← Κύπρος

Ανδρέας Δημητριάδης ν. Χριστάκης Στέφανου Χρίστου, Αρ. Υπόθεσης: 11165/12, 29/11/2013

Ανδρέας Δημητριάδης ν. Χριστάκης Στέφανου Χρίστου, Αρ. Υπόθεσης: 11165/12, 29/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:B122 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11165/12 Ανδρέας Δημητριάδης Παραπονούμενος εναντίον Χριστάκης Στέφανου Χρίστου Κατηγορούμενου ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 29/11/2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον παραπονούμενο: κος Λοίζος Χ΄΄Νεοφύτου Για τον κατηγορούμενο: κα Αναστασία Κωνσταντίνου Κατηγορούμενος : παρών ---------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση, ο κατηγορούμενος, μετά και από την τροποποίηση του κατηγορητηρίου, αντιμετωπίζει την κατηγορία της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής άνευ ευλόγου αιτίας, κατά παράβαση των άρθρων 4 και 305 Α

(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα, του νόμου 36
(1)/97 άρθρο 2, του νόμου 129
(1)/99 και του ν. 43/
  1. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος κατά ή περί την 22/5/2012 και/ή πρότερων και/ή μεταγενέστερα στην Πάφο, άνευ ευλόγου αιτίας προκάλεσε την μη εξόφληση (STOP PAYMENT) της εκδοθείσας υπό αυτού επιταγής της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ υπ΄ αριθμόν 01628267 εξαργυρωτέα κατά ή περί την 22/5/2012 την οποία παρέδωσε λευκή ως προς το όνομα του δικαιούχου στον Χρίστο Δημητριάδη από την Πάφο και ο Χρίστος Δημητριάδης παρέδωσε την ρηθείσα επιταγή στον παραπονούμενο έναντι καλού και νομίμου ανταλλάγματος από την Πάφο για το ποσό των € 1,
  2. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ως Μ.Κ. 1 κατέθεσε ο παραπονούμενος κ. Ανδρέας Δημητριάδης. Στην γραπτή του δήλωση - τεκμήριο 1 - αναφέρει ότι στις 23/5/2012 ο γιος του Χρίστος Δημητριάδης, είχε στην κατοχή του μια λευκή, με το όνομα του δικαιούχου, επιταγή της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ με αριθμό 01628267 για το ποσό των € 1,200 με εκδότη τον κατηγορούμενο, η επιταγή ήταν εξαργυρωτέα στις 22/5/
  3. Ο γιος του, του ζήτησε να εξαργυρώσει την επιταγή και του έδωσε σε μετρητά το ποσό που αντιστοιχεί στην επιταγή και του παρέδωσε την επιταγή. Συμπλήρωσε το όνομα του ως δικαιούχος στην επιταγή - τεκμήριο 2 - και στις 24/5/2013 (ως γράφει στην γραπτή του δήλωση) παρουσίασε την πιο πάνω επιταγή στην τράπεζα επί της οποίας εξεδόθη την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα και η οποία δεν τιμήθηκε καθ΄ ότι όπως σημείωσε ο τραπεζικός υπάλληλος και όπως του ανέφερε προσωπικά η πληρωμή της επιταγής ανακλήθηκε από τον εκδότη της. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι είναι συνταξιούχος, πρώην λοχίας της αστυνομίας και δεν γνωρίζει τον κατηγορούμενο, δεν έχει καμία σχέση με τον κατηγορούμενο και ούτε το όνομα του ξέρει αλλά δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να τον είδε στο παρελθόν. Ο γιος του έχει ιπποδρομιακά και ποδοσφαιρικά στοιχήματα και το πρακτορείο του νομίζει ότι βρίσκεται στην οδό Αλεξάνδρου Παπάγου με την ονομασία ΄΄φοινικούδες΄΄ και δεν είναι τακτικός θαμώνας για να ξέρει πως λειτουργεί το πρακτορείο και λόγω του ότι δεν είναι τακτικός θαμώνας δεν ξέρει εάν είδε εκεί τον κατηγορούμενο. Ένας πελάτης μπορεί να παίξει στοίχημα, να πιει καφέ ή να δει ποδόσφαιρο και στο εν λόγω πρακτορείο δεν παίζονται άλλα στοιχήματα και δεν υπάρχουν μηχανές τυχερών παιγνιδιών και όταν του υποβλήθηκε σχετική θέση περί του αντιθέτου και ότι αυτές οι μηχανές έχουν κατασχεθεί από την αστυνομία, εξέφρασε άγνοια. Ο γιος του κατέχει άδεια για τα ποδοσφαιρικά και ιπποδρομιακά στοιχήματα και εξέφρασε άγνοια για τον λόγο έκδοσης της επιταγής. Αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες περιήλθε η επίδικη επιταγή στην κατοχή του, ανέφερε ότι στις 23/5/2011 το απόγευμα, ο γιος του χρειάστηκε μετρητά και έτσι εξαργύρωσε την επίδικη επιταγή δίνοντας μετρητά στον γιο του και αυτό έχει γίνει ξανά στο παρελθόν 4 - 5 φορές, λέγοντας ότι έχει εμπιστοσύνη και δεν έχει λόγο να μην ελάμβανε την επίδικη επιταγή. Εξέφρασε άγνοια για τον λόγο που η επίδικη επιταγή ήταν λευκή, ως επίσης εξέφρασε άγνια σε υποβληθείσα θέση ότι η επίδικη επιταγή ήταν λευκή με υπόδειξη του γιου του και μάλιστα επί σκοπώ. Όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι η επίδικη επιταγή δόθηκε στον γιο του επειδή ο κατηγορούμενος εκείνην την ημέρα στο υποστατικό του γιου του έπαιξε με μηχανές τυχερών παιγνιδιών και στοιχημάτων και για να μπορεί ο γιος του να ρυθμίσει τις μηχανές και να μπορεί να παίξει, εξέφρασε επίσης άγνοια για τον σκοπό που εκδόθηκε η επίδικη επιταγή. Επίσης αρνήθηκε σχετική υποβληθείσα θέση ότι η επίδικη επιταγή έφτασε στην κατοχή του για να βοηθήσει τον γιο του διότι γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος ήταν πελάτης του γιου του στην επιχείρηση του οποίου διεξάγονται παράνομα τυχερά παιγνίδια. Ανέφερε ο μάρτυρας ότι η επίδικη επιταγή, σύμφωνα με τα λόγια του τραπεζικού υπαλλήλου, έχει ανακληθεί αλλά ο μάρτυρας δεν έχει ρωτήσει τον λόγο και όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι γνωρίζει για τον λόγο ανάκλησης της επίδικης πληρωμής διότι αυτή δόθηκε για παράνομο σκοπό, ανέφερε ότι εάν ο σκοπός ήταν παράνομος δεν θα έπρεπε να εκδοθεί αλλά δεν ήξερε όμως τον λόγο έκδοσης της. Επίσης ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν εξαργυρώνει συχνά επιταγές του γιου του διότι ο γιος του έχει υπαλλήλους και όταν ερωτήθηκε ποιος ο λόγος που ο γιος του ζήτησε από αυτόν την εξαργύρωση της επίδικης επιταγής από την στιγμή που δεν είναι ο ίδιος τακτικός θαμώνας, ανέφερε ότι δεν του εξαργυρώνει επιταγές αλλά απλά εκείνην την ημέρα ο γιος του χρειάστηκε χρήματα και αυτός του εξαργύρωσε την επίδικη επιταγή δίνοντας του μετρητά και δεν γνωρίζει οτιδήποτε άλλο και αρνήθηκε σχετική υποβληθείσα θέση ότι δεν έδωσε χρήματα στον γιο του. Του υποβλήθηκε η θέση ότι η πιο πάνω πρακτική εξαργύρωσης επιταγών, γίνεται συχνά επειδή ο γιος του ασχολείται με παράνομα παιγνίδια και δεν θέλει να καταθέτει ο ίδιος τις επιταγές για να μην φαίνεται ως κομιστής και γι΄ αυτό τον χρησιμοποιεί, ανέφερε ότι δεν του εξαργύρωσε καμία επιταγή, 2 - 3 φορές μόνο του εξαργύρωσε επιταγή δίνοντας του μετρητά αλλά δεν πήγε στην τράπεζα. Όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι χρησιμοποιείται από τον γιο του και προέβηκε μαζί του σε συμπαιγνία επειδή ο γιος του ασχολείται με παράνομες ασχολίες που δεν φορολογούνται, ήτοι ΄΄μαύρο χρήμα΄΄ και ότι ο ίδιος ως συνταξιούχος δεν θα έχει πρόβλημα και το κάνει αυτό για να βοηθήσει τον γιο του, ανέφερε ότι είναι άρρωστος και ότι πηγαίνει στο υποστατικό του γιου του πολύ αραιά για 20 λεπτά περίπου πίνοντας καφέ ή βλέποντας ποδόσφαιρο και ο ίδιος παίζει κάποια παιγνίδια αφού είναι εντός του πλαισίου του νόμου. Του υποβλήθηκε η θέση ότι ο γιος του του έδωσε την επίδικη επιταγή για να την εξαργυρώσει και να μπορέσει ο γιος του να διεκδικήσει όφελος από τις παράνομες δραστηριότητες του και να καλυφθεί, και απάντησε αρνητικά λέγοντας ότι όλα τα παιγνίδια τα οποία κατέχει ο γιος του είναι με άδεια, ο ίδιος ο ιππόδρομος του έχει μηχανή αλλά δεν είναι ο μάρτυρας το αρμόδιο πρόσωπο για να επιδείξει την άδεια. Επίσης του υποβλήθηκε η θέση ότι για την επίδικη επιταγή δεν εκδόθηκε για τον λόγο που ανέφερε και ότι θα έπρεπε να κατατεθεί από τον γιο του στον λογαριασμό της εργασίας του για να συμφωνούν με τα λογιστικά της εταιρείας και να μην εμπλακεί ο μάρτυρας, ανέφερε ότι ο γιος του χρειάστηκε χρήματα διότι οι παίκτες ήθελαν να εισπράξουν τα κέρδη τους και όταν ερωτήθηκε γιατί η επίδικη επιταγή είναι λευκή και δεν έχει το όνομα της επιχείρησης, ανέφερε ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση έτυχε να είναι λευκή. Ερωτώμενος εάν είχε καταχωρήσει και αγωγή αναφορικά με την επίδικη επιταγή, απάντησε θετικά λέγοντας ότι έχει δώσει οδηγιες για είσπραξη του οφειλόμενου ποσού και είναι και ο ίδιος ο λόγος που καταχώρησε και την παρούσα υπόθεση. Ως Μ.Κ. 2 κατέθεσε η κα Αμαλία Κυπριανού η οποία δεν έχει αντεξεταστεί. Ανέφερε ότι εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου και είναι υπεύθυνη στο τμήμα χορηγήσεων στο κατάστημα επί της οδού Ακαμαντίδος. Αναγνώρισε την επίδικη επιταγή - τεκμήριο 2 -. Όταν εκδόθηκε η επίδικη επιταγή δεν γνώριζε τον εκδότη επειδή τότε δεν ήταν η αρμόδια υπάλληλος και οτιδήποτε γνωρίζει τα έχει βρει από στοιχεία της Τράπεζας και δεν ήταν η ίδια που χειρίστηκε αυτήν την υπόθεση και όταν έχει κλητευθεί είχε φάκελλο με αντίγραφο της ανάκλησης της επίδικης επιταγής. Ο συγκεκριμένος φάκελλος περιήλθε στην κατοχή της όταν μεταφέρθηκε από το κατάστημα όπου τηρείτο ο λογαριασμός και που τώρα έκλεισε και της ανατέθηκε η ευθύνη για τον εν λόγω λογαριασμό από την στιγμή που έκλεισε το πιο πάνω κατάστημα. Ο εκδότης της επίδικης επιταγής είναι ο Χρίστου Χριστάκης Στεφάνου μέσα από τα έγγραφα που έχει και είναι υπογραμμένη από τον εκδότη μέσα από τα δείγματα των υπογραφών που υπάρχουν στον φάκελλο και δικαιούχος της επιταγής είναι ο Ανδρέας Δημητριάδης. Όπως φαίνεται από την σφραγίδα στο αντίγραφο της επιταγής, αυτή παρουσιάστηκε στις 24/5/2012 ενώ ήδη έχει ανακληθεί η πληρωμή της από τις 23/5/2012 μετά από οδηγίες του εκδότη - πελάτη και κατέθεσε προς αυτόν τον σκοπό το τεκμήριο
  4. Ο εκδότης της επιταγής έδωσε ως λόγο για την ανάκληση της επίδικης επιταγής ΄΄παροχή υπηρεσιών με ψευδείς όρους και παραστάσεις΄΄ και σε παρένθεση ΄΄συμμετοχή σε τυχερά παιγνίδια΄΄ και αυτός ο λόγος έχει υπογραφεί. Επειδή η μάρτυρας δεν ήταν παρούσα δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει εάν δόθησαν λεπτομέρειες και όταν ερωτήθηκε εάν δίδονταν περισσότερες λεπτομέρειες γραπτώς κατά πόσο θα καταγράφονταν, ανέφερε ότι είναι υποχρεωμένοι να ζητούν λεπτομέρειες από τον εκδότη για τους λόγους ανάκλησης και υπογράφει σχετικό έντυπο και στην συγκεκριμένη περίπτωση καταγράφονται δύο επιταγές και δεν ήταν σε θέση να δώσει η μάρτυρας περαιτέρω λεπτομέρειες για την δεύτερη επιταγή. Για την επίδικη επιταγή αναγράφεται ως δικαιούχος ο Ανδρέας Δημητριάδης τον οποίον δεν γνωρίζει διότι δεν ήταν παρούσα όταν έγινε η ανάκληση της επιταγής. Ως Μ.Κ. 3 κατέθεσε ο κ. Χρίστος Δημητριάδης. Στην γραπτή του δήλωση αναφέρει ότι διατηρεί πρακτορείο στοιχημάτων στην Πάφο και κατέχει τις σχετικές άδειες ποδοσφαιρικών και ιπποδρομιακών. Τον κατηγορούμενο τον γνωρίζει διότι ήρθε μερικές φορές στο πρακτορείο στοιχημάτων που διατηρεί και έπαιζε στοιχήματα ποδοσφαιρικά ή ιπποδρομιακά ή τυχερά παιγνίδια μέσω διαδικτύου. Τον Μάιο του 2012 και συγκεκριμένα στις 22/5/2012 που ήρθε να παίξει στοιχήματα ο κατηγορούμενος, είχε επίσης άδεια για τα τυχερά παιγνίδια μέσω διαδικτύου διότι τότε επιτρεπόταν η χρήση τους στην Κυπριακή Δημοκρατία και κατέθεσε προς αυτόν τον σκοπό τα τεκμήρια 5, 6 και
  5. Σε μεταγενέστερο στάδιο η Κυπριακή Δημοκρατία ανακάλεσε τις άδειες για τυχερά παιγνίδια μέσω διαδικτύου και σταμάτησε να διεξάγει τα στοιχήματα τυχερών παιγνιδιών μέσω διαδικτύου. Κατά την 22/5/2012 ο κατηγορούμενος ήρθε στο πρακτορείο στοιχημάτων που διατηρεί και έπαιξε στοιχήματα αξίας €
  6. Ο κατηγορούμενος ζήτησε να πληρώσει τον παραπονούμενο με επιταγή και ζήτησε όπως δώσει στον παραπονούμενο επιταγή για το ποσό των € 1,200 και όπως ο παραπονούμενος δώσει στον κατηγορούμενο και μετρητά για το ποσό των €
  7. Ο κατηγορούμενος υπέγραψε την επίδικη επιταγή, την συμπλήρωσε για το ποσό των € 1,200 και την ημερομηνία 22/5/2012 ως πληρωτέα αλλά δεν συμπλήρωσε το όνομα του δικαιούχου. Ο παραπονούμενος έδωσε στον κατηγορούμενο το ποσό των € 600 σε μετρητά και ανέφερε στον κατηγορούμενο ότι έχει εξοφλήσει τα οφειλόμενα στο πρακτορείο του για τα στοιχήματα που στοιχημάτισε. Την ρύθμιση που έκανε ο παραπονούμενος με τον κατηγορούμενο, δηλαδή ο κατηγορούμενος να τον πληρώσει με επιταγή το ποσό που στοιχημάτισε στο πρακτορείο του και να του δώσει επιταγή για μεγαλύτερο ποσό και ο παραπονούμενος να του δώσει το υπόλοιπο σε μετρητά επειδή χρειαζόταν ο κατηγορούμενος μετρητά, έγινε ξανά στο παρελθόν πριν τις 22/5/2012 μια με δύο φορές και συγκεκριμένα είχε στοιχηματίσει ο κατηγορούμενος € 50 και ο κατηγορούμενος του έδωσε επιταγή για το ποσό των € 300 ή € 500 περίπου και ο παραπονούμενος έδωσε στον κατηγορούμενο την διαφορά σε μετρητά. Την επόμενη μέρα, ήτοι στις 23/5/2012 το απόγευμα, χρειάστηκε μετρητά και συναντήθηκε με τον πατέρα του, ήτοι τον παραπονούμενο - Μ.Κ. 1, και του ζήτησε να του εξαργυρώσει την επίδικη επιταγή και ο παραπονούμενος του έδωσε το ποσό των € 1,200 σε μετρητά και ο μάρτυρας έδωσε στον παραπονούμενο την εν λόγω επιταγή. Έτυχε μερικές φορές να κάνει αυτήν την ρύθμιση με τον πατέρα του, ήτοι να του ζητήσει να του εξαργυρώσει επιταγές που είχε στην κατοχή του. Την επόμενη ημέρα, ήτοι στις 24/5/2012 ο πατέρας του τον ενημέρωσε ότι παρουσίασε την επιταγή στην τράπεζα η οποία δεν πληρώθηκε επειδή του ανέφεραν ότι η πληρωμή της ανακλήθηκε από τον εκδότη της. Στην συνέχεια της κύριας εξέτασης και όταν του υποδείχθηκε το τεκμήριο 7 ανέφερε ότι η άδεια αυτή έχει δοθεί στον ίδιο για να διεξάγει on line casino στην οδό Αλεξάνδρου Παπάγου
  8. Η Μαρία Παπασάββα Δημητριάδη είναι η σύζυγος του η οποία εργάζεται σε αυτήν την επιχείρηση η οποία είναι κοινή. Ως προς το τεκμήριο 6, ανέφερε ότι αυτό αφορά την επιχείρηση που είχε και πριν από την νομοθετική απαγόρευση κατείχε αυτήν την άδεια και συγκεκριμένα αυτοί που είχαν τα προγράμματα τους παραχωρούσαν αυτήν την άδεια την οποία ο μάρτυρας έλαβε από την Μάλτα και έπρεπε να την έχει αναρτημένη και όταν ερχόταν η αστυνομία να επιδεικνυόταν. Έχει γίνει έλεγχος στο υποστατικό του από την αστυνομία πάρα πολλές φορές για να διαπιστωθεί εάν έχουν παιγνίδια που δεν ήταν εξουσιοδοτημένα από την Κυπριακή Δημοκρατία και μερικές φορές η αστυνομία ελάμβανε έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή για να ελέγξει τα λογισμικά εάν ήταν ορθά. Αναγνώρισε ο μάρτυρας την επίδικη επιταγή - τεκμήριο 2 - λέγοντας ότι την υπέγραψε και του την έδωσε ο κατηγορούμενος. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι το πρακτορείο στοιχημάτων είναι η μόνη του ασχολία εδώ και 8 χρόνια και ονομάζεται ΄΄φοινικούδες΄΄ και βρίσκεται στην οδό Αλεξάνδρου Παπάγου 15 στην Πάφο. Σήμερα εργάζονται στο πρακτορείο 4 άτομα αλλά τον ουσιώδη χρόνο εργάζονταν 7 άτομα οι οποίοι ήταν εγγεγραμμένοι και δηλωμένοι στις κοινωνικές ασφαλίσεις. Το πρακτορείο του χωρίζεται σε δύο μέρη, στο πάνω μέρος διεξάγονται τα ποδοσφαιρικά και ιπποδρομιακά στοιχήματα και στο κάτω μέρος υπάρχουν οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές που μπορεί κάποιος να παίξει στοιχήματα μέσω του διαδικτύου και η εταιρεία CYBET έχει ένα πρόγραμμα όπου ο πελάτης μπορεί να έρθει και να βάλει χρήματα και να προβεί από μόνος του σε στοιχήματα από τον λογαριασμό του πελάτη. Δεν επιτρέπει την είσοδο σε άτομα κάτω των 18 ετών και προς αυτόν τον σκοπό υπάρχουν και σχετικές πινακίδες. Διευκρινίζοντας με τον όρο στοίχημα, ανέφερε ότι εννοεί τα ποδοσφαιρικά και τα ιπποδρομιακά και προηγουμένως υπήρχε και το on line casino στο οποίο συμπεριλαμβάνονταν και τα φρουτάκια για τα οποία υπήρχε σχετική άδεια. Όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι οι άδειες οι οποίες παρουσίασε φέρουν ημερομηνία μεταγενέστερη του επίδικου και όταν του ζητήθηκε εάν κατέχει άδειες που να καλύπτουν την επίδικη περίοδο, απάντησε θετικά, λέγοντας ότι κάθε χρόνο εκδίδεται άλλη άδεια και ότι έχει προσκομίσει τις σημερινές άδειες. Το 2012 είχε άδεια και οι άδειες είναι ετήσιες και ο μάρτυρας κατείχε άδειες από το 2008 οι οποίες ίσχυαν μέχρι που η Κυπριακή Δημοκρατία τις έχει ανακαλέσει. Η άδεια - τεκμήριο 6 - ίσχυε από το 2008 και για να το αιτιολογήσει αυτό, ανέφερε ότι όταν τοποθετήθηκαν τα παιγνίδια από την εταιρεία, του ανέφερε όπως αναρτήσει το τεκμήριο 6 για τους ελέγχους που θα διεξάγονται από την αστυνομία και ο αριθμός 2008 επί του τεκμηρίου υποδηλώνει, κατά τον ίδιο, την ημερομηνία ισχύς του μέχρι και που ανακλήθηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία. Η άδεια - τεκμήριο 6 - χορηγήθηκε από την εταιρεία 4 games και ο άνθρωπος ο οποίος του έφερε την άδεια ήταν κάποιος με το όνομα Πανίκκος ο ποίος είναι αντιπρόσωπος της εν λόγω εταιρείας για την Πάφο. Υπήρχε η εταιρεία 4 games και στην Κύπρο αλλά όχι όμως σήμερα. Το υποστατικό του έχει δεχθεί πολλές φορές έλεγχο από την αστυνομία 7 - 8 φορές περίπου και όχι σε σύντομο χρονικό διάστημα που κυμαινόταν από 2 - 3 μήνες και έχει κατασχέσει και μερικές μηχανές οι οποίες όμως του επιστράφηκαν και δεν έχει καταδικαστεί καμία φορά σχετικά με παράνομες μηχανές στο κατάστημα του και αυτοί οι έλεγχοι της αστυνομίας οφείλονταν επειδή άλλοι συναδέλφοι του δεν κατείχαν την σχετική άδεια. Όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι οι πιο πάνω μηχανές δεν υπήρξαν ποτέ νόμιμες στην Κύπρο, ανέφερε ότι την πιο πάνω άδεια την είχε αναρτημένη και όταν ερχόταν η αστυνομία του ζητείτο όπως παρουσιάσει την εν λόγω άδεια και η οποία γινόταν αποδεκτή και απάντησε θετικά στην ερώτηση κατά πόσο μπορεί να παρουσιάσει έναν μάρτυρα αστυνομικό για να επιβεβαιώσει αυτόν τον ισχυρισμό και επανέλαβε τους ίδιους ισχυρισμούς όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι η εν λόγω άδεια είναι αδιευκρίνηστη και ότι δεν σημαίνει η αναγραφή του αριθμού 2008 ότι σημαίνει την χρονολογία
  9. Κληθείς να απαντήσει στο ερώτημα γιατί ανακλήθηκε η εν λόγω άδεια από την στιγμή που ίσχυε, ανέφερε ότι η Κυπριακή Δημοκρατία μετά από αίτηση νομοθετήματος από το Υπουργικό, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, η Βουλή άλλαξε νομοσχέδιο και απαγόρευσε αυτές τις άδειες και επανέλαβε τις ίδιες θέσεις όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι οι εν λόγω άδειες ουδέποτε ίσχυαν στην Κύπρο. Ο μάρτυρας ανέφερε εκ νέου ότι ο κατηγορούμενος πήγε πολύ λίγες φορές στο πρακτορείο του γύρω στις 4 - 5 φορές, τον γνωρίζει από παλιά διότι ο μάρτυρας υπήρξε πελάτης του κατηγορούμενου όταν αυτός είχε κατάστημα με ρούχα χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είχε και καλές σχέσεις. Δεν ήταν σε θέση ο μάρτυρας να γνωρίζει τι παιγνίδια έπαιζε όταν ερχόταν στο πρακτορείο του και περιέγραψε εκ νέου την διαρύθμιση του πρακτορείου λέγοντας ότι δεν έχει καμία προσωπική επαφή με τους πελάτες του πρακτορείου το οποίο αυτήν την στιγμή διαθέτει ηλεκτρονικούς υπολογιστές με τους οποίους οι πελάτες μπορούν να παίξουν ποδοσφαιρικά στοιχήματα, αρνούμενος ταυτόχρονα σχετική υποβληθείσα θέση ότι μέχρι και σήμερα διαθέτει στο πρακτορείο του μηχανές τυχερών παιγνιδιών και η αστυνομία έχει κατάσχει κάποιες από αυτές. Ερωτώμενος εάν διατηρεί βιβλίο στο οποίο να καταγράφονται οι παίκτες και τι παίζουν στο πρακτορείο του, ανέφερε ότι έχει πελατολόγιο αλλά δεν δύναται να γνωρίζει με τι ασχολείται ο κάθε πελάτης και δεν διατηρεί βιβλίο στο οποίο να καταγράφονται οι πελάτες που κερδίζουν, δεν έχει πελάτες οι οποίοι να του χρωστούν χρήματα και ο ίδιος καταβάλλει τα οφειλόμενα ποσά στο Φ.Π.Α. το οποίο αποκόπτεται από το bonus που τους χορηγείται. Εξέφρασε την άποψη ο μάρτυρας ότι ο κατηγορούμενος ήρθε με δόλο, την πρώτη φορά ήρθε επί σκοπού διότι άλλαξε πιο μικρό ποσό, περίπου € 50 και ο κατηγορούμενος του έδωσε μια επιταγή των € 500 η οποία όταν παρουσιάστηκε στην τράπεζα δεν υπήρξε κάποιο πρόβλημα, την επόμενη φορά ο κατηγορούμενος κέρδισε € 1,200 και πληρώθηκε και την επόμενη φορά ήρθε και έπαιξε € 600 και του έδωσε την επίδικη επιταγή διότι δεν είχε άλλα μετρητά και του ζήτησε άλλα € 600 σε μετρητά, δεν ήξερε ο μάρτυρας σε τι παιγνίδια έπαιξε ο κατηγορούμενος και επειδή ο μάρτυρας δεν είχε αρκετά μετρητά, ζήτησε από τον πατέρα του το ποσό των € 1,200 όπως και έγινε και ο μάρτυρας έδωσε στον κατηγορούμενο το ποσό των € 600 και έλαβε ο μάρτυρας την επίδικη επιταγή. Όταν την επόμενη μέρα ο πατέρας του του ανέφερε ότι ανακλήθηκε η πληρωμή της επίδικης πληρωμής, μίλησε με τον κατηγορούμενο και δια μέσου κάποιου μεσάζοντα ο κατηγορούμενος πρότεινε όπως δώσει στον μάρτυρα το ποσό των € 700 και όπως ο μάρτυρας του δώσει πίσω την επιταγή και αυτό έγινε μπροστά σε μάρτυρες και ο μάρτυρας είπε στον κατηγορούμενο ότι αυτό που έκανε δεν ήταν σωστό και έντιμο και κατηγορούμενος του ανέφερε ότι τα έκανε όλα για να μην ξαναπαίξει, αρνούμενος σχετική υποβληθείσα θέση ότι αυτά είναι ψεύδη. Όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι ο κατηγορούμενος ήρθε στο πρακτορείο, χρησιμοποίησε κάποια χρήματα που είχε μαζί του και με παρότρυνση του μάρτυρα συνέχισε να παίζει και έγινε απαιτητό όπως εκδοθεί τραπεζική επιταγή για να πιστώσει ο μάρτυρας την μηχανή με πιο πολλά χρήματα για να συνεχίσει ο κατηγορούμενος να παίζει διότι ο μάρτυρας τον διαβεβαίωνε ότι είχε πολλές πιθανότητες για να κερδίσει διότι πριν από τον κατηγορούμενο κάποιοι άλλοι έπαιξαν και έχασαν μεγάλα ποσά, γεγονός που αύξανε τις πιθανότητες να κερδίσει ακόμα και το τζακ - ποτ, ο μάρτυρας αρνήθηκε αυτήν την υποβολή λέγοντας ότι όταν έβλεπε τον κατηγορούμενο να παίζει ήταν όταν έπαιζε on line casino αλλά την επίδικη ημέρα δεν είδε τον κατηγορούμενο τι έπαιζε. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι πελάτες του αναρωτήθηκαν για ποιον λόγο ο κατηγορούμενος να κάνει αυτά που έκανε από την στιγμή που κέρδισε το ποσό των € 1,200, αρνούμενος σχετική υποβληθείσα θέση ότι ουδέποτε ο κατηγορούμενος κέρδισε οποιοδήποτε ποσό στο πρακτορείο του. Ο πατέρας του δεν έχει καμία σχέση με το πρακτορείο του, είναι άρρωστος και πηγαίνει στο πρακτορείο του ως θαμώνας και αυτήν την στιγμή κάθε 15 μέρες ενώ τον επίδικο χρόνο γινόταν αυτό πιο συχνά και έπινε τον καφέ του. Το line casino βρισκόταν στον κάτω χώρο του υποστατικού του και που ο κατηγορούμενος έπαιξε. Αναφορικά με την επίδικη επιταγή, ανέφερε ότι επειδή και στο παρελθόν έχει εκδόσει ο κατηγορούμενος επιταγή για μικρότερο ποσό η οποία και εξαργυρώθηκε, όταν ήρθε ο κατηγορούμενος με την επίδικη επιταγή, ο μάρτυρας δεν είχε € 1,200 στην κατοχή του, έλαβε την επιταγή και πήγε στο πάνω μέρος του πρακτορείου και ρώτησε τον πατέρα του εάν έχει μετρητά μαζί του, ο οποίος τον βοήθησε πάρα πολλές φορές και μάλιστα χωρίς ο μάρτυρας να του δώσει επιταγή. Περαιτέρω επειδή ο κατηγορούμενος ήθελε όπως ο μάρτυρας του δώσει ρέστα € 600 και επειδή το ποσό που ήθελε να παίξει ήταν € 600 και τότε ήταν που ο μάρτυρας μετέβηκε στο πάνω μέρος του πρακτορείου και βρήκε τον πατέρα του και του ζήτησε χρήματα, όπως και έγινε αφού ο πατέρας του του έδωσε € 1,200 και ο μάρτυρας του έδωσε την επιταγή, λέγοντας στον πατέρα του ότι ο πελάτης είναι εντάξει. Ανέφερε ο μάρτυρας ότι ο πατέρας του ήταν πρώην λοχίας της αστυνομίας, δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει εάν το ποσό των € 1,200 είναι μεγάλο ποσό σε μετρητά αλλά εκείνην την ημέρα ο πατέρας του είχε αυτό το ποσό. Το όλο περιστατικό εκτυλίχθηκε ή μετά το απόγευμα ή το βράδυ χωρίς να θυμάται ακριβώς αλλά θυμόταν ότι είχε δει τον κατηγορούμενο. Εκείνην την ημέρα βρισκόταν στο πρακτορείο του ένας υπάλληλος του με το όνομα Ντίνος Αντωνιάδης, ο οποίος προσέγγισε τον μάρτυρα λέγοντας του ότι ο κατηγορούμενος θέλει € 600 και € 600 για να παίξει και τότε κατέβηκε στο κάτω μέρος του πρακτορείου από το πάνω όπου βρισκόταν, είδε την επίδικη επιταγή, την πήρε στα χέρια του και τότε ο μάρτυρας ανέβηκε πάνω και συγκεκριμένα προς τον πατέρα του. Έτυχε εκείνην την ημέρα να μην είχε ο μάρτυρας τόσα χρήματα ενώ έτυχε ο πατέρας του να τα διαθέτει και ο οποίος μπορούσε να του δώσει τα χρήματα χωρίς να του δώσει ο μάρτυρας την επίδικη επιταγή. Στο πρακτορείο του διαθέτει ταμείο το οποίο εκείνην την στιγμή δεν διέθετε αρκετά χρήματα και αυτός ήταν και ο λόγος που αποτάθηκε στον πατέρα του για να εξαργυρώσει την επιταγή του κατηγορούμενου. Ερωτώμενος κατά πόσο την επίδικη επιταγή την είχε υπογράψει ο κατηγορούμενος ενώπιον του, ανέφερε ότι στο κάτω μέρος του πρακτορείου διέθετε διευθυντή τον κ. Ντίνο Αντωνιάδη ο οποίος του έχει εκδόσει ξανά επιταγή και την έχει αλλάξει και για την επίδικη επιταγή ο μάρτυρας κατέβηκε στο κάτω μέρος του πρακτορείου για να του δώσει τα χρήματα, είδε τον κατηγορούμενο και ζήτησε από τον κατηγορούμενο να μην παίξει άλλα χρήματα πέραν των € 600 και να μην ξεπερνούν τα όρια, έδωσε στον κατηγορούμενο το ποσό των € 600, πήρε την επιταγή στον πατέρα του και μετά έφυγε αφού πρώτα ο κατηγορούμενος ήθελε να παίξει και άλλο ποσό και ο μάρτυρας αρνήθηκε. Ο κατηγορούμενος έκδωσε και παρέδωσε την επίδικη επιταγή στην παρουσία του υπαλλήλου του, ο μάρτυρας την έλαβε μετά από ένα λεπτό και δεν υπογράφτηκε ενώπιον του. Ερωτώμενος εάν η επίδικη επιταγή που του δόθηκε από τον υπάλληλο του εάν ήταν λευκή, ανέφερε ότι έχει ερωτηθεί εάν ήθελε ο μάρτυρας να εγγράψει το όνομα του δικαιούχου και από την στιγμή που ο μάρτυρας δεν είχε τα χρήματα και που τα χρήματα τα έδωσε ο πατέρας του, τότε ο μάρτυρας ενέγραψε το όνομα του πατέρα του στην επίδικη επιταγή ενώ σε διαφορετική περίπτωσε θα έγγραφε το όνομα του, λέγοντας ότι γίνεται αρκετές φορές να εγγραφεί το όνομα του δικαιούχου από άλλο πρόσωπο. Αρνήθηκε σχετική υποβληθείσα θέση ότι είχε εγγράψει το όνομα του δικαιούχου τρίτου προσώπου για να μην φαίνεται ο ίδιος ως κομιστής διότι η επιταγή εκδόθηκε για παράνομο σκοπό και για να μην έχει προβλήματα ο ίδιος, λέγοντας ότι απόδειξη αυτών που λέει είναι ότι ο κατηγορούμενος έχει εκδώσει ξανά επιταγή στην οποία ο μάρτυρας ενέγραψε το όνομα του ως δικαιούχου και εξαργυρώθηκε και έχει στοιχεία από την τράπεζα για αυτό τον σκοπό τα οποία δεν είχε μαζί του. Ανέφερε ο μάρτυρας ότι τηρεί λογιστικά βιβλία για το πρακτορείο του για τα στοιχήματα που παίζονται και ερωτώμενος πως θα δικαιολογούσε την επίδικη επιταγή, αναρωτήθηκε πως θα την δικαιολογήσει ότι από την στιγμή που δεν εξαργυρώθηκε, λέγοντας μεταγενέστερα ότι το ποσό της επιταγής δεν ήταν εξ΄ ολοκλήρου για την επιχείρηση του, διότι το ποσό των € 600 αφορούσε στοιχήματα και το άλλο ποσό των € 600 αφορούσε μετρητά που δόθησαν στον κατηγορούμενο. Ερωτώμενος γιατί έδωσε στον κατηγορούμενο το ποσό των € 600, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε επί σκοπώ αρχίζοντας με μικρά ποσά π.χ. δίνοντας ο κατηγορούμενος επιταγή για το ποσό των € 300 η οποία έχει εξαργυρωθεί και δίνοντας ο μάρτυρας μετρητά, λέγοντας επίσης ότι δεν δίδει στους πελάτες του μετρητά. Αρνήθηκε σχετική υποβληθείσα θέση οτι προβαίνει με τον πατέρα του σε τακτική συμπαιγνίας για να επωφεληθεί των παράνομων στοιχημάτων, δεν θυμόταν και δεν ήταν σε θέση να πάρει θέση σε υποβληθείσα θέση ότι όλο το περιστατικό έγινε στις 10:30 μ.μ. και όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι δεν ήταν δυνατόν ο πατέρας του να ήταν παρών στο πρακτορείο και να του έδωσε το ποσό των € 1,200, ανέφερε ότι τότε ο πατέρας του ήταν καλά στην υγεία του αλλά τώρα έχει συγκεκριμένο πρόβλημα υγείας και δεν μπορεί να ξενυκτεί. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του πιο πάνω μάρτυρα, ο παραπονούμενος έκλεισε την υπόθεση του και το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του έκρινε ότι έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και αφού επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα στον κατηγορούμενο δυνάμει του άρθρου 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, ο κατηγορούμενος επέλεξε όπως καταθέσει ενόρκως και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Ο κατηγορούμενος στην γραπτή του δήλωση, ανέφερε ότι στις 22/5/2012 κατά τις βραδινές ώρες γύρω στις 10:00 - 10:30 μ.μ. πήγε στο πρακτορείο του Χρίστου Δημητριάδη με την ονομασία ΄΄Φοινικούδες΄΄ για να δει κάποιον φίλο του που βρισκόταν εκεί και μετά από κάποια ώρα και αφού μπήκε στον πειρασμό ασχολήθηκε με τις μηχανές τυχερών παιγνιδιών τα λεγόμενα ΄΄φρουτάκια΄΄ που βρίσκονταν στο κάτω μέρος του πρακτορείου. Αφού χρησιμοποίησε κάποια χρήματα που είχε μαζί του, ο ιδιοκτήτης του υποστατικού τον έχει παροτρύνει να συνεχίσει να παίζει και να του εκδώσει τραπεζική επιταγή έτσι ώστε να του πιστώσει την μηχανή με περισσότερα χρήματα για να συνεχίζει να παίζει. Αφού ο ιδιοκτήτης του υποστατικού τον διαβεβαίωσε ότι σίγουρα θα κέρδιζε πολλά από τις μηχανές του διότι όπως του ανέφερε πριν από τον κατηγορούμενο έπαιζαν κάποιοι άλλοι που έχασαν μεγάλα ποσά, γεγονός που αύξανε τις πιθανότητες του να κερδίσει ακόμα και το τζακποτ όπως του ανέφερε συγκεκριμένα και τότε ο κατηγορούμενος μπήκε στον πειρασμό και του εξέδωσε την επίδικη επιταγή και συνέχιζε να παίζει. Στο μεταξύ ο ιδιοκτήτης του υποστατικού επέμενε όπως ο κατηγορούμενος μην συμπληρώσει το όνομα πάνω στην επιταγή και έτσι ο κατηγορούμενος έδωσε την επιταγή λευκή ως προς το όνομα του δικαιούχου. Κάποιος θαμώνας που βρισκόταν εκεί λίγο πριν φύγει του είπε ΄΄μην τον ακούς, αυτός σε κοροιδεύει, όπως και όλους μας εδώ πέρα. Αυτός μας λέει ότι θα κερδίσουμε ενώ αυτός μηδενίζει τις μηχανές και εμείς χάνουμε τα λεφτά μας για να κερδίζει αυτός΄΄. Τελικά ο κατηγορούμενος αφού έχασε σε όλα τα παιγνίδια που έπαιξε, έφυγε από εκεί εκνευρισμένος διότι τότε συνειδητοποίησε ότι ο εν λόγω θαμώνας είχε δίκαιο. Την επόμενη μέρα το πρωί όταν συζητούσε το θέμα με κάποιον φίλο του, του είπε τι είχε γίνει ακριβώς και αυτός του ανέφερε ότι αυτό που έκανε ήταν παράνομο και ότι ο ιδιοκτήτης του υποστατικού τον εκμεταλλεύεται και να προσέχει διότι θα έχει μπλεξίματα με τον νόμο. Έτσι ο κατηγορούμενος την ίδια ημέρα, ήτοι στις 23/5/2012 πήγε στην τράπεζα και ζήτησε την μη πληρωμή της επίδικης επιταγής και ανέφερε στον υπάλληλο της τράπεζας ότι ο λόγος που την ανακαλεί είναι ΄΄η παροχή υπηρεσιών με ψευδείς όρους και παραστάσεις και συμμετοχή σε τυχερά παιγνίδια΄΄ και μετά από αυτό το περιστατικό δεν πήγε ξανά στο πιο πάνω υποστατικό. Τον παραπονούμενο της παρούσας υπόθεσης δεν τον γνωρίζει καθόλου και τον είδε για πρώτη φορά στο Δικαστήριο στις 22/10/
  1. Στην συνέχεια της κύριας εξέτασης του ανέφερε ότι έχει εκδώσει και άλλες επιταγές στον υπεύθυνο του υποστατικού ο οποίος επέμενε πάντα όπως αφού συμπληρώσει το ποσό και υπογράψει, να αφήσει το όνομα του δικαιούχου κενό και κατέθεσε προς αυτόν τον σκοπό τα τεκμήρια 9(α)(β)(γ). Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι ο φίλος του για τον οποίο έκανε αναφορά για να δει στο πρακτορείο ήταν ο Ανδρέας Μαραγκός. Έχει επισκεφθεί το πρακτορείο και πριν τις 22/5/2012 6 φορές. Την πρώτη φορά, ο κατηγορούμενος ενώ βρισκόταν σε ένα εστιατόριο της κάτω Πάφου, ήρθε εκεί ο ιδιοκτήτης του υποστατικού μαζί με τον υπάλληλο του κ. Ντίνο Αντωνιάδη και εκεί κάλεσαν τον κατηγορούμενο στο τραπέζι τους και τον κέρασαν και τον κάλεσαν να πάει στο πιο πάνω πρακτορείο. Στο πρακτορείο δεν έχει παίξει ποτέ στοιχήματα, παρά μόνο ηλεκτρονικά παιγνίδια και τζόγο και ήταν μια ποικιλία από φρουτάκια. Αναφορικά με τον λόγο έκδοσης των επιταγών - τεκμήρια 9(α)(β)(γ), ανέφερε ότι μπήκε στον πειρασμό, έπαιξε σε ηλεκτρονικό τζόγο και όταν έχασε τα μετρητά και τον έχουν παροτρύνει με το ότι κάποιοι άλλοι έχασαν λεφτά και επειδή θα γινόταν και το τζακποτ, έπειτε εξέδιδε επιταγή, υπόγραφε, έβαζε το ποσό αλλα όταν ρωτούσε τον ιδιοκτήτη του πρακτορείου ποιο όνομα να γράψει, του έλεγε όπως το αφήσει λευκό. Την τελευταία φορά, στις 22/5/2012, αφού ο κατηγορούμενος έχασε τα μετρητά που ανέρχονταν στο ποσό των € 600, εξέδωσε την επίδικη επιταγή, χάθησαν χρήματα, η ώρα ήταν περασμένη, ζήτησε να του πιστώσουν ξανά την μηχανή, ο υπεύθυνος κ. Ντίνος Αντωνιάδης του ανέφερε ότι ο εργοδότης του απουσιάζει και εφ΄ όσον ο κατηγορούμενος έχανε δεν μπορούσε να τον πιστώσει και τον παρότρυνε όπως εκδόσει μια επιταγή για ποσό μέχρι € 500 την οποία θα εγγυόταν ο Ντίνος Αντωνιάδης διότι έλειπε ο ιδιοκτήτης του πρακτορείου, όπως και έγινε και χάθησαν και εκείνα τα χρήματα και έφυγε. Την επόμενη ημέρα πήγε στην τράπεζα και σταμάτησε τις δύο επιταγές αφού από πριν κάποιος φίλος του κ. Ανδρέας Λουκά του ανέφερε ότι ο ιδιοκτήτης του πρακτορείου τον εκμεταλλεύεται και ότι αυτό που κάνει είναι παράνομο και μπορεί να έχει μπλεξίματα με τον νόμο. Μετέβηκε ο κατηγορούμενος στην Τράπεζα Κύπρου και ζήτησε τον διευθυντή κ. Μαυρέλλη και έδωσε εντολή όπως σταματήσουν οι δύο επιταγές, ήτοι η επίδικη και η επιταγή των €
  2. Κατά τις 12 το μεσημέρι τον συνάντησε ο Ντίνος Αντωνιάδης τον οποίο γνωρίζει και παρακάλεσε τον κατηγορούμενο όπως την επιταγή για την οποία τον εγγυήθηκε, να την διευθετήσει διότι ο εργοδότης του θα του τα αφαιρούσε από τον μισθό του και θα τον έδιωχνε από την εργασία του και λόγω και της άσχημης οικονομικής του κατάστασης ξέσπασε σε κλάματα και ο κατηγορούμενος επειδή δεν ήθελε να έχει τέτοιες τύψεις του εξέδωσε μια επιταγή η οποία και εξαργυρώθηκε η οποία ήταν αρχικά στο όνομα του κατηγορούμενου και μετά υπόγραψε ο Ντίνος Αντωνιάδης και η επιταγή για την οποία έκανε αναφορά ήταν το τεκμήριο 9(α), οι δε επιταγές - τεκμήρια 9(β)(γ) έχουν εξαργυρωθεί. Άλλες ενέργειες πέραν των οδηγιών στην τράπεζα για ανάκληση των επιταγών δεν έχει προβεί, δεν έχει μεταβεί στην αστυνομία για σχετική καταγγελια διότι δεν το γνώριζε ότι έπρεπε να το κάνει αυτό, του εξήγησε ο φίλος του ότι τον εκμεταλλεύονταν, ότι δεν υπάρχουν προοπτικές να κερδίσει το ποσό όταν κάποιοι άλλοι έχαναν σεβαστά ποσά, ότι δεν υπάρχουν αυξημένες πιθανότητες να κερδίσει και ότι οι μηχανές μηδενίζονταν και αυτά ο κατηγορούμενος δεν τα γνώριζε. Ερωτώμενος κατά πόσο έτυχε νομικής συμβουλής από τον δικηγόρο του όπως προβεί σε καταγγελία στην αστυνομία, ανέφερε ότι πρώτη φορά άκουγε για αυτήν την δυνατότητα, λέγοντας σε μεταγενέστερο στάδιο ότι εάν το γνώριζε θα το έπραττε. Την επόμενη ημέρα το πρωί έχει συνειδητοποιήσει ότι έχει παρανομήσει και για αυτό σταμάτησε την πληρωμή της επιταγής. Όσον αφορά τα ηλεκτρονικά στοιχήματα, γνωρίζει αυτήν την στιγμή ότι είναι παράνομα ενώ πριν είχε την αμφιβολία του και ο ιδιοκτήτης επί αυτού του θέματος τους έλεγε ότι δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα. Δεν έλαβε ποτέ μετρητά από τον Μ.Κ. 3 και όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι εξέδωσε την επίδικη επιταγή για να εξοφλήσει νόμιμα στοιχήματα που έπαιξε με οποιονδήποτε τρόπο αξίας € 600 και ζήτησε από τον Μ.Κ. 3 το ποσό των € 600 που του δόθησαν, απάντησε αρνητικά, αναρωτώμενος σε τι θα του χρησίμευαν τα μεσάνυκτα τα μετρητά από την στιγμή που υπήρχε και άλλη επιταγή για το ποσό των € 500 την οποία αποδέκτηκε ο υπάλληλος του Μ.Κ. 3, λέγοντας επίσης ταυτόχρονα ότι αν υπήρχαν τα μετρητά αυτά θα χρησιμοποιούνταν. Όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι ο Μ.Κ. 3 ήταν μεν στο πρακτορείο την επίδικη ημέρα αλλά απλά δεν ήταν παρών όταν ο κατηγορούμενος στοιχημάτιζε, ανέφερε ότι στις 12:30 όταν εξελίχθηκε αυτή η περίπτωση ο Μ.Κ. 3 απουσίαζε, πλην όμως ήταν για αυτόν τον λόγο που ο υπάλληλος του άλλαξε την άλλη επιταγή και επειδή ο κατηγορούμενος έχανε ποσά, έλπιζε ότι θα κέρδιζε έστω και τα μισά που έχασε και εκείνη την ημέρα ήταν η τελευταία φορά που μπήκε στο πιο πάνω πρακτορείο. Όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι συνολικά από τα στοιχήματα τα νόμιμα που έπαιξε στο πιο πάνω πρακτορείο έχει κερδίσει και δεν έχει χάσει, ανέφερε ότι εκτός από τα φρουτάκια, δεν έπαιξε τίποτε άλλο στο πρακτορείο διότι συνήθως ήταν στο κάτω όροφο όπου υπήρχαν και υπάρχουν μέχρι σήμερα τα μηχανάκια και αυτό το ξέρει διότι ρώτησε κάποιον φίλο του από περιέργεια και του το είπε και όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι αυτό το είπε επειδή νομίζει ότι θα τον βοηθούσε στην υπόθεση του, απάντησε αρνητικά λέγοντας ότι με μια απλή επίσκεψη μπορεί αυτό να διαπιστωθεί. Αρνήθηκε σχετική υποβληθείσα θέση ότι αυτό που είπε ότι έμαθε την επόμενη ημέρα ότι έχει εμπλακεί σε παρανομίες είναι εφεύρημα, επανέλαβε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες περιήλθε στην αντίληψη του το θέμα της παρανομίας. Επίσης αρνήθηκε σχετική υποβληθείσα θέση ότι με προσχεδιασμό ενήργησε και σταμάτησε την πληρωμή της επίδικης επιταγής για να ξεγελάσει τον Μ.Κ. 3 από τον οποίον έλαβε το ποσό των € 600 σε μετρητά που του έχει ζητησει και το έκανε επί σκοπώ για να αποτρέψει την διεκδίκηση των χρημάτων. Αναγνώρισε το τεκμήριο 3 ως το έγγραφο με το οποίο έδωσε οδηγίες για να ανακληθεί η πληρωμή της επίδικης επιταγής και όταν ερωτήθηκε τι εννοεί με τον όρο ΄΄ψευδείς παραστάσεις΄΄, ανέφερε ότι όταν έχανε τα μετρητά, ο Μ.Κ. 3 τον παρότρυνε να συνεχίσει λέγοντας του ότι πριν εχάθησαν σεβαστά ποσά και είχε πολλές ελπίδες να πετύχει κάποιο σεβαστό ποσό όπως επίσης και το τζακποτ που ήταν μερικές χιλιάδες και όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι αυτό είναι ψέμα διότι είπε σε προηγούμενο στάδιο της μαρτυρίας του ότι εκείνο το βράδυ δεν είδε τον Μ.Κ. 3 και ότι είναι με τον κ. Αντωνιάδη με τον οποίο έχει βρεθεί, ανέφερε ότι ο ιδιοκτήτης ήταν εκεί σχεδόν μέχρι τα μεσάνυκτα και ότι μετά τα μεσάνυκτα ασχολήθηκε μαζί του ο κ. Αντωνιάδης. Στην συνέχεια όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι ο λόγος που ανέφερε όλα τα πάνω είναι διότι μπορεί να τον ωφελέσουν με το να λέει ότι έκανε κάτι παράνομο, απάντησε αρνητικά λέγοντας ότι όταν έλαβε την κλήση για να έρθει στο Δικαστήριο, λόγω της κατάστασης του και διότι δεν είναι συνηθισμένος να έρχεται Δικαστήριο και νιώθει για αυτό κάποια ντροπή, βρήκε τον ιδιοκτήτη και του πρότεινε όπως του δώσει τα μισά χρήματα για να μην έχει αυτήν την ταλαιπωρία και τα δικηγορικά έξοδα και ο ιδιοκτήτης του ανέφερε ότι θα τα λάβει όλα μέσω Δικαστηρίου, αρνούμενος ταυτόχρονα σχετική υποβληθείσα θέση ότι για αυτόν τον σκοπό ζήτησε από άλλο άτομο όπως μεσολαβήσει. Ερωτώμενος εάν έλεγε τα ίδια πράγματα περί ψευδών παραστάσεων εάν δεν τίθετο το ίδιο πράγμα από τον παραπονούμενο περί παρανομίας, ανέφερε ότι από την στιγμή που έχει αντιληφθεί ότι οι μηχανές μηδενίζονται και αυτό το έχει διαπιστώσει και από τεχνικούς τους οποίους έχει ρωτήσει, τότε για τον κατηγορούμενο σημαίνει κλοπή και όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι τέτοιες παραστάσεις δεν του έκανε ο Μ.Κ. 3 διότι δεν ήταν στο πρακτορείο, ανέφερε ότι ο ίδιος ο Μ.Κ. 3 είπε ότι ήταν μέχρι κάποια ώρα εκεί. Ερωτώμενος γιατί δεν ενέγραψε στο τεκμήριο 3 ότι συμμετείχε σε παράνομα παιγνίδια, ανέφερε ότι είχε τις αμφιβολίες του. Είχε δει την άδεια από την Μάλτα για την οποία του έκανε αναφορά ο ιδιοκτήτης και όταν του υποδείχθηκε το τεκμήριο 6 ανέφερε ότι είναι η πρώτη φορά που την βλέπει και ότι ο ιδιοκτήτης τον έχει ενημερώσει ότι έχει άδεια της Μάλτας και ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει πει ότι είδε την άδεια της Μάλτας. Αυτή η άδεια της Μάλτας είναι για μια συγκεκριμένη ομάδα μηχανών για την οποία έπαιρναν σήμα από άτομο που κατονόμασε από την Λάρνακα και από άτομο που κατονόμασε που στεγαζόταν σε ξενοδοχείο που επίσης κατονόμασε και όταν ερωτήθηκε κατά πόσο είναι γνώστης για τις μηχανές για τις οποίες έκανε αναφορά και για την νέα νομοθεσία, ανέφερε ότι είναι γνώστης αλλά και τα πιο πάνω είναι γνωστά. Όταν ερωτήθηκε πως από την στιγμή που είναι έμπειρος έχει παρασυρθεί στο πρακτορείο και έχει παρανομήσει, ανέφερε ότι όλα τα γνώριζε διότι ρώτησε για το αληθές, όπως το χαρακτήρισε, συμβάν που του έχει συμβεί. Ερωτώμενος κατά πόσο πριν από το συμβάν γνώριζε οτιδήποτε, ανέφερε ότι ήταν γνωστό ότι ελάμβαναν σήμα από το άτομο που κατονόμασε από την Λάρνακα και που τροφοδοτούσε ολόκληρη την Κύπρο. Όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι γνώριζε πολύ καλά για το νομικό καθεστώς του ηλεκτρονικού τζόγου και την άλλη ημέρα προέβηκε στην ανάκληση της πληρωμής της επίδικης επιταγής θεωρόντας ότι θα γλιτώσει και το έκανε με τέτοιο τρόπο όχι μόνο για να γλιτώσει τις επιπτώσεις της ανάκλησης αλλά και για να καλύψει την μεριά του σε περίπτωση που θα λεγόταν ότι έχει προβεί σε παρανομία και για αυτόν τον λόγο επιμελώς και συνειδητά στον τραπεζίτη έδωσε οδηγίες αόριστες και γενικές και επιμελώς παρέλειψε να αναφέρει την λέξη ΄΄παράνομα΄΄, απάντησε ότι προηγουμένως είχε τις αμφιβολίες του και όταν διαπίστωσε ότι ήταν παράνομα δεν ασχολήθηκε ποτέ ξανά και ούτε πήγε ξανά στο πρακτορείο του Μ.Κ.
  3. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Τα συστατικά στοιχεία της κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος ο οποίος κατηγορείται για τη διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 305 Α
(2)του Κεφ. 154 έχουν ερμηνευθεί στην Philippa Estates Ltd ν. Γιαννάκη Ρούσου 2006 2 Α.Α.Δ. σελ. 142 και θα γίνει ιδιαίτερη αναφορά πιο κάτω. Είναι σταθερή θέση του δικαίου της απόδειξης ότι όταν το βάρος υπεράσπισης πέφτει στους ώμους του κατηγορούμενου, αυτό μπορεί να αποσεισθεί με μαρτυρία που ικανοποιεί το Δικαστήριο με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και όχι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως είναι το βάρος που φέρει η κατηγορούσα αρχή για να αποδείξει την κατηγορία (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Μακρής
(1984)2 Α.Α.Δ. 332 και G. P. Ergatides Motors Ltd v. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 182). Το τι συνιστά εύλογη αιτία στα πλαίσια της υπεράσπισης που καθιερώνει το άρθρο 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 έχει ερμηνευθεί στην N.C. Diamonds Co. Ltd ν. Γεωργίου,
(2001)2 Α.Α.Δ. 763. Συγκεκριμένα στην υπόθεση αυτή έγινε αναφορά στην υπόθεση Pitsillides & Another v. Republic
(1983)2 C.L.R. 374 όπου η έννοια της εύλογης αιτίας συνδέθηκε με εκείνη της καλής πίστης ενώ αναφέρθηκε ότι η ίδια φράση έχει στην αγγλική νομολογία συσχετισθεί και με την έννοια δίκαιη αιτία και έγινε σχετικά αναφορά και στην φράση bona fide (καλή τη πίστει) που στην αγγλική ορολογία θεωρήθηκε ταυτόσημη με τη λέξη "honestly" (ειλικρινά). Με βάση την πιο πάνω ερμηνεία το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ότι η αυτοκαθοδήγηση του πρωτόδικου δικαστή αναφορικά με την υπεράσπιση του εδαφίου 2, ότι δηλ. πρέπει ο κατηγορούμενος να δείξει ότι ο ίδιος ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή της επιταγής (υποκειμενικό κριτήριο) και επιπρόσθετα ότι η πεποίθησή του αυτή ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις (κάτι που εξετάζεται αντικειμενικά), έγινε μέσα στο πνεύμα των παραπάνω αποφάσεων. Για να εξετασθεί όμως κατά πόσο κάποιος λόγος μη πληρωμής επιταγής συνιστά εύλογη αιτία πρέπει προηγουμένως να εξετασθεί κατά πόσον έχει προβληθεί από τον κατηγορούμενο τέτοιος λόγος. Αναφορικά με τον όρο ΄΄προ ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα΄΄ αυτή έτυχε ερμηνείας στην πιο πάνω υπόθεση, και συγκεκριμένα αναφορικά με τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 305 (Α)
(2)του Ποινικού Κώδικα, το περιεχόμενο του οποίου είναι το ίδιο όπως ίσχυε τότε με εξαίρεση την μεταβολή της χρηματικής ποινής από λίρες Κύπρου σε ευρώ. Συγκεκριμένα ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Κραμβής στην υπόθεση Philippa Estates Ltd ν. Γιαννάκη Ρούσου 2006 2 Α.Α.Δ. σελ. 142 έκρινε ότι το γράμμα του νόμου δεν αφήνει ερμηνεία ότι η ανάκληση της επιταγής θα πρέπει να γίνει προ ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή καθίσταται πληρωτέα και συνακόλουθα εάν η ανάκληση της επιταγής γίνει μεταγενέστερα της ημερομηνίας που αυτή καταστεί πληρωτέα δεν συνεπάγεται και την αθώωση του κατηγορουμένου. Λέχθησαν στην εν λόγω υπόθεση τα ακόλουθα: <<Ο ευπαίδευτος δικαστής προσδιόρισε ότι συστατικά στοιχεία του αδικήματος με βάση το άρθρο 305Α
(2)* του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 είναι τα ακόλουθα, (α) η έκδοση επιταγής, (β) η πρόκληση μη εξόφλησης της από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του, (γ) η πράξη του εκδότη να γίνει καθ' οιονδήποτε χρόνο πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα. Διαπιστώθηκε στη συνέχεια ότι τα δύο πρώτα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είχαν αποδειχθεί και κρίθηκε πως η εξέταση του θέματος έπρεπε να περιοριστεί στο κατά πόσο είχε αποδειχθεί η ύπαρξη και του τρίτου συστατικού στοιχείου, δηλαδή, κατά πόσο η ανάκληση πληρωμής της επιταγής, έγινε πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. Εδώ εντοπίζεται λάθος στην ερμηνεία του νόμου από το πρωτόδικο δικαστήριο, που συνακόλουθα οδήγησε στο λανθασμένο συμπέρασμα ότι δεν αποδείχθηκε το τρίτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, όπως λανθασμένα βέβαια, το είχε προσδιορίσει ο πρωτόδικος δικαστής. Κρίθηκε ότι η γραπτή οδηγία για ανάκληση της πληρωμής της επίδικης επιταγής δόθηκε στις 2.8.2004 δηλαδή, μετά την ημερομηνία που η εν λόγω επιταγή κατέστη πληρωτέα (30.4.2004) και συνεπώς δεν συνέτρεχε και το τρίτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Σύμφωνα με το άρθρο 305Α
(2)του νόμου, η πράξη με την οποία προκαλείται η μη εξόφληση επιταγής αφορά σε επιταγή που εκδό- ----------------------------- * «Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1)ανωτέρω, πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε απ΄ αυτό καθ΄ οιονδήποτε χρόνο προ ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία χρόνια ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες λίρες ή και στις δυο ποινές.» θηκε «προ ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα». Ο χρόνος τέλεσης της ποινικά επιλήψιμης πράξης δεν συναρτάται με την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα. Ο χρόνος κατά τον οποίο προκαλείται με οποιαδήποτε πράξη η μη εξόφληση της επιταγής μπορεί να είναι προγενέστερος ή μεταγενέστερος της ημερομηνίας πληρωμής της επιταγής. Καθώς είναι αυτονόητο ο χρόνος τέλεσης της πράξης αποκτά σημασία μόνο σε περίπτωση που η επιταγή δεν έχει ακόμα εξοφληθεί. Το άρθρο 305Α
(2)αρχικά προοριζόταν να καλύψει και τη μεταχρονολογημένη επιταγή και γι' αυτό ακριβώς το λόγο, υιοθετήθηκε από το νομοθέτη η συγκεκριμένη λεκτική διατύπωση. Ακολούθησε η τροποποίηση του άρθρου 4 του Ποινικού Κώδικα με το νόμο 164
(1)/03 που τέθηκε σε ισχύ στις 24.10.2003 με την οποία προστέθηκε (στο άρθρο 4) ο ορισμός της «επιταγής» ο οποίος, για τους σκοπούς του άρθρου 305Α σημαίνει: «Γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσής της ή/και παράδοσής της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή.» Στην Eurofreight Logistics Ltd v. Χριστάκη Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 29 το Εφετείο, σχολιάζει την πιο πάνω τροποποιητική διάταξη ως εξής: «Είναι προφανές ότι πρόκειται για νόμο με τον οποίο εισήχθη στον Ποινικό Κώδικα, κατά τον ορθόδοξο τρόπο, ο ορισμός της «επιταγής». Καλύπτει σε όλες τώρα τις περιπτώσεις και τις μεταχρονολογημένες επιταγές. Το κατά πόσο αυτός ο ορισμός συνάδει ή όχι με την ως τότε νομολογιακή αντίληψη περί της έννοιας της επιταγής δεν έχει σημασία. Απόκειται στο νομοθέτη, οποτεδήποτε το θελήσει, να ορίσει και να μεταβάλει για το μέλλον το αντικείμενο της ποινικής απαγόρευσης.» Ο νόμος δεν θα ήταν λογικός και δεν θα εξυπηρετούσε το σκοπό για τον οποίο θεσπίστηκε αν ο εκδότης επιταγής απαλλασσόταν, χωρίς άλλο, της ποινικής ευθύνης σε περίπτωση που αυτός, με οποιαδήποτε πράξη του, τελούμενη μετά την ημερομηνία κατά την οποία η επιταγή κατέστη πληρωτέα, προκαλούσε τη μη εξόφλησή της.>> ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η Μ.Κ. 2 άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία της εν λόγω μάρτυρα στην ολότητα της ως αξιόπιστη, όχι μόνο επειδή η μάρτυρας αυτή δεν έχει αντεξεταστεί, αλλά και επειδή το Δικαστήριο έχει διακρίνει κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης ότι η μάρτυρας κατέθεσε στο Δικαστήριο όλα όσα γνώριζε και που περιήλθαν στην αντίληψη της κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της και δεν δίσταζε να παραδεχθεί ότι κάτι δεν το γνώριζε ή τουλάχιστον να αποκαλύπτει την πηγή των γνώσεων της. Κατέθεσε με φυσικό και πηγαίο τρόπο και το Δικαστήριο έχει πεπειστεί για την αντικειμενικότητα της και ως εκ τούτου η μαρτυρία της γίνεται δεκτή στο σύνολο της. Στον αντίποδα, αποτελεί θλιβερή διαπίστωση ότι όλα τα υπόλοιπα εμπλεκόμενα μέρη, ήτοι ο Μ.Κ. 1 - παραπονούμενος, ο Μ.Κ. 3 και ο κατηγορούμενος, παρέθεσαν στο Δικαστήριο ασύστολα ψεύδη, προσπαθώντας να παραπλανήσουν το Δικαστήριο, να αποκρύψουν την αλήθεια, συσκοτίζοντας έτσι πλήρως το όλο σκηνικό κάτω από το οποίο έχουν εκτυλιχθεί τα γεγονότα και που μόνο νέφη αμφιβολίας έχουν δημιουργηθεί ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκε η επίδικη επιταγή, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες περιήλθε αυτή στην κατοχή του παραπονουμένου αλλά και του Μ.Κ. 3, το αντάλλαγμα αυτής αλλά και τους λόγους που οδήγησαν στην ανάκληση της πληρωμής αυτής της επιταγής, κρατώντας έτσι την αλήθεια μακριά από το Δικαστήριο και κρατώντας αυτήν μόνο για τους εαυτούς τους για το τι τελικά έγινε και οδηγήθηκαν τα πράγματα στην έκδοση της επίδικης επιταγής και στην ανάκληση της πληρωμής της. Για τους λόγους που θα παρατεθούν λεπτομερώς πιο κάτω, το Δικαστήριο απορρίπτει στην ολότητα τις μαρτυρίες των εν λόγω μαρτύρων ως πλήρως αναξιόπιστες και ψευδείς και στερούμενες από στοιχειώδη λογική και πειστικότητα. Ο παραπονούμενος - Μ.Κ. 1 άφησε πολύ κακή εικόνα στο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο παρακολουθώντας τον παραπονούμενο μέσα από το εδώλιο του μάρτυρα και κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχει πεπειστεί ότι ο μάρτυρας προσήλθε στο Δικαστήριο με απώτερο σκοπό να βοηθήσει την υπόθεση του αλλά και να μην εμπλέξει καθόλου τον Μ.Κ. 3 αναφορικά με το αντάλλαγμα και τους λόγους για τους οποίoυς έφτασε η επιταγή στα χέρια του γιου του. Παρούσιασε μια επίπλαστη και υστερόβουλη εκδοχή για να δικαιολογήσει τον εαυτό του ως καλόπιστο κομιστή της επιταγής, η οποία εκδοχή ουδόλως έπεισε το Δικαστήριο. Κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης ο μάρτυρας και ειδικότερα κατά το στάδιο της αντεξέτασης, δεν απαντούσε άμεσα, πηγαία και με φυσικότητα, απαντούσε αφού παιρνούσε κάποιος χρόνος για να σκεφθεί όταν οι ερωτήσεις επικεντρώνονταν στα ουσιώδη και αμφισβητούμενα γεγονότα όπως είναι π.χ. ο λόγος έκδοσης και παράδοσης της επιταγής και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες πληροφορήθηκε την ανάκληση της πληρωμής της. Δεν έπεισε το Δικαστήριο η θέση του μάρτυρα ότι δεν έχει ρωτήσει τον Μ.Κ. 3 για ποιον λόγο εκδόθηκε η επίδικη επιταγή, διότι το Δικαστήριο κρίνει ως λογικό και αναμενόμενο, εν΄ όψει μάλιστα και του ποσού της επιταγής, να ρωτήσει τον γιο του για τον λόγο της έκδοσης της επιταγής και να ρωτήσει επίσης κάποια πράγματα για το ποιόν του εκδότη αλλά και να αναρωτηθεί γιατί η επίδικη επιταγή έχει εκδοθεί λευκή ως προς το όνομα του δικαιούχου. Το Δικαστήριο δεν έχει πεπειστεί ότι ο παραπονούμενος έδωσε χρήματα στον γιο του Μ.Κ. 3 ως ισχυρίστηκε, διότι το Δικαστήριο κρίνει ότι ένας συνταξιούχος ο οποίος να μην είναι τακτικός θαμώνας στο πρακτορείο, ως ο ίδιος ανέφερε, και να συχνάζει εκεί απλά για έναν καφέ ή για να δει το ποδόσφαιρο να έχει στην κατοχή του και μάλιστα σε προχωρημένη ώρα το ποσό των € 1,200, μόνο ερωτηματικά, αμφιβολίες αλλά και νέφη μη πειστικότητας δημιουργούνται. Επίσης μη πειστικός είναι και ο ισχυρισμός του παραπονούμενου ότι δεν έχει ρωτήσει τον τραπεζικό υπάλληλο τον λόγο της ανάκλησης της επίδικης επιταγής, διότι το Δικαστήριο κρίνει ως λογικό και αναμενόμενο ένας τραπεζικός υπάλληλος να αναφέρει τον λόγο της ανάκλησης αλλά και κυρίως ο παραπονούμενος το λογικό και το αναμενόμενο ήταν να αναρωτηθεί για τον λόγο της ανάκλησης αφού σίγουρα το ποσό της επίδικης επιταγής είναι σημαντικό, ιδίως μάλιστα για έναν συνταξιούχο όπως ο παραπονούμενος. Υστερόβουλος κρίνεται και ο ισχυρισμός του παραπονουμένου ότι έχει κάνει την ίδια πρακτική όπως ισχυρίζεται ότι έπραξε στην παρούσα περίπτωση και στο παρελθόν και χωρίς να παρουσιάσει τις επιταγές για εξαργύρωση στην τράπεζα, διότι το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτός ο ισχυρισμός τέθηκε σε μια προσπάθεια εντυπωσιασμού και ενίσχυσης της θέσης του ότι αυτό που έγινε στην παρούσα υπόθεση είναι λογικό. Το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτός ο ισχυρισμός δεν είναι πειστικός διότι το λογικό και αναμενόμενο θα ήταν από την στιγμή που αποδέχθηκε, ως ισχυρίζεται επιταγές, να της παρουσιάσει στην τράπεζα για εξαργύρωση αφού αυτός είναι και ο σύμφητος σκοπός έκδοσης μιας επιταγής. Συνακόλουθα το Δικαστήριο απορρίπτει την μαρτυρία του παραπονούμενου στην ολότητα του ως αναξιόπιστη, ψευδή, υστερόβουλη και μη πειστική. Ο Μ.Κ. 3 άφησε επίσης κακή εντύπωση στο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τον μάρτυρα μέσα από το εδώλιο του μάρτυρα και κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και ο μάρτυρας ήταν νευρικός, αγχωμένος, διστακτικός στις απαντήσεις του και γενικά προσπαθούσε να πείσει το Δικαστήριο για την εκδοχή του, η οποία όμως απορρίπτεται για τους πιο κάτω λόγους: Δεν έχει πεπειστεί το Δικαστήριο για τους λόγους που οδήγησαν στην αναγραφή του ονόματος του παραπονουμένου ως δικαιούχου της επίδικης επιταγής, διότι το Δικαστήριο κρίνει ότι θα μπορούσε κάλλιστα να αναγραφεί το όνομα του Μ.Κ. 3 ή της συζύγου του οι οποίοι του λάχιστον σχετίζονταν με την επίδικη επιχείρηση ή να αναγραφεί το όνομα της επιχείρησης στην επίδικη επιταγή ως δικαιούχου, έτσι ώστε αυτή να δικαιολογηθεί και να περαστεί στα λογιστικά της επιχείρησης από την στιγμή που υπάρχει ισχυρισμός ότι η επιταγή αφορά στοιχήματα, έστω και ένα μέρος των € 600 και αυτή να παρουσιαστεί για επιταγή την επόμενη ημέρα ή τουλάχιστον εντός ευλόγου χρόνου από την έκδοση της στην τράπεζα για εξαργύρωση. Η θέση η οποία έχει προβληθεί ότι το ποσό των € 600 αφορούσε στοιχήματα τα οποία έπαιξε ο κατηγορούμενος και το άλλο ποσό αφορούσε μετρητά που έδωσε ο Μ.Κ. 3 στον κατηγορούμενο ως ρέστα ή υπόλοιπο για να ισοψηφιστεί με το ποσό της επίδικης επιταγής, ουδόλως έπεισε το Δικαστήριο, διότι δεν έχει προσκομιστεί κανένα απόλυτως αποδεικτικό στοιχείο ή αναφορά για το ποιο ή ποια στοιχήματα έπαιξε ο κατηγορούμενος, παρά μόνο παρέμεινε αυτή η θέση γενική, ασαφή και αόριστη, χωρίς κανένα έντυπο αποδεικτικό στοιχείο που να παραπέμπει σε στοίχημα και επιπλέον ενισχύονται οι αμφιβολίες και τα κενά με τον ισχυρισμό του Μ.Κ. 3 σύμφωνα με τον οποίον δεν έχει δει τον κατηγορούμενο τι στοιχήματα έπαιξε. Το λογικό και το αναμενόμενο θα ήταν να εξακριβώσει, εάν πράγματι δεν γνώριζε τι στοιχήματα έπαιξε ο κατηγορούμενος, αφού είναι ο ιδιοκτήτης του πρακτορείου. Συνεπώς, από την στιγμή που δεν υπάρχει ένα στέρεο μαρτυρικό υπόβαθρο ως προς την φύση και την έκταση των στοιχημάτων για τα οποία υπάρχει ισχυρισμός ότι έχουν παικτεί από τον κατηγορούμενο, το Δικαστήριο δεν έχει την δυνατότητα να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα κατά πόσο αυτά ήταν νόμιμα ή όχι, θέμα για τα οποία υπήρχε εκ διαμέτρου αντίθετη εκδοχή από τα άμεσα εμπλεκόμενα μέρη. Παρ΄ όλα αυτά και για σκοπούς πληρότητας και καθολικής αξιολόγησης της τεθείσας ενώπιον του Δικαστηρίου ως προς αυτό το θέμα, το Δικαστήριο κρίνει ότι έχουν δημιουργηθεί τέτοιες αμφιβολίες αναφορικά με το κατά πόσο αυτά τα ισχυριζόμενα στοιχήματα ήταν νόμιμα ή όχι για τους εξής λόγους: α) βάσισε ο Μ.Κ. 3 την εγκυρότητα και νομιμότητα των στοιχημάτων που έπαιξε ο κατηγορούμενος, στα τεκμήρια 5, 6 και 7 τα οποία όμως και πάλι δεν βοηθούν την υπόθεση του παραπονουμένου, διότι όπως έχει αξιολογηθεί πιο πάνω, δεν υπάρχει πειστική, σαφή και θετική μαρτυρία αναφορικά με το είδος και την ποσότητα των στοιχημάτων, αφού από την μια το τεκμήριο 5 αφορά άδεια για διεξαγωγή ιπποδρομιακών στοιχημάτων αλλά δεν υπάρχει σαφή μαρτυρία εάν έγιναν από τον κατηγορούμενο τέτοια στοιχήματα και για πιο ποσό. β) Το μεν τεκμήριο 6 στο οποίο επικεντρώθηκαν κυρίως αμφότερες οι πλευρές και η αποδεικτική αξία αυτού έχει αμφισβητηθεί σφοδρά από την πλευρά της υπεράσπισης, συνδέθηκε από τον Μ.Κ. 3 έτσι ώστε να στηρίξει την νομιμότητα και εγκυρότητα των στοιχημάτων που έπαιξε ο κατηγορούμενος, αλλά για το εν λόγω τεκμήριο δεν τέθηκε μαρτυρία από τις αρμόδιες αρχές της Μάλτας κατά πόσο το τεκμήριο 6 καλύπτεται τουλάχιστον από την νομοθεσία της Μάλτας και κατά πόσο ο αριθμός 2008 που αναγράφεται στο εν λόγω τεκμήριο υποδηλώνει την ημερομηνία ισχύς του εν λόγω εγγράφου και για το οποίο υπήρχε έντονη αμφισβήτηση από την πλευρά της υπεράσπισης, αφού δεν αναγράφεται στο εν λόγω τεκμήριο στην αγγλική γλώσσα στο οποίο είναι συνταγμένο η ισχύς ή η διάρκεια αυτού. Η όποιαδήποτε προσπάθεια του Μ.Κ. 3 να ταυτίσει τον αριθμό 2008 που αναγράφεται με την ημερομηνία ισχύς ή έκδοσης του εν λόγω τεκμηρίου ασφαλώς πέφτει στο κενό διότι όχι μόνο δεν εξάγεται τέτοιο εύρημα από το λεκτικό του εν λόγω τεκμηρίου, αλλά και επειδή δεν έχει αποδειχθεί με αποδεκτή μαρτυρία η νομιμότητα και εγκυρότητα του με βάση την νομοθεσία της Μάλτας η οποία ως αλλοδαπό δίκαιο θα έπρεπε να αποδειχθεί με μαρτυρία από εμπειρογνώμονα από την στιγμή που αυτό έχει αμφισβητηθεί ( BANK OF SKOTLAND .V. GEODRILL LTD κ.α. 1993 1 Α.Α.Δ. 753). Ούτε υπάρχει σαφή, πειστική και βέβαιη μαρτυρία που να συνοδεύεται με απτά και έντυπα αποδεικτικά στοιχεία αναφορικά με την φύση και ποσότητα των στοιχημάτων που έπαιξε ο κατηγορούμενος για τα οποία επιχειρήθηκε να γίνει σύνδεση των στοιχημάτων μέσω διαδικτύου με τον κατηγορούμενο σε συνδυασμό με την θέση ότι τα στοιχήματα τα οποία έπαιξε ο κατηγορούμενος καλύπτονται από το τεκμήριο
  1. Ούτε έχει κλητευθεί οποιοδήποτε άτομο για τα οποία έκανε αναφορά ο Μ.Κ. 3 που να αντιπροσωπεύουν στην Κύπρο την φερόμενη εταιρεία που αναγράφεται στο τεκμήριο 6 και η οποιαδήποτε αναφορά του Μ.Κ. 3 ότι η εταιρεία αυτή δεν υπάρχει, απλά έχει τεθεί υστερόβουλα αφού δεν μπορούσε να αποδειχθεί ούτε καν η σύσταση αυτής της εταιρείας με οποιονδήποτε τρόπο. γ) το δε τεκμήριο 7 επίσης δεν δύναται να έχει οποιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα διότι έχει χρονική ισχύ μεταγενέστερη του ουσιώδη χρόνου, αλλά και το κυριότερο επειδή δεν έχει γίνει διασύνδεση των στοιχημάτων που καλύπτει το εν λόγω τεκμήριο με τα στοιχήματα για τα οποία υπάρχει ισχυρισμός ότι έπαιξε ο κατηγορούμενος, αφού όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω δεν υπάρχει αυτή η μαρτυρία ως προς το είδος και την ποσότητα των στοιχημάτων αφού ο Μ.Κ. 3 δεν είδε τον κατηγορούμενο τι έπαιξε αλλά και επειδή δεν έχει προσκομιστεί οποιοδήποτε απτό και έντυπο αποδεικτικό στοιχείο ως προς αυτά τα στοιχήματα και κατά πόσο καλύπτονταν από το τεκμήριο 7 και γενικά από τον νόμο. δ) Επίσης προκαλεί ιδιαίτερα ερωτηματικά το γεγονός γιατί να μην εκδοθεί μια επιταγή για το ποσό των € 600 που αφορούσε τα ισχυριζόμενα στοιχήματα και απεναντίας να εκδίδεται επιταγή για διπλάσιο ποσό και να γίνεται απαιτητό να επιστρέφονται το υπόλοιπο ποσό σε μετρητά από την στιγμή που ο ίδιος ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν προέβαινε σε τέτοιες πράξεις με πελάτες του. Αποτελεί επίσης μη πειστικό ισχυρισμό του μάρτυρα ότι ο κατηγορούμενος του ανέφερε ότι έκανε όλα αυτά για να μην παίξει και αυτός ο ισχυρισμός κρίνεται ως υστερόβουλος, παιδαριώδης και στερούμενου στοιχειώδους λογικής και πειστικότητας και τέθηκε σε μια απέλπιδα προσπάθεια του μάρτυρα να εντυπωσιάσει και να πείσει για την εκδοχή του. ε) ο ισχυρισμός του Μ.Κ. 3 ότι ο κατηγορούμενος ήρθε στο πρακτορείο του επί σκοπώ διότι η τακτική που έγινε τον ουσιώδη χρόνο έχει γίνει και στο παρελθόν με μικρότερα ποσά χωρίς να υπάρχει πρόβλημα στην εξαργύρωση των επιταγών ουδεμία αποδεικτική βαρύτητα έχουν διότι αυτό δεν καλύπτει τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και γενικά τον ουσιώδη χρόνο της παρούσας υπόθεσης. ζ) τα νέφη αμφιβολίας που έχουν δημιουργηθεί στο μυαλό του Δικαστηρίου πυκνώνουν αναφορικά με τις συνθήκες και τους λόγους για τους οποίους εκδόθηκε η επίδικη επιταγή, διότι το άτομο το οποίο έκαναν αναφορά και οι δύο πλευρές με αντικρουόμενες θέσεις ως προς την εμπλοκή του εν λόγω ατόμου επί αυτού του θέματος, ήτοι ο Ντίνος Αντωνιάδης, δεν έχει προσέλθει στο Δικαστήριο για να δώσει μαρτυρία έτσι ώστε να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει εν΄ όλω ή εν μέρει την εκδοχή οποιουδήποτε από τους διαδίκους και δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοσδήποτε βάσιμος λόγος για την μη κλήτευση του και συνεπώς τα όσα λέχθησαν από αμφότερες τις πλευρές για την εμπλοκή του εν λόγω ατόμου στις συνθήκες και τους λόγους που οδήγησαν στην έκδοση της επίδικης επιταγής πέφτουν στο κενό. η) περαιτέρω αμφιβολίες έχουν δημιουργηθεί στο μυαλό του Δικαστηρίου αναφορικά με τους λόγους και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκε αυτή η επιταγή και παραδόθηκε αλλά και έφτασε στην κατοχή του παραπονούμενου τα οποία θέματα αμφισβητήθηκαν σφοδρά από την υπεράσπιση, διότι αρχικά ο παραπονούμενος και ο Μ.Κ. 3 προσδιορίζουν την συνάντηση τους και την ανταλλαγή της επίδικης επιταγής με μετρητά στις 23/5/2012, ενώ σε κατοπινό στάδιο και πιο συγκεκριμένα κατά το στάδιο της αντεξέτασης του ο Μ.Κ. 3 ανέφερε ότι συνάντησε τον πατέρα του στις 22/5/2012 στο πρακτορείο όπου βρισκόταν και έγινε η ανταλλαγή της επίδικης επιταγής με τα μετρητά, αφήνοντας πλέον μετέωρη κάθε τμήμα της εκδοχής που παρουσίασε η πλευρά του παραπονουμένου. Αν και με την πιο πάνω αξιολόγηση, αναπόφευκτα το Δικαστήριο δεν έχει άλλη επιλογή από του να αθωώσει και να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από την κατηγορία που αντιμετωπίζει λόγω των αμφιβολιών που έχουν δημιουργηθεί στο μυαλό του Δικαστηρίου αναφορικά με το αντάλλαγμα της επίδικης επιταγής αλλά και τις συνθήκες και τους λόγους κάτω από τις οποίες εκδοθηκε αυτή και έφτασε στην κατοχή του παραπονουμένου (βλ. ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ -ν - ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΦΟΥΡΝΙΔΟΥ ΠΟΙΝΙΚΗ ΈΦΕΣΗ 129/2011 18/12/2012), εν τούτοις το Δικαστήριο για σκοπούς πληρότητας θα αξιολογήσει και την μαρτυρία του κατηγορουμένου, ως είναι καθήκον άλλωστε του εκδικάζοντος Δικαστηρίου. Ο κατηγορούμενος άφησε επίσης πολύ κακή εντύπωση στο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τον κατηγορούμενο όταν έδιδε μαρτυρία δια ζώσης μέσα από το εδώλιο του μάρτυρα κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και το Δικαστήριο κρίνει ότι και ο κατηγορούμενος προσήλθε στο Δικαστήριο αποκρύβοντας την αλήθεια, όπως έκαναν άλλωστε και οι Μ.Κ. 1 και 3, κρατώντας την αλήθεια μόνο για τους εαυτούς τους και μακριά από το Δικαστήριο με απώτερο σκοπό να αποπροσανατολίσουν και παραπλανήσουν το Δικαστήριο και θέλοντας επιμελώς να στηρίξουν την δική τους εκδοχή. Ο κατηγορούμενος απαντούσε μετά από σκέψη και διασταγμό, ήταν αμήχανος και ανήσυχος και έχει προσπαθήσει να παρουσιάσει τον εαυτό του ως έναν αφελή αλλά και θύμα που έχει εξαπατηθεί από τον Μ.Κ.
  2. Προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο για την εκδοχή που παρουσίασε, χαρακτηρίζοντας το όλο περιστατικό το οποίο έχει εξιστορίσει ως ΄΄αληθές΄΄, αρχικά ανέφερε ότι έχει δει την άδεια της Μάλτας η οποία υπήρχε στο υποστατικό του Μ.Κ. 3 αλλά σε κατοπινό στάδιο ανέφερε ότι δεν την έχει δει και ότι ο Μ.Κ. 3 απλά του έκανε αναφορά ότι υπήρχε αυτή η άδεια της Μάλτας. Από την μια ο κατηγορούμενος παρουσίαζε τον εαυτό του ως ένα καλόπιστο θύμα που έχει εξαπατηθεί από τον Μ.Κ. 3 και που παρασύρθηκε παίζοντας ΄΄φρουτάκια΄΄, επίσης παρουσίαζε τον εαυτό του ότι είχε αμφιβολίες αναφορικά με την νομιμότητα των παιγνιδιών που έπαιζε και από την άλλη παρουσίαζε τον εαυτό του ως καλό γνώστη αναφορικά με αυτά τα παιγνίδια γνωρίζοντας ακόμα και την προέλευση του σήματος του. Το μόνο τελικά σίγουρο, είναι ότι τα διάδικα μέρη και μόνο γνωρίζουν τι παιγνίδια και στοιχήματα έπαιξε ο κατηγορούμενος, ποιο ήταν το είδος και η ποσότητα τους και κατά πόσο έχουν προβεί σε παράνομα στοιχήματα ή όχι, αφού όπως έχει λεχθεί πιο πάνω τα εμπλεκόμενα μέρη απέκρυψαν από το Δικαστήριο την αλήθεια επί αυτού του θέματος και ως εκ τούτου δεν δύναται το Δικαστήριο να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα επί αυτού του θέματος αφού δεν υπάρχει ένα ασφαλές, στέρεο και αξιόπιστο μαρτυρικό υπόβαθρο περί τούτου. Αυτός ήταν και ο λόγος που ο κατηγορούμενος τεχνηέντως και επιμελώς απέφυγε να χρησιμοποιήσει τον όρο ΄΄παράνομα΄΄ όταν έδιδε οδηγίες δια μέσου του τεκμηρίου 3 για να ανακληθεί η επίδικη επιταγή και χρησιμοποίησε τον γενικό όρο ΄΄παροχή υπηρεσιών με ψευδείς όρους και παραστάσεις - συμμετοχή σε τυχερά παιγνίδια΄΄. Τα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο ο κατηγορούμενος αναφορικά με το τι εννοούσε με αυτήν την φράση, ήτοι ότι έχει παροτρυνθεί ότι θα κέρδιζε ακόμα και το τζακποτ, στερείται κάθε πειστικότητας, σοβαρότητας και λογικής και αυτοί οι ισχυρισμοί κρίνονται ως εκ των υστέρων εφεύρημα για να δικαιολογήσει την ανάκληση της επιταγής για την οποία το Δικαστήριο δεν έχει πεπειστεί για το εύλογο αυτής, διότι και αυτή η ανάκληση είναι μιασμένη από το στοιχείο της αναξιοπιστίας, όπως συμβαίνει άλλωστε και με την εκδοχή που παρουσίασε ο παραπονούμενος και ο Μ.Κ.
  3. Ο όρος ΄΄συμμετοχή σε τυχερά παιγνίδια΄΄ από μόνος του δεν υποδηλώνει αυτομάτως και αυτοδικαίως και παρανομία των παιγνιδιών αυτών για τον απλούστατο λόγο ότι υπάρχουν και νόμιμα τυχερά παιγνίδια και συνακόλουθα ο κατηγορούμενος δεν έπεισε για το δικαιολογημένο της ανάκλησης της επίδικης επιταγής. Τα δε τεκμήρια 9(α)(β)(γ) που παρουσίασε ο κατηγορούμενος ουδεμία αποδεικτική βαρύτητα έχουν διότι αυτά δεν αφορούν την παρούσα υπόθεση και τα γεγονότα αυτής και δεν αφορούν επίσης τον ουσιώδη χρόνο αυτής της υπόθεσης. Συνακόλουθα το Δικαστήριο απορρίπτει και την μαρτυρία του κατηγορουμένου στην ολότητα της ως αναληθή και αναξιόπιστη. ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση λοιπόν την πιο πάνω αξιολόγηση, τα μόνα ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα που δύνανται να εξαχθούν, είναι με βάση την μαρτυρία της Μ.Κ. 2 και πιο συγκεκριμένα ότι η επίδικη επιταγή εκδόθηκε από τον κατηγορούμενο, φέρει ημερομηνία πληρωμής την 22/5/2012, φέρει ως όνομα δικαιούχου τον παραπονούμενο και η πληρωμή αυτής της επιταγής ανακλήθηκε στις 23/5/2012 από τον κατηγορούμενο με την δικαιολογία ΄΄παροχή υπηρεσιών με ψευδείς παραστάσεις - συμμετοχή σε τυχερά παιγνίδια΄΄ και η εν λόγω επιταγή παρουσιάστηκε για πληρωμή από τον παραπονούμενο στις 24/5/2012 και αυτή δεν τιμήθηκε λόγω της πιο πάνω αναφερθείσας ανάκλησης. Όμως το Δικαστήριο, λόγω των αμφιβολιών που έχουν δημιουργηθεί αναφορικά με τις συνθήκες και τους λόγους κάτω από τις οποίες εκδόθηκε η επίδικη επιταγή, το αντάλλαγμα αυτής και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έφτασε η επίδικη επιταγή στην κατοχή του παραπονουμένου, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Επειδή και οι δύο πλευρές δεν έπεισαν για την εκδοχή τους, η μεν πλευρά του παραπονούμενου για το αντάλλαγμα της επιταγής και τις συνθήκες που αυτή εκδόθηκε και έφτασε στην κατοχή του αλλά και η δε πλευρά του κατηγορουμένου για το δικαιολογημένο της ανάκλησης της επίδικης επιταγής, η κάθε πλευρά να επωμιστεί τα δικηγορικά της έξοδα όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.