν έγινε χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε δικαιολογία γι' αυτό. (β) Μη κατονομάζοντας τους ιδιοκτήτες αυτών των τεμαχίων παρά τις επίπονες προσπάθειες του συνηγόρου υπεράσπισης, εκτός από το ότι αποκτούν ταυτότητα φανταστική, η υπεράσπιση στερήθηκε του δικαιώματος της να τους κλητεύσει κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου πριν η κατηγορούσα αρχή κλείσει την υπόθεση της και να τους αντεξετάσει αναφορικά με τον ισχυρισμό της χρήσης του επιδίκου τεμαχίου από τον κατηγορούμενο 1 (άρθρο 26 Κεφ.9). Περαιτέρω, από τη μαρτυρία του ΜΚ1 δεν αποδίδω οποιαδήποτε βαρύτητα στην αναφορά του ότι ο πρώην κατηγορούμενος 2 του ανάφερε ότι εργοδότης του και χρήστης του επιδίκου τεμαχίου ήταν ο κατηγορούμενος 1 από τον οποίο λάμβανε το ποσό των €25,00 ημερησίως. Πρόκειται για επίσης εξ' ακοής μαρτυρία, η οποία δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε αποδεικτική αξία υπό το φως της δήλωσης της εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής ότι ο πρώην κατηγορούμενος 2 δεν εντοπίστηκε και γι' αυτό δεν θα προσερχόταν ως μάρτυρας κατά την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης αλλά και του γεγονότος ότι όντως αυτός δεν παρουσιάστηκε ως μάρτυρας κατηγορίας για να υποστεί τη βάσανο της αντεξέτασης με αποτέλεσμα έτσι η υπεράσπιση να μην μπορεί να την αντικρούσει δια του δικαιώματος της αντεξέτασης. Με εξαίρεση τα προαναφερόμενα μέρη που δεν δέχομαι ως έχουν για τους λόγους που έχουν σημειωθεί, αποδέχομαι την υπόλοιπη μαρτυρία του ΜΚ1 ως εκφράζουσα την αληθινή όψη των γεγονότων. Ο ΜΚ2 ήταν επίσης ειλικρινής μάρτυρας. Αυτό όμως που αποδέχομαι από την μαρτυρία του είναι απλά η λήψη ανακριτικών καταθέσεων από τον πρώην κατηγορούμενο 2 και τον κατηγορούμενο 1 καθώς και οι γραπτές καταγγελίες τους. Επίσης, αποδέχομαι το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του, ήτοι το Τεκμήριο 3, το οποίο όμως σε σχέση με την προσπάθεια της κατηγορούσας αρχής για απόδειξη της κατηγορίας του παρόντος κατηγορητηρίου είναι τυπικής φύσεως. Από την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα δεν προσδίδω οποιαδήποτε βαρύτητα στο μέρος αυτής που προέρχεται από αναφορές του πρώην κατηγορουμένου 2 καθώς επίσης στο περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης του πρώην κατηγορουμένου 2 και της απάντησης του αλλοδαπού στην γραπτή καταγγελία που του έγινε, ήτοι τα Τεκμήρια 4Α, 4Β, 5Α και 5Β, καθώς πρόκειται αποκλειστικά για εξ' ακοής μαρτυρία, η οποία ενόψει της απουσίας του προσώπου που προέβηκε στις αρχικές δηλώσεις να παρουσιαστεί ως μάρτυρας κατηγορίας και να αντεξεταστεί δεν έχει οποιαδήποτε αποδεικτική αξία. Ιδιαίτερα όταν μέρος της υπερασπιστικής γραμμής του κατηγορουμένου 1 είναι ότι ο πρώην κατηγορούμενος 2 δεν έλεγε τότε την αλήθεια στην αστυνομία προβάλλει όσο ποτέ περισσότερο η ανάγκη αντεξέτασης του εν λόγω αλλοδαπού για να μπορεί ενδεχομένως η μαρτυρία του να έχει οποιαδήποτε αποδεικτική αξία. Μηδενική βαρύτητα έχουν όμως και τα Τεκμήρια 6 και 7 εξαιτίας του περιεχομένου τους που περιορίζεται στη φράση που εκστόμισε ο κατηγορούμενος 1 στην ανακριτική κατάθεση του αλλά και στη γραπτή καταγγελία που του έγινε από την αστυνομία. Ευρήματα: Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, τα τεκμήρια που κατατέθηκαν κατά την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης αυτής αλλά λαμβάνοντας υπόψη μου και τα γεγονότα που τελικά δεν αμφισβητήθηκαν, όπως αυτά προκύπτουν μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα που αφορούν τα πραγματικά και αληθή ουσιώδη γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο: Στις 15.06.11 ο ΜΚ1 μαζί με τον αστυφύλακα 3782 της ΥΑΜ Πάφου και μέλη του μικτού κλιμακίου του Γραφείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων Πάφου μετέβησαν σε χωράφι που βρίσκεται σε περιοχή παρά τον κύριο δρόμο Πόλεως Χρυσοχούς-Αργάκας για να διερευνήσουν πληροφορία ότι εκεί εργοδοτούνται παράνομα αλλοδαποί. Φθάνοντας στο μέρος εντόπισαν ένα άτομο να ασχολείται σ' ένα χωράφι με το μάζεμα λουβιού. Ο αλλοδαπός δεν ήταν σε θέση να προσκομίσει άδεια άσκησης του εν λόγω επαγγέλματος εκδομένη από την αρμόδια αρχή. Ακολούθως, μετά από έλεγχο που ο ΜΚ1 διενήργησε, διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για τον πρώην κατηγορούμενο 2 από την Αίγυπτο, ο οποίος αφίχθηκε στην Κύπρο στις 25.04.08 μέσω του αεροδρομίου Λάρνακας με άδεια εργασίας σε κάποια Βασιλού Σταυρή στο Λιοπέτρι. Στη συνέχεια εγκατέλειψε τον τόπο διαμονής και εργασίας του και υπέβαλε αίτηση για παροχή πολιτικού ασύλου, η οποία αφού εξετάστηκε απορρίφθηκε στις 30.05.
  2. Ακολούθως της ιδίας ημέρας ο ΜΚ2 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον πρώην κατηγορούμενο 2 με τη βοήθεια διερμηνέα αναφορικά με το αδίκημα της παράνομης απασχόλησης. Αφού του επέστησε γραπτώς την προσοχή του στο νόμο στη μητρική του γλώσσα τον κατηγόρησε γραπτώς για το πιο πάνω αδίκημα. Επίσης, την ίδια ημέρα ο ΜΚ2 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 1, το οποίο και κατηγόρησε γραπτώς ότι παράνομα εργοδοτούσε τον πρώην κατηγορούμενο
  3. Μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου αποτελούν και όλα αυτά που θα προσδιοριστούν πιο κάτω κατά την εξαγωγή συμπερασμάτων από το Δικαστήριο. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (βλέπε Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (βλέπε Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε πιο πάνω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω εάν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Όπως έχει προαναφερθεί ο κατηγορούμενος 1 κατηγορείται για τη διάπραξη του αδικήματος της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού. Το αδίκημα αυτό διέπεται από το άρθρο 14Β του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ.105 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Ειδικότερα το εδάφιο
(1)του πιο πάνω άρθρου αναφέρει τα εξής: "
(1)Η εργοδότηση αλλοδαπού χωρίς την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια ή η εργοδότηση κατά παράβαση των όρων άδειας εργοδότησης ή η εργοδότηση κατά παράβαση οποιουδήποτε άλλου νόμου ή κανονισμού, συνιστά αδίκημα τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης μέχρι τρία χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο αυτές ποινές." Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) Ο κατηγορούμενος εργοδοτεί, (β) αλλοδαπό, (γ) χωρίς την απαιτούμενη από το νόμο άδεια ή (δ) κατά παράβαση των όρων άδειας εργοδότησης ή (ε) κατά παράβαση νόμου ή κανονισμού. Το ότι ο αλλοδαπός διέμενε και εργαζόταν παράνομα στην Κύπρο χωρίς την απαιτούμενη από το νόμο άδεια αποδεικνύεται μέσα από την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΚ1 αλλά και το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 1 και 2, πάντοτε στο βαθμό και την έκταση που τους αποδόθηκε βαρύτητα από το Δικαστήριο. Ειδικότερα, αποτελούν ευρήματα Δικαστηρίου τα εξής: (α) Ο πρώην κατηγορούμενος 2 είναι αλλοδαπός αφού χώρα καταγωγής του είναι η Αίγυπτος. (β) Στις 15.06.11 ο πιο πάνω αλλοδαπός εντοπίστηκε να εργάζεται σε χωράφι και συγκεκριμένα με το μάζεμα λουβιού χωρίς να είναι σε θέση να προσκομίσει άδεια άσκησης του εν λόγω επαγγέλματος εκδομένη από την αρμόδια αρχή. (γ) Ο πρώην κατηγορούμενος 2 αφίχθηκε στην Κύπρο στις 25.04.08 μέσω του αεροδρομίου Λάρνακας με άδεια εργασίας σε κάποια Βασιλού Σταυρή στο Λιοπέτρι. (δ) Στη συνέχεια ο πιο πάνω αλλοδαπός εγκατέλειψε τον τόπο διαμονής και εργασίας του και υπέβαλε αίτηση για παροχή πολιτικού ασύλου, η οποία αφού εξετάστηκε απορρίφθηκε στις 30.05.
  1. Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων αποδεικνύονται όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, εκτός από το πρώτο που αφορά το πρόσωπο που εργοδότησε τον αλλοδαπό. Σε σχέση με το πρώτο συστατικό στοιχείο, το Δικαστήριο παρατηρεί τα εξής:
  2. Πέραν της γενικής και αόριστης αλλά και συνάμα εξ΄ακοής μαρτυρίας προερχόμενη από ιδιοκτήτες γειτονικών με το επίδικο χωράφι τεμαχίων επί της οποίας δεν δόθηκε οποιαδήποτε βαρύτητα για τους λόγους που εξηγήθηκαν πιο πάνω, δεν υπάρχει αποδεκτή μαρτυρία που να συνδέει τον κατηγορούμενο 1 με την ιδιοκτησία και/ή κατοχή και/ή χρήση και/ή καθ΄ οιονδήποτε τρόπο εκμετάλλευση του χωραφιού εντός του οποίου βρέθηκε ο αλλοδαπός να εργάζεται.
  3. Εκτός από την εξ΄ακοής μαρτυρία που προέρχεται από τον αλλοδαπό και η οποία κρίθηκε από το Δικαστήριο ότι δεν έχει αποδεικτική αξία για τους λόγους που επίσης σημειώνονται πιο πάνω, προκύπτει ότι δεν υπάρχει αποδεκτή μαρτυρία που να αποδεικνύει στον απαιτούμενο βαθμό ότι εργοδότης του αλλοδαπού που εντοπίστηκε να εργάζεται παράνομα στο επίδικο τεμάχιο στις 15.06.11 ήταν ο κατηγορούμενος
  4. Συνεπώς, υπό τις περιστάσεις, δεν έχει τεκμηριωθεί το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Με δεδομένο πλέον ότι δεν πληρούνται σωρευτικά τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την υπόθεση της εναντίον του κατηγορουμένου
  5. Ως εκ τούτου, ο κατηγορούμενος 1 αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Έξοδα €70,00 να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: General/Criminal/Final Judgment Αναφορά: Ποινικό/Παράνομη εργοδότηση αλλοδαπού/Άρθρο 14 Κεφ.105/Τελική Απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.