Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Γεώργιος Δημητρίου, Αρ. Υπόθεσης: 12524/2010, 6/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:B103 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12524/2010 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. Γεώργιος Δημητρίου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 06.11.13 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Για Κατηγορούμενο: κος Δ. Νικόπουλος Κατηγορούμενος: παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της κλοπής υπό αντιπροσώπου κατά παράβαση των άρθρων 255 και 270 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σύμφωνα με τις τροποποιημένες λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι μεταξύ των μηνών Ιουνίου και Ιουλίου του 2008 στην Πάφο, ενώ ήταν πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του Θεοδόση Σάββα Κυριάκου από την Πάφο και ο τελευταίος του εμπιστεύτηκε την πώληση του τεμαχίου γης με αρ. εγγραφής 8921 στην τοποθεσία 'Χολέτρα' (στο εξής το 'ακίνητο') που βρίσκεται στο χωριό Κελοκέδαρα για το ποσό των €25.630, πώλησε το πιο πάνω τεμάχιο γης στην Τροοδία Ηλία από την Πάφο για το ποσό των €153.770,00 και οικειοποιήθηκε το ποσό των €127.370,00 (δεύτερη κατηγορία). Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση των άρθρων 371 και 20 του Κεφ.
- Με βάση τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι μεταξύ των μηνών Ιουνίου και Ιουλίου του 2008 στην Πάφο συνωμότησε με τον Ιορδάνη Κωστέκογλου από τη Λεμεσό με σκοπό να διαπράξουν το προαναφερόμενο κατ' ισχυρισμό αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου (πρώτη κατηγορία). Επίσης, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της άσκησης του επαγγέλματος του κτηματομεσίτη από μη εγγεγραμμένο κτηματομεσίτη κατά παράβαση των άρθρων 2 και 14 του Περί Κτηματομεσιτών Νόμου, Ν.273(Ι)/2004μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σύμφωνα με τις τροποποιημένες λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι μεταξύ των μηνών Ιουνίου και Ιουλίου του 2008 στην Πάφο άσκησε το επάγγελμα του κτηματομεσίτη χωρίς να είναι εγγεγραμμένος κτηματομεσίτης στο μητρώο κτηματομεσιτών (τρίτη κατηγορία). Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής ακούστηκε μαρτυρία από 6 μάρτυρες, ήτοι από την λειτουργό του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου Μαρίας Εύζωνα (ΜΚ1), τη λειτουργό των Εσωτερικών Προσόδων Παναγιώτα Ζήνωνος (ΜΚ2), τον αστυφύλακα 2886 Αλέκο Αλεξάνδρου (ΜΚ3), τον παραπονούμενο Θεοδόση Σάββα Κυριάκου (ΜΚ4), τον επενδυτή ακινήτων Κωνσταντίνο Οικονομίδη (ΜΚ5) και την δικολάβο Μαρία Κυριακίδου (ΜΚ6). Παράλληλα, κατατέθηκαν 18 τεκμήρια και ένα τεκμήριο 'Α' προς αναγνώριση. Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, όπως προκύπτει από την μαρτυρία των προαναφερθέντων μαρτύρων, συνοψίζεται ως εξής: Η ΜΚ1 κατά τον κρίσιμο χρόνο που έγινε η μεταβίβαση του ακινήτου εργαζόταν στον κλάδο αποδοχής μεταβιβάσεων του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου. Στην γραπτή κατάθεση ημερομηνίας 24.02.09 που έδωσε στην αστυνομία και κατατέθηκε στην παρούσα διαδικασία ως Τεκμήριο 1 αναφέρει ότι στις 07.07.08, στα πλαίσια μεταβίβασης του πιο πάνω ακινήτου, παρουσιάστηκαν ενώπιον της ο κατηγορούμενος ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του παραπονούμενου (δικαιοπάροχος-ιδιοκτήτης και πωλητής του επιδίκου ακινήτου) και ο Ιορδάνης Κωστέκογλου ως αντιπρόσωπος της Τροοδίας Ηλίας (δικαιοδόχος-αγοράστρια του επιδίκου ακινήτου). Όπως η εν λόγω μάρτυρας ακολούθως είπε, στη συνάντηση εκείνη ρώτησε τον κατηγορούμενο αν του πληρώθηκε το ποσό των €153.770,00 και ότι αυτός της απάντησε ότι το πληρώθηκε. Αφού ο κατηγορούμενος και ο Κωστέκογλου συμφώνησαν σε όλα όσα η μάρτυρας τους ανάγνωσε και αφού έγινε εκτίμηση του επιδίκου τεμαχίου από τον κλάδο εκτιμήσεων, το ύψος της οποίας συμφωνούσε με το τίμημα πώλησης και πληρώθηκαν τα μεταβιβαστικά τέλη, η μεταβίβαση του ακινήτου ολοκληρώθηκε. Στη συνέχεια η μάρτυρας κατάθεσε ως Τεκμήριο 2 δέσμη εγγράφων που καταχωρήθηκαν στο κτηματολόγιο στα πλαίσια μεταβίβασης του πιο πάνω ακινήτου όπως: (α) Δήλωση Μεταβιβάσεως Ακινήτου (Τύπος Ν.270), την οποία υπογράφουν εκ μέρους και για λογαριασμό του παραπονούμενου-δικαιοπάροχου ο κατηγορούμενος δυνάμει ειδικού πληρεξουσίου εγγράφου και της Τροοδίας Ηλία-δικαιοδόχου ο Κωστέκογλου επίσης δυνάμει ειδικού πληρεξουσίου εγγράφου, όπου δηλώνεται ως τίμημα πώλησης το ποσό των €153.770,00, το οποίο θεωρήθηκε από τους λειτουργούς του κτηματολογίου ικανοποιητικό σε σημερινές τιμές με την μεταβίβαση να εγκρίνεται στις 14.07.
- (β) Πιστοποιητικό διευθέτησης φορολογικής υποχρέωσης φόρου ακίνητης ιδιοκτησίας/κεφαλαιουχικών κερδών (Έντυπο Ν.313) σε σχέση με το επίδικο ακίνητο στη βάση δηλωμένου τιμήματος πώλησης το ποσό των €153.770,
- (γ) Απόδειξη πληρωμής μεταβιβαστικών τελών ύψους €5.980,33 ημερομηνίας 07.07.08 εις το όνομα της Τροοδίας Ηλία. Η ΜΚ2, η οποία εργάζεται στο Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων στην Πάφο, στη δική της κατάθεση ημερομηνίας 03.11.08 στην αστυνομία που κατατέθηκε στην παρούσα διαδικασία ως Τεκμήριο 3 αναφέρει ότι ο κεφαλαιουχικός φόρος σε σχέση με το επίδικο ακίνητο υπολογίστηκε στο ποσό των €26.852,14, το οποίο και πληρώθηκε με επιταγή της δικολάβου Μαρίας Κυριακίδου. Ακολούθως, η μάρτυρας κατάθεσε ως Τεκμήριο 4 δέσμη εγγράφων που καταχωρήθηκαν στο τμήμα εσωτερικών προσόδων στα πλαίσια μεταβίβασης του πιο πάνω ακινήτου όπως: (α) Δήλωση διάθεσης ακίνητης ιδιοκτησίας-έντυπο υπολογισμού φόρου κεφαλαιουχικών κερδών στο ποσό των €26.852,14, υπογραμμένη από τον κατηγορούμενο εκ μέρους και για λογαριασμό του παραπονούμενου ως διαθέτη. (β) Γραπτή εξουσιοδότηση στη δικολάβο Μαρία Κυριακίδου (ΜΚ6) από τον κατηγορούμενο για να προσέλθει στο Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων και καταθέσει την πιο πάνω δήλωση διάθεσης ακίνητης ιδιοκτησίας και έντυπο υπολογισμού φόρου κεφαλαιουχικών κερδών, εξασφαλίσει οποιαδήποτε πληροφορία που αφορούσε φορολογική υποχρέωση του παραπονούμενου σε σχέση με το επίδικο ακίνητο και εξασφάλιση του απαλλακτικού εντύπου Ν.313 για το εν λόγω ακίνητο. Η εξουσιοδότηση αυτή κατατέθηκε στο Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων στις 04.07.
- (γ) Δήλωση ακίνητης ιδιοκτησίας ημερομηνίας 03.07.08 υπογραμμένη από τον κατηγορούμενο και καταχωρημένη στο Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων στις 04.07.
- (δ) Η επιταγή υπ' αριθμό 00776179 της Societe Generale με ημερομηνία πληρωμής 07.07.08 υπογεγραμμένη από τη δικολάβο Μαρία Κυριακίδου για το ποσό των €26.852,14 με την οποία πληρώθηκε ο φόρος κεφαλαιουχικών κερδών. (ε) Η απόδειξη πληρωμής του φόρου κεφαλαιουχικών κερδών ημερομηνίας 07.07.08 εκδομένης εις το όνομα του παραπονούμενου. Ο ΜΚ3, αστυφύλακας 2886 Αλέκο Αλεξάνδρου, είναι το πρόσωπο που κατέγραψε την καταγγελία του παραπονούμενου στις 18.07.08 και έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο στις 10.02.10, την οποία και κατάθεσε ως Τεκμήριο 7 στην παρούσα διαδικασία, πράγμα που ανάφερε στη δική του γραπτή κατάθεση ημερομηνίας 08.03.10 που κατατέθηκε και αυτή στην διαδικασία αυτή ως Τεκμήριο
- Είναι ακόμη αυτός που κατηγόρησε στις 10.02.10 τον κατηγορούμενο σε γραπτό έντυπο τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει στο παρόν κατηγορητήριο, το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Επίσης κατάθεσε ως Τεκμήριο 9 την πρώτη σελίδα αγοραπωλητηρίου εγγράφου που στις 14.07.08 φαίνεται να βρισκόταν στην κατοχή της εταιρείας Damalona Ltd στα γραφεία της στη Λεμεσό και με το οποίο σημειώνεται πώληση του επιδίκου τεμαχίου στην Τροοδία Ηλία για το ποσό των €155.000,00, από τις οποίες €55.000,00 θα πληρώνονταν με την υπογραφή του εγγράφου και οι υπόλοιπες €100.000,00 ταυτόχρονα με τη μεταβίβαση του ακινήτου. Όπως ο μάρτυρας εξήγησε το έγγραφο αυτό του το έδωσε ο παραπονούμενος όταν το παρέλαβε από το γραφείο της δικολάβου Κυριακίδου. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του ο εν λόγω μάρτυρας κατάθεσε ως Τεκμήριο 6 γραπτή κατάθεση ημερομηνίας 03.02.09 του Ιορδάνη Κωστέκογλου με την οποία αναφέρεται ότι η Τροοδία Ηλία του έδωσε το ποσό του τιμήματος πώλησης, ήτοι τα €153.770,00 σε 3-4 επιταγές, το οποίο και διέθεσε εξ' ολοκλήρου για την αγορά του εν λόγω ακινήτου. Από το συνολικό ποσό του τιμήματος πώλησης €101.000,00 τις έδωσε ο ίδιος σε μετρητά στον κατηγορούμενο ένα λεπτό πριν από την μεταβίβαση του πιο πάνω ακινήτου ενώ το υπόλοιπο ποσό των €52.770,00 μείον €26.852,00 που χρησιμοποιήθηκαν για την πληρωμή του φόρου κεφαλαιουχικών κερδών δόθηκαν στην πλευρά του παραπονούμενου. Την ημέρα της μεταβίβασης του εν λόγω ακινήτου στο κτηματολόγιο εμφανίστηκε ο ίδιος για την Τροοδία Ηλία και ο κατηγορούμενος ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του παραπονούμενου. Όπως