Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Γιώργος Χριστοδουλίδης κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7805/10, 15/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:B112 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7805/10 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Kατηγορούσας Αρχής v
- Γιώργος Χριστοδουλίδης
- Γιώργος Θεοδοσίου Κατηγορούμενων ----------------------- Ημερομηνία: 15/11/
- Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χρ. Περγαντή. Για τους κατηγορούμενους: κ. Α. Παπαγεωργίου. Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 (από τώρα και στο εξής οι κατηγορούμενοι) αντιμετωπίζουν σύμφωνα με το κατηγορητήριο την κατηγορία της κατοχής/σύλληψης οποιουδήποτε θηράματος κατά τη διάρκεια κλειστής περιόδου για το κυνήγι (κατηγορία 1) και τις κατηγορίες της καταδίωξης θηράματος κατά τη διάρκεια κλειστής περιόδου για το κυνήγι (κατηγορία 2) και καταδίωξης θηράματος με τη χρήση αυτοκινήτου (κατηγορία 3). Ο κατηγορούμενος 1, επιπρόσθετα από τις πιο πάνω κατηγορίες, αντιμετωπίζει και τη κατηγορία της παράλειψης να σταματήσει το όχημα που οδηγούσε ενώ κλήθηκε από θηροφύλακα να το πράξει (κατηγορία 4) και την οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς πισινή πινακίδα αριθμών εγγραφής (κατηγορία 5). Ο κατηγορούμενος 1 παραδέκτηκε την κατηγορία 5 ενώ στις υπόλοιπες κατηγορίες και οι δύο κατηγορούμενοι προέβηκαν σε μη παραδοχή και η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση για τις κατηγορίες αυτές. Η κατηγορούσα αρχή για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της κάλεσε τρεις μάρτυρες, τον Αστ. 1197 Σ. Π΄΄βασιλείου (Μ.Κ.1), τον Ειδικό Αστ. Γεώργιο Γεωργίου (Μ.Κ.2) και την κα Όλγα Περικέντη (Μ.Κ.3). Επίσης, οι κατηγορούμενοι προέβησαν σε παραδεκτά γεγονότα, τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο και έχουν ως ακολούθως: 1) Κατάθεση του Αστ. 836 Π. Χριστοδούλου (τεκμήριο Α) στην οποία αναφέρει ότι την 07/04/2010 και ώρα 07:15 ο Αστ. 1197 Σ. Παπαβασιλείου του παρέδωσε μια πέρδικα και την ίδια μέρα την παρέδωσε στο Κτηνιατρείο Πάφου στην Όλγα Περικέντη για εξέταση. Ακολούθως, την ίδια μέρα και ώρα 16:30 παρέλαβε από την πιο πάνω την πέρδικα καθώς και ένα σκάγι και στην συνέχεια η ώρα 17:00 παρέδωσε τα πιο πάνω στον Αστ. 1197 Σ. Παπαβασιλείου. 2) Τα τεκμήρια της υπόθεσης έχουν παραληφθεί και διακινηθεί νομότυπα. 3) Μια πέρδικα και ένα σκάϊ. Η πέρδικα έχει ανευρεθεί από τον Ε/Αστ. 674 Γεώργιο Γεωργίου, θηροφύλακα στην περιοχή τοξεύτρα, παραλήφθηκε και στάληκε για κτηνιατρική εξέταση από τη Κτηνίατρο Όλγα Περικέντη για την οποία θα παρουσιάσει σχετική μαρτυρία. 4) Η πέρδικα έχει ανευρεθεί σκοτωμένη και εντός αυτής ένα σκάϊ. Πέραν των πιο πάνω, κατατέθηκαν οι ανακριτικές καταθέσεις των κατηγορουμένων και οι γραπτές τους κατηγορίες (τεκμήρια Β, Γ, Δ και Ε) ως παραδεκτό γεγονός σε σχέση με τη λήψη τους από τον Μ.Κ.
- Κατά το στάδιο του εκ πρώτης όψεως, το Δικαστήριο με σχετική ενδιάμεση απόφαση του, απάλλαξε και αθώωσε τους κατηγορούμενους από τις κατηγορίες 2 και 3, ως ανωτέρω αναφέρονται, ενώ για τη κατηγορία 1 τους κάλεσε σε απολογία. Σε απολογία επίσης, κλήθηκε και ο 1ος κατηγορούμενος στην κατηγορία 4 που αντιμετωπίζει από μόνος του. Μετά την πιο πάνω απόφαση, ο κατηγορούμενος 1 επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής ενώ ο κατηγορούμενος 2 κατέθεσε ενόρκως. Ουδείς από αυτούς κάλεσε οποιουσδήποτε μάρτυρες υπεράσπισης. Ολόκληρη η μαρτυρία που έχει προσφερθεί στο Δικαστήριο έχει καταγραφεί στο πρακτικά, λαμβάνεται υπόψη και δεν κρίνω απαραίτητο να την επαναλάβω αυτολεξεί για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Θα αναφερθώ κατωτέρω κατά την αξιολόγηση της στα κυριότερα μέρη αυτής για να διαφανούν και οι εκδοχές των διαδίκων. Από την ενώπιον του Δικαστηρίου προσαχθείσα μαρτυρία όμως, προκύπτει ότι η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής είναι ότι στις 25/03/2010 και περί ώρα 00:50 ενώ ο Μ.Κ.2 βρισκόταν σε περιπολία για πρόληψη της λαθροθηρίας στην περιοχή «Τοξεύτρα», στον Ακάμα, εντόπισε το όχημα με αρ. εγγραφής ΕΧP 388 να κινείται ύποπτα και όταν πέρασε από κοντά του, του έκανε σήμα για να σταματήσει χωρίς να το έχει πράξει. Ακολούθως, το καταδίωξε και ενώ το καταδίωκε και διάνυσαν μια απόσταση περί τα 100 μέτρα είδε το συνοδηγό να πετά κάτι από το παράθυρο του. Στα περαιτέρω 200 μέτρα περίπου κατέφερε και ανέκοψε το όχημα και προέβηκε σε έρευνα σε αυτό, όπου εντόπισε στη θέση του συνοδηγού φτερά περδικιού. Ο κατηγορούμενος 1, σε σχετική ερώτηση του απάντησε ότι κατά λάθος κτύπησε μια πέρδικα την οποία πέταξε πιο κάτω. Ακολούθως, τον οδήγησε στο σημείο που την πέταξε και εκεί βρήκε μια φρεσκοσκοτωμένη πέρδικα, την οποία παρέλαβε. Αντίθετη ήταν η εκδοχή των κατηγορουμένων, όπως προκύπτει από την ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου 1 και την ένορκη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου του κατηγορουμένου
- Ισχυρίζονται ότι το συγκεκριμένο βράδυ βρίσκονταν στην περιοχή καθότι είχαν πάει για να δουν κατά πόσο η θάλασσα ήταν ταραγμένη ή όχι έτσι ώστε την επομένη να πάνε για ψάρεμα. Όταν έφευγαν, σε ένα στενό και ανηφορικό δρόμο είδαν από απέναντι τους ένα όχημα να έχει τα φώτα του αναμμένα και όταν τους πλησίασε εισήλθε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας με σκοπό να τους ανακόψει. Αυτοί παρεξέκλιναν της πορείας τους για να το αποφύγουν και συνέχισαν την πορεία τους. Σε κάποιο σημείο αντιλήφθηκαν το εν λόγω όχημα να τους ακολουθεί και είδαν ότι είχε και φάρο αναμμένο. Τότε σταμάτησαν και όταν τους πλησίασαν τα άτομα που επέβαιναν αντιλήφθηκαν ότι ήταν η υπηρεσία Θήρας. Ο λόγος που δεν σταμάτησαν από την αρχή ήταν διότι φοβήθηκαν και δεν ήξεραν ποιοι ήταν και δεν είχαν οποιοδήποτε άλλο λόγο να μην το πράξουν. Αναφορικά με την πέρδικα που ισχυρίζεται ο Μ.Κ.1, ήταν η θέση τους ότι δεν έχουν καμία σχέση, ουδέποτε την είχαν στην κατοχή τους ούτε την πέταξαν από το παράθυρο. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, επιβάλλεται να προχωρήσω στην αξιολόγηση την ενώπιον μου τεθείσας μαρτυρίας με σκοπό να καταλήξω σε ευρήματα πραγματικών γεγονότων και εν γένει στο τι τελικά έλαβε χώρα το συγκεκριμένο βράδυ. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε ως ο εξεταστής της υπόθεσης και ανέφερε στο Δικαστήριο τις ενέργειες στις οποίες προέβηκε μετά την καταγγελία του Μ.Κ.
- Η μαρτυρία του περιορίστηκε στα πιο πάνω ζητήματα αφού ο ίδιος δεν είχε γνώση για το τι τελικά έγινε. Βασίστηκε στη κατάθεση - καταγγελία του Μ.Κ.2 και έλαβε ανακριτικές καταθέσεις από τους κατηγορούμενους και ακολούθως τους κατηγόρησε γραπτώς. Επίσης, παρέλαβε από τον Μ.Κ.2 μια πέρδικα την οποία αργότερα παρέδωσε στον Αστ. 836 Π. Χριστοδούλου για να την παραδώσει στο Κτηνιατρείο για εξέταση. Ο μάρτυρας αυτός κρίνω ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια και ανέφερε τις ενέργειες που έκανε στο βαθμό που θυμόταν χωρίς πρόθεση να αποκρύψει οτιδήποτε. Δεν έχω διακρίνει κάτι μεμπτό στη μαρτυρία του ούτε οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο σε αυτήν ή ότι είχε σκοπό να βοηθήσει την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής. Ο μάρτυρας αυτός ήταν ειλικρινής και μάλιστα ανέφερε ευθύς εξ' αρχής στην κατάθεση του ότι ουδέποτε του παραδόθηκαν από τον Μ.Κ.2 οποιαδήποτε φτερά πέρδικας. Η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της. Ο Μ.Κ.2 ήταν ο άμεσα εμπλεκόμενος στην υπόθεση και αυτός ο οποίος προέβηκε στη καταγγελία για τα αδικήματα που ισχυρίστηκε ότι διέπραξαν οι κατηγορούμενοι. Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού κρίνω ορθότερο να αξιολογήσω τη μαρτυρία της Μ.Κ.
- Η Μ.Κ.3 κατέθεσε ως η κτηνίατρος που εξέτασε την πέρδικα που της παραδόθηκε από την Αστυνομία και κατέθεσε στο Δικαστήριο σχετική έκθεση που ετοίμασε (βλ. τεκμήριο 4). Σε αυτήν αναφέρεται ότι μετά από νεκροτομή στο εν λόγω πτηνό διαπιστώθηκε ότι έφερε αιμορραγικό ωοειδές τραύμα στην αριστερή πλευρά του κεφαλιού και κάταγμα της αριστερής φτερούγας. Περαιτέρω, αναφέρεται ότι ο θάνατος προήλθε από εσωτερική αιμορραγία και στο δέρμα της κοιλιακής χώρας ανεβρέθηκε ένα σκάϊ. Σε περαιτέρω μαρτυρία της ανέφερε ότι τα τραύματα που διαπιστώθηκαν ότι έφερε η εν λόγω πέρδικα προκλήθηκαν το πιο πιθανόν συνεπεία πυροβολισμού παρόλο που δεν βρήκε σφαιρίδια. Εξηγώντας το γεγονός αυτό ανέφερε ότι τα εν λόγω σφαιρίδια θα μπορούσαν να έχουν φύγει και παράλληλα να προκάλεσαν το θάνατο. Επίσης, ανέφερε ότι δεν μπορεί να καθορίσει πότε το εν λόγω πτηνό σκοτώθηκε. Το γεγονός ότι η μάρτυρας αυτή είναι κτηνίατρος και ότι εργαζόταν κατά τον ουσιώδη χρόνο στο Επαρχιακό Κτηνιατρικό Γραφείο Πάφου δεν έτυχαν αμφισβήτησης. Ούτε τα ευρήματα της κατά τη νεκροτομή του εν λόγω πτηνού καθώς επίσης και τα συμπεράσματα της αναφορικά με τον τρόπο που προήλθαν τα εν λόγω τραύματα. Η θέση της ότι κατά πάσα πιθανότητα τα τραύματα αυτά προήλθαν συνεπεία πυροβολισμού αποτέλεσαν κοινή θέση των μερών αφού η αντεξέταση της ήταν πολύ περιορισμένη και διευκρινιστικής φύσεως. Εν όψει των πιο πάνω, κρίνω ότι δεν υπάρχει κάτι μεμπτό στη μαρτυρία της μάρτυρος αυτής και το Δικαστήριο μπορεί να κάνει αποδεκτή ολόκληρη τη μαρτυρία της, τα ευρήματα της αλλά και το συμπέρασμα της σε σχέση με την αιτία θανάτου του εν λόγω πτηνού. Εξήγησε τον τρόπο που κατά πάσα πιθανότητα προήλθε ο θάνατος του εν λόγω πτηνού βασιζόμενη στα τραύματα που εντόπισε και αυτός ήταν συνεπεία πυροβολισμού. Πέραν τούτου, δεν έχει αναφέρει άλλο τρόπο που ενδεχομένως να προήλθε ο θάνατος της πέρδικας και συγκεκριμένα είτε από κτύπημα αυτοκινήτου ή από οποιαδήποτε πτώση. Θα προχωρήσω τώρα να αξιολογήσω τη μαρτυρία του Μ.Κ.2 έχοντας υπόψη μου το περιεχόμενο της, την εντύπωση που απεκόμισα από τον ίδιο από το εδώλιο του μάρτυρα κατά την ώρα που κατέθετε καθώς επίσης και σε συσχετισμό με τα παραδεκτά γεγονότα και την υπόλοιπη μαρτυρία που το Δικαστήριο έκανε αποδεκτή. Εκείνο το οποίο προκύπτει από το περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας του Μ.Κ.2 είναι ότι αυτή παρουσιάζει σοβαρές αδυναμίες και κενά καθώς επίσης θεωρώ ότι σε σημαντικά ζητήματα δεν συνάδει με τη λογική. Επίσης, σε κάποια μέρη της διακρίνονται αντιφάσεις και ανακρίβειες που εγείρουν εύλογες αμφιβολίες κατά πόσο το συγκεκριμένο βράδυ έλαβαν χώρα τα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο και με τον τρόπο που τα περιέγραψε. Πέραν των πιο πάνω, η εκδοχή του για την ανεύρεση της πέρδικας στην περιοχή και του τρόπου που αυτό έγινε καθώς επίσης και τα όσα ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι του είπε ο κατηγορούμενος 1, εκτός του ότι παρουσιάζει σοβαρές αδυναμίες, εγείρει και διάφορα ερωτηματικά κατά πόσο όλα αυτά έλαβαν χώρα. Στο ζήτημα αυτό θα πρέπει να συνυπολογιστεί και η μαρτυρία της Μ.Κ.3 αναφορικά με τα τραύματα της πέρδικας και τον τρόπο που ανέφερε ότι προήλθε ο θάνατος της. Προς υποστήριξη όλων των ανωτέρω, παρατηρούνται τα ακόλουθα από την μαρτυρία του μάρτυρα αυτού: Eνώ ανέφερε ότι κατά την καταδίωξη του οχήματος που οδηγούσε ο 1ος κατηγορούμενος είδε το συνοδηγό να πετά κάτι από το παράθυρο, στην πορεία και μετά την ανακοπή αναφέρεται στον οδηγό του οχήματος δηλαδή τον 1ον κατηγορούμενο και ότι αυτός του είπε ότι κατά λάθος κτύπησε μια πέρδικα και την πέταξε πιο πίσω και ότι ο ίδιος μετά τον οδήγησε στον τόπο που την πέταξε όπου και την παρέλαβε. Κατ' αρχή δημιουργούνται ερωτηματικά κατά πόσο ο μάρτυρας είδε κάτι τέτοιο να γίνεται ενώ καταδίωκε το όχημα του κατηγορουμένου 1 και με τον τρόπο που το έπραττε όπως περιέγραψε, δηλαδή προσπερνώντας και μπαίνοντας στο πλευρό του μέχρι που αυτό σταμάτησε. Επίσης, θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο δρόμος ήταν χωματόδρομος, σκοτεινός και ο μάρτυρας δεν ανέφερε με πόση ταχύτητα το καταδίωκε, πόσο περίπου έτρεχε το μπροστινό του όχημα και κατά πόσο δημιουργείτο και οποιαδήποτε σκόνη ή ο δρόμος ήταν βρεγμένος. Έστω όμως και έτσι να έγιναν τα πράγματα, πώς είναι δυνατό μετά την ανακοπή του οχήματος, ο 1ος κατηγορούμενος να του αναφέρει ότι είναι αυτός που πέταξε τη πέρδικα πιο πίσω και μάλιστα να μπαίνει στο αυτοκίνητο το υπηρεσιακό του και σε ένα λεπτό να του υποδεικνύει πού πέταξε την εν λόγω πέρδικα. Αν θεωρήσουμε ότι το όχημα του κατηγορουμένου 1 κινείτο με κάποια ταχύτητα αφού όπως ήταν η θέση του μάρτυρα δεν σταμάτησε στο σήμα του και το καταδίωκε και ότι είναι από το παράθυρο του συνοδηγού που είδε αυτό το σκούρο πράγμα, όπως είπε να πετάγεται, πώς θα μπορούσε ο 1ος κατηγορούμενος να του το υποδείξει αμέσως και πού ο ίδιος θα γνώριζε που κατέληξε, δεδομένου ότι την ώρα εκείνη προσπαθούσε μάλιστα να διαφύγει. Επίσης, ο μάρτυρας ανέφερε ότι από το σημείο που είδε αυτό το πράγμα να πετάγεται από το παράθυρο του συνοδηγού, διάνυσαν ακόμη 200 μέτρα απόσταση μέχρι το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου να σταματήσει. Πώς είναι δυνατό σε ένα λεπτό, έστω και μέσα στο αυτοκίνητο να τον οδήγησε στο σημείο που κατ' ισχυρισμό πέταξε την πέρδικα και να την βρει χωρίς καν να χρειαστεί να ψάξουν γι αυτήν. Όλα τα πιο πάνω δεν μπορούν να συμβιβαστούν με τη λογική, δεν συνάδουν με άλλες αναφορές του μάρτυρα και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό ότι έλαβαν χώρα αυτά που ανέφερε ο μάρτυρας. Επιπρόσθετα, ο μάρτυρας μέσα από τις αναφορές του σε σχέση με το τι του είπε ο 1ος κατηγορούμενος, ότι δηλαδή κατά λάθος κτύπησε μια πέρδικα, ότι τον οδήγησε στο σημείο που την πέταξε από το παράθυρο και ότι ήταν φρεσκοσκοτωμένη, προσπάθησε να καταδείξει στο Δικαστήριο ότι οι κατηγορούμενοι καταδίωκαν την εν λόγω πέρδικα, την σκότωσαν και την συνέλαβαν. Η πιο πάνω εκδοχή του, όχι μόνο δεν συνάδει με άλλη αποδεκτή μαρτυρία που προσκομίστηκε από την κατηγορούσα αρχή, αλλά συγκρούεται με αυτή και αναιρείται. Η Μ.Κ.3 ανέφερε τα τραύματα που έφερε το εν λόγω πτηνό και με βάση αυτά κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο θάνατος της κατά πάσα πιθανότητα προήλθε από πυροβολισμό. Άρα δεν είναι δυνατό να ευσταθούν τα όσα ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι του είπε ο 1ος κατηγορούμενος και κατ' επέκταση δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι του είπε κάτι τέτοιο. Περαιτέρω, πώς είναι δυνατό να του είπε αυτά που του είπε όπως ισχυρίζεται ο μάρτυρας και αργότερα το ίδιο βράδυ στον Αστυνομικό Σταθμό, ο 1ος κατηγορούμενος να δίνει κατάθεση για το όλο συμβάν και να δίνει μια εντελώς διαφορετική εκδοχή; Περαιτέρω, ενώ ο μάρτυρας αναφέρθηκε σε φτερά τα οποία εντόπισε στο όχημα του κατηγορουμένου 1 εντούτοις δεν έλαβε αυτά τα φτερά ως τεκμήριο καθότι όπως ανέφερε δεν ήταν σημαντικά αφού ανευρέθηκε η πέρδικα. Η πέρδικα όμως, δεν ανευρέθηκε στο όχημα του κατηγορουμένου 1 αλλά σε άλλο σημείο, σύμφωνα πάντα με τις αναφορές του. Τα εν λόγω φτερά καθίστανται σημαντικά όχι αναφορικά με την ύπαρξη τους και μόνο αλλά με σκοπό τη σύνδεση τους με την πέρδικα που ισχυρίστηκε ότι βρήκε ο μάρτυρας και με τη θέση ότι αυτή προηγουμένως βρισκόταν στο όχημα του κατηγορουμένου
- Αξιοσημείωτο επίσης, είναι και το γεγονός που αναφέρει ο μάρτυρας στην κατάθεση του ότι αυτός βρισκόταν στην περιοχή με άλλο συνάδελφο του. Πέραν της αναφοράς του αυτής, ουδεμία άλλη αναφορά γίνεται για την εμπλοκή του άλλου συναδέλφου του στην υπόθεση ούτε το εν λόγω άτομο έδωσε κατάθεση ή οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία αναφορικά με το τι διαδραματίστηκε το βράδυ εκείνο που να υποστηρίζει τη θέση του μάρτυρα αυτού. Έχοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω και το σύνολο της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού κρίνω ότι αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Η όλη εκδοχή που παρουσίασε στο Δικαστήριο σε σχέση με την ανεύρεση της πέρδικας και πώς τελικά την εντόπισε δεν συνάδει με τη λογική, παρουσιάζει κενά και σοβαρές αδυναμίες και σε κάποια σημεία της είναι ανακριβής και αντιφατική. Δεδομένου τούτου, παρασύρει και την υπόλοιπη του μαρτυρία σε σχέση με την παράλειψη του κατηγορουμένου 1 να σταματήσει και το τι ακολούθησε μετά. Επομένως, ολόκληρη η μαρτυρία του απορρίπτεται. Από την αντίπερα όχθη ο κατηγορούμενος 1 επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής. Από την επιλογή αυτή του Κατηγορούμενου δεν πρέπει να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (βλ. Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200). Είναι δικαίωμα του και αυτό δεν μπορεί να επενεργήσει σε βάρος του (βλ. Ντίνος Δημητρίου Χριστοφόρου v. Tης Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 250). Πέραν τούτου, ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει και η ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου (βλ. τεκμήριο Β). Όσον αφορά την εν λόγω κατάθεση, υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να αποδώσει σ' αυτή. Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με την μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο, ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση. Περαιτέρω, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου και να απορρίψει άλλο ασχέτως αν αυτό αποτελεί άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Είναι φυσικό να αποδίδεται μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Είναι όμως, ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές πράξεις. (Βλ. Vrakas α.ο. v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195), Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Findlay Duncan 73 Crim. App. R. 359). Από την κατάθεση του κατηγορουμένου 1, αποδέχομαι ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο κατηγορούμενος 1 οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής ΕΧP 388 και μαζί του ήταν και ο κατηγορούμενος 2 και βρίσκονταν στην περιοχή «Τοξεύτρα» του Ακάμα και ότι σε κάποια στιγμή έγινε έρευνα στο όχημα του από τη θηροφυλακή και ανευρέθηκαν κάποια φτερά στη θέση του συνοδηγού. Επίσης, αποδέχομαι ότι μετά από αυτό οδηγήθηκαν στον Αστυνομικό Σταθμό Πέγειας. Τα εν λόγω γεγονότα δεν συγκρούονται με άλλη αποδεκτή μαρτυρία και αποτέλεσαν κοινό έδαφος των διαδίκων. Οποιοιδήποτε άλλοι ισχυρισμοί περιέχονται στην εν λόγω κατάθεση, δεν μπορεί να γίνουν αποδεκτοί καθότι αφορούν εξηγήσεις για εγκληματικές ενέργειες, δεν συνάδουν με άλλη αποδεκτή μαρτυρία και δεν δόθηκαν ενόρκως για να μπορεί να ελεχθεί η ορθότητα τους. Ο κατηγορούμενος 2, επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Η θέση του ήταν ότι το συγκεκριμένο βράδυ βρισκόταν στην περιοχή «Τοξεύτρα» μαζί με τον κατηγορούμενο 1 με σκοπό να ελέγξουν αν η θάλασσα ήταν καλή αφού είχαν πρόθεση το επόμενο πρωινό να πήγαινα για ψάρεμα. Εκτός του ότι ο μάρτυρας αυτός δεν μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα έχοντας υπόψη τον τρόπο που απαντούσε τις ερωτήσεις και την όλη στάση του, παρατηρείται ότι ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να πει με ακρίβεια και σαφήνεια τι είχε γίνει το βράδυ εκείνο. Ο ίδιος ανέφερε ότι είχαν περάσει τρία χρόνια και δεν ήταν σε θέση να πει ακριβώς τι είχε γίνει. Ανέφερε ότι θυμάται κάποια πράγματα και παρέθεσε την πιο πάνω εκδοχή. Επίσης, παρατηρείται από τη μαρτυρία του, ότι αυτή σκοπό είχε να αποποιηθεί τις κατηγορίες και όχι να παραθέσει στο Δικαστήριο τα πραγματικά γεγονότα που έλαβαν χώρα. Αντεξεταζόμενος κατά πόσο στη θέση που καθόταν στον αυτοκίνητο υπήρχαν φτερά πέρδικας ανέφερε ότι δεν γνωρίζει και ότι ο ίδιος δεν είδε. Πιο κάτω ήταν κατηγορηματικός ότι δεν είχε τέτοια φτερά. Έχοντας υπόψη μου το περιεχόμενο της μαρτυρίας του κατηγορουμένου 2 και τον τρόπο που την παρουσίασε καθώς επίσης και την εντύπωση που απεκόμισα από τον ίδιο κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα, κρίνω ότι αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται στην ολότητα της. Λαμβανομένου υπόψη, την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, τα παραδεκτά γεγονότα και την μαρτυρία η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη και/ή αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων, τα πιο κάτω αποτελούν τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης: Στις 25/03/2010 και περί ώρα 00:50 ο Μ.Κ.2 μαζί με άλλο συνάδελφο του, βρίσκονταν στην περιοχή «Τοξεύτρα», στον Ακάμα της Επαρχίας Πάφου σε περιπολία για πάταξη της λαθροθηρίας. Κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο οι κατηγορούμενοι, βρίσκονταν επίσης στην ίδια περιοχή. Ο κατηγορούμενος 1 οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής EXP 388 έχοντας ως συνοδηγό τον κατηγορούμενο 2. Σε κάποια στιγμή το όχημα του κατηγορουμένου 1, σταμάτησε και διενεργήθηκε σε αυτό έρευνα από τον Μ.Κ.2 όπου ανευρέθηκαν κάποια φτερά στη θέση του συνοδηγού. Επίσης, αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός ότι ο Μ.Κ.2 βρήκε στην πιο πάνω περιοχή μια πέρδικα σκοτωμένη την οποία παρέλαβε. Ακολούθως, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 οδηγήθηκαν στον Αστυνομικό Σταθμό Πέγειας και στη συνέχεια κατηγορήθηκαν για τα αδικήματα που αντιμετωπίζουν χωρίς να παραδεχθούν ενοχή. Η πέρδικα που ανευρέθηκε από τον Μ.Κ.2 στάληκε στο Επαρχιακό Κτηνιατρικό Γραφείο Πάφου όπου της έγινε νεκροτομή από την Κτηνίατρο Όλγα Περικέντη η οποία διαπίστωσε ότι έφερε αιμορραγικό ωοειδές τραύμα στην αριστερή πλευρά του κεφαλιού και κάταγμα της φτερούγας. Επίσης, αποφάνθηκε ότι ο θάνατος του εν λόγω πτηνού, με βάση τα τραύματα που έφερε, προκλήθηκε κατά πάσα πιθανότητα συνεπεία πυροβολισμού. NOMIKH ΠΤΥΧΗ: Το άρθρο 48
(1)του Περί Προστασίας και Διαχείρισης Άγριων Πτηνών και Θηραμάτων Νόμου Ν.152
(1)/2003 προνοεί τα ακόλουθα: «48.-
(1)Κανένα πρόσωπο δεν πυροβολεί, φονεύει, συλλαμβάνει, παρενοχλεί ή καταδιώκει οποιοδήποτε θήραμα ή είδος άγριας πανίδας κατά τη διάρκεια κλειστής περιόδου κυνηγίου». Επίσης, το άρθρο 48
(5)του πιο πάνω Νόμου προνοεί ότι «Πρόσωπο το οποίο καταδιώκει, φονεύει ή συλλαμβάνει θήραμα από τη δύση μέχρι τη χαραυγή του ηλίου καθόλη τη διάρκεια του έτους είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα τέσσερα χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πενήντα χιλιάδες ευρώ (€50,000) ή και στις δύο αυτές ποινές.» Περαιτέρω, το άρθρο 49
(1)του ιδίου Νόμου προνοεί ότι με Γνωστοποίηση του Υπουργού καθορίζεται η περίοδος κατά την οποία επιτρέπεται η κατοχή νόμιμα φονευμένου θηράματος και η παράγραφος 2) του εν λόγω άρθρου προνοεί αδίκημα σε περίπτωση κατοχής τέτοιου θηράματος σε περίοδο που δεν καθορίζεται στην γνωστοποίηση. Τα δε άρθρα 46 και 47 του Νόμου προνοούν για το καθορισμό από το Υπουργικό Συμβούλιο οποιαδήποτε περίοδο του έτους ως ανοικτή περίοδο κυνηγίου αλλά δεν καθορίζεται ως ανοικτή περίοδος κυνηγίου οποιαδήποτε περίοδος μεταξύ 1ης Μαρτίου και την 15ης Αυγούστου συμπεριλαμβανομένων. Περαιτέρω, το άρθρο 77 καθορίζει τα καθήκοντα και εξουσίες που έχουν οι θηροφύλακες. Το άρθρο 77
(1)(ε) δίδει εξουσία στους θηροφύλακες να σταματούν και να ερευνούν οποιοδήποτε μεταφορικό μέσο το οποίο βρίσκουν σε περιοχή που εύλογα δημιουργεί την υποψία ότι το πρόσωπο που επιβαίνει σε αυτό παραβαίνει τις διατάξεις του Νόμου. Το δε άρθρο 77
(3)(β) δημιουργεί αδίκημα σε περίπτωση που πρόσωπο καλείται από θηροφύλακα, παραλείπει να σταματήσει το όχημα που οδηγεί ή παρεμποδίζει τη διεξαγωγή έρευνας σε αυτό. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Έχοντας υπόψη μου τα ευρήματα πραγματικών γεγονότων και τις πιο πάνω νομικές αρχές που διέπουν τα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Σε σχέση με την 1ην κατηγορία, δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου αξιόπιστη μαρτυρία ότι οι κατηγορούμενου 1 και 2 κατά τον ουσιώδη χρόνο, φόνευσαν, συνέλαβαν ή είχαν στην κατοχή τους την αναφερόμενη στο κατηγορητήριο πέρδικα. H απόρριψη της μαρτυρίας του Μ.Κ.2 σε σχέση με τον τρόπο που αυτός βρήκε την εν λόγω πέρδικα κατά τον ουσιώδη χρόνο και την σύνδεση της με την ύπαρξη στο όχημα που επέβαιναν οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αφήνει την κατηγορία έκθετη σε απόρριψη. Το ίδιο ισχύει και για την κατηγορία 4 που αφορά τον 1ον κατηγορούμενο. Δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου αξιόπιστη μαρτυρία αναφορικά με την ύπαρξη εύλογης υπόνοιας διάπραξης αδικήματος κατά παράβαση του Νόμου Περί Προστασίας Άγριων Πτηνών και Θηραμάτων Νόμου Ν. 152
(1)/2003 έτσι ώστε να ενεργοποιηθεί η εξουσία του Μ.Κ.2 για να το ανακόψει. Το σημαντικότερο όμως, είναι ότι δεν υπάρχουν ευρήματα αναφορικά με τον τρόπο που το εν λόγω όχημα του κατηγορουμένου ανακόπηκε και ουσιαστικά κατά πόσο ο κατηγορούμενος 1 ενώ αντιλήφθηκε οποιοδήποτε σήμα και ότι αυτό προερχόταν από τους θηροφύλακες, παρέλειψε να σταματήσει. Η ανυπαρξία ευρημάτων σε σχέση με τα πιο πάνω ζητήματα, οδηγεί σε αποτυχία απόδειξης όλων των συστατικών στοιχείων των κατηγοριών στον αναγκαίο βαθμό και ως εκ τούτου οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αθωώνονται και απαλλάσσονται από την κατηγορία 1 που αντιμετωπίζουν από κοινού και ο κατηγορούμενος 1 από την κατηγορία 4, που αντιμετωπίζει από μόνος του. (Υπ.) ........... Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο