← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Maazoul Kaoua, Αρ. Υπόθεσης: 12967/2013, 8/11/2013

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Maazoul Kaoua, Αρ. Υπόθεσης: 12967/2013, 8/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:B104 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12967/2013 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. Maazoul Kaoua Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 08.11.13 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Σ. Συμεού Για Κατηγορούμενο: κος Α. Αλεξάνδρου Κατηγορούμενος: παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, στην κατηγορία της κλοπής δι' ευρέσεως κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος κατά το μήνα Οκτώβριο του έτους 2013 στην Πόλυ Χρυσοχούς της επαρχίας Πάφου έκλεψε δι' ευρέσεως ένα Ρουμάνικο δελτίο ταυτότητας με αριθμό ΜΧ913684 στο όνομα Dragos Mocanu (πρώτη κατηγορία). Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, στην κατηγορία της παράνομης παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά παράβαση των άρθρων 2 και 19

(1)(λ) του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου Κεφ.105 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Με βάση τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος, ο οποίος είναι αλλοδαπός από τη Συρία βρισκόταν στη Δημοκρατία ως αιτητής πολιτικού ασύλου και το αίτημα του απορρίφθηκε κατά το έτος 2007 και ακολούθως ενώ έγινε επανεξέταση του αιτήματος του και η αίτηση του απορρίφθηκε τελεσίδικα στις 23.11.10, έκτοτε διέμενε παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία μέχρι τις 18.10.13 χωρίς άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης (κατηγορία 3). Αναφορικά με την δεύτερη κατηγορία του κατηγορητηρίου, η κατηγορούσα αρχή προέβηκε στη διακοπή της και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος απαλλάχτηκε. Εκθέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης, ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής παρέπεμψε στις λεπτομέρειες της πρώτης και τρίτης κατηγορίας, στο περιεχόμενο των οποίων έχει ήδη γίνει αναφορά πιο πάνω. Συμπληρωματικά ο κύριος Συμεού ανάφερε τα ακόλουθα: Στις 18.09.13 ο κατηγορούμενος εντοπίστηκε στο αεροδρόμιο Πάφου έχοντας στην κατοχή του ένα ρουμάνικο δελτίο ταυτότητας με αριθμό ΜΧ913684 μαζί με μια κάρτα επιβίβασης στο όνομα Dragos Mocanu. Αφού εγέρθηκαν υποψίες για το συγκεκριμένο διαβατήριο και ο κατηγορούμενος ερωτήθηκε πως αυτό βρέθηκε στην κατοχή του, ο ίδιος ομολόγησε ότι το βρήκε σε άγνωστο του δρόμο στην Πόλυ Χρυσοχούς και δεν αποτάθηκε οπουδήποτε για το συγκεκριμένο έγγραφο. Επίσης, μετά από έρευνα που έγινε από μέλη της Υ.Α.Μ. Πάφου, διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος ήλθε στην Κυπριακή Δημοκρατία ως αιτητής πολιτικού ασύλου, αίτηση η οποία απορρίφθηκε στις 23.11.10 και έκτοτε παρέμενε παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Του επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο και αυτός απάντησε ότι είναι Κούρδος της Συρίας. Επίσης, ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι γνώριζε ότι βρισκόταν στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας παράνομα καθότι ενημερώθηκε γι' αυτό από την αρμόδια αρχή. Ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς και απάντησε ότι απολογείται. Καταλήγοντας, ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου ενώ παράλληλα δήλωσε ότι δεν υπάρχουν οποιαδήποτε έξοδα σε σχέση με την υπόθεση αυτή. Ο κύριος Συμεού ακόμη ζήτησε την κατάσχεση του ρουμάνικου δελτίου ταυτότητας καθώς και την καταστροφή της κάρτας επιβίβασης. Χωρίς να αμφισβητήσει επί της ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθηκαν από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης αφού αναγνώρισε τη σοβαρότητα των αδικημάτων που ο πελάτης του διέπραξε, ανάφερε ότι κατηγορούμενος εκφράζει τη μεταμέλεια του ενώπιον του Δικαστηρίου. Ακολούθως, ο κύριος Αλεξάνδρου κάλεσε το Δικαστήριο να διαχωρίσει το αδίκημα της κλοπής δι' ευρέσεως από αυτό της συνήθης κλοπής καθότι από το πρώτο ελλείπει ο προσχεδιασμός και το όφελος ενώ η παράβαση περιορίζεται στην παράλειψη να παραδώσει το αντικείμενο που βρήκε στην αστυνομία. Σε σχέση με το αδίκημα της παράνομης παραμονής, ο εν λόγω συνήγορο ευσεβάστως δήλωσε ότι μετά από σχεδόν 5 μήνες από την απόρριψη του αιτήματος του για πολιτικό άσυλο από την αρμόδια αρχή ο κατηγορούμενος καταχώρησε στο Ανώτατο Δικαστήριο αίτηση νομικής αρωγής με σκοπό την καταχώρηση προσφυγής κατά της απόφασης της αρμόδιας αρχής, η οποία όμως απορρίφθηκε. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος καταχώρησε με δικά του έξοδα προσφυγή εναντίον της απόφασης της αρμόδιας αρχής, η οποία είναι ορισμένη στις 02.12.13. Σύμφωνα με τον συνήγορο υπεράσπισης, ο κατηγορούμενος ενεργούσε υπό πλάνη. Στρεφόμενος στις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορουμένου, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ανάφερε ότι είναι κουρδικής καταγωγής και εξαιτίας μιας εκδήλωσης στην οποία συμμετείχε τραγουδώντας όταν ήταν πολύ νεαρός σύρθηκε από τις συριακές αρχές στα καταγώγια και απελευθερώθηκε μετά από προσπάθειες του πατέρα του. Όπως εξήγησε ο κύριος Αλεξάνδρου υπήρξε νέα σύλληψη και κακοποίηση του κατηγορουμένου από τις συριακές αρχές όταν παρέστηκε στην κηδεία θυμάτων μετά από κάποια άλλη εκδήλωση. Περαιτέρω, ο εν λόγω συνήγορος ανάφερε ότι εδώ και ενάμιση χρόνο περίπου ο πελάτης του δεν γνωρίζει για την τύχη του πατέρα του, ο οποίος αγνοείται, ενώ δύο αδέλφια του κατέφυγαν στην Τουρκία και τα άλλα δύο σε Αίγυπτο και Λίβανο. Επίσης, ο πελάτης του αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα με το στομάχι του και εδώ και ενάμιση χρόνο υποβάλλεται σε θεραπείες. Ο κύριος Αλεξάνδρου κάλεσε ακόμη το Δικαστήριο να ασπαστεί το σκεπτικό της υπόθεσης Γενικός Εισαγγελέας v. Πατατάρη, Ποινική Έφεση Αρ. 5869, ημερομηνίας 15.09.94. Καταλήγοντας, ο κύριος Αλεξάνδρου σημείωσε πως σε περίπτωση που το Δικαστήριο προσανατολίζεται να επιβάλει ποινή στερητικής της ελευθερίας του κατηγορουμένου συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την αναστολή της. Αναμφίβολα τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος διέπραξε είναι σοβαρά. Ενδεικτική δε της σοβαρότητας τους είναι οι προβλεπόμενες από το νόμο ποινές. Συγκεκριμένα, το αδίκημα της κλοπής δι' ευρέσεως επισύρει, σύμφωνα με το άρθρο 262 του Κεφ.154, σε φυλάκιση τριών χρόνων, εκτός αν λόγω των περιστάσεων της κλοπής ή της φύσης του πράγματος που κλάπηκε, προβλέπεται κάποια άλλη ποινή. Το δε αδίκημα της παράνομης παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, τιμωρείται, με βάση το άρθρο 19
(1)του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ.105 μετά των συναφών τροποποιήσεων, με ποινή φυλάκισης για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους 12 μήνες ή με πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις €1.708,60 ή και με τις δύο αυτές ποινές. Τα αδικήματα αυτά θεωρούνται ακόμη σοβαρά για τον επιπλέον λόγο της συχνότητας και ευκολίας με την οποία αυτά διαπράττονται, ο αριθμός των οποίων αυξήθηκε σε επίπεδο ανησυχητικών διαστάσεων, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. Επίσης, η σοβαρότητα των αδικημάτων αυτών έγκειται στις σοβαρές κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις που η διάπραξη τους επιφέρει στο νησί. Το αδίκημα της κλοπής δι' ευρέσεως εντάσσεται στην μεγάλη κατηγορία της κλοπής μαζί με άλλα ομοειδή αδικήματα και βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας. Ιδιαίτερα πρόσφατα στην επαρχία Πάφου η ραγδαία αύξηση της συχνότητας διάπραξης τέτοιων αδικημάτων έλαβε πολύ ανησυχητικές διαστάσεις, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν τέτοιας φύσης αδικήματα με αυστηρότητα σε μια προσπάθεια αναχαίτισης τους και προστασίας της κοινωνίας. Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Φραντζίδης v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 77 είναι επιτακτική ανάγκη αυτού του είδους η εγκληματικότητα να ανακοπεί γιατί έχει κλονίσει σοβαρά την εμπιστοσύνη του κοινού στους θεσμούς της δημόσιας ασφάλειας. Η αυστηρότητα των ποινών είναι ένας τρόπος πάταξης του φαινομένου. Θεώρηση της νομολογίας καταδεικνύει ότι για το αδίκημα της κλοπής συνήθως επιβάλλεται ποινή φυλάκισης (Nabokov v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 381), χωρίς να αποκλείεται η υιοθέτηση μιας ευνοϊκότερης προσέγγισης με την επιβολή ποινής άλλης από αυτής της στερητικής της ελευθερίας του παραβάτη (Χ' Φιλίππου v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ). Το δε αδίκημα της παράνομης παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας στρέφεται ευθέως κατά του κράτους και της έννομης τάξης, ενώ ταυτόχρονα υπονομεύει τη δυνατότητα των αρμοδίων αρχών για άσκηση αποτελεσματικού ελέγχου στην επικράτεια της, προκειμένου να γνωρίζουν ανά πάσα στιγμή ποιος παραμένει στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας και για ποιο λόγο, πέραν του γεγονότος ότι προκαλούνται προβλήματα κοινωνικής και οικονομικής φύσεως. Η Κύπρος είναι φιλόξενη χώρα και συνάμα συντεταγμένο κράτος το οποίο διέπεται από νόμους, οι οποίοι ρυθμίζουν τον τρόπο άσκησης των δικαιωμάτων τόσο των πολιτών της όσο και αυτών άλλων κρατών. Σε ότι αφορά τους τελευταίους, η παραμονή στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας επιτρέπεται, όχι όμως ανεξέλεγκτα, αλλά σύμφωνα με τους όρους και προϋποθέσεις που καθορίζει ο Νόμος. Παρόλο ότι τα Δικαστήρια δεν μπορούν παρά να εκφράζουν τη συμπάθεια τους σε πρόσωπα που εγκαταλείπουν τις χώρες καταγωγής τους αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον στη χώρα μας, εντούτοις την ίδια στιγμή αναμένουν να γίνει απόλυτα κατανοητό ότι τα άτομα αυτά οφείλουν να σέβονται τους νόμους του κράτους στο οποίο επιζητούν φιλοξενία. Αδικήματα αυτής της μορφής, όπως έχει ήδη αναφερθεί, παρουσιάζουν έξαρση στον τόπο μας, αφού αποτελούν καθημερινό φαινόμενο με αλυσιδωτές επιπτώσεις. Δεν θα ήταν υπερβολή εάν έλεγα ότι το φαινόμενο αυτό προσλαμβάνει διαστάσεις επιδημίας στη χώρα μας. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια τα Δικαστήρια, επιτελώντας την αποστολή τους για εφαρμογή του Νόμου, οφείλουν να επιβάλουν αποτρεπτικές ποινές για την πάταξη του φαινομένου καθώς επίσης και για ευρύτερη προστασία της κυπριακής κοινωνίας από τις επιπτώσεις που παρατηρούνται. Στην υπόθεση Tabrizi v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 421 το ακόλουθο απόσπασμα επιβεβαιώνει την πιο πάνω θέση του Δικαστηρίου: "Αδικήματα που αφορούν την παράνομη είσοδο και παραμονή αλλοδαπών στην Κύπρο ή που σχετίζονται με τέτοια αδικήματα αντιμετωπίζονται ως σοβαρά. Έχει επισημανθεί στη σχετική νομολογία ότι τόσο η παράνομη είσοδος στο έδαφος της Δημοκρατίας όσο και η παράνομη παραμονή προσώπων που εισήλθαν αρχικά νόμιμα έχει φθάσει σε τέτοια επίπεδα που δημιουργούνται σοβαρά προβλήματα κοινωνικής και οικονομικής φύσεως αλλά και προβλήματα αστυνόμευσης. Ακόμη ότι η Κύπρος είναι φιλόξενη χώρα αλλά ο καθένας που επιθυμεί να ζήσει εδώ οφείλει να συμμορφώνεται με τους Νόμους και Κανονισμούς της χώρας αυτής. Όπου ένα αδίκημα είναι από τη φύση του σοβαρό ή όπου διαπράττεται με μεγάλη συχνότητα δικαιολογείται η αντιμετώπιση του με ποινές αποτρεπτικού χαρακτήρα έτσι που πέραν από την τιμωρία του κατηγορούμενου να εξυπηρετείται και ο στόχος της αποτροπής διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων στο μέλλον είτε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο είτε από άλλα πρόσωπα." Στην υπόθεση Ali Riza Mohamet v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 295 ο εφεσείοντας καταδικάστηκε κατόπιν δικής του παραδοχής στο αδίκημα της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειας παραμονής του κατά παράβαση του άρθρου 19
(1)(λ) του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου Κεφ.105 μετά των συναφών τροποποιήσεων, όπως στην παρούσα υπόθεση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο του επέβαλε ποινή φυλάκισης 5 μηνών. Ο εφεσείοντας ήταν Ιρανός, ηλικίας 31 ετών και πατέρας ενός ανήλικου τέκνου ηλικίας 3 ετών. Εισήλθε στην Κύπρο με άδεια παραμονής η οποία έληγε στις 24.01.
  1. Μετά παρέμεινε στην Κύπρο παράνομα. Αυτό διαπιστώθηκε από την Αστυνομία στις 10.10.
  2. Ο εφεσείων εφεσίβαλε την ποινή ως έκδηλα υπερβολική. Το Εφετείο τονίζοντας την αυξητική τάση που παρατηρείται στην παράνομη παραμονή στην Κύπρο αλλοδαπών που εισήλθαν νόμιμα, τις δυσμενείς επιπτώσεις που δημιουργούνται στον τόπο από τη διάπραξη του αδικήματος αυτού σε διάφορους τομείς, όπως οικονομικούς, κοινωνικούς και άλλους και ότι στην περίπτωση της Κύπρου θα πρέπει να γίνει καθολικά σεβαστό ότι συντρέχουν ιδιαίτερα ισχυροί λόγοι για την αυστηρή εφαρμογή της αρχής του διεθνούς δικαίου που επιτρέπει τον αποκλεισμό αλλοδαπών προς διασφάλιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας έκρινε ότι δεν συνέτρεχε λόγος για επέμβαση. Επίσης, στην υπόθεση Nazari ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 231 τονίστηκε ότι η παράνομη παραμονή αλλοδαπών στην Κύπρο συνιστά δεσπόζον (prevalent) αδίκημα, γεγονός που δικαιολογεί την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Το ακόλουθο χαρακτηριστικό απόσπασμα από την ίδια υπόθεση αποτυπώνει την σοβαρότητα της κατάστασης: "Η Κύπρος, πρέπει να γίνει κατανοητό, είναι μια μικρή χώρα, με τεράστια προβλήματα. Η περιφρούρηση της Κυπριακής Επικράτειας αποτελεί θεμελιώδες καθήκον. Δεν υποτιμούμε την αγωνία των όπου γης ανθρώπων για την εξασφάλιση εργασίας και, γενικά, τη βελτίωση των συνθηκών της ζωής τους. Όμως, στην περίπτωση της Κύπρου, πρέπει να γίνει καθολικά σεβαστό ότι συντρέχουν ιδιαίτερα ισχυροί λόγοι για την αυστηρή εφαρμογή της αρχής του διεθνούς δικαίου που επιτρέπει τον αποκλεισμό αλλοδαπών προς διασφάλιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας. Η συχνότητα, με την οποία διαπράττονται αδικήματα αυτής της φύσης, και οι αρνητικές επιπτώσεις στο κοινωνικό σύνολο συνοψίζονται περιεκτικά στο απόσπασμα που ακολουθεί από την πρόσφατη απόφαση του Εφετείου. Mohamed και Άλλοι ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 166 που δόθηκε από το Νικήτα Δ.:- «Δυστυχώς το αδίκημα για το οποίο καταδικάστηκαν οι εφεσείοντες διαπράττεται τελευταία με εντεινόμενη συχνότητα. Ο πρωτόδικος δικαστής, εκφράζοντας τη βαθιά ανησυχία του για το φαινόμενο, το χαρακτήρισε ως επιδημία. Δε θα ήταν υπερβολικό να λεχθεί ότι από την άποψη αυτή η Κύπρος βρίσκεται σε κατάσταση πολιορκίας. Οι αρνητικές επιπτώσεις, κοινωνικές, οικονομικές και άλλες ήδη εκδηλώθηκαν και επηρεάζουν τη ζωή του τόπου. Η Κύπρος είναι χώρα φιλόξενη και ανεκτική. Ιστορικά υπήρξε και εξακολουθεί να είναι κόμβος συγκοινωνιακός, οικονομικός και πολιτιστικός. Όμως κάθε κράτος διατηρεί το δικαίωμα μη αποδοχής αλλοδαπών (βλέπε ανάπτυξη του καθηγητή J.G. Starke 'Introduction to International Law', 10η έκδοση στη σελ. 748 και επ.), το οποίο παραβιάζεται με διάπραξη τέτοιας φύσεως αδικημάτων..»" Το στίγμα της υπόθεσης δίδεται ακόμη μέσα από το απόσπασμα της προαναφερόμενης υπόθεσης Ali Riza Mohamet v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 295: Έπειτα, το δικαστήριο εξήγησε ότι λόγω της παρατηρούμενης έξαρσης αυτών των αδικημάτων, με έκδηλες τις αρνητικές επιπτώσεις στη ζωή του τόπου, καθίστατο αναγκαία η επιβολή αποτρεπτικών ποινών όπως άλλωστε τονίστηκε και στις πρόσφατες αποφάσεις του Εφετείου στις υποθέσεις Mohamed El Feky και άλλοι ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 166 και Nazari v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 231. Τελευταία η Κύπρος αντιμετωπίζει πράγματι οξύ πρόβλημα τόσο από την παράνομη είσοδο στην Κύπρο αλλοδαπών όσο και από την παράνομη παραμονή αλλοδαπών που εισήλθαν νόμιμα. Έχει σημειωθεί μια κατακόρυφη αυξητική τάση και ο αριθμός του συνόλου των ευρισκομένων στην Κύπρο παράνομα έχει φτάσει σε επίπεδο τόσο ψηλό ώστε αφενός να καθίσταται δύσκολη η αποτελεσματική αστυνόμευση και αφετέρου να δημιουργούνται δυσμενείς επιπτώσεις σε διάφορους τομείς,οικονομικούς, κοινωνικούς αλλά και γενικότερα." Περαιτέρω, στην υπόθεση Al Jibouri κ.ά v. Αστυνομίας
(1992)2 A.A.Δ. 143, στην οποία αλλοδαποί που παρέμειναν στην Κυπριακή Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειας παραμονής τους καταδικάστηκαν σε ένα μήνα φυλάκιση έκαστος, το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά σε νομολογία, σημείωσε ότι οι προσωπικές περιστάσεις των κατηγορουμένων όσο και αν, όπως σε κάθε περίπτωση, είναι παράγοντες σχετικοί με την επιμέτρηση της ποινής, είναι περιορισμένης σημασίας και σίγουρα δεν μπορούν να αφεθούν να οδηγήσουν σε αναποτελεσματική εφαρμογή του νόμου σε υποθέσεις όπως η παρούσα, στις οποίες οι ποινές είναι αναγκαίο να είναι αποτρεπτικές. Επιπλέον, μέσα από την υπόθεση Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 243 προκύπτει ότι το γεγονός ότι ο αλλοδαπός είναι αιτητής πολιτικού ασύλου και επομένως διέμενε νόμιμα στην Κυπριακή Δημοκρατία μέχρι την απόρριψη της αίτησης του και έκτοτε παραμένει παράνομα δεν διαφοροποιεί την όλη κατάσταση γεγονότων, ούτε και μεταβάλλει την αυστηρότητα αντιμετώπισης τέτοιων αδικημάτων. Η προαναφερόμενη νομολογία, η οποία ας σημειωθεί είναι απόλυτα σχετική με τη δική μας περίπτωση αφού ο κατηγορούμενος εισήλθε στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας ως αιτητής πολιτικού ασύλου και από τις 23.11.10 όταν απορρίφθηκε η επανεξέταση του αιτήματος του διαμένει παράνομα στο νησί, καταδεικνύει ότι για αδικήματα της παράνομης παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας η ποινή φυλάκισης είναι η μόνη ενδεδειγμένη. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Εν πάσει περιπτώσει, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής του κατηγορουμένου στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου τα ακόλουθα που επιβαρύνουν τη θέση του: (α) Τη σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή διαφαίνεται από τα πιο πάνω αλλά και από τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη τους καθώς και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, στα πλαίσια της προαναφερθείσας νομολογίας αλλά και λόγω του ότι τα αδικήματα αυτά βρίσκονται σε έξαρση, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. (β) Το μεγάλο χρονικό διάστημα των 3 σχεδόν ετών που διήρκεσε η παράνομη παραμονή του εν λόγω κατηγορουμένου στην Κυπριακή Δημοκρατία. (γ) Το ότι ουσιαστικά ο εν λόγω κατηγορούμενος διέμενε παράνομα στην Κύπρο μέχρις που τελικά συνελήφθηκε από τις αστυνομικές αρχές. (δ) Το στοιχείο του προσχεδιασμού και της οργανωμένης συμπεριφοράς του κατηγορουμένου, ο οποίος όχι μόνο δεν παρέδωσε στην αστυνομία το ρουμάνικο δελτίο ταυτότητας που βρήκε αλλά φρόντισε να εξασφαλίσει κάρτα επιβίβασης στο ίδιο όνομα της ταυτότητας που βρήκε στο δρόμο με σκοπό την αποκόμιση οφέλους αφού τα έγγραφα αυτά θα τον βοηθούσαν να διακινείται εκτός Κύπρου, πλην όμως αυτό δεν έγινε κατορθωτό λόγω της σύλληψης του στο αεροδρόμιο Πάφου. Προς όφελος του κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Την παραδοχή του. (β) Το λευκό ποινικό μητρώο του. (γ) Την απολογία του, όπως αυτή εκφράστηκε δια του συνηγόρου του. (δ) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, όπως αυτές εκτέθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο υπεράσπισης και ειδικότερα ότι: · Έχει 4 αδέλφια · Αγνοείται η τύχη του πατέρα του · Το νεαρό της ηλικίας του αφού είναι μόλις 29 ετών. · Το ότι σε νεαρή ηλικία βίωσε τη φυλακή και την κακοποίηση από τις συριακές αρχές. · Το πρόβλημα που αντιμετωπίζει με το στομάχι του. Γενικά, λαμβάνω υπόψη μου οτιδήποτε άλλο έχει αναφερθεί ή τεθεί ενώπιον μου και αποτελεί ελαφρυντικό στοιχείο για τον κατηγορούμενο. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος προχώρησε στη λήψη ένδικων μέσων ενεργώντας υπό το καθεστώς πλάνη χωρίς έτσι να γνωρίζει ότι διέμενε παράνομα στο νησί, δεν φαίνεται να ευσταθεί καθότι ο κύριος Αλεξάνδρου συμφώνησε με την κατηγορούσα αρχή στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ανάφερε στις αστυνομικές αρχές ότι γνώριζε ότι βρισκόταν στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας παράνομα καθότι ενημερώθηκε γι' αυτό από την αρμόδια αρχή. Όσον αφορά δε τη θέση του κυρίου Αλεξάνδρου για την πολιτική του κυπριακού κράτους απέναντι στους Σύριους αυτό είναι κάτι που δεν αφορά το Δικαστήριο και ούτε εξετάζεται στην παρούσα διαδικασία. Επίσης, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης παρέπεμψε το Δικαστήριο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Πατατάρη, Ποινική Έφεση Αρ. 5869, ημερομηνίας 15.09.94, το οποίο και κάλεσε να εφαρμόσει το σκεπτικό της στην παρούσα περίπτωση. Με όλο το σεβασμό προς τον κύριο Αλεξάνδρου η υπόθεση εκείνη διακρίνεται από την παρούσα περίπτωση. Κατ' αρχήν θα πρέπει να σημειωθεί ότι σήμερα προβάλλεται όσο ποτέ η ανάγκη για αναχαίτιση της αυξανόμενης τάσης διάπραξης του αδικήματος της κλοπής με την επιβολή αυστηρών ποινών που να ενέχουν το στοιχείο της αποτροπής, σε αντίθεση με την εικόνα που επικρατούσε στην υπόθεση εκείνη την περίοδο που το αδίκημα της κλοπής διαπράχτηκε. Επιπλέον, στην υπόθεση εκείνη αποκλείστηκε το ενδεχόμενο επιβολής ποινής φυλάκισης στον κατηγορούμενο για να μην ανατραπούν οι ενδείξεις που παρατηρήθηκαν για αλλαγή στον τρόπο ζωής του υπό το φως δημιουργίας δικής του επιχείρησης και προοπτικών επιτυχίας της, πράγμα που στη δική μας περίπτωση δεν συμβαίνει. Καθοδηγούμενος από τη σχετική επί του θέματος νομολογία και συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα των αδικημάτων σε συνδυασμό με την ανησυχητική έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη τους και με την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στον κατηγορούμενο ποινή στερητικής της ελευθερίας του. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας και συχνότητας διάπραξης των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και των περιστατικών της υπόθεσης αυτής για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Καταληκτικά επιβάλλεται στον κατηγορούμενο οι εξής ποινές: Πρώτη κατηγορία - ποινή φυλάκισης 2 μηνών Τρίτη κατηγορία - ποινή φυλάκισης 2 μηνών Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο συντρέχουν. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα εάν οι ποινές που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο θα πρέπει να οδηγήσουν στην άμεση φυλάκιση του ή δύναται να ανασταλούν δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72. Εξάλλου αυτό ήταν και το αίτημα του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Κατόπιν προσεκτικής μελέτης των περιστάσεων της υπόθεσης καθώς και των προσωπικών συνθηκών του κατηγορουμένου περιλαμβανομένου και του προβλήματος υγείας που αντιμετωπίζει, κρίνω ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος ή παράγοντας που να δικαιολογεί την έκδοση διαταγής για αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί. Παρόλα αυτά, όλοι οι ελαφρυντικοί παράγοντες λήφθηκαν υπόψη για τη δραστική μείωση της ποινής που του επιβλήθηκε (βλέπε άρθρο 3
(2)του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72, Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09, Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 και Λεωνίδου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 663). Έπεται ότι το αίτημα του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης απορρίπτεται. Η έκτιση της ποινής του κατηγορουμένου θα αρχίσει από τις 22.10.13, δηλαδή από την ημερομηνία που τελεί υπό κράτηση για την παρούσα υπόθεση. Επιπλέον, δυνάμει των εξουσιών που μου παρέχει ο νόμος διατάζω όπως το ρουμάνικο δελτίο ταυτότητας με αριθμό ΜΧ913684 κατασχεθεί και επιστραφεί στο νόμιμο ιδιοκτήτη του ενώ σε περίπτωση που δεν υπάρχει ιδιοκτήτης του να καταστραφεί. Η δε κάρτα επιβίβασης να κατασχεθεί και να καταστραφεί. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence Αναφορά: Ποινικό/Κλοπή δι' ευρέσεως και Παράνομη παραμονή/Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.