ο μάρτυρας αυτός είπε, εκείνη την ημέρα αφού η υπάλληλος του κτηματολογίου ανάφερε ότι το εν λόγω ακίνητο μεταβιβάζεται από τον παραπονούμενο στην Τροοδία Ηλία για το ποσό των €153.770,00 στη συνέχεια ρώτησε τον κατηγορούμενο αν πληρώθηκε αυτό το ποσό και ότι αυτός απάντησε καταφατικά. Ο ίδιος δεν πήρε προμήθεια για την αγορά του συγκεκριμένου ακίνητο. Καταλήγοντας, ο ΜΚ3 παρουσίασε ως Τεκμήριο 10 γραπτή κατάθεση της Τροοδίας Ηλία στην αστυνομία ημερομηνίας 29.07.09 με την οποία δηλώνεται ότι προχώρησε με την υποθήκευση του συγκεκριμένου ακινήτου αρχικά στη Λαϊκή Τράπεζα και μετά στην ΣΠΕ Στροβόλου στα πλαίσια εξασφάλισης δανείου ύψους €155.000,
- Το έγγραφο υποθήκης του επιδίκου ακινήτου, το οποίο κατατέθηκε στην παρούσα διαδικασία ως Τεκμήριο 11, φέρει ημερομηνία υπογραφής του από την Ηλία και αρμοδίους υπαλλήλους της ΣΠΕ Στροβόλου στις 09.07.09 και αφορά υποθήκευση όλου του μεριδίου του εν λόγω ακιμήτου για το ποσό των €155.000,
- Ο ΜΚ4, παραπονούμενος στην υπόθεση αυτή, αφού υπέδειξε τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο στο οποίο υπέγραψε το πληρεξούσιο έγγραφο πώλησης του ακινήτου του που αυτός ετοίμασε, παρουσίασε δύο γραπτές καταθέσεις του ημερομηνίας 18.07.08 και 02.12.09 που έδωσε στην αστυνομία και παρουσίασε στη διαδικασία αυτή ως Τεκμήρια 12 και 13 αντίστοιχα μέσα από τις οποίες αναφέρει ότι τον Ιούνιο του έτους 2008 ο κατηγορούμενος ανέλαβε την πώληση του επιδίκου τεμαχίου. Όπως ο παραπονούμενος είπε, ο κατηγορούμενος του ανάφερε ότι αγοραστής επιθυμούσε να αγοράσει το ακίνητο προσφέροντας το ποσό των €26.630,00 πλέον το ποσό που αναλογούσε στο φόρο μεταβίβασης του χωρίς όμως ποτέ να του αναφέρει το όνομα του αγοραστή. Μετά πάροδο 2 ημερών ο κατηγορούμενος του παρέδωσε το χρηματικό ποσό των €5.000,00 ως προκαταβολή χωρίς να ζητήσει απόδειξη και του είπε ότι θα του έδινε το υπόλοιπο ποσό των €20.630,00 με τη μεταβίβαση, πράγμα που έπραξε στις 07.07.08 στην παρουσία του φίλου του Ανδρέα Παναγιώτου χωρίς πάλι να ζητήσει απόδειξη. Όπως ο παραπονούμενος είπε, ο κατηγορούμενος του είχε αναφέρει ότι στις 07.07.08 εμφανίστηκε εκ μέρους του στο κτηματολόγιο και υπέγραψε τη μεταβίβαση του ακινήτου. Αυτό προκάλεσε την υποψία του παραπονούμενου και σε συνεννόηση με τη σύζυγο του η τελευταία επισκέφτηκε το Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων στην Πάφο και αφού παρέλαβε αντίγραφο της δήλωσης διάθεσης ακίνητης ιδιοκτησίας διαπίστωσαν ότι το επίδικο ακίνητο είχε πωληθεί για το ποσό των €153.770,
- Όταν ο παραπονούμενος έθεσε το γεγονός αυτό υπόψη του κατηγορουμένου ο τελευταίος ενώ αρχικά επέμεινε ότι το τίμημα πώλησης ήταν €26.630,00 ακολούθως και όταν του υποδείχτηκε το πιο πάνω έντυπο του τμήματος εσωτερικών προσόδων αυτός του ανάφερε ότι τον ξεγέλασαν χωρίς όμως να του διευκρινίζει ποιος τον ξεγέλασε. ΜΚ5 ήταν ο επενδυτής ακινήτων Κωνσταντίνος Οικονομίδης, ο οποίος αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως τον κοινοτάρχη του χωριού Αμαργέτης. Μέσα από τη γραπτή κατάθεση του ημερομηνίας 04.03.09 που έδωσε στην αστυνομία και κατατέθηκε στην παρούσα διαδικασία ως Τεκμήριο 14 αναφέρει ότι στις 18.06.08 στο γραφείο του Κώστα Θεοφάνους στη Γεροσκήπου ήταν παρών κατά την υπογραφή μιας συμφωνίας που αφορούσε την πώληση του επιδίκου ακινήτου στην εταιρεία Adin Properties Ltd, της οποίας διευθυντής ήταν ο Ιορδάνης Κωστέκογλου για το ποσό των €29.900,
- Ως μάρτυρες της συμφωνίας αυτής υπέγραψε ο ΜΚ5 και ο Κώστας Θεοφάνους. Αντίγραφο της συμφωνίας αυτής που φέρει ημερομηνία 18.07.08 κατατέθηκε από τον εν λόγω μάρτυρα ως Τεκμήριο 'Α' προς αναγνώριση. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, τη συμφωνία αυτή υπέγραψαν ο κατηγορούμενος ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του παραπονουμένου, ιδιοκτήτη του επιδίκου τεμαχίου και ο Κωστέκογλου εκ μέρους και για λογαριασμό της εταιρείας Adin Properties Ltd. ΜΚ6 ήταν η δικολάβος Μαρία Κυριακίδου, η οποία στη μαρτυρία της στο Δικαστήριο ανάφερε ότι η επιταγή υπ' αριθμό 00776179 της Societe Generale (μέρος του Τεκμηρίου 4) αφορά την πληρωμή του φόρου που προέκυψε από την πώληση του επιδίκου ακινήτου. Η εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι η εργασία που ανέλαβε ήταν η συμπλήρωση των εντύπων χωρίς να έχει οποιοδήποτε κέρδος με εξαίρεση το ποσό αμοιβής που δηλώνει στην κατάθεση της ημερομηνίας 05.08.08 που έδωσε στην αστυνομία και κατατέθηκε στην παρούσα διαδικασία ως Τεκμήριο
- Μέσα από την γραπτή κατάθεση της αυτή η ΜΚ6 αναφέρει ότι έχει συνεργαστεί ξανά στο παρελθόν με τον κατηγορούμενο για μεταβιβάσεις ακινήτων έναντι αμοιβής. Όπως η εν λόγω μάρτυρας διευκρίνισε, ότι είχε συμπληρώσει έναντι πληρωμής έντυπα μεταβίβασης ακίνητης ιδιοκτησίας που αφορούν τον φόρο κεφαλαιουχικών κερδών και το κτηματολόγιο για λογαριασμό του κατηγορουμένου. Σε σχέση με την υπόθεση αυτή η ΜΚ6 ανάφερε ότι τον Ιούλιο του 2008 ο κατηγορούμενος ήλθε στο γραφείο της και της ανάθεσε να αναλάβει τη συμπλήρωση των απαραίτητων εντύπων που αφορούν τη μεταβίβαση του επιδίκου ακινήτου. Όπως η μάρτυρας αυτή είπε, για την γραφειακή αυτή εργασία πληρώθηκε από τον κατηγορούμενο με το ποσό των €120,00, χωρίς να λάβει οποιαδήποτε προμήθεια για την πώληση του επιδίκου ακινήτου. Αντεξεταζόμενη η ΜΚ6 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, ότι κάποιος της έδωσε τα χρήματα, δίχως να θυμάται όμως ποιος, για να πληρωθεί ο φόρος κατόπιν διακανονισμού των δύο συμβαλλομένων μερών χωρίς να έχει οποιαδήποτε ανάμειξη αλλά διεκπεραιώνοντας απλά διευκόλυνση. Σύμφωνα με τη μάρτυρα αυτή, όλα τα έντυπα ήταν συμπληρωμένα πριν να υπογραφούν από τα μέρη, τα οποία και τα δύο θεωρούσε ως πελάτες της. Ακολούθως, κατατέθηκαν από κοινού οι καταθέσεις των Γιώργου Σωτηριάδη ημερομηνίας 12.01.09, υπεύθυνου στον κλάδο εγγραφών στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου, Κώστα Θεοφάνους ημερομηνίας 18.03.09, φίλος του κατηγορουμένου και Γεώργιου Αραούζου ημερομηνίας 12.02.10, λειτουργός στο Συμβούλιο Εγγραφής Κτηματομεσιτών στην αστυνομία ως Τεκμήρια 15, 16 και 18, το περιεχόμενο των οποίων είναι παραδεκτό από τα μέρη ως προς την αλήθεια του. Μέσα από το Τεκμήριο 15, ο Σωτηριάδης ανάφερε ότι η μεταβίβαση του επιδίκου ακινήτου έγινε στις 30.07.08 στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου από τους αντιπροσώπους του παραπονούμενου-πωλητή και Τροοδίας Ηλία που ήταν ο κατηγορούμενος εκ μέρους και για λογαριασμό του πρώτου και του Κωστέκογλου εκ μέρους και για λογαριασμό της δεύτερης στη βάση ειδικών πληρεξουσίων εγγράφων και στην παρουσία της υπευθύνου του κλάδου μεταβιβάσεων. Μέσα από το Τεκμήριο 16, ο Θεοφάνους αναφέρει ότι στις 18.07.08 στο γραφείο του υιού του στη Γεροσκήπου υπογράφτηκε το Τεκμήριο 'Α' προς αναγνώριση από τον κατηγορούμενο εκ μέρους και για λογαριασμό του παραπονούμενου και κάποιου αντιπροσώπου της εταιρείας Adin Properties Ltd, του οποίου δεν θυμάται το όνομα του. Ο ίδιος υπέγραψε ως μάρτυρας στη συμφωνία όπως και ο Οικονομίδης (ΜΚ5) με τις υπογραφές των πιο πάνω αντιπροσώπων των συμβαλλομένων μερών να θέτονται στην παρουσία του. Όπως ο μάρτυρας είπε, δυνάμει της συμφωνίας ο παραπονούμενος πωλούσε το επίδικο ακίνητο στην εταιρεία Adin Properties Ltd. Μέσα από το Τεκμήριο 18, ο Αραούζος αναφέρει ότι κατόπιν ελέγχου του μητρώου εγγραφής κτηματομεσιτών διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν είναι εγγεγραμμένος κτηματομεσίτης και ούτε κατά τον ουσιώδη χρόνο του παρόντος κατηγορητηρίου κατείχε άδεια από το Συμβούλιο Εγγραφής Κτηματομεσιτών να ασκεί το επάγγελμα του κτηματομεσίτη. Γι' αυτό και μέσα από την εν λόγω κατάθεση υποβλήθηκε σχετική καταγγελία στην αστυνομία. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως εισηγήθηκε, με βάση το άρθρο 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και ότι το Δικαστήριο πρέπει να τον αθωώσει σε αυτό το στάδιο. Σε σχέση με την πρώτη κατηγορία ο κύριος Νικόπουλος ανάφερε ότι δεν υπάρχει καμία απολύτως μαρτυρία που να δείχνει ότι ο κατηγορούμενος καθ' οιονδήποτε τρόπο συναντήθηκε ή συνεννοήθηκε με τον Κωστέκογλου να διαπράξουν το αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου. Όσον αφορά τη δεύτερη κατηγορία είναι η θέση του εν λόγω συνηγόρου ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία που να αναδεικνύει τα συστατικά στοιχεία του κατ' ισχυρισμό αυτού αδικήματος ενώ επιπλέον η μαρτυρία που υπάρχει είναι αντιφατική και αστήρικτη. Σχετικά με την τρίτη κατηγορία ο κύριος Νικόπουλος ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία που να λέει ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε ως κτηματομεσίτης ή ότι έλαβε οποιαδήποτε αμοιβή. Από την άλλη η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι μέσα από τη μαρτυρία που προσκομίστηκε έχουν αποδειχτεί όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων της δεύτερης και τρίτης κατηγορίας στο κατηγορητήριο και γι' αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να καλέσει τον κατηγορούμενο σε απολογία στις εν λόγω κατηγορίες. Μέσα από τη δική της νομική επιχειρηματολογία η κυρία Παπαλαζάρου ευσεβάστως επισήμανε ότι υπάρχει μαρτυρία που δείχνει ότι ο κατηγορούμενος πώλησε κατ' επανάληψη διάφορα τεμάχια χρησιμοποιώντας τις υπηρεσίες της ΜΚ6 καθιστώντας τον έτσι υπόλογο στο κατ' ισχυρισμό αδίκημα της τρίτης κατηγορίας. Αναφορικά με τη δεύτερη κατηγορία, η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι οι μαρτυρίες των ΜΚ1 και ΜΚ6 περί ανάγνωσης σε δυνατό τόνο του ποσού της πράξης της μεταβίβασης στην παρουσία του κατηγορουμένου καθώς και της ύπαρξης δυνατότητας από τον κατηγορούμενο πρώτα να τα επιθεωρήσει και μετά να τα υπογράψει αλλά και των Τεκμηρίων 4 και 15 είναι επαρκής για να κληθεί ο κατηγορούμενος σε απολογία για το εν λόγω κατ' ισχυρισμό αδίκημα. Αντίθετα η κυρία Παπαλαζάρου συμφώνησε ότι δεν έχουν αποδεικτεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συνομωσίας στην πρώτη κατηγορία. Πλήρης έκταση των όσο ανέφεραν για υποστήριξη των θέσεων τους αμφότεροι οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους έχουν καταγραφεί στα πρακτικά και αποτελούν μέρος του φακέλου της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους από το Δικαστήριο και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί στην παρούσα απόφαση επειδή κάτι τέτοιο δεν εξυπηρετεί κανένα πρακτικό σκοπό. Αναφορικά με την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν το θέμα έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 C.L.R 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
- Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
- Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
- Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή υποκειμενική αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του αλλά περιορίζεται σε αντικειμενική και προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και να έχει ως αντικειμενικό έρεισμα ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα, χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που έχει δοθεί με την συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. (βλέπε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας και άλλος
(2000)2 Α.Α.Δ. 191, Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 και Γενικός Εισαγγελέας v. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Χαρακτηριστικό ακόμη είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείνει η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας". Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως" υποδηλώνει, η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως δηλαδή μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας." Ως προς τον βαθμό απόδειξης που πρέπει να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: "Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. ............................. Στην υπόθεση R ν. Hipson
(1969)Cr. L.R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η κατηγορούσα αρχή." Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Δράκου κ.α., Ποινικές Εφέσεις 5-9/2012 ημερομηνίας 11.12.12 (απόφαση πλειοψηφίας) έγινε ανασκόπηση της νομολογίας αναφορικά με το εκ πρώτης όψεως στάδιο. Μία από τις υποθέσεις στην οποία γίνεται αναφορά είναι η αγγλική υπόθεση R v. Galbraith
(1981)2 All E.R. 1060 στην οποία με το πιο κάτω απόσπασμα καταγράφεται η προσέγγιση που καλείται το Δικαστήριο να υιοθετήσει στο στάδιο ολοκλήρωσης της παρουσίασης της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής: "How then should be judge approach a submission of ´no case´?
(1)If there is no evidence that the crime alleged has been committed by the defendant, there is no difficulty. The judge will of course stop the case.
(2)The difficulty arises where there is some evidence but it is of a tenuous character, for example because of inherent weakness or vagueness or because it is inconsistent with other evidence. (
- a)Where the judge comes to the conclusion that the prosecution evidence, taken at its highest, is such that a jury properly directed could not properly convict upon it, it is his duty, upon a submission being made, to stop the case. (
- b)Where however the prosecution evidence is such that its strength or weakness depends on the view to be taken of a witness´s reliability, or other matters which are generally speaking within the province of the jury and where on one possible view of the facts there is evidence upon which a jury could properly come to the conclusion that the defendant is guilty, then the judge should allow the matter to be tried by the jury." Η υιοθέτηση της πιο πάνω αγγλικής υπόθεσης στην κυπριακή νομολογία (Azinas et al v. Police
(1981)2 CLR 9, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191) την κατέστησε καθοδηγητική αυθεντία. Ειδικότερα στην υπόθεση Παναγιώτου ν. Αστυνομίας και άλλος
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, που δεν είναι η θέση των εφεσειόντων επί του προκειμένου, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί." Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, θα εξετάσω κατά πόσο ο κατηγορούμενος θα πρέπει να κληθεί σε απολογία για τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει στη βάση της προσκομισθείσας από την κατηγορούσα αρχή μαρτυρίας αντικειμενικά ιδωμένη, χωρίς να υπεισέρχομαι σε κρίση επί της αξιοπιστίας αυτής και δίχως να καταλήγω σε οποιαδήποτε ευρήματα και συμπεράσματα. Το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος που είναι η πρώτη κατηγορία που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει διέπεται από το άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων, το περιεχόμενο του οποίου εκτίθεται πιο κάτω: "Όποιος συνωμοτεί με άλλο να διαπράξει κακούργημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου η οποία αν διενεργόταν στη Δημοκρατία θα ήταν κακούργημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος κακουργήματος και αν δεν προνοείται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή προκειμένου για κακούργημα που επισύρει κατά ανώτατο όριο ποινή κατώτερη από τη φυλάκιση επτά χρόνων, σε τέτοια κατώτερη ποινή." Με βάση τα όσα έχουν λεχθεί σχετικά στην υπόθεση Giani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134: "... το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέραν από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απότυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. (Βλέπε Μulcany v. R.
(1868)L.R.34 H.L.328, O/Connell v. R.
(1844)5 St. Tr. (N.S.) 1, R. v. Aspinall
(1876)2 Q.B.D. 48, Archbold, ανωτέρω, σλ. 2035, παράγρ. 28-4.) Τα άρθρα 371 και 372 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 ενσωματώνοντας την πιο πάνω κατά το κοινοδίκαιο έννοια του αδικήματος της συνωμοσίας, κατατάσσουν το αδίκημα στην κατηγορία του κακουργήματος ή του πλημμελήματος ανάλογα με το κατά πόσον αντικείμενο της συνωμοσίας είναι η διάπραξη κακουργήματος ή πλημμελήματος ή η πραγματοποίηση των σκοπών που εξειδικεύονται στο άρθρο 373." Συνεπώς, η ουσία του αδικήματος της συνωμοσίας δεν συνίσταται στην εκτέλεση της παράνομης πράξης ή στην πραγματοποίηση του σκοπού της συνωμοσίας. H εκδήλωση (actus reus) του αδικήματος της συνωμοσίας έγκειται στη συμφωνία δύο ή περισσοτέρων προσώπων να διαπράξουν μια παράνομη πράξη ή να εκτελέσουν μια νόμιμη πράξη με παράνομα μέσα. Όταν τα εμπλεκόμενα πρόσωπα συμφωνήσουν να πραγματοποιήσουν το εγκληματικό τους σχέδιο, η πλοκή (the plot) να το πράξουν αποτελεί και την εγκληματική ενέργεια και με τη συμφωνία το αδίκημα της συνομωσίας έχει πλέον συντελεστεί (βλέπε αγγλικό νομικό σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence & Practice 2004, παρ. 34-4). Η βάση της κατηγορίας της συνομωσίας είναι η συμφωνημένη συμπεριφορά. Είναι λοιπόν άνευ σημασίας το κατά πόσον αυτό που τελικώς πραγματοποιείται διαφέρει από τα συμφωνηθέντα. Επίσης, ενόσω ο σχεδιασμός παραμένει στο στάδιο της πρόθεσης μόνον δεν υπάρχει αδίκημα. Ακόμη δεν υπάρχει συνωμοσία όταν οι διαπραγματεύσεις για οποιοδήποτε λόγο δεν επιφέρουν στέρεα συμφωνία μεταξύ των μερών (βλέπε αγγλικό νομικό σύγγραμμα Blackstones Criminal Practice 2003 παρ. Α6.14, σελ.90). Από την άλλη είναι δυνατό να υπάρξει συνωμοσία ακόμα και σε περιπτώσεις όπου κάποιοι εκ των συνωμοτών δεν έχουν ποτέ συναντηθεί φτάνει να καταδειχθεί ότι συμμετείχαν σε κάποιον κοινό σχεδιασμό, γνωρίζοντας ότι υφίστατο και ευρύτερο σχέδιο, στο οποίο συνέδεαν τον εαυτό τους (βλέπε Barratt
(1996)Crim. L.R. 495). Η συμφωνία των συνωμοτών είναι η προώθηση της πρόθεσης την οποία ο καθένας είχε συλλάβει στο μυαλό του και η οποία μετατρέπεται από κρυφή πρόθεση σε ανοικτή ενέργεια αμοιβαίων διαβουλεύσεων και τελικώς σε συμφωνία. Δεν είναι επομένως αρκετό ότι δύο ή περισσότερα πρόσωπα επιδιώκουν τον ίδιο παράνομο στόχο στον ίδιο χρόνο ή στο ίδιο μέρος, αλλά θα πρέπει ν' αποδειχθεί και σύμπτωση στο μυαλό τους για τον επιδιωκόμενο παράνομο σκοπό. Η συμφωνία κανονικά αποδεικνύεται με την προσκόμιση μαρτυρίας, η οποία να δείχνει είτε άμεσα την ύπαρξη της είτε ότι αυτή τίθεται σ' εφαρμογή και εξάγονται συμπεράσματα από την κοινή δράση. Χρειάζεται λοιπόν απαραίτητα συμφωνία και πρόθεση υλοποίησης της παράνομης πράξης. Η πρόθεση αυτή αποτελεί την ένοχη σκέψη (mens rea) που είναι προαπαιτούμενη για τη διάπραξη του αδικήματος (βλ. Yip Chieu-Chung v. The Queen
(1995)1 AC 111). Για να στοιχειοθετηθεί συνωμοσία θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η συμφωνηθείσα διαγωγή προϋπόθετε τη διάπραξη από ένα ή περισσότερα των μερών της συμφωνίας, κάποιου αδικήματος ή κάποιων αδικημάτων. Απλή γνώση ή και πρόθεση δεν αρκεί για στοιχειοθέτηση του αδικήματος (βλ. R v. Anderson
(1986)A.C. 27, H.L). Μέσα από αντικειμενική θεώρηση της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής περιλαμβανομένων των πιο πάνω σημείων της και χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε υποκειμενική αξιολόγηση αυτής ή να καταλήγει σε οποιαδήποτε συμπεράσματα ή ευρήματα, παρατηρώ ότι δεν υπάρχει οτιδήποτε που εκ πρώτης όψεως φανερώνει ότι υπήρξε συνεννόηση μεταξύ του κατηγορουμένου και του Κωστέκογλου ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου με σκοπό την κλοπή περιουσίας του παραπονούμενου. Δεν υπάρχει ακόμη ίχνος μαρτυρίας που εκ πρώτης όψεως να δείχνει συμμετοχή του κατηγορουμένου με τον Κωστέκογλου ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο στην εξωτερίκευση και εφαρμογή αμοιβαίων διαβουλεύσεων και συζητήσεων με προοπτική την κλοπή περιουσίας από τον κατηγορούμενο. Επίσης, δεν έχω παρατηρήσει οτιδήποτε που στην όψη του και μόνο αντικειμενικά ιδωμένο θα δημιουργούσε εντύπωση καταρτισμού συμφωνίας με σκοπό την κοινή δράση μέσα από κοινό σχεδιασμό με προοπτική την κλοπή περιουσίας του παραπονούμενου. Ούτε παρατηρείται οτιδήποτε που τείνει να καταδείξει κοινή πρόθεση υλοποίησης τέτοιας παράνομης ενέργειας. Το αδίκημα της κλοπής από αντιπρόσωπο που είναι η δεύτερη κατηγορία που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει διέπεται από το άρθρο 270 του Κεφ.154. Μία μορφή διάπραξης του αδικήματος προέρχεται μέσα από την κλοπή προϊόντος που απορρέει από διάθεση περιουσίας και το οποίο προϊόν λήφθηκε από τον κατηγορούμενο δυνάμει πληρεξουσιότητας για τέτοια διάθεση και με εντολή συγκεκριμένου προορισμού. Τα συστατικά στοιχεία εδώ είναι: (α) Η ιδιοκτησία κινητής και/ή ακίνητης περιουσίας από τον παραπονούμενο και (β) η οποία περιουσία δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου δίδεται στον κατηγορούμενο και (γ) με σκοπό τη διάθεση της και (δ) το προϊόν που αποκτάται από τη διάθεση της περιουσίας δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου, είτε ολόκληρο είτε μέρος του (ε) δεν εξυπηρετεί το σκοπό του προορισμού του. Με μια αντικειμενική θεώρηση του συνόλου της μαρτυρίας που προσάχθηκε για την κατηγορούσα αρχή περιλαμβανομένων των πιο πάνω σημείων της και χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε υποκειμενική αξιολόγηση αυτής ή να καταλήγει σε οποιαδήποτε συμπεράσματα ή ευρήματα, εξόφθαλμα παρατηρώ ότι στοιχειοθετούνται εξ' αντικειμένου όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι διέπραξε. Συγκεκριμένα, τα Τεκμήρια 1, 2, 3, 4, 15 και οι μαρτυρίες των ΜΚ1 και ΜΚ2 και όχι μόνο δημιουργούν εκ πρώτης όψεως υπόθεση σε σχέση με την δεύτερη κατηγορία του κατηγορητηρίου. Το δε αδίκημα της άσκησης του επαγγέλματος του κτηματομεσίτη από μη εγγεγραμμένο κτηματομεσίτη που είναι η τρίτη κατηγορία που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, εμπίπτει, με βάση τον χρόνο που οι τροποποιημένες πλέον λεπτομέρειες της συγκεκριμένης κατηγορίας επικαλούνται και που είναι το έτος 2008, στις διατάξεις προγενέστερης νομοθεσίας, ήτοι του Περί Κτηματομεσιτών Νόμου του 2004 (Ν.273(Ι)/2004), ο οποίος από τις 16.07.10 αντικαταστάθηκε από τον Περί Κτηματομεσιτών Νόμο του 2010 (Ν.71(Ι)/2010). Σύμφωνα με το άρθρο 14 του Ν.273(Ι)/2004: "
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, κανένα πρόσωπο δε δικαιούται- (α) να ασκεί το επάγγελμα του κτηματομεσίτη ή με οποιοδήποτε τρόπο να ενεργεί ως κτηματομεσίτης ή να προβάλλεται ή διαφημίζεται ως κτηματομεσίτης ή να επαγγέλλεται με οποιοδήποτε όνομα, επωνυμία ή τίτλο στον οποίο περιέχονται οι λέξεις "κτηματομεσίτης", "κτηματομεσιτικοί σύμβουλοι", "κτηματομεσιτικές επιχειρήσεις" ή "κτηματομεσιτεία" ή άλλες παρόμοιες φράσεις ή λέξεις ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο αφήνει να νοηθεί ότι πραγματοποιεί κτηματομεσιτεία, ή (β) να αξιώσει ή εισπράξει οποιαδήποτε αμοιβή αναφορικά με υπηρεσίες που παρασχέθηκαν και έχουν σχέση, άμεση ή έμμεση, με την εργασία του κτηματομεσίτη, εκτός αν το πρόσωπο αυτό είναι εγγεγραμμένος κτηματομεσίτης και κατέχει ισχύουσα ετήσια άδεια άσκησης του επαγγέλματος που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 15.
(2)Πρόσωπο το οποίο ενεργεί κατά παράβαση των διατάξεων του εδαφίου
(1)είναι ένοχο αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.
(3)Για τους σκοπούς ποινικής δίωξης για το αδίκημα που προβλέπεται στο εδάφιο
(2), πρόσωπο θα θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι ασκεί το επάγγελμα του κτηματομεσίτη ή άλλως πως πραγματοποιεί κτηματομεσιτεία, αν με οποιοδήποτε τρόπο διαφημίζει ή προβάλλει ή προτείνει οποιαδήποτε κτηματική αγορά ή πώληση ή άλλη κτηματική συναλλαγή αναφορικά με ακίνητη ιδιοκτησία, η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν είναι εγγεγραμμένη στο όνομά του ή στο όνομα συγγενικού του εξ αίματος ή εξ αγχιστείας προσώπου μέχρι δευτέρου βαθμού ή σε εταιρεία της οποίας είναι διευθυντής ή εκτελεστικός σύμβουλος: Νοείται ότι επιχειρηματίας ανάπτυξης γης και οικοδομών δε θεωρείται ότι ασκεί το επάγγελμα του κτηματομεσίτη ή άλλως πως πραγματοποιεί κτηματομεσιτεία, αν με οποιοδήποτε τρόπο διαφημίζει ή προβάλλει ή προτείνει οποιαδήποτε κτηματική αγορά ή πώληση ή άλλη κτηματική συναλλαγή αναφορικά με ακίνητη ιδιοκτησία η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν είναι εγγεγραμμένη στο όνομά του ή στο όνομα συγγενικού του εξ αίματος ή εξ αγχιστείας προσώπου μέχρι δεύτερου βαθμού, αλλά αποτελεί προϊόν επιχειρηματικής του δραστηριότητας που προέκυψε μετά από σύμβαση αντιπαροχής με τον εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη του ακινήτου." Από τα πιο πάνω καθίσταται αντιληπτό ότι συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού είναι: (α) η λήψη οποιασδήποτε ενέργειας από τον κατηγορούμενο που εμπίπτει στο επάγγελμα του κτηματομεσίτη όπως για παράδειγμα το να προτείνει οποιαδήποτε κτηματική αγορά, πώληση, κτηματική αλλαγή ή (β) η αξίωση ή είσπραξη οποιασδήποτε αμοιβής από μέρους του κατηγορουμένου ή (γ) ο κατηγορούμενος να διαφημίζεται ως κτηματομεσίτης ή να επαγγέλλεται με συναφείς με τη λέξη 'κτηματομεσίτης' επωνυμίες και ορολογίες και (δ) ο κατηγορούμενος να μην είναι εγγεγραμμένος κτηματομεσίτης και να μην κατέχει ισχύουσα ετήσια άδεια άσκησης του επαγγέλματος. Προκαταρκτική θεώρηση του συνόλου της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής περιλαμβανομένων των πιο πάνω σημείων της, πάντοτε αντικειμενικά ιδωμένη και χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε υποκειμενική αξιολόγηση αυτής ή να καταλήγει σε οποιαδήποτε συμπεράσματα ή ευρήματα, φανερώνει στην δική μας υπόθεση εξ' αντικειμένου στοιχειοθέτηση του συστατικού στοιχείου υπό το σημείο (α) του αδικήματος στην τρίτη κατηγορία που είναι ανεξάρτητο από αυτά υπό τα σημεία (β) και (γ), σε συνδυασμό με το συστατικό στοιχείο υπό το σημείο (δ). Η μαρτυρία του παραπονούμενου σε συνδυασμό με τη μαρτυρία της ΜΚ6, Τεκμήρια 17 και 18 δημιουργούν εκ πρώτης όψεως υπόθεση σε σχέση με την κατηγορία αυτή του κατηγορητηρίου. Επίσης, το Δικαστήριο δεν θεωρεί πως η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, εξ' όψεως και αντικειμενικά εξεταζόμενη, στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή. Εν πάσει περιπτώσει, όπως έχει ήδη σημειωθεί πιο πάνω, η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής καθώς και όλη η προσαχθείσα μαρτυρία θα τύχουν ενδελεχούς αξιολόγησης από το Δικαστήριο στο στάδιο που η μαρτυρία αξιολογείται με την ολοκλήρωση της εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης. Ως εκ των άνω κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου στην πρώτη κατηγορία και συναφώς αυτός αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία αυτή. Όσον αφορά τη δεύτερη και τρίτη κατηγορία κρίνω ότι από τη μέχρι τώρα δοθείσα μαρτυρία έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου και ως εκ τούτου καλώ αυτόν σε απολογία στις εν λόγω κατηγορίες. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Interim Αναφορά: Ποινικό/Ενδιάμεση Απόφαση/Εκ πρώτης όψεως υπόθεση/Κλοπή από αντιπρόσωπο-Συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος-άσκηση επαγγέλματος κτηματομεσίτη χωρίς εγγραφή ή άδεια/ Άρθρα 270 και 371 του Κεφ.154 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο