← Κύπρος

Δημήτρης Δημητρίου ν. Λεμονάρης Νικόλας Νεοφύτου, Αρ. Υπόθεσης: 3676/12, 8/11/2013

Δημήτρης Δημητρίου ν. Λεμονάρης Νικόλας Νεοφύτου, Αρ. Υπόθεσης: 3676/12, 8/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:B105 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3676/12 Δημήτρης Δημητρίου Παραπονουμένου εναντίον Λεμονάρης Νικόλας Νεοφύτου Κατηγορουμένου ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 8/11/2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον παραπονούμενο: κος Χάρης Φωτίου Για τον κατηγορούμενο: κος Επαμεινώνδας Κορακίδης Κατηγορούμενος : παρών ---------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της ανάκλησης διαταγής πληρωμής επιταγής, κατά παράβαση του άρθρου 305 Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ.

  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος κατά ή περί την 30/11/2011 στην Πάφο της Επαρχίας Πάφου, εξέδωσε προς τον κ. Πανίκο Καλαιτζή από την Πάφο, την επιταγή της τράπεζας USB BANK με αριθμό 63958877 για το ποσό των € 3,000 έναντι καλού και νομίμου ανταλλάγματος πληρωτέα την 30/11/2011 ο οποίος την οπισθογράφησε και την παρέδωσε στον Δημήτρη Δημητρίου και για την οποία ο κατηγορούμενος έδωσε κατά την ημέρα που ήταν πληρωτέα ή πριν την ημέρα που ήταν πληρωτέα διαταγή στην πιο πάνω αναφερόμενη τράπεζα όπως ανακαλέσει την πληρωμή της χωρίς εύλογη αιτία και ή προκάλεσε την μη εξόφληση της. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ως Μ.Κ. 1 κατέθεσε ο παραπονούμενος κ. Δημήτρης Δημητρίου. Κατέθεσε και υιοθέτησε ως τεκμήριο Α΄ γραπτή κατάθεση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του δυνάμει του άρθρου 25 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.
  2. Στην κατάθεση του αναφέρει ότι ήταν αποδέκτης ποδοσφαιρικών και άλλων στοιχημάτων αδειούχας εταιρείας για την άσκηση αυτού του επαγγέλματος. Ο κ. Καλαιτζής Πανίκος ήταν πελάτης του και την 30/11/2011 αφού στοιχημάτισε το ποσό των €3,000 σε διάφορα παιγνίδια, του οπισθογράφησε και του παρέδωσε προς εξόφληση χρέους του προς τον μάρτυρα την επιταγή της USB BANK με αριθμό 63958877 για το ποσό των €3,000 την οποία είχε εκδώσει και παραδώσει προηγουμένως ο κατηγορούμενος. Ο κατηγορούμενος κατά την ημέρα που ήταν πληρωτέα ή πριν την ημέρα που ήταν πληρωτέα ή πιο πάνω αναφερόμενη επιταγή, έδωσε διαταγή στην πιο πάνω αναφερόμενη τράπεζα όπως ανακαλέσει την πληρωμή της χωρίς εύλογη αιτία και προκάλεσε την μη εξόφληση της. Ο μάρτυρας παρουσίασε στις 7/12/2011 δεόντως την αναφερόμενη επιταγή στην τράπεζα για εξαργύρωση, αλλά αυτή δεν τιμήθηκε διότι ο κατηγορούμενος άνευ λόγου και αιτίας σταμάτησε την εξαργύρωση της (STOP PAYMENT) και κατέθεσε προς αυτόν τον σκοπό ο μάρτυρας ως τεκμήριο 1 αντίγραφο της εν λόγω επιταγής για το οποίο ο ευπαίδευτος συνήγορος δήλωσε ως παραδεκτό γεγονός με το οποίο συμφώνησε ο ευπαίδευτος συνήγορος του παραπονουμένου και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο ότι αποτελεί πιστό αντίγραφο της επίδικης επιταγής. Εξέφρασε ο παραπονούμενος το παράπονο του και την επιθυμία του όπως ο κατηγορούμενος τιμωρηθεί. Στην συνέχεια της κύριας εξέτασης του και προφορικά, ο μάρτυρας ανέφερε ότι την ημέρα όπου του παρέδωσε την επίδικη επιταγή ο κ. Πανίκος Καλαιτζής, ήρθε να παίξει στοίχημα στο μαγαζί με επιταγή του κατηγορούμενου και ο μάρτυρας δεν αποδέκτηκε την επιταγή αρχικά και ήρθε ο ίδιος ο κατηγορούμενος για να του εγγυηθεί ότι η επιταγή ΄΄είναι εντάξει΄΄ ως η έκφραση του, ότι δεν έχει πρόβλημα, ότι έχει μαγαζί στην Γεροσκήπου και ότι με τον κ. Πανίκο Καλαιτζή εκτελoύν μαζί κτηματομεσιτικές εργασίες και απλώς του χρωστούσε μια επιταγή ο κατηγορούμενος και στο τέλος ο κατηγορούμενος έπεισε τον μάρτυρα να αποδεκτεί την επίδικη επιταγή. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι η αδειούχος εταιρεία για την οποία έκανε αναφορά είναι η ΒΗΤΑ ΒΕΤ η οποία είναι ο αποδέκτης των συλλογικών στοιχημάτων. Ο ίδιος κατέχει άδεια βοηθού αποδέκτη και αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι δεν είναι κάτοχος τέτοιας άδειας. Ζητήθηκε ολιγόλεπτη αναβολή η οποία εγκρίθηκε για να προσκομιστεί η πιο πάνω άδεια που αναφέρθηκε από τον μάρτυρα και με την επάνοδο του στο εδώλιο του μάρτυρα ερωτώμενος εάν την έχει στην κατοχή του, ανέφερε ότι τότε στους αποδέκτες στοιχημάτων ίσχυε και η άδεια από εταιρεία της Μάλτας και όταν ο μάρτυρας είχε κάνει όλες τις διαδικασίες από τότε και περίμενε της άδεια της Κυπριακής Κυβέρνησης. Ήταν μόλις έχει ανοίξει το μαγαζί αλλά του είχε δώσει η ΒΗΤΑ ΒΕΤ άδεια για αποδέκτη στοιχημάτων της Μαλτέζικης άδειας. Σύμφωνα με τον νόμο περί συλλογικών στοιχημάτων έπρεπε να έχει άδεια τόσο η εταιρεία αποδέκτης συλλογικών στοιχημάτων, όσο και ο ίδιος ως βοηθός αποδέκτη. Ερωτώμενος εκ νέου εάν είναι κάτοχος τέτοιας άδειας σύμφωνα με τον νόμο περί συλλογικών στοιχημάτων, απάντησε θετικά λέγοντας ότι ίσχυε η άδεια του για αποδέκτη στοιχημάτων όπως του είχε αναφέρει η ΒΗΤΑ ΒΕΤ. ΄΄ Όπως και να έχει΄΄ σύμφωνα με την έκφραση του, ο κ. Πανίκος Καλαιτζής ήρθε και ο μάρτυρας του έδωσε χρήματα από τα οποία κάποια ΄΄έπαιξε΄΄, εννοώντας στοιχήματα προφανώς και κάποια τα κράτησε. Διευκρίνησε ότι με τον όρο στοιχήματα εννοούσε τα ποδοσφαιρικά και όχι τα ηλεκτρονικά. Ανέφερε ο μάρτυρας ότι για κάθε ποδοσφαιρικό στοίχημα εξέδιδε απόδειξη σύμφωνα με την νομοθεσία αλλά δεν ήξερε που είναι αυτές οι αποδείξεις. Όταν παρουσιάστηκε στην τράπεζα για πληρωμή της επίδικης επιταγής, δεν ήξερε εάν αυτή θα ετιμείτο ή όχι, κοίταζε ότι έδειχνε η επιταγή ότι έχει πρόβλημα και την παρουσίασε τρεις φορές την επιταγή και αν το γνώριζε αυτό από την αρχή δεν θα την δεχόταν. Την πρώτη φορά τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο και ο κατηγορούμενος του είπε ότι η επιταγή έχει πρόβλημα και δεν ήταν σε θέση να αναφέρει πότε παρουσίασε την επιταγή για πρώτη φορά αλλά θυμόταν ότι την παρουσίασε τρεις φορές και ότι παρέδωσε την επιταγή στον δικηγόρο για να γίνει η υπόθεση. Όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι δεν υπάρχουν οι αποδείξεις για τα στοιχήματα που έχει επικαλεστεί ο μάρτυρας επειδή δεν υπάρχουν και επειδή επέτρεψε στον Πανίκο Καλαιτζή να παίξει παράνομα στοιχήματα, ανέφερε ότι το εν λόγω άτομο ήρθε και ήθελε χρήματα για να παίξει το στοίχημα και ο μάρτυρας του έδωσε τα χρήματα και από κει και πέρα η άδεια του ίσχυε, έκδιδαν αποδείξεις κανονικά, πήγε στον ΟΓΑ και δεν έκανε κάτι με φαξ. Δεν ήταν σε θέση ο μάρτυρας να αναφέρει ποιό ποσό από τις €3,000 έπαιξε ο Πανίκος Καλαιτζής και ούτε μπορούσε να δει πόσα και που παίζει ο κάθε πελάτης. Όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι είναι ο μόνος που γνωρίζει διότι είναι ο μόνος που οφείλει να εκδίδει τις σχετικές αποδείξεις στις οποίες επιβάλλεται σχετική φορολογία, ανέφερε ότι δεν είναι μόνος του στο μαγαζί αλλά έχει και υπάλληλο. Δίδει απόδειξη και εφόσον κερδίσει ο πελάτης θα φέρει την απόδειξη πίσω και θα πληρωθεί και δεν έχει στοιχεία για το πόσα παίζει ο κάθε παίκτης και αρνήθηκε σχετική υποβληθείσα θέση ότι έχει στο μαγαζί του ρουλέτα και black - jack. Όταν ερωτήθηκε γιατί έξω από το κατάστημα του διαφημίζει ότι έχει τα πιο πάνω αναφερόμενα παιγνίδια, ανέφερε ότι τα αυτοκόλλητα τα τοποθετεί η εταιρεία ΒΗΤΑ ΒΕΤ και αφήνει ελεύθερο ο κατηγορούμενος στο τι αναπαραστούν αυτά τα αυτοκόλλητα και δεν έχει καταδικαστεί για διεξαγωγή παράνομων στοιχημάτων και ούτε διατηρεί στο κατάστημα του τέτοια παιγνίδια. Αρνήθηκε σχετική υποβληθείσα θέση ότι ο κατηγορούμενος δεν επισκέφθηκε το κατάστημα του, λέγοντας ότι ο κατηγορούμενος ρώτησε τον μάρτυρα για τους γονείς του και του ανέφερε και τις ασχολίες του και ο λόγος της επίσκεψης του κατηγορουμένου ήταν για να του επιβεβαιώσει ότι η επίδικη επιταγή είναι εντάξει διότι αρχικά ο μάρτυρας δεν την έχει αποδεκτεί και αυτός ο ισχυρισμός δεν τέθηκε από την αρχή στην πολιτική αγωγή που ξεκίνησε διότι δεν το θεώρησε σημαντικό αλλά το ανέφερε στον δικηγόρο του. Ο λόγος που αρχικά δεν έκανε αποδεκτή την επίδικη επιταγή από τον κ. Καλαιτζή είναι διότι δεν αποδέχεται επιταγές αλλά στην παρούσα περίπτωση έκανε εξαίρεση λόγω της παρουσίας του κατηγορουμένου. Ανέφερε ο μάρτυρας ότι τα χρήματα τα οποία λαμβάνει τα δίδει στην πιο πάνω εταιρεία, ο συλλογικός αποδέκτης λαμβάνει ποσοστό 10%, οι αποδείξεις που εκδίδονται για τα νόμιμα στοιχήματα προέρχονται από την πιο πάνω εταιρεία στην οποία καταλήγουν και τα χρήματα και ο βοηθός αποδέκτης δικαιούται ένα ποσοστό από τα χρήματα. Τέλος του υποβλήθηκε η θέση ότι αποδέκτηκε την επίδικη επιταγή από τον κ. Καλαιτζή για να του επιτρέψει να παίξει παράνομα στοιχήματα και ο μάρτυρας απάντησε ότι την έχει αποδεκτεί για νόμιμα στοιχήματα. Επανεξεταζόμενος διευκρίνησε ότι τα χρήματα τα οποία θα έπρεπε να καταβάλει στην εταιρεία ΒΗΤΑ ΒΕΤ με έδρα την Λευκωσία εάν δεν γίνει κατάθεση σε κάποιο λογαριασμό, έρχονται από την εταιρεία και εισπράττουν τα εν χρήματα από τα οποία ο μάρτυρας παρακρατεί το 10% για το οποίο ποσοστό εκδίδονται αποδείξεις όπως συνέβαινε και στον ουσιώδη χρόνο. Ως Μ.Κ. 2 κατέθεσε ο κ. Θέμης Ιωάννου. Ανέφερε ότι εργάζεται στην USB BANK στην Αποστόλου Παύλου και γνωρίζει τον κατηγορούμενο. Αναφορικά με την επίδικη επιταγή, ο κατηγορούμενος παρουσιάστηκε στην πιο πάνω τράπεζα στις 2/12/2011 και ζήτησε όπως ανακληθεί η πληρωμή της η οποία επιταγή εκδόθηκε από τον λογαριασμό με αριθμό 1561048304812018 ο οποίος ανήκει στον κατηγορούμενο. Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος έδωσε γραπτή οδηγία για την ανάκληση της επιταγής - τεκμήριο 2 - και δεν ήταν σε θέση να θυμάται εάν ο κατηγορούμενος προσήλθε με οποιοδήποτε άλλο άτομο. Επίσης ως προς το τεκμήριο 3, ανέφερε ότι δόθηκε αντίγραφο από τον κατηγορούμενο αλλά δεν θυμόταν επίσης εάν ήταν κάποιος άλλος μαζί του, ως επίσης δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ποια ήταν η συναλλαγή μεταξύ του κατηγορούμενου και του κ. Καλαιτζή που δεν ολοκληρώθε. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανέφερε ότι η επίδικη επιταγή παρουσιάστηκε για πληρωμή στις 8/12/
  3. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του πιο πάνω μάρτυρα, ο παραπονούμενος έκλεισε την υπόθεση του και το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του, έκρινε ότι έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και αφού επεξηγήθηκαν στον κατηγορούμενο τα δικαιώματα του δυνάμει του άρθρου 74

(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, ο κατηγορούμενος επέλεξε όπως καταθέσει ενόρκως και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Ο κατηγορούμενος στην γραπτή του δήλωση, ανέφερε ότι είναι εγγεγραμμένος κτηματομεσίτης από το 1987. Κατά τον Οκτώμβριο του 2011 είχε εκδώσει και παραδώσει στον Πανίκο Καλαιτζή την επίδικη μεταχρονολογημένη επιταγή ως εξασφάλιση που του ζήτησε για την πληρωμή προμήθειας σε αυτόν για την ενδεχόμενη πώληση ενός διαμερίσματος για το οποίο ο Πανίκος Καλαιτζής του είπε ότι είχε εντολή από την ιδιοκτήτρια του να πωλήσει. Η συνεννόηση του κατηγορουμένου με τον Πανίκο Καλαιτζή ήταν ότι εάν ο κατηγορούμενος εύρισκε αγοραστή για το διαμέρισμα και υλοποιείτο συμφωνία πώλησης του διαμερίσματος μέχρι την 30/11/2011, θα πλήρωνε στον Πανίκο Καλαιτζή προμήθεια ύψους € 3,000 τα οποία ο κατηγορούμενος θα αφαιρούσε από την προμήθεια που θα δικαιούτο ο κατηγορούμενος ως κτηματομεσίτης. Επειδή δεν επιδείχθηκε οποιοδήποτε ενδιαφέρον για το διαμέρισμα, ο κατηγορούμενος δεν έχει εξεύρει οποιονδήποτε, για αυτό μέχρι την 30/11/2011, γεγονός το οποίο γνώριζε ο Πανίκος Καλαιτζής, κατά τις αρχές Δεκεμβρίου ζήτησε από τον Πανίκο Καλαιτζή να έλθει στο γραφείο του και να του επιστρέψει την επιταγή. Κατά την επίσκεψη του στο γραφείο ο Πανίκος Καλαιτζής δεν έφερε την επίδικη επιταγή προφασιζόμενος ότι δεν την έβρισκε και για αυτόν τον λόγο ο κατηγορούμενος ετοίμασε το τεκμήριο 3 στο οποίο ο Πανίκος Καλαιτζής παραδεχόταν την ματαίωση της συναλλαγής και υπέγραψε το εν λόγω τεκμήριο και αμέσως μετά ο κατηγορούμενος προσκόμισε το εν λόγω τεκμήριο στην τράπεζα με οδηγίες για ανάκληση της επιταγής. Ουδέποτε ο κατηγορούμενος επισκέφθηκε τον παραπονούμενο στο κατάστημα του και ουδέποτε του ανέφερε οτιδήποτε αναφορικά με την επίδικη επιταγή και ο ισχυρισμός του παραπονούμενου περί επίσκεψης του στο κατάστημα του και περί διαβεβαίωσης εκ μέρους του για την επιταγή είναι ψευδείς. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ο κ. Καλαιτζής του ανέθεσε να πωλήσει ένα διαμέρισμα το οποίο του ανέθεσε να πωλήσει η ιδιοκτήτρια και ο κατηγορούμενος του υποσχέθηκε ότι θα του δώσει προμήθεια εάν ολοκληρωνόταν η δουλειά του και για αυτόν τον σκοπό του έδωσε την επίδικη επιταγή. Όταν του υποβλήθηκε ότι αυτή του η πράξη είναι αντίθετη με το άρθρο 33 του ν. 71
(1)/2010, ανέφερε ότι θα συνέφερε αυτό το ποσό για την βοήθεια που του πρόσφερε και για τα έξοδα που έχει πάει στην Λεμεσό και για το τραπέζι που έκανε στην ιδιοκτήτρια και για κάποια ΄΄τρεχάματα΄΄ και εις γνώση του ο κατηγορούμενος έδωσε την συγκατάθεση του να δώσει ένα μέρος από τα χρήματα που θα εισέπρατε ο κατηγορούμενος για την εξυπηρέτηση και τα ΄΄τρεχάματα΄΄ που είχε κάνει ο Πανίκος Καλαιτζής για την βοήθεια που θα πρόσφερε εάν ολοκληρωνόταν η πράξη όπως έχουν συμφωνήσει στην οποία ο κατηγορούμενος ήταν ξεκάθαρος. Την όλη εργασία για την πώληση του διαμερίσματος θα την διεκπεραίωνε ο κατηγορούμενος και η τιμή πώλησης του ήταν 80 - 85 χιλιάδες ευρώ. Με την ιδιοκτήτρια ο κατηγορούμενος δεν είχε καμία επαφή διότι ο Πανίκος Καλαιτζής του έχει φέρει αντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας του διαμερίσματος στο γραφείο του και από την πώληση του θα έδιδε στον Πανίκο Καλαιτζή € 3,
  1. Η προμήθεια που θα είχε ο κατηγορούμενος θα ήταν 5%, εάν πωλείτο το διαμέρισμα θα ελάμβανε περίπου € 5,000 και σύμφωνα με την πρακτική και τακτική που ακολουθείται, λαμβάνεται η προμήθεια πλέον έξοδα λειτουργικά, φόροι, έξοδα μεταβίβασης και έξοδα δικολάβου και γραμματέα και αυτό δεν αντίκειται στον νόμο. Ανέφερε ότι δεν έχει έρθει σε επαφή με την ιδιοκτήτρια και αυτός ήταν ο λόγος που έχει υπολογιστεί ο ένας μήνας της μεταχρονολόγησης της επιταγής έτσι ώστε να ολοκληρωθεί η διαδικασία πώλησης του διαμερίσματος και να υπογραφούν τα σχετικά έγγραφα. Εάν η ιδιοκτήτρια δεν συμφωνούσε ποσοστό 5% αλλά σε 1% τότε θα αναθεωρούσαν την συμφωνία. Αυτή η πρακτική έκδοσης μεταχρονολογημένων επιταγών στον Πανίκο Καλαιτζή έχει γίνει ξανά στο παρελθόν και έχει επιστραφεί όταν δεν έχει ολοκληρωθεί η πώληση και όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι στο πρελθόν έχει εισπράξει ο Πανίκος Καλαιτζής επιταγή παρόλο που δεν έχει ολοκληρωθεί η συναλλαγή, εδωσε την δική του θέση. Ανέφερε ο μάρτυρας ότι ο χρόνος ο οποίος χρειάζεται για να πωληθεί ένα σπίτι όταν του ανατίθεται προς αυτόν τον σκοπό ποικίλει διότι η κάθε περίπτωση είναι ξεχωριστή. Ήταν εισήγηση του Πανίκου Καλαιτζή να εκδοθεί η επίδικη μεταχρονολογημένη επιταγή με αναγραφή την 30/11/2011, επειδή φοβόταν εάν γίνει η πώληση ή αγοράσει ο κατηγορούμενος το διαμέρισμα ή το πωλήσει πιθανόν ο κατηγορούμενος να μην του έδιδε τα χρήματα και ήταν απαίτηση του Πανίκου Καλαιτζή για να νιώθει πιο ασφαλισμένος. Όταν ερωτήθηκε κατά πόσο μια άλλη επιταγή που έδωσε ο Πανίκος Καλαιτζής στον παραπονούμενο και την έχει ακυρώσει επίσης ο κατηγορούμενος εάν αφορά την ίδια περίπτωση με την επίδικη, απάντησε αρνητικά. Αναφορικά με τις συνθήκες σύνταξης του τεκμηρίου 3, ανέφερε ότι αφού έχει εκπνεύσει η διορία η οποία έθεσαν για να πωλήσει ή αγοράσει το πιο πάνω διαμέρισμα, επανέλαβε τα όσα ανέφερε στην γραπτή του δήλωση. Συνηθίζει ο κατηγορούμενος να κρατά αντίγραφα των επιταγών που εκδίδει, λέγοντας ότι είναι μια συνήθεια την οποία έχει δει από δικηγόρους την οποία και θεωρεί λογική. Ερωτώμενος γιατί δεν έχει επισκεφθεί την τράπεζα και να ανακαλέσει την πληρωμή της επίδικης επιταγής για τον λόγο που έχει αναφέρει και χρειάστηκε η σύνταξη του τεκμηρίου 3, επανέλαβε τα όσα έχει αναφέρει αναφορικά με τις συνθήκες και τους λόγους που οδήγησαν στην σύνταξη του. Ανέφερε επίσης ο κατηγορούμενος ότι ένας και από τους λόγους που η επίδικη επιταγή ήταν μεταχρονολογημένη, ήταν επειδή φοβόταν μήπως η επιταγή μεταβιβαστεί από τον Πανίκο Καλαιτζή σε τρίτο πρόσωπο, εκφράζοντας την άποψη ότι μια μεταχρονολογημένη επιταγή είναι δύσκολο να την εξαργυρώσει άλλος και εξ΄ άλλου η συμφωνία που είχε ήταν να μην μεταβιβαστεί η επιταγή αλλά να κρατηθεί και να εξαργυρωθεί όταν γίνει η συναλλαγή με το διαμέρισμα. Δεν συνηθίζει ο κατηγορούμενος να διγραμμίζει τις επιταγές που εκδίδει και επανέλαβε τους λόγους για τους οποίους εκδόθηκε η επίδικη επιταγή μεταχρονολογημένη όταν ερωτήθηκε εάν γνωρίζει για την δυνατότητα διγράμμισης της επιταγής. Όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι ο ίδιος με τον Πανίκο Καλαιτζή κατάστρωσαν το σχέδιο όπως ο κατηγορούμενος εκδώσει την επίδικη επιταγή στο όνομα του Πανίκου Καλαιτζή και ο τελευταίος την οπισθογραφήσει στον παραπονούμενο και ο κατηγορούμενος να ανακαλέσει την πληρωμή της για λόγους που δεν αφορούν τον παραπονούμενο, ανέφερε ότι δεν γνώριζε τον παραπονούμενο, ούτε είχε κάνει οποιαδήποτε συμφωνία μαζί του, δεν αντιλαμβάνεται για ποιον λόγο να συμφωνήσει οτιδήποτε και η συμφωνία ήταν όπως ο Πανίκος Καλαιτζής λάβει τα χρήματα όταν ολοκληρωθεί η κτηματική συναλλαγή και δεν είχε κάνει οποιαδήποτε άλλη συμφωνία μαζί του. Όταν ερωτήθηκε εάν αντιλαμβάνεται όταν εκδίδει μια επιταγή μη διγραμμισμένη ότι δίδει χρήματα στον εκάστοτε κομιστή της, εξέφρασε την άποψη ότι όταν δίδει μια μεταχρονολογημένη επιταγή υπάρχει κάποιος λόγος όπως έγινε και στην παρούσα περίπτωση και αρνήθηκε σχετική υποβληθείσα θέση ότι πήγε στο πρακτορείο του παραπονούμενου και του ανέφερε να αλλάξει την επιταγή γιατί είναι φερέγγυος κτηματομεσίτης, λέγοντας ότι τον παραπονούμενο τον γνώρισε όταν δημιουργήθηκε το πρόβλημα και ο παραπονούμενος τον βρήκε και του είπε ότι είναι από την Γεροσκήπου και ο κατηγορούμενος μέχρι τότε ούτε τον γνώριζε και ούτε γνώριζε τι δουλειά κάνει. Αρνήθηκε επίσης σχετική υποβληθείσα θέση ότι τα όσα αναφέρει στην γραπτή του δήλωση δεν συνάδουν με την λογική και ότι είναι ψέματα. Αναφορικά με την ημερομηνία 2/12/2011 όπου έδωσε οδηγίες για να ανακληθεί η πληρωμή της επίδικης επιταγής, διευκρίνισε ότι ανέμενε να του επιστραφεί η επιταγή και όταν δεν του επιστράφηκε, αναγκάστηκε να μεταβεί στην τράπεζα και έχει φοβηθεί ότι η επίδικη επιταγή μπορούσε να εξαργυρωθεί στις 30/11/2011 ή 1/12/2011 και λόγω του φόβου του αυτού, κάλεσε τον Πανίκο Καλαιτζή στο γραφείο του και όταν δεν του έφερε την επιταγή μετέβηκε στην τράπεζα για την ανάκληση της πληρωμής της και συντάχθηκε το τεκμήριο
  2. Επανέλαβε την θέση ότι για το διαμέρισμα για το οποίο έγινε αναφορά, δεν ήρθε σε επαφή με την ιδιοκτήτρια διότι ο Πανίκος Καλαιτζής του έφερε τον τίτλο ιδιοκτησίας με το τοπογραφικό του εν λόγω διαμερίσματος και σε περίπτωση που θα έβρισκε πελάτη, η ιδιοκτήτρια που εργάζεται σε ναυτιλιακό γραφείο στην Λεμεσό θα ερχόταν να υπογράψει τα σχετικά έγγραφα και αυτός ο τρόπος ολοκλήρωσης των κτηματομεσιτικών εργασιών συνηθίζεται και έδωσε και συγκεκριμένο παράδειγμα. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του κατηγορούμενου η πλευρά της υπεράσπισης έκλεισε την υπόθεση της. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Τα συστατικά στοιχεία της κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος ο οποίος κατηγορείται για τη διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 305 Α
(2)του Κεφ. 154 έχουν ερμηνευθεί στην Philippa Estates Ltd ν. Γιαννάκη Ρούσου 2006 2 Α.Α.Δ. σελ. 142 και θα γίνει ιδιαίτερη αναφορά πιο κάτω. Είναι σταθερή θέση του δικαίου της απόδειξης ότι όταν το βάρος υπεράσπισης πέφτει στους ώμους του κατηγορούμενου, αυτό μπορεί να αποσεισθεί με μαρτυρία που ικανοποιεί το Δικαστήριο με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και όχι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως είναι το βάρος που φέρει η κατηγορούσα αρχή για να αποδείξει την κατηγορία (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Μακρής
(1984)2 Α.Α.Δ. 332 και G. P. Ergatides Motors Ltd v. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 182). Το τι συνιστά εύλογη αιτία στα πλαίσια της υπεράσπισης που καθιερώνει το άρθρο 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 έχει ερμηνευθεί στην N.C. Diamonds Co. Ltd ν. Γεωργίου,
(2001)2 Α.Α.Δ. 763. Συγκεκριμένα στην υπόθεση αυτή έγινε αναφορά στην υπόθεση Pitsillides & Another v. Republic
(1983)2 C.L.R. 374 όπου η έννοια της εύλογης αιτίας συνδέθηκε με εκείνη της καλής πίστης ενώ αναφέρθηκε ότι η ίδια φράση έχει στην αγγλική νομολογία συσχετισθεί και με την έννοια δίκαιη αιτία και έγινε σχετικά αναφορά και στην φράση bona fide (καλή τη πίστει) που στην αγγλική ορολογία θεωρήθηκε ταυτόσημη με τη λέξη "honestly" (ειλικρινά). Με βάση την πιο πάνω ερμηνεία το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ότι η αυτοκαθοδήγηση του πρωτόδικου δικαστή αναφορικά με την υπεράσπιση του εδαφίου 2, ότι δηλ. πρέπει ο κατηγορούμενος να δείξει ότι ο ίδιος ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή της επιταγής (υποκειμενικό κριτήριο) και επιπρόσθετα ότι η πεποίθησή του αυτή ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις (κάτι που εξετάζεται αντικειμενικά), έγινε μέσα στο πνεύμα των παραπάνω αποφάσεων. Για να εξετασθεί όμως κατά πόσο κάποιος λόγος μη πληρωμής επιταγής συνιστά εύλογη αιτία πρέπει προηγουμένως να εξετασθεί κατά πόσον έχει προβληθεί από τον κατηγορούμενο τέτοιος λόγος. Αναφορικά με τον όρο ΄΄προ ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα΄΄ αυτή έτυχε ερμηνείας στην πιο πάνω υπόθεση, και συγκεκριμένα αναφορικά με τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 305 (Α)
(2)του Ποινικού Κώδικα, το περιεχόμενο του οποίου είναι το ίδιο όπως ίσχυε τότε με εξαίρεση την μεταβολή της χρηματικής ποινής από λίρες Κύπρου σε ευρώ. Συγκεκριμένα ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Κραμβής στην υπόθεση Philippa Estates Ltd ν. Γιαννάκη Ρούσου 2006 2 Α.Α.Δ. σελ. 142 έκρινε ότι το γράμμα του νόμου δεν αφήνει ερμηνεία ότι η ανάκληση της επιταγής θα πρέπει να γίνει προ ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή καθίσταται πληρωτέα και συνακόλουθα εάν η ανάκληση της επιταγής γίνει μεταγενέστερα της ημερομηνίας που αυτή καταστεί πληρωτέα δεν συνεπάγεται και την αθώωση του κατηγορουμένου. Λέχθησαν στην εν λόγω υπόθεση τα ακόλουθα: <<Ο ευπαίδευτος δικαστής προσδιόρισε ότι συστατικά στοιχεία του αδικήματος με βάση το άρθρο 305Α
(2)* του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 είναι τα ακόλουθα, (α) η έκδοση επιταγής, (β) η πρόκληση μη εξόφλησης της από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του, (γ) η πράξη του εκδότη να γίνει καθ' οιονδήποτε χρόνο πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα. Διαπιστώθηκε στη συνέχεια ότι τα δύο πρώτα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είχαν αποδειχθεί και κρίθηκε πως η εξέταση του θέματος έπρεπε να περιοριστεί στο κατά πόσο είχε αποδειχθεί η ύπαρξη και του τρίτου συστατικού στοιχείου, δηλαδή, κατά πόσο η ανάκληση πληρωμής της επιταγής, έγινε πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. Εδώ εντοπίζεται λάθος στην ερμηνεία του νόμου από το πρωτόδικο δικαστήριο, που συνακόλουθα οδήγησε στο λανθασμένο συμπέρασμα ότι δεν αποδείχθηκε το τρίτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, όπως λανθασμένα βέβαια, το είχε προσδιορίσει ο πρωτόδικος δικαστής. Κρίθηκε ότι η γραπτή οδηγία για ανάκληση της πληρωμής της επίδικης επιταγής δόθηκε στις 2.8.2004 δηλαδή, μετά την ημερομηνία που η εν λόγω επιταγή κατέστη πληρωτέα (30.4.2004) και συνεπώς δεν συνέτρεχε και το τρίτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Σύμφωνα με το άρθρο 305Α
(2)του νόμου, η πράξη με την οποία προκαλείται η μη εξόφληση επιταγής αφορά σε επιταγή που εκδό- ----------------------------- * «Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1)ανωτέρω, πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε απ΄ αυτό καθ΄ οιονδήποτε χρόνο προ ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία χρόνια ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες λίρες ή και στις δυο ποινές.» θηκε «προ ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα». Ο χρόνος τέλεσης της ποινικά επιλήψιμης πράξης δεν συναρτάται με την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα. Ο χρόνος κατά τον οποίο προκαλείται με οποιαδήποτε πράξη η μη εξόφληση της επιταγής μπορεί να είναι προγενέστερος ή μεταγενέστερος της ημερομηνίας πληρωμής της επιταγής. Καθώς είναι αυτονόητο ο χρόνος τέλεσης της πράξης αποκτά σημασία μόνο σε περίπτωση που η επιταγή δεν έχει ακόμα εξοφληθεί. Το άρθρο 305Α
(2)αρχικά προοριζόταν να καλύψει και τη μεταχρονολογημένη επιταγή και γι' αυτό ακριβώς το λόγο, υιοθετήθηκε από το νομοθέτη η συγκεκριμένη λεκτική διατύπωση. Ακολούθησε η τροποποίηση του άρθρου 4 του Ποινικού Κώδικα με το νόμο 164
(1)/03 που τέθηκε σε ισχύ στις 24.10.2003 με την οποία προστέθηκε (στο άρθρο 4) ο ορισμός της «επιταγής» ο οποίος, για τους σκοπούς του άρθρου 305Α σημαίνει: «Γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσής της ή/και παράδοσής της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή.» Στην Eurofreight Logistics Ltd v. Χριστάκη Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 29 το Εφετείο, σχολιάζει την πιο πάνω τροποποιητική διάταξη ως εξής: «Είναι προφανές ότι πρόκειται για νόμο με τον οποίο εισήχθη στον Ποινικό Κώδικα, κατά τον ορθόδοξο τρόπο, ο ορισμός της «επιταγής». Καλύπτει σε όλες τώρα τις περιπτώσεις και τις μεταχρονολογημένες επιταγές. Το κατά πόσο αυτός ο ορισμός συνάδει ή όχι με την ως τότε νομολογιακή αντίληψη περί της έννοιας της επιταγής δεν έχει σημασία. Απόκειται στο νομοθέτη, οποτεδήποτε το θελήσει, να ορίσει και να μεταβάλει για το μέλλον το αντικείμενο της ποινικής απαγόρευσης.» Ο νόμος δεν θα ήταν λογικός και δεν θα εξυπηρετούσε το σκοπό για τον οποίο θεσπίστηκε αν ο εκδότης επιταγής απαλλασσόταν, χωρίς άλλο, της ποινικής ευθύνης σε περίπτωση που αυτός, με οποιαδήποτε πράξη του, τελούμενη μετά την ημερομηνία κατά την οποία η επιταγή κατέστη πληρωτέα, προκαλούσε τη μη εξόφλησή της.>> ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). O M.K. 2 άφησε πολύ θετική εικόνα στο Δικαστήριο, όχι μόνο επειδή η μαρτυρία του ουσιαστικά δεν έχει αμφισβητηθεί κατά το στάδιο της αντεξέτασης αφού του έχει υποβληθεί κατά την αντεξέταση μια διευκρινιστική ουσιαστικά ερώτηση, αλλά και επειδή κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης το Δικαστήριο δεν έχει διακρίνει οποιαδήποτε προσπάθεια στο να βοηθήσει την υπόθεση του παραπονούμενου ή να βλάψει τον κατηγορούμενο, διότι παρέθεσε όλα όσα γεγονότα γνώριζε και που περιήλθαν στην γνώση του μέσα από την εκτέλεση των καθηκόντων του και δεν δίσταζε να παραδεχθεί ότι κάτι δεν το γνώριζε. Συνεπώς το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα στο σύνολο της ως αληθή και αξιόπιστη στο σύνολο της. Ο παραπονούμενος - Μ.Κ. 1 άφησε κακή εντύπωση στο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης διέκρινε ότι ο εν λόγω μάρτυρας μέσα από το εδώλιο του μάρτυρα δεν ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Το Δικαστήριο παρακολουθώντας τον μάρτυρα μέσα από το εδώλιο όπου έδιδε μαρτυρία, διέκρινε ότι ο μάρτυρας προσπαθούσε με κάθε τρόπο να πείσει το Δικαστήριο για την εκδοχή του και να πετύχει καταδίκη του κατηγορουμένου, φερόταν να ήταν εμπαθής προς τον κατηγορούμενο, η αξιοπιστία του κατά το στάδιο της αντεξέτασης έχει καταρρακωθεί αφού έχει περιπέσει σε τέτοιας φύσεως αντιφάσεις, ασάφειες και υπεκφυγές, που δεν αφήνουν στο Δικαστήριο ένα ασφαλές μαρτυρικό υπόβαθρο για την εξαγωγή ασφαλών ευρημάτων και συμπερασμάτων ως προς το αντάλλαγμα της επίδικης επιταγής και τους λόγους και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες περιήλθε στην κατοχή του παραπονούμενου η εν λόγω επιταγή. Συνεπώς το Δικαστήριο, για τους λόγους που έχουν αναφερθεί, απορρίπτει την εκδοχή που παρουσίασε ο παραπονούμενος ως προς το αντάλλαγμα της επίδικης επιταγής αλλά και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες περιήλθε στην κατοχή του παραπονούμενου στην ολότητα της, αλλά την απορρίπτει επίσης για τους πιο κάτω λόγους: Έχει προβάλει ο παραπονούμενος την κατηγορηματική θέση, η οποία και αμφισβητήθηκε δια μέσου των σχετικών υποβολών, ότι είναι κάτοχος άδειας αποδέκτη συλλογικών στοιχημάτων, σε κατοπινό στάδιο ανέφερε ότι κατέχει άδεια βοηθού αποδέκτη συυλογικών στοιχημάτων αναφέροντας μάλιστα ότι αν του διδόταν ολιγόλεπτη αναβολή για να την προσκομίσει θα το έπραττε και όταν του δόθηκε η αναβολή για αυτόν τον σκοπό, επιστρέφοντας στο εδώλιο του μάρτυρα δεν έχει προσκομίσει τέτοια άδεια, λέγοντας ότι του παραχώρησε η εταιρεία ΒΗΤΑ ΒΕΤ σχετική άδεια η οποία άδεια χορηγείται από την Μάλτα, χωρίς ο παραπονούμενος να παρουσιάσει οποιαδήποτε τέτοια μαρτυρία για αυτή την άδεια τουλάχιστον από την εταιρεία ΒΗΤΑ ΒΕΤ. Συνακόλουθα δημιουργούνται τεράστιες αμφιβολίες ως προς την θέση που προέβαλε ο παραπονούμενος ως προς την ενεργητική νομιμοποίηση του στο να εγείρει την παρούσα ιδιωτική ποινική δίωξη αλλά και ως προς το κατά πόσο υπήρξε καλό και νόμιμο αντάλλαγμα της επίδικης επιταγής που σύμφωνα με τον παραπονούμενο ήταν η διεξαγωγή νόμιμων στοιχημάτων από τον Πανίκο Καλαιτζή, θέση η οποία δεν έχει πείσει καθόλου το Δικαστήριο. Ούτε έχει πείσει το Δικαστήριο η εκδοχή που παρουσίασε ο παραπονούμενος στο Δικαστήριο περί μετάβασης του κατηγορουμένου στο κατάστημα του παραπονουμένου με σκοπό να εγγυηθεί την επίδικη επιταγή και ότι ο κατηγορούμενος του ανέφερε αυτά που έχει επικαλεστεί και το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτά που ανέφερε ο παραπονούμενος είναι μη πειστικά, στερούνται λογικής και αυτά έχουν λεχθεί από τον παραπονούμενο υστερόβουλα και ψευδώς για να πείσουν το Δικαστήριο για την στοιχειοθέτηση της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου και να προσδώσει ο παραπονούμενος καλό και νόμιμο αντάλλαγμα στην επίδικη επιταγή όπως το έχει επικαλεστεί. Ο παραπονούμενος επίσης έχει περιπέσει επίσης σε αντιφάσεις αναφορικά με το αντάλλαγμα της επίδικης επιταγής όπως το έχει επικαλεστεί, μη πείθωντας το Δικαστήριο αναφορικά με το αντάλλαγμα της επίδικης επιταγής και δημιουργώντας εύλογες υποψίες ως προς αυτό (βλ. ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ -ν - ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΦΟΥΡΝΙΔΟΥ ΠΟΙΝΙΚΗ ΈΦΕΣΗ 129/2011 18/12/2012). Συγκεκριμένα ο παραπονούμενος στην γραπτή του δήλωση ανέφερε ότι ο Πανίκος Καλαιτζής ήταν πελάτης του και την 30/11/2011 αφού στοιχημάτισε το ποσό των €3,000 σε διάφορα παιγνίδια, του οπισθογράφησε και του παρέδωσε προς εξόφληση χρέους του προς τον μάρτυρα την επιταγή της USB BANK με αριθμό 63958877 για το ποσό των €3,000 την οποία είχε εκδώσει και παραδώσει προηγουμένως ο κατηγορούμενος. Κατά την αντεξέταση όμως ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση να αναφέρει ποιο ποσό από τις €3,000 έπαιξε ο Πανίκος Καλαιτζής και ούτε μπορούσε να δει πόσα και που παίζει ο κάθε πελάτης και σε κάποιο άλλο στάδιο της αντεξέτασης του ανέφερε ΄΄ Όπως και να έχει΄΄ σύμφωνα με την έκφραση του, ο κ. Πανίκος Καλαιτζής ήρθε και ο παραπονούμενος του έδωσε χρήματα από τα οποία κάποια ΄΄έπαιξε΄΄, εννοώντας στοιχήματα προφανώς και κάποια τα κράτησε, δίνοντας δηλαδή μια διαφορετική εκδοχή από αυτήν της γραπτής του δήλωσης αφού κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι ο παραπονούμενος έδωσε χρήματα στον Πανίκο Καλαιτζή, εννοώντας το ποσό των € 3,000, και κάποια από αυτά τα χρήματα τα έπαιξε σε ποδοσφαιρικά στοιχήματα και άλλα τα κράτησε, καταρρίπτοντας έτσι ο μάρτυρας κάθε ίχνος αξιοπιστίας και πειστικότητας της εκδοχής του και συνακόλουθα το όλο οικοδόμημα που προσπάθησε να οικοδομήσει έχει καταρρεύσει. Περαιτέρω ακόμα νέφη αμφιβολίας ως προς την εκδοχή που παρουσίασε ο παραπονούμενος αναφορικά με το αντάλλαγμα της επίδικης επιταγής, αποτελεί και το γεγονός ότι ο παραπονούμενος δεν έχει προσκομίσει οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο, δελτίο, απόδειξη αναφορικά με τα ισχυριζόμενα ποδοσφαιρικά στοιχήματα που έπαιξε ο Πανίκος Καλαιτζής και η ύπαρξη των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων έχει αμφισβητηθεί σφοδρά από την υπεράσπιση κατά το στάδιο της αντεξέτασης και το Δικαστήριο δεν έχει διακρίνει οποιονδήποτε βάσιμο λόγο για την μη προσκόμιση τους και ούτε έπεισε ο παραπονούμενος δια μέσου των ασαφών, γενικών, μη πειστικών απαντήσεων και εξηγήσεων που έδωσε και που σκοπό είχαν να αποπροσανατολίσουν το Δικαστήριο αλλά και να αποφύγει ο μάρτυρας να δώσει επαρκής εξηγήσεις για αυτό το θέμα των αποδείξεων. Περαιτέρω ακόμα νέφη αμφιβολίας ως προς το αντάλλαγμα της επίδικης επιταγής και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες περιήλθε στην κατοχή του παραπονουμένου, προστίθενται και από το γεγονός ότι ο άνθρωπος για τον οποίο έκαναν αναφορά και οι δύο πλευρές δίνοντας την εκ διαμέτρου αντίθετη εκδοχή τους, ήτοι ο Πανίκος Καλαιτζής, δεν έδωσε μαρτυρία δια ζώσης και δεν κλητεύθηκε από κανέναν από τους διαδίκους έτσι ώστε να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει εν΄ όλω ή εν μέρει κάποιον ή όλους τους διαδίκους και δεν έχει προβληθεί οποιαδήποτε δικαιολογία για την μη κλήτευση του και δεν έχει προβληθεί οποιαδήποτε αδυναμία για την μη κήτευση του, έτσι ώστε το εν λόγω άτομο να παραθέσει μαρτυρία αναφορικά με τις συνθήκες σύνταξης των τεκμηρίων 1 και 3. Έτσι η απουσία του προσώπου που έκανε τις αρχικές δηλώσεις και διαπιστώσεις, στέρησε από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να κρίνει το αξιόπιστο ή όχι των όσων αναφέρονται σε αυτές και ιδίως ως προς το περιεχόμενο του τεκμηρίου 3, η οποία ενσωματώνει την εκδοχή που παρουσίασε ο κατηγορούμενος. (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας εναντίον Τάσου Γεωργίου 2006 2 Α.Α.Δ. σελ. 217). Ειδική αναφορά ως προς την εκδοχή του κατηγορουμένου και ως προς το περιεχόμενο του τεκμηρίου 3 θα γίνει πιο κάτω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του κατηγορουμένου. Ακόμα όμως και το Δικαστήριο να επείθετο για την εκδοχή που παρουσίασε ο παραπονούμενος ως προς το αντάλλαγμα της επίδικης επιταγής και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες περιήλθε αυτή στην κατοχή του, αυτή δεν θα μπορούσε να στηρίξει την ενεργητική νομιμοποίηση του κατηγορουμένου στο να εγείρει την παρούσα ποινική δίωξη και γενικά στο να καθίσταται νομιμοποιημένος κομιστής στην εν λόγω επιταγή για τους εξής λόγους: Όπως ανέφερε ο κατηγορούμενος (και πάντα εφ΄ όσον το Δικαστήριο αποδεχόταν την εκδοχή του παραπονουμένου, πράγμα που δεν συμβαίνει αγού αυτή έχει απορριφθεί δυνάμει της πιο πάνω αξιολόγησης που έτυχε), ο ίδιος αυτό για το οποίο θα δικαιούο να εισπράξει είναι είναι η προμήθεια που θα του έδιδε η εταιρεία ΒΗΤΑ ΒΕΤ σε ποσοστό 10% επί των ποσών και για το εν λόγω ποσοστό εκδίδονται σχετικές αποδείξεις. Ακόμα και να γινόταν αποδεκτή αυτή η θέση, πράγμα που δεν έγινε εν΄ όψει της πιο πάνω αξιολόγησης και της απουσίας προσκόμισης των σχετικών αποδείξεων, αυτή η θέση του παραπονουμένου καταδεικνύει ότι δικαιούχος του ποσού των € 3,000 ή οποιουδήποτε άλλου ποσού θα ήταν η εταιρεία ΒΗΤΑ ΒΕΤ και όχι ο παραπονούμενος, ο οποίος θα ήταν δικαιούχος μόνο του ποσοστού του 10% ως προμήθεια επί οποιουδήποτε ποσού και συνεπώς κακώς αναγράφηκε ο παραπονούμενος ως δικαιούχος της επίδικης επιταγής. Η οποιαδήποτε αξίωση θα είχε ο παραπονούμενος θα ήταν από την εταιρεία ΒΗΤΑ ΒΕΤ για την καταβολή της προμήθειας του και όχι από τον Πανίκο Καλαιτζή ή τον κατηγορουμένου αφού δεν θα μπορούσε να είχε οποιαδήποτε συμβατική σχέση με αυτούς τους δύο, διότι ο παραπονούμενος ενεργούσε ως αντιπρόσωπος ουσιαστικά της εταιρείας ΒΗΤΑ ΒΕΤ. Συνεπώς το θύμα που έχει υποστεί ζημιά, (εάν και εφ΄ όσον γινόταν αποδεκτή η θέση του παραπονουμένου πράγμα που δεν έγινε ως πιο πάνω έχει αναφερθεί) δεν είναι ο παραπονούμενος αλλά η εταιρεία ΒΗΤΑ ΒΕΤ. Στο σύγγραμμα του Α. Λοϊζου «Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας» στη σελ. 290 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Ποινική δίωξη μπορεί να ασκηθεί από πολίτη ο οποίος υπέστη βλάβη από την ποινική πράξη. Το δικαίωμα αυτό του πολίτη που υπάρχει στο Κοινοδίκαιο και που είναι μέρος του Κυπριακού Δικαίου, κάτω από το άρθρο 29
(1)(γ) του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, δεν έχει εξουδετερωθεί από το Σύνταγμα. Ιδιωτική ποινική δίωξη έχει ο πολίτης όταν τα δικαιώματά του παραβιάζονται άμεσα». Στην Αίπεια Λτδ V Sirocco Estates Co Ltd
(1997)2 Α.Α.Δ. 434, το Ανώτατο Δικαστήριο, κάνοντας αναφορά στην Ttofinis, επισημαίνει τα ακόλουθα: «Είναι αναντίλεκτο ότι ιδιώτης έχει δικαίωμα άσκησης ποινικής υπόθεσης μόνο όταν τα δικαιώματά του επηρεάζονται άμεσα από την παράνομη πράξη. Στην υπόθεση Panagiotis Ttofinis V Liozos Theocharides and Another
(1983)2 C.L.R. 363 επαναλαμβάνεται η ρήση του Λόρδου Diplock στην υπόθεση Gouriet V Union of Post Office Workers and Others
(1977)2 ALL E.R., 70,97 H.L., σύμφωνα με την οποία η ποινική δίωξη αποτελεί χρήσιμη συνταγματική εγγύηση εναντίον της παράλειψης ή άρνησης των αρμόδιων αρχών να διώξουν αδικοπραγούντες λόγω ιδιοτροπίας, διαφθοράς ή μεροληψίας. Δικαίωμα άσκησης ιδιωτικής ποινικής δίωξης δεν έχουν όλοι οι πολίτες. Το διατηρούν μόνο τα θύματα του συγκεκριμένου αδικήματος ................................................................................................................................... Ο περιορισμός του δικαιώματος άσκησης ποινικής δίωξης από ιδιώτες μόνο σε άτομα που έχουν άμεσο συμφέρον ( υπογράμμιση δική μου), κατά αντίθεση της action popularis του Ρωμαϊκού Δικαίου, τέθηκε για να αποτρέπονται άχρηστες ή κακόβουλες διώξεις. Σκοπός του δεν είναι ο περιορισμός δικαιωμάτων». Στην Απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Χαραλαμπίδης V Κωμοδρόμου, Ποινική Εφεση 7063, ημερ. 11.11.2002, (απόφαση πλειοψηφίας)επισημαίνονται τα ακόλουθα: «Πρέπει στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι το δικαίωμα του πολίτη-θύματος να προβεί σε ιδιωτική ποινική δίωξη δεν συναρτήθηκε στην Ttofinis με την καταγγελία της παράβασης στις αστυνομικές αρχές ή την άρνηση ή την απροθυμία τους να την προωθήσουν. Πέραν τούτου ο εντεινόμενος ρυθμός των σχετικών παραπόνων δεν επιτρέπει στην αστυνομία να ασχοληθεί με σύνολο των περιπτώσεων. Γι' αυτό και αφήνεται η δίωξη στα χέρια των ίδιων των παθόντων, όπως προκύπτει από τις υποθέσεις που έρχονται ενώπιόν μας». Στην ξεχωριστή απόφαση για την ίδια υπόθεση, που έδωσε ο Αρτεμίδης, Δ., όπως ήταν τότε, ο οποίος συμφώνησε με την απόφαση της πλειοψηφίας, επισημαίνεται, ότι: «Το άρθρο 305Α, που με το Ν.186/86ενσωματώθηκε στον ποινικό κώδικα, δημιούργησε το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα με προβλεπόμενη ποινή φυλάκιση ή και πρόστιμο. Εχω ταπεινά τη γνώμη πως εφόσον συγκεκριμένη συμπεριφορά ποινικοποιείται παρέχεται το δικαίωμα στον πολίτη, όταν τηρηθούν βεβαίως οι πρόνοιες του νόμου, ως ιδιώτης κατήγορος να προσάψει κατηγορία εναντίον προσώπου, το οποίο, σύμφωνα με την εισήγηση του κατηγόρου, παραβίασε την ποινική νομοθεσία, όπως έγινε στην υπόθεση που μας απασχόλησε» Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει σαφώς, ότι ένα πρόσωπο μπορεί να καταχωρήσει ιδιωτική ποινική δίωξη. Δεν είναι επιτρεπτό όμως σε οποιοδήποτε πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, να διώξει ποινικά οποιονδήποτε παρανομούντα. Απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης πράξης και των νόμιμων δικαιωμάτων του ασκούντος την ποινική δίωξη. Το κυριότερο όμως στοιχείο είναι το έννομο συμφέρον να είναι άμεσο και ενεστώς κατά την έναρξη της παρούσας διαδικασίας και να μην έχει εκλείψει ή αντικατασταθεί. Συνακόλουθα ο παραπονούμενος δεν καθίσταται νομιμοποιημένος κομιστής της επίδικης επιταγής. Αν και με την πιο πάνω διαπίστωση, αναπόφευκτα το Δικαστήριο θα αθωώσει και να απαλλάξει τον κατηγορούμενο, εν τούτοις για σκοπούς πληρότητας της απόφασης, θα προχωρήσει και θα αξιολογήσει την μαρτυρία που προσκόμισε ο κατηγορούμενος, ως είναι άλλωστε πρώτιστο καθήκον του εκδικάζοντος Δικαστηρίου. Oύτε η εκδοχή που παρουσίασε ο κατηγορούμενος έπεισε το Δικαστήριο. Όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω, και ο κατηγορούμενος με την σειρά του έχει επικαλεστεί το άτομο του κ. Πανίκου Καλαιτζή για την στηρίξει την εκ διαμέτρου αντίθετη εκδοχή του. Ήταν το άτομο για το οποίο έκαναν αναφορά τόσο ο παραπονούμενος, όσο και ο κατηγορούμενος και ο οποίος δεν έχει κλητευθεί από κανέναν από τους διαδίκους και όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω δεν έχει προβληθεί οποιαδήποτε δικαιολογία που να καταδεικνύει αδυναμία κλήτευσης του έτσι ώστε το εν λόγω άτομο να παραθέσει μαρτυρία αναφορικά με τις συνθήκες σύνταξης των τεκμηρίων 1 και 3 έτσι ώστε να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει εν΄ όλω ή εν μέρει κάποιον από τους διαδίκους. Έτσι η απουσία του προσώπου που έκανε τις αρχικές δηλώσεις και διαπιστώσεις, στέρησε από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να κρίνει το αξιόπιστο ή όχι των όσων αναφέρονται σε αυτές και ιδίως ως προς το περιεχόμενο του τεκμηρίου 3, η οποία ενσωματώνει την εκδοχή που παρουσίασε ο κατηγορούμενος. (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας εναντίον Τάσου Γεωργίου 2006 2 Α.Α.Δ. σελ. 217). Δηλαδή τα νέφη αμφιβολιών που δημιουργήθηκαν στο μυαλό του Δικαστηρίου αναφορικά με την εκδοχή που παρουσίασε ο παραπονούμενος συνεπεία της απουσίας από το εδώλιο του μάρτυρα του κ. Πανίκου Καλαιτζή, καλύπτουν και επισκιάζουν και την εκδοχή που παρουσίασε ο κατηγορούμενος. Περαιτέρω το Δικαστήριο δεν έχει πεπειστεί αναφορικά με την εκδοχή που παρουσίασε ο κατηγορούμενος και για τους πιο κάτω λόγους: Η αναφορά που έγινε από τον κατηγορούμενο ως προς το διαμέρισμα και που δεν χρειάζεται να επανηληφθεί αφού έχει παρατεθεί με λεπτομέρεια πιο πάνω, δεν έπεισε το Δικαστήριο διότι δεν έχει προσκομιστεί οποιοδήποτε αποδεικτικό έγγραφο που να αποδεικνύει την εκδοχή του, όπως π.χ. ο τίτλος ιδιοκτησίας του εν λόγω διαμερίσματος με το τοπογραφικό. Ο κατηγορούμενος έκανε αναφορά ότι ο Πανίκος Καλαιτζής του έφερε στο γραφείο του τα πιο πάνω έγγραφα, όμως ο κατηγορούμενος δεν τα έχει προσκομίσει και δεν έχει διακρίνει το Δικαστήριο οποιονδήποτε βάσιμο λόγο για την μη προσκόμιση του, διότι από την στιγμή που ο κατηγορούμενος κράτησε το αντίγραφο της επίδικης επιταγής, το λογικό θα ήταν να κρατήσει και αντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας του διαμερίσματος και του τοπογραφικού έτσι ώστε να είναι πιο πειστικός, διαφωτιστικός, σαφής και κατατοπιστικός όταν έδιδε οδηγίες στην τράπεζα για να ανακληθεί η επίδικη επιταγή και όχι να γίνεται μια γενική αναφορά περί συναλλαγής. Ούτε έχει πείσει το Δικαστήριο η θέση που έχει προβάλει ο κατηγορούμενος ότι δεν έχει έρθει σε επαφή με την ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος, διότι αυτή η θέση στερείται στοιχειώδους σοβαρότητας και υπευθυνότητας από ένα άτομο το οποίο ασκεί το επάγγελμα του κτηματομεσίτη από το 1987 και η δικαιολογία που έχει προβάλει ότι έτσι γίνεται συνήθως στην πράξη από γνωστούς και συγγενείς όπως ανέφερε και ότι εάν υπήρχε αγοραστής τότε θα επικοινωνούσε μαζί της και ίσως και να αναθεωρείτο το ποσοστό της προμήθειας, τέθηκε υστερόβουλα και ουδεμία πειστικότητα έχουν, διότι είναι λογικό αλλά και αναγκαίο να μην υπήρξε επαφή της ιδιοκτήτριας με τον κατηγορούμενο για την πώληση του εν λόγω διαμερίσματος. Ούτε έχει πείσει το Δικαστήριο η δικαιολογία που έχει προβληθεί από τον κατηγορούμενο ότι η επίδικη επιταγή δόθηκε ως εξασφάλιση που του ζήτησε για την πληρωμή προμήθειας σε αυτόν για την ενδεχόμενη πώληση ενός διαμερίσματος για το οποίο ο Πανίκος Καλαιτζής του είπε ότι είχε εντολή από την ιδιοκτήτρια του να πωλήσει, ως επίσης δεν έχει πείσει η δικαιολογία που έχει αναφέρει ότι εάν ο κατηγορούμενος εύρισκε αγοραστή για το διαμέρισμα και υλοποιείτο συμφωνία πώλησης του διαμερίσματος μέχρι την 30/11/2011, θα πλήρωνε στον Πανίκο Καλαιτζή προμήθεια ύψους € 3,000 τα οποία ο κατηγορούμενος θα αφαιρούσε από την προμήθεια που θα δικαιούτο ο κατηγορούμενος ως κτηματομεσίτης και επίσης δεν έπεισε ο κατηγορούμενος ότι θα συνέφερε αυτό το ποσό για την βοήθεια που του πρόσφερε ο Πανίκος Καλαιτζής και για τα έξοδα που έχει πάει στην Λεμεσό και για το τραπέζι που έκανε στην ιδιοκτήτρια και για κάποια ΄΄τρεχάματα΄΄ και εις γνώση του ο κατηγορούμενος έδωσε την συγκατάθεση του να δώσει ένα μέρος από τα χρήματα που θα εισέπρατε ο κατηγορούμενος για την εξυπηρέτηση και τα ΄΄τρεχάματα΄΄ που είχε κάνει ο Πανίκος Καλαιτζής για την βοήθεια που θα πρόσφερε εάν ολοκληρωνόταν η πράξη όπως έχουν συμφωνήσει και ούτε έχει πείσει το Δικαστήριο η θέση του κατηγορουμένου ότι η ημερομηνία που τέθηκε επί της επίδικης επιταγής 30/11/2011 τέθηκε έτσι ώστε να δοθεί ο χρόνςο για να πωληθεί το διαμέρισμα και να ετοιμαστούν τα σχετικά έγγραφα. Το Δικαστήριο κρίνει ότι οι πιο πάνω θέσεις είναι υστερόβουλες και μη λογικές, αφού αυτό το οποίο θα ήταν λογικό και αναμενόμενο υπό της περιστάσεις, δεν θα ήταν η έκδοση της επίδικης επιταγής τόσο πρόωρα, αφού η πώληση του πιο πάνω διαμερίσματος δεν θα μπορούσε να ήταν βέβαιη, αλλά μια διαφορετική συνεννόηση ή συμφωνία προφορική ή γραπτή και το κατά πόσο αυτή θα ήταν νόμιμη ή όχι αυτό είναι ένα ζήτημα ξεχωριστό για το οποίο υπό τις περιστάσεις μόνο ακαδημαικό ενδιαφέρον θα είχε η εξέταση αυτού του ζητήματος, εν΄ όψει του γεγονότος ότι το Δικαστήριο δεν έχει πεπειστεί για το αληθές της εκδοχής που παρουσίασε ο κατηγορούμενος. Η δε θέση του κατηγορουμένου ότι ο λόγος που έχει εκδοθεί μεταχρονολογημένη είναι και επειδή κατά την γνώμη του δεν μεταβιβάζονται εύκολα, στερείται επίσης στοιχειώδους σοβαρότητας και πειστικότητας λόγω και της επαγγελματικής πείρας του κατηγορουμένου αλλά και επειδή το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτή η θέση τέθηκε υστερόβουλα. Συνακόλουθα λοιπόν το Δικαστήριο απορρίπτει και την εκδοχή του κατηγορουμένου στην ολότητα της ως αναληθή και αναξιόπιστη. ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Με βάση λοιπόν την πιο πάνω αξιολόγηση, τα μόνα ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα τα οποία δύναται το Δικαστήριο να εξάξει είναι τα ακόλουθα: Η επιταγή της τράπεζας USB BANK με αριθμό 63958877 για το ποσό των € 3,000 εκδόθηκε από τον κατηγορούμενο προς τον Πανίκο Καλαιτζή και η οποία έφερε ως ημερομηνία πληρωμής την 30/11/2011. Ο Πανίκος Καλαιτζής οποισθογράφησε την εν λόγω επιταγή προς τον παραπονούμενο ο οποίος την παρουσίασε για πληρωμή στις 8/12/2011 στην πληρώτρια τράπεζα αλλά αυτή δεν έχει τιμηθεί επειδή ο κατηγορούμενος στις 2/12/2011 ανακάλεσε την πληρωμή της. Όμως το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του αξιόπιστο μαρτυρικό υπόβαθρο δυνάμει της πιο πάνω αξιολόγησης που να του επιτρέπει να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκε η επίδικη επιταγή, για το αντάλλαγμα της, για τις συνθήκες και τους λόγους που αυτή έφτασε στην κατοχή του παραπονουμένου αλλά και τους λόγους που οδήγησαν στην ανάκληση της και συνακόλουθα η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος παραμένει έκθετη προς απόρριψη και ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, ο παραπονούμενος απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την υπόθεση του και ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. Ως προς τα έξοδα, το Δικαστήριο κρίνει ότι η πιο ορθή και δίκαια υπό τις περιστάσεις διαταγή, είναι αυτή όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδα της επειδή καμία πλευρά δεν έπεισε για την εκδοχή της. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.