Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Σωτήρης Σωτηρίου Φιλίππου, Αρ. Υπόθεσης: 7806/2010, 14/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:B110 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7806/2010 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. Σωτήρης Σωτηρίου Φιλίππου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 14.11.13 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου (κ. Συμεού για να ακούσει απόφαση) Για Κατηγορούμενο: κα Α. Κωνσταντίνου Κατηγορούμενος: παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, στην κατηγορία της κλοπής δι' ευρέσεως κατά παράβαση του άρθρου 255 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος μεταξύ των ημερομηνιών 15.01.09 και 28.02.09 στην Πενταλιά της επαρχίας Πάφου έκλεψε 9 κατσίκες και 4 πρόβατα συνολικής αξίας €3.950,00, τα οποία ζώα ευρίσκονταν έξω από την μάνδρα του, όλα περιουσία του Αντρέα Παναγιώτου από τα Κελοκέδαρα. Εκθέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης, η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής παρέπεμψε στις λεπτομέρειες της κατηγορίας, στο περιεχόμενο της οποίας έχει ήδη γίνει αναφορά πιο πάνω. Συμπληρωματικά η κυρία Παπαλαζάρου ανάφερε τα εξής: Στις 17.03.09 καταγγέλθηκε από τον Αντρέα Παναγιώτου, παραπονούμενο στην υπόθεση αυτή, ότι μεταξύ των ημερομηνιών 15.01.09 και 28.02.09 άγνωστος έκλεψε από την μάνδρα του στην Πενταλιά ζώα. Κατόπιν εξετάσεων που διεξήχθησαν στη μάνδρα του κατηγορουμένου στην παρουσία του παραπονούμενου, ο τελευταίος αναγνώρισε 9 κατσίκες και 4 πρόβατα συνολικής αξίας €3.950,00 ως δικά του και ότι αυτά είχαν κλαπεί μεταξύ της προαναφερόμενης περιόδου ενώ βρίσκονταν σε βοσκή. Ο κατηγορούμενος είπε ότι είχε βρει τα εν λόγω ζώα έξω από την μάνδρα του γι΄αυτό τα πήρε και τα έβαλε μέσα στη δική του μάνδρα. Η κυρία Παπαλαζάρου σημείωσε ακόμη ότι την ίδια ημέρα ο παραπονούμενος παρέλαβε όλα τα ζώα του από την μάνδρα του κατηγορουμένου. Στις 18.03.09 ο αστυφύλακας 2760 Π. Λιασίδης κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο στο αδίκημα της κλοπής. Καταλήγοντας, η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής δήλωσε ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου ενώ παράλληλα ανάφερε ότι έχουν δημιουργηθεί έξοδα ύψους €120,00 σε σχέση με την υπόθεση αυτή. Χωρίς να αμφισβητήσει επί της ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθηκαν από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, η ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής νομικής επιχειρηματολογίας της, το οποίο κατάθεσε στο Δικαστήριο προς διευκόλυνση του. Συνοπτικά, η κυρία Κωνσταντίνου, αφού ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου και απολογείται στο Δικαστήριο για την αξιόποινη συμπεριφορά του, ευσεβάστως υπέβαλε ότι η έλλειψη παιδείας και η απουσία διακριτικών αριθμών από τα υπ' αναφορά ζώα ήταν καταλυτικοί παράγοντες που ώθησαν τον πελάτη της στη διάπραξη του αδικήματος της κλοπής δι' ευρέσεως. Αναφερόμενος στον κατηγορούμενο, η κυρία Κωνσταντίνου σημείωσε ότι πρόκειται για εργατικό και φιλήσυχο άτομο που δεν απασχόλησε στο παρελθόν το Δικαστήριο και κάλεσε το Δικαστήριο να εκλάβει την παρούσα υπόθεση ως ένα μεμονωμένο περιστατικό. Ακολούθως, η κυρία Κωνσταντίνου ευσεβάστως επισήμανε ότι ο κατηγορούμενος μετανόησε, γεγονός που αποδεικνύεται έμπρακτα με την επιστροφή όλων των πιο πάνω ζώων μαζί με τα νεογέννητα στον παραπονούμενο, ο οποίος και αποκαταστάθηκε πλήρως. Είναι ακόμη η θέση της ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης ότι κατά την επιμέτρηση της ποινής το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του το μεγάλο χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την ημέρα διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα. Στρεφόμενη στις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορουμένου, η εν λόγω συνήγορος ανάφερε ότι ο πελάτης της είναι 36 ετών, διαζευγμένος και διαμένει σε διαμέρισμα που ενοικιάζει για το μηνιαίο ποσό των €300,00 μαζί με τη θυγατέρα του ηλικίας 12 ετών. Όπως εξήγησε η κυρία Κωνσταντίνου, ο κατηγορούμενος είναι αποκλειστικά υπεύθυνος για τη συντήρηση της θυγατέρας του ενώ παράλληλα πληρώνει διατροφή στην πρώην σύζυγο του που ανέρχεται μηνιαίως στο ποσό των €250,00 καθότι η ίδια είναι άνεργη. Επιπλέον, η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης δήλωσε ότι ο κατηγορούμενος εργάζεται στην εταιρεία 'Αδελφοί Λανίτη Λτδ' ως διανομέας και μεταφορέας υλικών με μηνιαίο εισόδημα το οποίο δεν υπερβαίνει τα €1.000,00, πλην όμως αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Ακολούθως, η εν λόγω συνήγορος αναφέρθηκε στα προβλήματα υγείας που ο κατηγορούμενος αντιμετώπισε στο παρελθόν, οι συνέπειες των οποίων να προεκτείνονται μέχρι σήμερα. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος στο παρελθόν έπασχε από πολύποδα στο πάγκρεας με αποτέλεσμα στις 09.02.09 να υποβληθεί σε χειρουργική λαπαροσκόπηση και χολοσυστεκτομή σε ιδιωτικό νοσοκομείο στην Πάφο. Μέχρι σήμερα ακολουθεί συγκεκριμένη θεραπευτική αγωγή καθώς επίσης παρακολουθείται σε τακτά χρονικά διαστήματα από το θεράπον ιατρό του. Επ' αυτού η κυρία Κωνσταντίνου παρουσίασε γραπτή βεβαίωση από το ιδιωτικό ιατρικό κέντρο συνοδευόμενο από διάφορα έντυπα χειρόγραφων ιατρικών σημειώσεων. Τέλος, η κυρία Κωνσταντίνου, με αναφορά σε νομολογία και νομικά συγγράμματα ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο προσανατολίζεται να επιβάλει ποινή στερητικής της ελευθερίας του πελάτη της συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την αναστολή της και ειδικότερα ένεκα της παραδοχής του, της παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή καθώς και των συνεπειών που θα προκληθούν από ένα τέτοιο ενδεχόμενο στην υγεία του αλλά και στην ζωή της ανήλικης θυγατέρας του. Το αδίκημα της κλοπής δι' ευρέσεως εντάσσεται στην μεγάλη κατηγορία της κλοπής μαζί με άλλα ομοειδή αδικήματα και βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας. Αναμφίβολα το αδίκημα που διέπραξε ο κατηγορούμενος είναι σοβαρό. Ενδεικτική δε της σοβαρότητας του αδικήματος που ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ενοχή είναι, κατ' αρχήν, η προβλεπόμενη από το νόμο ποινή. Συγκεκριμένα, το αδίκημα της κλοπής ζώων επισύρει, με βάση το άρθρο 265 του Κεφ.154, ποινή φυλάκισης 5 ετών. Το αδίκημα της κλοπής θεωρείται σοβαρό για τον επιπλέον λόγο ότι παρουσιάζει έξαρση στην Κύπρο και μαζί με άλλα ομοειδή αδικήματα βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας. Ιδιαίτερα πρόσφατα στην επαρχία Πάφου η ραγδαία αύξηση της συχνότητας διάπραξης τέτοιων αδικημάτων έλαβε πολύ ανησυχητικές διαστάσεις, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου (Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος v. Ασυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 565). Τέτοιου είδους αδικήματα προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη (Παναγίδης v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104). Τα Δικαστήρια, μέσα από επισημάνσεις και υποδείξεις της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αντιμετωπίζουν τέτοιας φύσης αδικήματα με αυστηρότητα μέσω της επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε μια προσπάθεια αναχαίτισης τους και κατ' επέκταση προστασίας της κοινωνίας (Παναγιώτου (Αντάρτης) v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 138, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέου
(1994)2 Α.Α.Δ. 194, Dirazo ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 197, Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 113, AI - Awar κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 160 και Lungu κ.α. v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 545). Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Φραντζίδης v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 77 είναι επιτακτική ανάγκη αυτού του είδους η εγκληματικότητα να ανακοπεί γιατί έχει κλονίσει σοβαρά την εμπιστοσύνη του κοινού στους θεσμούς της δημόσιας ασφάλειας. Η αυστηρότητα των ποινών είναι ένας τρόπος πάταξης του φαινομένου. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Cham & άλλων
(1993)2 A.A.Δ. 129 τονίστηκε ότι αδικήματα διάρρηξης και κλοπής χαρακτηρίζονται ως μάστιγα για την κυπριακή κοινωνία, η οποία όμως δεν μπορεί να αφεθεί ανέλεγκτη. Θεώρηση της νομολογίας καταδεικνύει ότι για το αδίκημα της κλοπής συνήθως επιβάλλεται ποινή φυλάκισης (Nabokov v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 381), χωρίς να αποκλείεται η υιοθέτηση μιας ευνοϊκότερης προσέγγισης με την επιβολή ποινής άλλης από αυτής της στερητικής της ελευθερίας του παραβάτη όταν τα περιστατικά της υπόθεσης το επιτρέπουν (Χ' Φιλίππου v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ). Στην υπόθεση Nabokov v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 381 επιβλήθηκε κατ' έφεση ποινή φυλάκισης δύο μηνών σε φοιτητή, πολύ νεαρής ηλικίας με λευκό ποινικό μητρώο που διαδραμάτισε ρόλο ήσσονος σημασίας στη διάπραξη του αδικήματος με άμεση παραδοχή και συνδρομή στη διαλεύκανση του αδικήματος και ιδιάζοντες προσωπικές περιστάσεις. Επίσης, στην υπόθεση Κκούτα v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 331 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 2,5 μηνών αφού λήφθηκαν υπόψη οι προσωπικές συνθήκες του εφεσείοντα και τα περιστατικά της υπόθεσης καθώς και 4 προηγούμενες καταδίκες. Περαιτέρω, στην υπόθεση Χασσάν v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 78 ποινή φυλάκισης 15 μηνών που επιβλήθηκε για το αδίκημα κλοπής αντικειμένων αξίας Λ.Κ.£3.005,80 όπου μέρος αυτών είχε ανευρεθεί, επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Επιπλέον, στην υπόθεση Ψύλλας v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 430 επικυρώθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 6 μηνών για κλοπή ποσών Λ.Κ.£350,00 και Λ.Κ.£20,00. Ακόμη στην υπόθεση Χαραλάμπους v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 222 το Ανώτατο Δικαστήριο επέβαλε ποινή φυλάκισης 3 μηνών σε άτομο που έκλεψε από σταθμευμένο αυτοκίνητο ραδιομαγνητόφωνο αξίας Λ.Κ.£350,00 μαζί με τον άλλο συγκατηγορούμενο του, το οποίο εγκατέστησε στο αυτοκίνητο του. Όταν συνελήφθηκε ομολόγησε αμέσως την πράξη του. Παραδέχθηκε ενοχή και στην επιμέτρηση της ποινής λήφθηκε υπόψη και άλλη παρόμοια υπόθεση. Στη δε υπόθεση Lungu κ.α. v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 545 το Ανώτατο Δικαστήριο μειώνοντας την ποινή του πρωτόδικου δικαστηρίου επέβαλε ποινή φυλάκισης 4 μηνών για αδικήματα της διάρρηξης και κλοπής σε κάθε εφεσείοντα που ήταν άτομα νεαρής ηλικίας 22, 20 και 20 ετών αντιστοίχως, χωρίς προηγούμενες καταδίκες, οι οποίοι συνεργάστηκαν με την αστυνομία για τη διαλεύκανση της υπόθεσης και παραδέχθηκαν ενοχή. Η αξία της κλαπείσας περιουσίας ήταν Λ.Κ.£280, της οποίας μεγάλο μέρος βρέθηκε και θα επιστρεφόταν στον ιδιοκτήτη της. Στην επιμέτρηση της ποινής λήφθηκε υπόψη απουσία ιδιαίτερου προσχεδιασμού καθώς επίσης δύσκολες προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Εν πάσει περιπτώσει, σύμφωνα με τη νομολογία αλλά και όπως έχω ήδη αναφέρει προηγουμένως, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι το υπό εκδίκαση αδίκημα είναι σοβαρό δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής του κατηγορουμένου στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου τα ακόλουθα που επιβαρύνουν τη θέση του: (α) Τη σοβαρότητα του αδικήματος όπως αυτή διαφαίνεται από τα πιο πάνω αλλά και από τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη του αλλά και λόγω του ότι τα αδικήματα αυτά βρίσκονται σε έξαρση, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. (β) Η μεγάλη ποσότητα και η μεγάλη αξία της κλαπείσας περιουσίας που είναι 9 κατσίκες και 4 πρόβατα συνολικής αξίας €3.950,
- Προς όφελος του κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Την παραδοχή του έστω και αν αυτή έγινε σ' αυτό το καθυστερημένο στάδιο. (β) Το λευκό ποινικό μητρώο του. (γ) Την απολογία του, όπως αυτή εκφράστηκε δια της συνηγόρου του. (δ) Η επιστροφή όλων των κλαπέντων ζώων μαζί με τα νεογέννητα τους πράγμα που φανερώνει ότι ο κατηγορούμενος τελικά δεν αποκόμισε οποιοδήποτε οικονομικό όφελος μέσα από τη διάπραξη του αδικήματος. (ε) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, όπως αυτές εκτέθηκαν από την ευπαίδευτη συνήγορο υπεράσπισης και ειδικότερα ότι: · Είναι διαζευγμένος και πατέρας ενός παιδιού ηλικίας 12 ετών, το οποίο διαμένει μαζί του. · Ανέλαβε αποκλειστικά τη συντήρηση της ανήλικης θυγατέρας του καθώς επίσης πληρώνει μηνιαίως διατροφή στην άνεργη πρώην σύζυγο του ύψους €300,
- · Το μηνιαίο εισόδημα του ανέρχεται στα €1.000,
- · Αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα. · Το ότι ακολουθεί συγκεκριμένη θεραπευτική αγωγή και παρακολουθείται ανά τακτά χρονικά διαστήματα από τον θεράπον ιατρό του κατόπιν χειρουργικής λαπαροσκόπησης και χολοσυστεκτομής που έκανε στις 09.02.09 εξαιτίας πολύποδα που είχε στο πάγκρεας του. Θα εξετάσω τώρα τη θέση της ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης αναφορικά με το μεγάλο χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την ημέρα διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα. Είναι γνωστό ότι η διάγνωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου και ακολούθως η εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης του εντός εύλογου χρονικού διαστήματος αποτελεί ένα από τα θεμελιώδη δικαιώματα του κατηγορουμένου που κατοχυρώνεται συνταγματικά μέσω του άρθρου 30.2 του Συντάγματος, το οποίο ταυτίζεται με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης που η Κυπριακή Δημοκρατία κύρωσε με το Νόμο 39/
- Σκοπός της συνταγματικής πρόνοιας είναι η προστασία του κατηγορουμένου από τις υπερβολικές καθυστερήσεις. Δεν είναι δυνατό ένας κατηγορούμενος να τελεί σε μακροχρόνια κατάσταση αβεβαιότητας για τη διάγνωση της ποινικής του ευθύνης. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Πεγειώτη και άλλης (Αρ.2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 617 υποδείκτηκε ότι η δίωξη του παραβάτη ευθύς ως έρχεται στο φως η αξιόποινη πράξη του αποτελεί αρχή συνυφασμένη με την καλή απονομή της δικαιοσύνης και τη δίκαιη δίκη. Τυχόν καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης με την καταχώρηση της υπόθεσης λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής και ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη. Επίσης, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Πότση
(2000)2 Α.Α.Δ. 252 το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε ότι η πάροδος μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την ανάγκη για αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο στον κατηγορούμενο. Στην δε υπόθεση Γενικού Εισαγγελέα v. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355 υποδείχθηκε πως η πάροδος αρκετού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής ειδικά αναφορικά με το είδος της ποινής, δηλαδή αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο, είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινή φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος. Ωστόσο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223 τονίστηκε ότι η συμβολή κατηγορουμένου στην καθυστέρηση μετρά εναντίον του. Στην προκειμένη περίπτωση παρατηρώ ότι ενώ ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε στις 18.03.09 και είχε προγενέστερα επιστρέψει όλη την κλαπείσα περιουσία, η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο στις 15.07.10. Από τα γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον μου, γίνεται αντιληπτό ότι η παρούσα ποινική υπόθεση δεν είχε μεγάλο βαθμό δυσκολίας στην εξιχνίαση της, εξ' ου και το ότι ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα από την περίοδο που έγινε η κλοπή και αφού πρώτα η κλαπείσα περιουσία αναγνωρίστηκε και επιστράφηκε στον παραπονούμενο. Συνεπώς, το χρονικό διάστημα των 16 μηνών περίπου που διέρρευσε από την διάπραξη του αδικήματος μέχρι την καταχώρηση της υπόθεσης αυτής στο Δικαστήριο λαμβάνεται υπόψη. Σε σχέση με το χρόνο που διέρρευσε από την καταχώρηση της υπόθεσης αυτής μέχρι σήμερα και σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή, κατόπιν μελέτης των πρακτικών του Δικαστηρίου, διαπιστώνω ότι ο κατηγορούμενος είναι συνυπεύθυνος και δεν δικαιούται να ζητεί να του πιστωθεί κάτι τέτοιο καθότι αναλώθηκε χρόνος στο να διορίσει δικηγόρο, σε αίτημα του διορισμένου δικηγόρου να μελετήσει την υπόθεση, σε αίτημα αναβολής εκδίκασης της υπόθεσης από τον κατηγορούμενο, σε μια περίπτωση όπου απουσίαζε από το Δικαστήριο με αποτέλεσμα να εκδοθεί ένταλμα σύλληψης εναντίον του και για να προβεί σε αλλαγή απάντησης από μη παραδοχή σε παραδοχή (Γεώργιος Τσιόλης v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 154 και Γενικός Εισαγγελέας v. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223). Εν πάσει όμως περιπτώσει, παρά τα πιο πάνω, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του γεγονός ότι καλείται σήμερα να επιβάλει στον κατηγορούμενο ποινή μετά πάροδο 3 ετών και 4 μηνών περίπου από την καταχώρηση του παρόντος κατηγορητηρίου. Επίσης, λαμβάνω υπόψη μου οτιδήποτε άλλο έχει αναφερθεί ή τεθεί ενώπιον μου και αποτελεί ελαφρυντικό στοιχείο για τον κατηγορούμενο. Καθοδηγούμενος από τη σχετική επί του θέματος νομολογία και συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα του αδικήματος και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα του αδικήματος σε συνδυασμό με την ανησυχητική έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη του και με την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, παρά το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι σήμερα, καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στον κατηγορούμενο ποινή στερητικής της ελευθερίας του. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας και συχνότητας διάπραξης του αδικήματος όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και των περιστατικών της υπόθεσης αυτής για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Καταληκτικά επιβάλλεται στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 4 μηνών. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα εάν η ποινή που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο θα πρέπει να οδηγήσει στην άμεση φυλάκιση του ή δύναται να ανασταλεί δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72. Εξάλλου αυτό ήταν και αίτημα της συνηγόρου υπεράσπισης. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος είναι άτομο λευκού ποινικού μητρώου. Παρόλο ότι έχουν περάσει περίπου 3 χρόνια και 4 μήνες περίπου από τότε που διέπραξε το αδίκημα της παρούσας υπόθεσης εντούτοις δεν απασχόλησε ξανά την δικαιοσύνη. Το δε προαναφερόμενο χρονικό διάστημα δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου. Επίσης, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου σε συνδυασμό με την επιστροφή όλης της κλαπείσας περιουσίας στον παραπονούμενο καθώς και το ότι έκτοτε ο κατηγορούμενος δε απασχόλησε ξανά τη δικαιοσύνη επιτρέπει στο Δικαστήριο να εκλάβει το συγκεκριμένο περιστατικό ως μεμονωμένο και για το οποίο ο κατηγορούμενος επέδειξε έμπρακτη μεταμέλεια. Παράλληλα, το Δικαστήριο δεν μπορεί να παραγνωρίσει το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος όχι μόνο είναι ο αποκλειστικός οικονομικός προστάτης της ανήλικης θυγατέρας του αλλά λόγω του ότι αυτή διαμένει μαζί του το πρόσωπο που πρώτα έρχεται αντιμέτωπο με τα όποια προβλήματα φυσιολογικά απασχολούν το παιδί στην ηλικία που βρίσκεται. Υπό τις περιστάσεις θεωρώ ότι η θυγατέρα του κατηγορουμένου έχει στο προ-εφηβικό στάδιο αυτό της ηλικίας της την ανάγκη συνεχούς πατρικής, οικονομικής και ψυχολογικής στήριξης με αποτέλεσμα η παρουσία του κατηγορουμένου δίπλα από το παιδί του να είναι καταλυτικής σημασίας για την αρμονική και υγιή πορεία, εξέλιξη και γενικά ανατροφή του. Με βάση τα πιο πάνω συντρέχουν τέτοιες προϋποθέσεις που συνηγορούν στην αναστολή της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο. Ως εκ τούτου, διατάσσεται όπως η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο ανασταλεί για περίοδο τριών ετών από σήμερα. (Εξηγείται στον κατηγορούμενο η έννοια της αναστολής της ποινής φυλάκισης). Περαιτέρω, έξοδα €120 να καταβληθούν από τον κατηγορούμενο. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence Αναφορά: Ποινικό/Κλοπή/Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο