← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Χριστοφής Καραμανής κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 12838/2011, 5/11/2013

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Χριστοφής Καραμανής κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 12838/2011, 5/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:B102 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12838/2011 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v.

  1. Χριστοφής Καραμανής
  2. Yousri Fayez Wahib Melek Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 05.11.13 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Για Κατηγορούμενο 1: κος Α. Αλεξάνδρου Κατηγορούμενος 1: παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει την κατηγορία της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού κατά παράβαση του άρθρου 14Β του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ.105 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος 1 κατηγορείται ότι στις 15.06.11 σε χωράφι που βρίσκεται στον κύριο δρόμο Πόλεως Χρυσοχούς-Αργάκας της επαρχίας Πάφου εργοδοτούσε παράνομα τον κατηγορούμενο 2 χωρίς άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης (πρώτη κατηγορία). Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι ο κατηγορούμενος 2 απαλλάχτηκε στο παρελθόν σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε (δεύτερη και τρίτη κατηγορία). Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής ακούστηκε μαρτυρία από 2 μάρτυρες, ήτοι τον αστυφύλακα 3202 Δημήτριο Δημητρίου (ΜΚ1) και τον αστυφύλακα 3402 Πόλυ Πολυδώρου (ΜΚ2), ενώ παράλληλα κατατέθηκαν 7 τεκμήρια. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως εισηγήθηκε, με βάση το άρθρο 74

(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου 1 στην κατηγορία που αντιμετωπίζει και ότι το Δικαστήριο πρέπει να τον αθωώσει σε αυτό το στάδιο. Ο κύριος Αλεξάνδρου εστίασε την νομική επιχειρηματολογία του στη θέση ότι η μοναδική μαρτυρία που συνδέει τον κατηγορούμενο 1 με την κατηγορία που αντιμετωπίζει είναι αυτή του πρώην κατηγορουμένου 2, η οποία, κατά τον εν λόγω συνήγορο, παρέμεινε σε επίπεδο εξ' ακοής και συνεπώς δεν θα πρέπει να της αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα. Είναι ακόμη η θέση του κυρίου Αλεξάνδρου ότι δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία που να συνδέει τον τόπο στον οποίο κατ' ισχυρισμό εντοπίστηκε ο αλλοδαπός να εργάζεται με τον κατηγορούμενο 1 με αποτέλεσμα να μην έχει αποδεικτεί κανένα από τα συστατικά στοιχεία της κατηγορίας που ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει. Από την άλλη η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι μέσα από τη μαρτυρία που προσκομίστηκε έχουν αποδειχτεί όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος στο κατηγορητήριο και γι' αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να καλέσει τον κατηγορούμενο σε απολογία. Μέσα από τη δική της νομική επιχειρηματολογία η κυρία Παπαλαζάρου ευσεβάστως επισήμανε ότι η ιδιοκτησία του χωραφιού δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος που ο κατηγορούμενος 1 κατηγορείται ότι διέπραξε. Σύμφωνα με την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, η εικόνα της μαρτυρίας που τέθηκε στο Δικαστήριο στην όψη δεν είναι αντινομική ούτε αντιφατική και είναι τέτοια που χρήζει αξιολόγησης. Πλήρης έκταση των όσο ανέφεραν για υποστήριξη των θέσεων τους αμφότεροι οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους έχουν καταγραφεί στα πρακτικά και αποτελούν μέρος του φακέλου της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους από το Δικαστήριο και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί στην παρούσα απόφαση επειδή κάτι τέτοιο δεν εξυπηρετεί κανένα πρακτικό σκοπό. Αναφορικά με την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν το θέμα έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 C.L.R 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή υποκειμενική αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του αλλά περιορίζεται σε αντικειμενική και προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και να έχει ως αντικειμενικό έρεισμα ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα, χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που έχει δοθεί με την συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. (βλέπε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας και άλλος
(2000)2 Α.Α.Δ. 191, Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 και Γενικός Εισαγγελέας v. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Χαρακτηριστικό ακόμη είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείνει η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας". Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως" υποδηλώνει, η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως δηλαδή μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας." Ως προς τον βαθμό απόδειξης που πρέπει να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: "Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. ............................. Στην υπόθεση R ν. Hipson
(1969)Cr. L.R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η κατηγορούσα αρχή." Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Δράκου κ.α., Ποινικές Εφέσεις 5-9/2012 ημερομηνίας 11.12.12 (απόφαση πλειοψηφίας) έγινε ανασκόπηση της νομολογίας αναφορικά με το εκ πρώτης όψεως στάδιο. Μία από τις υποθέσεις στην οποία γίνεται αναφορά είναι η αγγλική υπόθεση R v. Galbraith
(1981)2 All E.R. 1060 στην οποία με το πιο κάτω απόσπασμα καταγράφεται η προσέγγιση που καλείται το Δικαστήριο να υιοθετήσει στο στάδιο ολοκλήρωσης της παρουσίασης της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής: "How then should be judge approach a submission of ´no case´?
(1)If there is no evidence that the crime alleged has been committed by the defendant, there is no difficulty. The judge will of course stop the case.
(2)The difficulty arises where there is some evidence but it is of a tenuous character, for example because of inherent weakness or vagueness or because it is inconsistent with other evidence. (
  1. a)Where the judge comes to the conclusion that the prosecution evidence, taken at its highest, is such that a jury properly directed could not properly convict upon it, it is his duty, upon a submission being made, to stop the case. (
  2. b)Where however the prosecution evidence is such that its strength or weakness depends on the view to be taken of a witness´s reliability, or other matters which are generally speaking within the province of the jury and where on one possible view of the facts there is evidence upon which a jury could properly come to the conclusion that the defendant is guilty, then the judge should allow the matter to be tried by the jury." Η υιοθέτηση της πιο πάνω αγγλικής υπόθεσης στην κυπριακή νομολογία (Azinas et al v. Police
(1981)2 CLR 9, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191) την κατέστησε καθοδηγητική αυθεντία. Ειδικότερα στην υπόθεση Παναγιώτου ν. Αστυνομίας και άλλος
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, που δεν είναι η θέση των εφεσειόντων επί του προκειμένου, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί." Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, θα εξετάσω κατά πόσο ο κατηγορούμενος 1 θα πρέπει να κληθεί σε απολογία για την κατηγορία που αντιμετωπίζει στη βάση της προσκομισθείσας από την κατηγορούσα αρχή μαρτυρίας αντικειμενικά ιδωμένη, χωρίς να υπεισέρχομαι σε κρίση επί της αξιοπιστίας αυτής και δίχως να καταλήγω σε οποιαδήποτε ευρήματα και συμπεράσματα. Το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού διέπεται από το άρθρο 14Β του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ.105 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Ειδικότερα το εδάφιο
(1)του πιο πάνω άρθρου αναφέρει τα εξής: "
(1)Η εργοδότηση αλλοδαπού χωρίς την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια ή η εργοδότηση κατά παράβαση των όρων άδειας εργοδότησης ή η εργοδότηση κατά παράβαση οποιουδήποτε άλλου νόμου ή κανονισμού, συνιστά αδίκημα τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης μέχρι τρία χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο αυτές ποινές." Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) Ο κατηγορούμενος εργοδοτεί, (β) αλλοδαπό, (γ) χωρίς την απαιτούμενη από το νόμο άδεια ή (δ) κατά παράβαση των όρων άδειας εργοδότησης ή (ε) κατά παράβαση νόμου ή κανονισμού. Ενώπιον του Δικαστηρίου τέθηκε από την κατηγορούσα αρχή μαρτυρία που μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι: 1) Στις 15.06.11 μέλη της ΥΑΜ Πάφου εντόπισαν ένα άτομο να ασχολείται με το μάζεμα λουβιού σε χωράφι που βρίσκεται σε περιοχή παρά τον κύριο δρόμο Πόλεως Χρυσοχούς-Αργάκας χωρίς να διαθέτει άδεια εργασίας από την αρμόδια αρχή. 2) Από έλεγχο που διενέργησαν μέλη της αστυνομίας διαπιστώθηκε ότι το άτομο που εργαζόταν στο εν λόγω χωράφι ήταν Αιγύπτιος, ο οποίος ενώ αφίχθηκε στην Κύπρο στις 25.04.08 μέσω του αεροδρομίου Λάρνακας με άδεια εργασίας σε κάποια Βασιλού Σταυρή στη διεύθυνση οδός Ηλία Παπακυριακού 12, Λιοπέτρι ακολούθως εγκατέλειψε τον τόπο διαμονής και εργασίας του υποβάλλοντας αίτηση για παροχή πολιτικού ασύλου. 3) Η αίτηση του αλλοδαπού εξετάστηκε και απορρίφθηκε στις 30.05.11 και στις 07.06.11 του αποστάληκε σχετική επιστολή στη οδό Μουχτάρ Πασσία 19 στο Μούταλλο της επαρχίας Πάφου. 4) Υπάρχει μαρτυρία που αναφέρει ότι όταν κατά τη διάρκεια της ανάκρισης του ο αλλοδαπός έλεγε ότι ο εργοδότης του ονομάζεται Καραμανής από την Αργάκα δίδοντας συγκεκριμένο αριθμό κινητού τηλεφώνου για τον οποίο εργαζόταν, όπως είπε, έναντι του ποσού των €25,00 την ημέρα, εννοούσε τον κατηγορούμενο 1 και προς τούτο μάρτυρας κατηγορίας υπέδειξε το άτομο που βρισκόταν στο εδώλιο του κατηγορουμένου. 5) Μέσα από ενέργειες που προέβηκαν μέλη της αστυνομίας ιδιοκτήτες γειτονικών τεμαχίων ανάφεραν ότι το συγκεκριμένο χωράφι χρησιμοποιείται από τον κατηγορούμενο 1 υπό την έννοια ότι το καλλιεργεί και το εκμεταλλεύεται. Με μια αντικειμενική θεώρηση του συνόλου της μαρτυρίας που προσάχθηκε για την κατηγορούσα αρχή περιλαμβανομένων των πιο πάνω σημείων της και χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε υποκειμενική αξιολόγηση αυτής ή να καταλήγει σε οποιαδήποτε συμπεράσματα ή ευρήματα, εξόφθαλμα παρατηρώ ότι στοιχειοθετούνται εξ' αντικειμένου όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που ο κατηγορούμενος 1 κατηγορείται ότι διέπραξε. Συνεπώς, η θέση του κυρίου Αλεξάνδρου ότι δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία που να συνδέει τον τόπο στον οποίο κατ' ισχυρισμό εντοπίστηκε ο αλλοδαπός να εργάζεται με τον κατηγορούμενο 1 δεν είναι ορθή καθότι πρώτο υπάρχει μαρτυρία, η οποία στην όψη της και μόνο παρουσιάζει τον κατηγορούμενο 1 ως τον εργοδότη του κατηγορουμένου 2 και δεύτερο υπάρχει μαρτυρία που αντικειμενικά και μόνο ιδωμένη παραπέμπει σε καλλιέργεια και εκμετάλλευση του συγκεκριμένου χωραφιού από τον κατηγορούμενο 1 στο οποίο χωράφι, σύμφωνα με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, εντοπίστηκε ο πρώην κατηγορούμενος 2 να εργάζεται έναντι χρηματικής αμοιβής. Όσον αφορά τη θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης ότι η μοναδική μαρτυρία που συνδέει τον πελάτη του με την κατηγορία που αντιμετωπίζει είναι εξ' ακοής και ως εκ τούτου δεν θα πρέπει να της αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα, είναι θέμα που θα αποφασιστεί από το Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση όλης της προσαχθείσας μαρτυρίας και συγκεκριμένα μετά την ολοκλήρωση της εκδίκασης της υπόθεσης. Επίσης, το Δικαστήριο δεν θεωρεί πως η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, εξ' όψεως και αντικειμενικά εξεταζόμενη, στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή. Εν πάσει περιπτώσει, όπως έχει ήδη σημειωθεί πιο πάνω, η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής καθώς και όλη η προσαχθείσα μαρτυρία θα τύχουν ενδελεχούς αξιολόγησης από το Δικαστήριο στο στάδιο που η μαρτυρία αξιολογείται με την ολοκλήρωση της εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης. Εν κατακλείδι, το Δικαστήριο, στη βάση των πιο πάνω, κρίνει ότι από τη μέχρι τώρα δοθείσα μαρτυρία έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση για την κατηγορία που ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει και ως εκ τούτου τον καλεί σε απολογία. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Interim Αναφορά: Ποινικό/Ενδιάμεση Απόφαση/Εκ πρώτης όψεως υπόθεση/Παράνομη Εργοδότηση/ Άρθρο 14Β του Κεφ.105 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.