Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Mιχάλης Μαρκίτσης, Αρ. Υπόθεσης: 12260/10, 26/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:B117 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12260/10 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Kατηγορούσας Αρχής v Mιχάλης Μαρκίτσης Κατηγορουμένου ----------------------- Ημερομηνία: 26/11/
- Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Σάββα Για τον κατηγορούμενο: κ. Ε. Κορακίδης Κατηγορούμενος: παρόν. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις κατηγορίες της επίθεσης προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη (κατηγορία 1), την κατηγορία της δημόσιας εξύβρισης (κατηγορία 2) και την κατηγορία της ανησυχίας (κατηγορία 3). Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε και τις τρεις πιο πάνω κατηγορίες και η κατηγορούσα αρχή για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της κάλεσε τέσσερις μάρτυρες κατηγορίες, τον κ. Χριστάκη Σκάγια (Μ.Κ.1), τον Αστ. Παναγιώτη Χριστοδούλου (Μ.Κ.2), τον Αστ. 2926 Κλεόβουλο Κλεοβούλου (Μ.Κ.3) και την Δρ. Χρυστάλλα Πρέστου (Μ.Κ.4). Ο Μ.Κ.1 υιοθέτησε την ανακριτική κατάθεση που του λήφθηκε από την Αστυνομία στις 03/08/2010 και η οποία αποτέλεσε την κυρίως του εξέταση (βλ. τεκμήριο 1). Σε αυτήν αναφέρει ότι χθες τη νύκτα και περί ώρα 19:30 έκατσε μόνος μου στο καφενείο του Μαρκίτση στην Αξύλου και ήπιε μια μπύρα. Σε κάποια στιγμή ήρθε στο καφενείο ο Μαρκίτσης και έκατσε στο δίπλα τραπέζι. Επειδή γνώριζε ότι ο Μαρκίτσης έκαμε εγχείριση και επειδή ήθελε να του ευχηθεί καλή ανάρρωση γιατί ήταν χρόνια φίλοι και συμπέθεροι, πήγε να το φιλήσει στο μέτωπο. Τότε ο Μαρκίτσης άρχισε να τον βρίζει επανειλημμένως με τις φράσεις «γαμώ την ράτσα του τζιε την γενιά σου» και μετά του έδωσε μια γροθιά στο πρόσωπο. Τότε αυτός ζαλίστηκε και ο Μαρκίτσης έπεσε από μόνος του από την καρέκλα και επειδή ο ίδιος δεν ένοιωθε καλά πήγε από μόνος του στο Νοσοκομείο. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν θυμάται κατά πόσο τελικά φίλησε τον Μαρκίτση ούτε πώς έγινε ακριβώς το επεισόδιο. Ερωτούμενος κατά πόσο ο Μαρκίτσης τον κτύπησε όταν ήταν καθιστός απάντησε όχι αφού εκείνη την στιγμή ήρθε στο καφενείο. Πιο κάτω είπε ότι όταν τον είδε να μπαίνει πήγε και τον φίλησε στο μέτωπο. Ερωτούμενος να εξηγήσει πώς ο Μαρκίτσης έπεσε από την καρέκλα, κάτι το οποίο αναφέρει στην κατάθεση του, είπε ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει κατά πόσο έγινε αυτό και όταν τον ρώτησε ο Αστυνομικός, του είπε ότι ίσως να έπεσε από μόνος του από την καρέκλα. Περαιτέρω, ερωτούμενος να πει με ποιες φράσεις τον εξύβρισε, παρέπεμψε στην κατάθεση του. Επίσης, ερωτούμενος κατά πόσο ο ίδιος διαμαρτυρήθηκε για το κτύπημα που δέχθηκε απάντησε ότι «κάτι πρέπει να είπα αλλά δεν θυμάμαι» Πιο κάτω ερωτούμενος να πεί πού ο κατηγορούμενος τον κτύπησε, απάντησε «κάπου στο πρόσωπο» και δεν γνώριζε κατά πόσο το κτύπημα ήταν από γροθιά ή χαστούκι. Νομίζω ήταν γροθιά είπε. Περαιτέρω, είπε ότι δεν γνωρίζει σε ποιο σημείο του προσώπου δέχθηκε το κτύπημα ούτε τι τραύματα έφερε και παρέπεμψε στον ιατρό που τον εξέτασε. Πιο κάτω ερωτούμενος για το πότε έφυγε από το Νοσοκομείο και τι τραύματα υπέστη, απάντησε ότι ο συνήγορος που τον ρωτά τα γνωρίζει καλύτερα διότι είναι γραμμένα στις καταθέσεις και ο ίδιος δεν θυμάται. Πιο κάτω ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος έχει πρόβλημα και ότι έχει 7 υποθέσεις που αφορούν βία και ότι ο ίδιος δεν τον κτύπησε. Στη συνέχεια, αναφέρει ότι στο καφενείο ήταν με τα παιδιά του, δεν θυμάται όμως αν κάθονταν μαζί του στο ίδιο τραπέζι και ότι δεν θυμάται ποια άλλα πρόσωπα βρίσκονταν στο καφενείο εκείνη την ώρα. Τέλος, αντεξεταζόμενος και ερωτούμενος κατά πόσο είναι αλήθεια η αναφορά του στην γραπτή του κατάθεση, ότι σε κάποια στιγμή στο καφενείο ήρθε ο Μαρκίτσης και έκατσε στο δίπλα το τραπέζι, απάντησε ότι δεν θυμάται τώρα. Ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι στις 20.00 της 2ας/08/2010 έλαβε πληροφορία από άγνωστο πρόσωπο ότι σε καφενείο του χωριού Αξύλου γινόταν καυγάς. Μετέβηκε στο μέρος αλλά δεν συνάντησε οποιοδήποτε πρόσωπο και το εν λόγω καφενείο ήταν κλειστό. Από επιτόπιες εξετάσεις που έκανε φάνηκε ότι το καφενείο άνηκε στο Μιχάλη Μαρκίτση από την Αξύλου ο οποίος συνεπλάκη με θαμώνα που επρόκειτο για τον Χριστάκη Σκάγια. Και οι δύο την ίδια μέρα επισκέφθηκαν το Γενικό Νοσοκομείο Πάφου όπου και κρατήθηκαν για νοσηλεία. Ακολούθως, συνεχίζει στην γραπτή του κατάθεση (τεκμήριο 2), προσπάθησε να εξασφαλίσει ανεξάρτητη μαρτυρία για το όλο συμβάν και αν και ανέκρινε διάφορα πρόσωπα τα οποία ήταν παρόντες στο καφενείο εκείνη την ώρα, αρνούνταν να συνεργαστούν και να δώσουν κατάθεση. Πιο κάτω αναφέρει ότι στις 17/08/2010 κατηγόρησε γραπτώς τον Μιχάλη Μαρκίτση για τα αδικήματα της επίθεσης και πρόκλησης πραγματικής σωματικής βλάβης και της δημόσιας εξύβρισης και του απάντησε «Δεν παραδέχομαι». Επίσης, την ίδια μέρα κατηγόρησε γραπτώς τον Χριστάκη Σκάγια για το αδίκημα της επίθεσης και πρόκλησης πραγματικής σωματικής βλάβης και απάντησε «Δεν παραδέχομαι». Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι το άγνωστο πρόσωπο που τον ειδοποίησε για το επεισόδιο το έπραξε τηλεφωνικώς αλλά δεν γνωρίζει ποιος ήταν, ούτε θυμάται αν ρώτησε να μάθει ποιος ήταν. Επίσης, αρνήθηκε ότι αδιαφόρησε να μάθει διότι δεν ήθελε μπλεξίματα με τον Σκάγια. Περαιτέρω, ανέφερε ότι πληροφορήθηκε ότι και οι δύο εμπλεκόμενοι ήταν στο Νοσοκομείο αλλά δεν θυμάται από ποιόν. Πιο κάτω, μετά από σχετική ερώτηση συμφώνησε ότι πήρε κατάθεση από τη σύζυγο του κατηγορουμένου η οποία σύμφωνα με τη θέση του βρισκόταν στο καφενείο εκείνη την ώρα και την κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο
- Παρόλο που του αναφέρθηκε ότι παρόν στο καφενείο ήταν και ο πεθερός του κατηγορούμενου, εντούτοις δεν του λήφθηκε κατάθεση. Περαιτέρω, ανέφερε ότι κατηγόρησε τον κατηγορούμενο με βάση τη κατάθεση του παραπονουμένου στην παρούσα υπόθεση παρά το ότι ο ίδιος είδε τον κατηγορούμενο το διάστημα εκείνο και διαπίστωσε ότι ήταν πολύ κτυπημένος ενώ ο Σκάγιας δεν φαινόταν να είχε οποιαδήποτε τραύματα. Τέλος, ανέφερε ότι ο Σκάγιας πήγε από μόνος του στο Νοσοκομείο και ο ίδιος δεν του έδωσε οποιοδήποτε παραπεμπτικό. Ο Μ.Κ.3 ήταν αυτός ο οποίος έλαβε ανακριτικές καταθέσεις από τους εμπλεκόμενους και κατέθεσε στο Δικαστήριο την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από τον κατηγορούμενο (βλ. τεκμήριο 5). Σε αυτήν ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι όταν ο Χριστάκης Σκάγιας προσπάθησε να τον φιλήσει στο μέτωπο χωρίς να του πει οτιδήποτε, αυτός έπεσε κατά λάθος από την καρέκλα και κτύπησε στη φτέρνα του δεξιού του ποδιού και είπε στον Σκάγια «γαμώ τη ράτσα μου ρε Σκάγια εφάτσησα το ποϊ μου τζιε ενα πάω να βάλω κάτι πας το ποϊ μου». Σε καμία περίπτωση αναφέρει ο κατηγορούμενος εξύβρισε τον Σκάγια. Στη συνέχεια ο Σκάγιας τον ακολούθησε και του είπε «είσαι εσύ άδροπος να γαμίσεις τη ράτσα μου» και στην συνέχεια άρχισε να τον κτυπά με τα χέρια του στο κεφάλι και σε διάφορα μέρη του σώματος του και την ίδια στιγμή έσπρωξε και τη γυναίκα του η οποία προσπάθησε να τον προστατεύσει. Ακολούθως, ο Σκάγιας βγήκε έξω και φώναξε «εν άδροπος να μου γαμήσει τη ράτσα μου» και ενώ τα έλεγε αυτά του επιτέθηκε ξανά και του κτύπησε στο κεφάλι και έσπρωξε και τη γυναίκα του και την έριξε στο έδαφος. Στη συνέχεια άρχισε να τρέχει για να γλιτώσει και ο Σκάγιας έτρεξε από πίσω του, τον κλώτσησε και έπεσε στο έδαφος όπου κτύπησε στο στήθος πάνω στο πεζοδρόμιο και αυτός συνέχισε να τον κτυπά. Τελικά ειδοποιήθηκε και ήρθε ο πεθερός του στη σκηνή όπου τον γλίτωσε από τον Σκάγια και ακολούθως τον μετέφερε μαζί με τη γυναίκα του στο Νοσοκομείο. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο Σκάγιας δεν φαινόταν να ήταν τραυματισμένος εξωτερικά και ότι τόσο τον Σκάγια όσο και τον κατηγορούμενο τους εντόπισε στο Νοσοκομείο όπου είχαν μεταβεί από μόνοι τους. Η Μ.Κ.4 ήταν η ιατρός που εξέτασε τον Σκάγια και ετοίμασε σχετική ιατρική έκθεση (τεκμήριο 6). Σε αυτή αναφέρει ότι ο παραπονούμενος της ανέφερε επίθεση άλλο άτομο κα παραπονείτο για κεφαλαλγία, ζάλη και ότι δεν νοιώθει καλά. Έγινε ακτινολογικός έλεγχος και εισαγωγή στο χειρουργικό θάλαμο για παρακολούθηση. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι δεν εντόπισε οποιοδήποτε τραύμα στον παραπονούμενο. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή, η πλευρά της υπεράσπισης έθεσε στο Δικαστήριο ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση καθότι από τη μαρτυρία του παραπονούμενου το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε οποιαδήποτε ευρήματα και τι τελικά έλαβε χώρα, σύμφωνα με την εκδοχή του. Αντίθετη ήταν η θέση της κατηγορούσας αρχής, η οποία ανέφερε ότι υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία για την απόδειξη των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και ότι το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν θα προβεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας. NΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Mετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση έτσι ώστε να χρειάζεται να καλέσει τον Κατηγορούμενο σε απολογία. Στην Δικαστική Πρακτική του 1962 [1962] 1 ALL ER 448 η οποία υιοθετήθηκε στην απόφαση Azinas and Another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, o όρος « εκ πρώτης όψεως υπόθεση» υποδηλώνει μια προκαταρκτική θεώρηση των πραγμάτων σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή την απόδειξη της υπόθεσης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η πρώτη όψη του πράγματος είναι εκείνη η οποία χαρακτηρίζεται από τα εξωτερικά του γνωρίσματα (βλ. Re Kakos
(1985)1 C.L.R. 250). Επίσης, να αναφερθεί ότι στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο, ο Δικαστής δεν προβαίνει κατά κανόνα σε αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό και το Δικαστήριο προβαίνει σε μια αντικειμενική θεώρηση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Στη γνωστή επί του θέματος απόφαση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 λέχθηκε ότι η απαλλαγή του Κατηγορουμένου στο στάδιο αυτό δικαιολογείται μόνο όταν: « (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω απουσίας ενός ή περισσοτέρων συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου.» Το βάρος απόδειξης που έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεσή της δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό που εξετάζεται με την παρούσα, είναι αρκετό για την Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία τέτοιας φύσεως από την οποία να δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Η εύλογη υποψία δεν μπορεί να εξισωθεί με την έννοια της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευστάθιος Θεοδώρου,
(2002)2 ΑΑΔ 9). Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus των κ.κ. Πική και Λοϊζου στις σελ. 111 και 167, το αποδεικτικό βάρος που φέρει η Κατηγορούσα Αρχή έγκειται στη δημιουργία τεκμηρίου ενοχής σε αντιπαράθεση προς το συμπέρασμα ενοχής που απαιτείται στο τελικό στάδιο της δίκης. Ο Κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του Κατηγορουμένου μία πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση. Σε διαφορετική περίπτωση ο Κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. Police v. Kallenos
(1980)J.S.C. 145). Πέραν των πιο πάνω, αναφορά θα πρέπει να γίνει και στο αδικήματα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και ποια τα συστατικά στοιχεία τα οποία θα πρέπει να αποδειχθούν. Το άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα αναφέρει ότι όποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί πραγματική σωµατική βλάβη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων. Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή με μεγάλη αδιαφορία (recklessly) να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλ. R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788). Πραγματική σωματική βλάβη περιλαμβάνει οποιοδήποτε τραύμα εξωτερικό ή εσωτερικό (συμπεριλαμβανομένης και υστερικής νευρικής κατάστασης) που επέρχεται ως αποτέλεσμα της επίθεσης. Στην υπόθεση Georghiades v. Police
(1985)2 C.L.R. 56, επιφανειακή εκδορά στο πρόσωπο με ερέθισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243 (βλ. επίσης R. v. Miller
(1954)2 All E.R. 529. 534 και Αστυνομία v. Ιωάννου
(1989)2 Α.Α.Δ. 61). Δεν χρειάζεται το τραύμα να είναι σοβαρό ή μόνιμου χαρακτήρα (βλ. σύγγραμμα Archbold, 36η έκδοση, παρ. 2634). Σε σχέση με το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης, το άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοεί τα ακόλουθα: «99. Όποιος, σε δηµόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δηµόσιος µε τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δηµόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο µε τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόµενο πρόσωπο επίθεση, είναι ένοχος πληµµελήµατος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός µήνα ή σε χρηµατική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εβδοµήντα πέντε λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.» Το δε άρθρο 95 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, προνοεί ότι «Όποιος χωρίς εύλογη αιτία προκαλεί θόρυβο ή ταραχή σε δηµόσιο χώρο µε τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να οδηγήσει σε ανησυχία τους περίοικους ή να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης, είναι ένοχος πληµµελήµατος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών µηνών.» Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω νομικές αρχές θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή απόδειξε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου για τις πιο πάνω κατηγορίες που αυτός αντιμετωπίζει. Διευκρινίζεται ότι το Δικαστήριο δεν προτίθεται να προβεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που έχει προσκομιστεί αλλά σε μια αντικειμενική θεώρηση αυτής και κατά πόσο είναι τέτοιας φύσεως που αποδεικνύει εκ πρώτης όψεως υπόθεση ανεξαρτήτως αξιολόγησης και υποκειμενικής εκτίμησης της. Εκείνο το οποίο προκύπτει στην παρούσα υπόθεση είναι ότι η ουσιαστική μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου και επί της οποίας το Δικαστήριο θα βασιστεί για να προβεί σε καταδίκη στο τέλος της ημέρας, είναι αυτή του Μ.Κ.1 και παραπονούμενου. Εξετάζοντας τη μαρτυρία λοιπόν του μάρτυρα αυτού και αντικρίζοντας την αντικειμενικά, παρατηρώ ότι υπάρχει η γενική εκδοχή ότι ο κατηγορούμενος στο καφενείο του τον εξύβρισε και του επιτέθηκε προκαλώντας του από το κτύπημα ζάλη. Το ερώτημα είναι κατά πόσο η μαρτυρία αυτή είναι ικανή να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση έτσι ώστε να χρειάζεται, ο κατηγορούμενος να κληθεί σε απολογία και να δώσει εξηγήσεις. Κρίνω ότι η μαρτυρία του παραπονουμένου, ειδωμένη στην ολότητα της, δεν είναι τέτοιας φύσεως από την οποία μπορεί να εγερθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου. Η γενική και αόριστη αναφορά του παραπονουμένου δεν είναι ικανή να ικανοποιήσει τις ανάγκες του σταδίου αυτού. Επίσης, πέραν της γενικότητας της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού, υπάρχει και ασάφεια σε αυτήν αλλά το σημαντικότερο είναι ότι υπάρχουν συγκρουόμενες εκδοχές για το πώς έλαβε χώρα το περιστατικό, πώς κτυπήθηκε από τον παραπονούμενο και πού δέχθηκε τα κτυπήματα αυτά, κάτι το οποίο θεωρώ καθιστά τη όλη μαρτυρία του αντινομική. Και τούτο διότι το Δικαστήριο στο τέλος δεν θα μπορεί να καταλήξει σε συγκεκριμένα ευρήματα επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης. Για παράδειγμα ο μάρτυρας είπε ότι σηκώθηκε να φιλήσει τον κατηγορούμενο ενώ αυτός καθόταν στο διπλανό τραπέζι. Σε άλλη ερώτηση επί του ιδίου θέματος είπε ότι όταν προσπάθησε να το πράξει αυτό, ήταν την ώρα που ο κατηγορούμενος έμπαινε στο καφενείο και δεν καθόταν. Πιο κάτω και ερωτούμενος πού και πώς κτυπήθηκε δεν μπορούσε να δώσει μια σαφή εκδοχή. Ανέφερε συγκεκριμένα ότι πρέπει να κτυπήθηκε κάπου στο πρόσωπο και αυτό νομίζει έγινε με γροθιά. Στην πορεία είπε δεν θυμάται. Επίσης, σε άλλο μέρος της μαρτυρίας του, ενώ αρχικά ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος έπεσε μόνος του από την καρέκλα στην πορεία είπε ότι δεν γνωρίζει κάτι τέτοιο και ότι ίσως να έγινε αυτό. Τα πιο πάνω που ανέφερα με κανένα τρόπο δεν αποτελούν αξιολόγηση της μαρτυρίας του παραπονουμένου. Απλώς, καταδεικνύουν την αδυναμία της μαρτυρίας του, τις αλληλοσυγκρουόμενες εκδοχές που πρόβαλε με αποτέλεσμα το Δικαστήριο ακόμη και με την ευνοϊκότερη αξιολόγηση να μην μπορεί να καταλήξει σε συγκεκριμένα ευρήματα αναφορικά με το πώς έλαβε χώρα τελικά το επεισόδιο το οποίο ισχυρίστηκε ο μάρτυρας. Επιπρόσθετα από τα πιο πάνω, θεωρώ ότι από την όλη μαρτυρία που προσκομίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ελλείπει μαρτυρία που να αποδεικνύει όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Για παράδειγμα δεν υπάρχει μαρτυρία που να αποδεικνύει την πραγματική σωματική βλάβη εντός της έννοιας του Νόμου. Ο ίδιος ο κατηγορούμενος παρόλο που ανέφερε ότι ένοιωθε ζάλη από το κτύπημα, εντούτοις στην πορεία δεν γνώριζε τι τραυματισμό υπέστηκε από την ισχυριζόμενη επίθεση και παρέπεμψε στους ιατρούς και στο ιατρικό πιστοποιητικό. Η Μ.Κ.4 όμως, δεν διαπίστωσε οποιαδήποτε τραύματα εξωτερικά και ούτε επιβεβαίωσε οποιαδήποτε άλλα τραύματα εσωτερικά. Επίσης, δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία σε σχέση με την τρίτη κατηγορία που να αποδεικνύει τις λεπτομέρειες αυτής, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσε θόρυβο κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης. Κρίνω ότι σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος κληθεί σε απολογία, σκοπό θα έχει να καλύψει τα κενά της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής και όχι να δώσει εξηγήσεις, κάτι το οποίο είναι ανεπίτρεπτο. Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Δράκου κ.α, Ποιν. Εφέσεις Αρ. 5/2012, 6/2012, 7/2012, 8/2012 και 9/2012), Ημερ. 11/12/2012, ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Ναθαναήλ ανέφερε τα ακόλουθα σε σχέση με το εκ πρώτης όψεως στάδιο: «Αρχίζω υπενθυμίζοντας ότι το εκ πρώτης όψεως στάδιο αποτελεί θεμελιώδες στάδιο της ποινικής δίκης προστατεύοντας τον κατηγορούμενο από τη συνέχιση της δίκης ασκόπως ή για λόγους που δεν άπτονται ή δεν αφορούν την καθαυτή και καλώς νοούμενη απονομή της δικαιοσύνης. Στο εκ πρώτης όψεως στάδιο, η κατηγορούσα αρχή έχει ήδη ολοκληρώσει την υπόθεση της. Έχει παραθέσει όλη τη μαρτυρία που έχει στη διάθεση της εναντίον του κατηγορουμένου,(Charalambos Savva "Pambos" v. Police
(1986)2 C.L.R. 30). Αν η μαρτυρία αυτή εκτιμώμενη στο απόγειο της δεν στοιχειοθετεί ή θεμελιώνει ένα ή περισσότερα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή είναι αντινομική και εγγενώς συγκρουόμενη μεταξύ της, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα άφηνε την υπόθεση να προχωρήσει, τότε ο κατηγορούμενος δικαιούται απαλλαγής από το στάδιο αυτό. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω καταλήγω, ότι η μαρτυρία που προσφέρθηκε από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική, συγκρουόμενη και στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σε αυτήν και προβεί σε καταδίκη. Επίσης, ελλείπει και μαρτυρία η οποία θα μπορούσε να αποδείξει κάποια από τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Ως εκ τούτου, καταλήγω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου σε καμία από τις κατηγορίες και αυτός αθωώνεται και απαλλάσσεται από τις κατηγορίες 1,2 και 3 που αντιμετωπίζει από το στάδιο αυτό. (Υπ.) ........... Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο