Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Κυριάκος Κωνσταντίνου, Αρ. Υπόθεσης: 11667/2011, 28/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:B121 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11667/2011 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. Κυριάκος Κωνσταντίνου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 28.11.13 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου (o κ. Συμεού για ν' ακούσει απόφαση) Για Κατηγορούμενο: κα Α. Μιχαήλ Κατηγορούμενος: παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, στις κατηγορίες της πρόκλησης πραγματικής σωματικής βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 243 του Κεφ.154 και της άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας κατά παράβαση του άρθρου 151 του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, ο κατηγορούμενος στις 06.03.09 στην Πάφο επιτέθηκε μαζί με άλλο πρόσωπο εναντίον της Μαρίνας Αντρέου από την Πάφο και της προκάλεσαν πραγματική σωματική βλάβη. Επίσης, κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται πιο πάνω ο κατηγορούμενος μαζί με το άλλο άτομο παράνομα και άσεμνα επιτέθηκαν εναντίον της Αντρέου (πρώτη και δεύτερη κατηγορία). Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως εκτέθηκαν από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, έχουν ως εξής: Στις 06.03.09 η Μαρίνα Αντρέου ενώ βρισκόταν σε εστιατόριο στην Πάφο λογομάχησε με τον κατηγορούμενο και ένα φίλο του. Μέσα από τη φιλονικία τους, ο κατηγορούμενος μαζί με το φίλο του επιτέθηκαν στην Αντρέου κτυπώντας την σε διάφορα μέρη του σώματος της. Επίσης, κατά τη διάρκεια του επίδικου επεισοδίου ο κατηγορούμενος ψήλωσε την μπλούζα της Αντρέου. Το επεισόδιο έληξε όταν η παραπονούμενη κατάφερε να διαφύγει και να ειδοποιήσει τη μητέρα της, η οποία ήλθε και την παρέλαβε. Ακολούθως, η παραπονούμενη μεταφέρθηκε στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου όπου και νοσηλεύτηκε εκεί για μια νύκτα επειδή δεν αισθανόταν καλά. Διαπιστώθηκε ότι έφερε διάφορες κακώσεις και εκχυμώσεις. Ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε και του επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο. Σε κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι είχε προκληθεί επειδή ενώ βρισκόταν προηγουμένως στο νοσοκομείο με κατάγματα στα πόδια του, η παραπονούμενη τον επισκέφτηκε και του είπε ότι παρακαλούσε να είχε πάθει κακό. Όπως ο ίδιος εξήγησε στην εν λόγω κατάθεση του, είναι επειδή ένιωθε παράπονο από τη συμπεριφορά της παραπονούμενης που προέβηκε στις αξιόποινες πράξεις του. Περαιτέρω, ο κύριος Συμεού σημείωσε πως η παραπονούμενη δεν έχει πλέον οποιοδήποτε παράπονο από τον κατηγορούμενο, θέση την οποία επιβεβαίωσε και η ίδια με σχετική δήλωση της στο Δικαστήριο. Καταλήγοντας, ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου ενώ παράλληλα δήλωσε ότι έχουν δημιουργηθεί έξοδα ύψους €105,00 σε σχέση με την υπόθεση αυτή. Λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων και εξαιτίας του νεαρού την ηλικίας του κατηγορουμένου, το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για ετοιμασία έκθεσης από το Γραφείο Ευημερίας. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, ο κατηγορούμενος είναι σήμερα ηλικίας 20 ετών και προέρχεται από οικογένεια με πολλά κοινωνικοοικονομικά προβλήματα. Πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια. Η μητέρα του κατάγεται από την Ελλάδα και σε ηλικία 19 ετών τελεί γάμο με Ελλαδίτη, από τον οποίο απέκτησαν δύο παιδιά. Αντιμετώπισαν δυσκολίες στο γάμο τους και τελικά χώρισαν. Στη συνέχεια η μητέρα του σύναψε σχέση με Κύπριο με τον οποίο απέκτησε τον κατηγορούμενο και ακόμη ένα μεγαλύτερο παιδί. Έκτοτε η μητέρα του κατηγορουμένου σύναψε ακόμη δύο γάμους με άτομα Συριακής καταγωγής χωρίς να αποκτήσει παιδιά. Βρίσκεται όμως σε διάσταση με τον τελευταίο της σύζυγο. Ο πατέρας του κατηγορουμένου δεν αναγνώρισε τον κατηγορούμενο και την αδελφή του που ήταν οι καρποί της σχέσης του με την μητέρα του κατηγορουμένου. Την ανατροφή του κατηγορουμένου ανέλαβε εξ' ολοκλήρου η μητέρα του. Έκτοτε ο πατέρας του κατηγορουμένου απέκτησε και άλλο παιδί από άλλο γάμο του. Η απουσία πατρικού προτύπου διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στη ψυχοσυναισθηματική του ανάπτυξη. Διατηρεί αρμονικές σχέσεις με τη μητέρα και την αδελφή του ενώ δεν διατηρεί επικοινωνία με τον πατέρα του και τα ετεροθαλή αδέλφια του. Ο κατηγορούμενος είναι απόφοιτος Τεχνικής Σχολής και αφού υπηρέτησε 9 μήνες στην Εθνική Φρουρά εξασφάλισε απαλλαγή επειδή. Στις 03.02.09 ο κατηγορούμενος ενεπλάκη σε τροχαίο δυστύχημα πάσχει από αγχώδη διαταραχή με χαρακτηριστικά στοιχεία προσωπικότητας με κακή λειτουργικότητα ατύχημα με αποτέλεσμα να τραυματιστεί σοβαρά. Έκτοτε εξακολουθεί να αντιμετωπίζει πρόβλημα στο δεξί του πόδι. Η οικογένεια του κατηγορουμένου αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες. Κανένα μέλος της οικογένειας του δεν εργάζεται ενώ η οικονομική κατάσταση της δυσχεραίνεται περισσότερο από την υποχρέωση καταβολής δόσεως στο χρέος που έχει συνάψει η μητέρα του για την αγορά διαμερίσματος, στο οποίο διαμένει ο κατηγορούμενος με την οικογένεια του. Υπήρξαν στιγμές που η μητέρα του κατηγορουμένου δεν ήταν σε θέση να εξασφαλίσει ούτε τα απαραίτητα είδη πρώτης ανάγκης για τη συντήρηση της οικογένειας της. Η μητέρα του κατηγορουμένου πάσχει από αγγειίτιδα με πνευμονική προσβολή καθώς και από σακχαρώδη διαβήτη τα οποία την καθιστούν μόνιμα ανίκανη για εργασία. Σήμερα ο κατηγορούμενος είναι άνεργος και συντηρείται τόσο ίδιος όσο και η υπόλοιπη οικογένεια του από δημόσιο βοήθημα ύψους €678,00. Ο δε κατηγορούμενος μαζί με την αδελφή του βοηθούν την μητέρα τους να αυτοεξυπηρετηθεί λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει. Χωρίς να αμφισβητήσει επί της ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθηκαν από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης, αφού ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος απολογείται για την αξιόποινη συμπεριφορά του, ευσεβάστως επισήμανε ότι πρωταγωνιστικό ρόλο στο επεισόδιο διαδραμάτισε το άλλο πρόσωπο που βρισκόταν μαζί με τον κατηγορούμενο, το οποίος όμως δεν προσάχθηκε ενώπιον της δικαιοσύνης. Περαιτέρω, η κυρία Μιχαήλ σημείωσε πως η παρεξήγηση που δημιουργήθηκε έχει λυθεί με την παραπονούμενη να δηλώνει ότι δεν έχει οποιοδήποτε παράπονο από τον κατηγορούμενο. Όσον αφορά το δεύτερο αδίκημα, η εν λόγω συνήγορος ανάφερε ότι αυτό διαπράχτηκε κατά τη διάρκεια της συμπλοκής. Στρεφόμενη στις προσωπικές, οικονομικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορουμένου, η κυρία Μιχαήλ υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας. Είναι ακόμη η θέση της εν λόγω συνηγόρου ότι κατά την επιμέτρηση της ποινής το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του το μεγάλο χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την ημέρα διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα. Τέλος, η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης, κάλεσε το Δικαστήριο στην περίπτωση που προσανατολίζεται να επιβάλει ποινή στερητικής της ελευθερίας του πελάτη της να εξασκήσει τη διακριτική ευχέρεια του και να την αναστείλει καθότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο. Αναμφίβολα τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος διέπραξε είναι σοβαρά. Η σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων αντανακλάται, κατ' αρχήν, μέσα από τις προβλεπόμενες από το νόμο ποινές. Δεσπόζουσα θέση σοβαρότητας έχει το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας το οποίο θεωρείται κακούργημα και σύμφωνα με το άρθρο 151 του Κεφ.154 επισύρει ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 5 έτη. Το δε αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης θεωρείται πλημμέλημα και με βάση το άρθρο 243 του Κεφ.154 τιμωρείται με ποινή φυλάκισης 3 ετών. Επίσης, η σοβαρότητα του αδικήματος της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης έγκειται στο γεγονός ότι ενέχει πράξεις που προκαλούν βία και πόνο στο θύμα και ταυτόχρονα δημιουργούν αίσθημα φόβου και ανασφάλειας σ' αυτό, καταρρακώνουν την προσωπικότητα και αξιοπρέπεια ατόμων, πλήττουν το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας και γενικότερα διασαλεύουν την ειρηνική διαβίωση πολιτών. Τα αδικήματα αυτά θεωρούνται ακόμη σοβαρά για τον επιπλέον λόγο της συχνότητας και ευκολίας με την οποία αυτά διαπράττονται, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν τέτοια περιστατικά με τη δέουσα σοβαρότητα και αυστηρότητα σε μια προσπάθεια να διαβιβάσουν το μήνυμα στους παραβάτες ότι τέτοιου είδους συμπεριφορές δεν είναι ανεκτές και δεν έχουν χώρο στην κυπριακή κοινωνία. Οι πολίτες δεν μπορούν κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες να επιλύουν τις διαφορές τους με βία και ένταση. Σίγουρα οι παλικαρισμοί και η επίδειξη ισχύος δεν εξυπηρετούν κανένα λογικό σκοπό και ο νόμος οπωσδήποτε δεν τους αποδέχεται. Ουδείς έχει το δικαίωμα, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, να παίρνει το νόμο στα χέρια του και να επιτίθεται σε άλλο συνάνθρωπο του, αλλά να επιδεικνύει αυτοσυγκράτηση και να εφαρμόζει μηχανισμό αυτοελέγχου έστω και αν προκαλείται ή εξωθείται για κάτι τέτοιο. Με ειρηνικό τρόπο και με πνεύμα αλληλοκατανόησης οι πολίτες θα πρέπει να καταλήγουν σε μια φιλική συνεννόηση μεταξύ τους. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95 το Ανώτατο Δικαστήριο εξέφρασε την αποδοκιμασία του στη χρήση βίας από ένα άτομο σε συνάνθρωπο του μέσω του πιο κάτω αποσπάσματος: "Η χρήση βίας κατά των συνανθρώπων συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας. Πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το άρθρο 7.1 του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπεια του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης είτε ως μέσο εκδίκησης είτε ως μέσο τιμωρίας δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωση της πρέπει να τιμωρείται με αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς." Το πιο πάνω απόσπασμα υιοθετήθηκε στην υπόθεση Χριστοφή v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 504. Θεώρηση της νομολογίας επισημαίνει ότι η ποινή που επιβάλλεται είναι ανάλογη της σοβαρότητας που χαρακτηρίζει την κάθε υπόθεση ξεχωριστά στη βάση των γεγονότων και περιστατικών που την περιβάλουν. Ο βαθμός της σοβαρότητας αυξάνεται όταν η επίθεση είναι σφοδρή ή διεξαχθεί σε δημόσιο χώρο και στην παρουσία άλλων προσώπων ή στην παρουσία άλλων μελών της οικογένειας. Σε τέτοιες περιπτώσεις ενδεικνυόμενη ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Στην υπόθεση Γεώργιος Βασιλειάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 409 επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο που διέπραξε το αδίκημα της κοινής επίθεσης ποινή φυλάκισης 3 μηνών, η οποία επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Επίσης, στην υπόθεση Αιμίλιος Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 327 όπου το ίδιο αδίκημα διαπράχτηκε σε δημόσιο χώρο και στην παρουσία άλλων παρευρισκομένων επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο, μετά από παραδοχή, με λευκό ποινικό μητρώο και κατόπιν συμφιλίωσης με τον παραπονούμενο, ποινή φυλάκισης ενός μηνός. Περαιτέρω, στην υπόθεση Ευθυμίου v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 581 ποινή φυλάκισης ενός μηνός που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα που επιτέθηκε στο θύμα του προκαλώντας του πραγματική σωματική βλάβη σε δημόσιο χώρο στην απουσία στοιχείου προσχεδιασμού, κατόπιν πρόκλησης και με παραδοχή, δεν κρίθηκε έκδηλα υπερβολική και επικυρώθηκε κατ' έφεση. Ωστόσο έχει λεχθεί δεν επιβάλλεται ποινή φυλάκισης σε κάθε περίπτωση επίθεσης. Εξαρτάται πάντοτε από τις ιδιαίτερες περιστάσεις, την ένταση της επίθεσης και τις επιπτώσεις στο θύμα. Ο βαθμός της σοβαρότητας αυξάνεται όταν η επίθεση είναι σφοδρή ή διεξαχθεί σε δημόσιο χώρο και στην παρουσία άλλων προσώπων ή στην παρουσία άλλων μελών της οικογένειας. Σε τέτοιες περιπτώσεις ενδεικνυόμενη ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Σε αντίθετη περίπτωση η χρηματική ποινή εμφανίζεται ως καταλληλότερη από αυτή της στερητικής της ελευθερίας (Θεοχάρους ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575 και Staripavlova v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 72/2012, ημερομηνίας 19.10.12). Το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας είναι επίσης σοβαρό ιδιαίτερα όταν στρέφεται κατά νεαρών προσώπων για τον επιπρόσθετο λόγο ότι προσβάλλουν τα ήθη γενικά αλλά και γιατί προσβάλλουν και συνθλίβουν την προσωπικότητα των θυμάτων (Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου, Ποιν. Έφεση 33/2008 ημερ. 17.7.2008). Εν πάσει περιπτώσει, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής. Για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής του κατηγορουμένου στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου τα ακόλουθα που επιβαρύνουν τη θέση του: (α) Τη σοβαρότητα των αδικημάτων, όπως αυτή έχει σημειωθεί πιο πάνω αλλά και διαπιστώνεται από τα γεγονότα της υπόθεσης καθώς και από τη συχνότητα και ευκολία με την οποία αυτά διαπράττονται ιδίως το αδίκημα της επίθεσης προκαλούσας πραγματικής σωματικής βλάβης, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις ενώπιον μου υποθέσεις. (β) Το ότι τα αδικήματα διεξήχθηκαν σε χώρο όπου σύχναζαν άλλοι θαμώνες. (γ) Το ότι το επεισόδιο έληξε και κατ' επέκταση η αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου τερματίστηκε μόνο όταν η παραπονούμενη κατάφερε να διαφύγει και να ειδοποιήσει τη μητέρα της. (δ) Το ότι η επίθεση που έγινε με κτυπήματα σε διάφορα μέρη του σώματος της παραπονούμενης ήταν σφοδρή καθότι η παραπονούμενη υπέστηκε μώλωπες και εκχυμώσεις και παρέμεινε νοσηλευμένη για μία ημέρα στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. (ε) Το ότι η αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου χαρακτηρίζεται από το στοιχείο της εκδίκησης και του προσχεδιασμού επειδή προέβηκε στις παράνομες πράξεις του εις βάρος της παραπονούμενης αισθανόμενος παράπονο από την τελευταία όταν σε προγενέστερη περίοδο που ήταν τραυματισμένος του είχε πει ότι παρακαλούσε να του συνέβαινε κάποιο κακό. Προς όφελος του κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Την παραδοχή του έστω και αν αυτή έγινε σ' αυτό το στάδιο. (β) Το λευκό ποινικό μητρώο του. (γ) Την απολογία του όπως αυτή εκφράστηκε δια της συνηγόρου του. (δ) Την δήλωση της παραπονούμενης ότι δεν έχει οποιοδήποτε παράπονο. (ε) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, όπως αυτές περιγράφονται από την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και ειδικότερα ότι: · Είναι ηλικίας 20 ετών και όταν διέπραξε τα αδικήματα ήταν 16 ετών και 9 μηνών περίπου. · Σήμερα είναι άνεργος και τόσο ο ίδιος όσο και η υπόλοιπη οικογένεια του συντηρούνται οικονομικά από δημόσιο βοήθημα ύψους €678,00. · Προέρχεται από οικογένεια με πολλά κοινωνικοιοκονομικά προβλήματα στο βαθμό και την έκταση που έχουν σημειωθεί πιο πάνω. · Το οικογενειακό του περιβάλλον δεν υπήρξε ικανοποιητικά υποστηριχτικό στο βαθμό και την έκταση που έχει προηγουμένως αναφερθεί. · Η απουσία του πατέρα του από τη ζωή του διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στη ψυχοσυναισθηματική του ανάπτυξη. · Τα σοβαρά οικονομικά προβλήματα που η οικογένεια του κατηγορουμένου αντιμετωπίζει. · Τα προβλήματα υγείας που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει και συγκεκριμένα το ότι πάσχει αγχώδη διαταραχή με χαρακτηριστικά στοιχεία προσωπικότητας με κακή λειτουργικότητα καθώς και το πρόβλημα που φέρει στο δεξί του πόδι ένεκα τροχαίου ατυχήματος που είχε στις 03.02.09. · Τα προβλήματα υγείας που η μητέρα του αντιμετωπίζει και συγκεκριμένα το ότι πάσχει από αγγειίτιδα με πνευμονική προσβολή καθώς και από σακχαρώδη διαβήτη τα οποία την καθιστούν μόνιμα ανίκανη για εργασία. · Λόγω των προβλημάτων υγείας της η μητέρα του κατηγορουμένου δυσκολεύεται να αυτοεξυπηρετηθεί με αποτέλεσμα να τυγχάνει βοήθεια από τον κατηγορούμενο και την μητέρα του. Γενικά, λαμβάνω υπόψη μου οτιδήποτε άλλο έχει αναφερθεί ή τεθεί ενώπιον μου και αποτελεί ελαφρυντικό στοιχείο για τον κατηγορούμενο. Η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορουμένου ανάφερε ότι το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης διαπράχτηκε κατά τη διάρκεια της συμπλοκής. Επ' αυτού το Δικαστήριο θεωρεί ότι ακόμη και να ισχύει αυτό που η εν λόγω συνήγορος ευσεβάστως εισηγείται δεν παύει από του να αποτελεί αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου και με το αδίκημα να έχει διαπραχτεί υπό το φως των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση αυτή. Συνεπώς, η θέση αυτή της κυρίας Μιχαήλ δεν περιέχει οποιοδήποτε ελαφρυντικό στοιχείο που πρέπει να ληφθεί υπόψη. Περαιτέρω, η κυρία Μιχαήλ επικαλείται μεγάλο χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την ημέρα διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα. Στην υπόθεση Γενικού Εισαγγελέα v. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355 υποδείχθηκε πως η πάροδος αρκετού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής ειδικά αναφορικά με το είδος της ποινής, δηλαδή αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο, είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινή φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος. Στην προκειμένη περίπτωση τα αδικήματα διαπράχτηκαν στις 06.03.09 και σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή στον κατηγορούμενο έχουν περάσει 4 χρόνια και 9 μήνες περίπου. Ο παράγοντας αυτός λαμβάνεται υπόψη σοβαρά από το Δικαστήριο. Επιπλέον η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως υπέδειξε ότι πρωταγωνιστικό ρόλο στο επεισόδιο διαδραμάτισε κάποιο άλλο πρόσωπο που βρισκόταν μαζί με τον κατηγορούμενο, το οποίος όμως δεν προσάχθηκε ενώπιον της δικαιοσύνης. Πράγματι τόσο από τις λεπτομέρειες των κατηγοριών όσο και από τα γεγονότα που εκτέθηκαν από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής φαίνεται ότι στο επεισόδιο ενεργό συμμετοχή είχε, εκτός από τον κατηγορούμενο, και κάποιο άλλο πρόσωπο, το οποίο όμως δεν προστέθηκε ως συγκατηγορούμενος στο παρόν κατηγορητήριο. Ο έλεγχος κατά πόσο έχει ή όχι παραβιαστεί η νομική αρχή της ίσης μεταχείρισης παραβατών αποτελεί υποχρέωση των δικαστικών αρχών στα πλαίσια αποτελεσματικής εφαρμογής των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στο Μέρος ΙΙ του Συντάγματος περιλαμβανομένου και της ισότητας που κατοχυρώνει το άρθρο 28 αυτού. Η αρχή της ίσης μεταχείρισης δεν περιορίζεται μόνο στην τιμωρία των συγκατηγορουμένων αλλά επεκτείνεται και σε κάθε γεγονός που έχει σχέση με την δίωξη τους από τις εισαγγελικές αρχές και η παράλογη δίωξη ενός των παραβατών πλήττει την αρχή της ισότητας στην μεταχείριση τους (βλέπε Παναγή v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 115). Βέβαια η μη τιμωρία τρίτου προσώπου αναμεμειγμένου σε εγκληματική δράση δεν συνιστά αφ' εαυτής παράγοντα μετριαστικό της ποινής. Μόνον όπου αυτή οφείλεται σε ευνοϊκή μεταχείριση του παραβάτη από την κατηγορούσα αρχή μπορεί να προσμετρήσει ως μετριαστικό στοιχείο στο πλαίσιο της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης των παραβατών (βλέπε Georgiou et at v. Republic
(1986)2 C.L.R. 109). Συνεπώς, η μη δίωξη ενός συνεργού ή η διακοπή δίωξης συγκατηγορουμένου ενδεχομένως να οδηγήσει στην παραβίαση της πιο πάνω αναγνωρισμένης αρχής, η οποία έχει βαθιές ρίζες στο δίκαιο και αποτελεί μέρος του σκληρού πυρήνα της Δικαιοσύνης (βλέπε Δημητρίου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 141). Η ισοπολιτεία που διασφαλίζει το άρθρο 28 και η αποτελεσματική εξασφάλισή της δικαιολογεί, ως θέμα δικαιοσύνης, και επιβάλλει, ως θέμα συνταγματικής τάξης (άρθρο 35 του Συντάγματος), τη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με τη μεταχείριση των παραβατών περιλαμβανομένης και της μεταχείρισης τους από τις εισαγγελικές αρχές. Η εφαρμογή της αρχής της ισότητας στη μεταχείριση των παραβατών δεν διαγράφει το αδίκημα ούτε απαμβλύνει τις συνέπειες του εγκλήματος. Η αρχή της ίσης μεταχείρισης των παραβατών δεν περιορίζεται μόνο στο μέτρο της τιμωρίας των καταδικασθέντων αλλά επεκτείνεται και στη μεταχείριση όλων που συνέργησαν στο έγκλημα, περιλαμβανομένης και της μη δίωξης ενός ή περισσοτέρων από αυτούς. Το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Κάττου κ.α. v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 498 ομιλεί από μόνο του: "Η μη δίωξη ή αναστολή της δίωξης ενός των συνεργών δεν αναιρεί το έγκλημα ούτε απαλλάσσει το δικαστήριο από την υποχρέωση επιβολής της πρέπουσας ποινής στους συνεργούς που καταδικάζονται. Επενεργεί όμως (η μη δίωξη) ως παράγοντας μετριαστικός της ποινής ώστε, με την απάμβλυνση της ανισοσκέλιας στη μεταχείρηση των παραβατών, να μετριάζεται το αίσθημα αδικίας το οποίο αναπόφευκτα προκαλεί η άνιση μεταχείρηση. Η ισότητα στη μεταχείρηση έχει ως λόγο την προσαγωγή ενώπιον της δικαιοσύνης και την τιμωρία όλων που συνήργησαν στο έγκλημα. Εφόσον η δίωξη των παραβατών είναι εκτός του ελέγχου των δικαστικών αρχών, η παράλειψη δίωξης ενός από αυτούς λαμβάνεται υπόψη ως παράγοντας μετριαστικός της ποινής των υπολοίπων προς απάμβλυνση του αισθήματος αδικίας που δημιουργεί η άνιση μεταχείρηση και προστασία του κοινού περί δικαίου αισθήματος. ................................... Η ισότητα ενώπιον της δικαιοσύνης που κατοχυρώνει το άρθρο 28 επιβάλλει την προσαγωγή κάθε παραβάτη ενώπιον της δικαιοσύνης. Αυτό συνιστά το μέτρο της ισότητας. Η μη τήρηση της αρχής σε σχέση με ένα ή περισσότερους παραβάτες δεν δικαιολογεί και την απαλλαγή των υπολοίπων, δηλαδή την γενίκευση της απόκλισης, (η οποία προκύπτει από τα ευρήματα του δικαστηρίου), από το μέτρο της ισότητας. Η αποτίμηση του παράγοντα αυτού ως μετριαστικού της ποινής αποτελεί το μόνο μέσο στις δικαστικές αρχές για επισήμανση της ανισότητας και απαλύνει το αίσθημα αδικίας που αφήνει κάθε παρέκκλιση από την ίση μεταχείρηση των παραβατών." Σχετικές επί του προκειμένου θέματος είναι και οι υποθέσεις Νικήτα v. Δημοκρατίας
(2012), Ποινική Έφεση 165/2011, ημερομηνίας 20.03.12, Nicolaou v. The Police
(1969)2 C.L.R. 120, Γενικός Εισαγγελέας v. Λοΐζου κ.α.
(2000)2 Α.Α.Δ. 371, Βασιλείου v. Δημοκρατίας
(2002)Α.Α.Δ. 104 και Χαρίτου v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 225. Όπως έχει λεχθεί πιο πάνω στο επίδικο περιστατικό συμμετείχε ακόμη ένα πρόσωπο, εκτός του κατηγορουμένου. Η ισότητα ενώπιον της δικαιοσύνης που κατοχυρώνει το άρθρο 28 του Συντάγματος επιβάλλει την δίωξη και προσαγωγή του εν λόγω προσώπου ενώπιον της δικαιοσύνης ως συγκατηγορούμενου του κατηγορουμένου. Η κατηγορούσα αρχή δεν έπραξε κάτι τέτοιο και δεν έδωσε καμία εξήγηση ή δικαιολογία γι' αυτό. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην Νικήτα v. Δημοκρατίας
(2012), Ποινική Έφεση 165/2011, ημερομηνίας 20.03.12, το Δικαστήριο δεν μπορεί να κάνει εικασίες ως προς τους λόγους της μη δίωξης ώστε να κρίνει αν αυτή δικαιολογείτο και έτσι να μην μπορεί να τίθεται θέμα αντίληψης του μέσου πολίτη για ευνοϊκή μεταχείριση, οπότε η διακοπή δεν θα επενεργούσε ως μετριαστικός παράγοντας (βλέπε Γενικός Εισαγγελέας v. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257). Συνεπώς, η μη προσαγωγή του άλλου προσώπου ενώπιον της Δικαιοσύνης το οποίο φαίνεται να ήταν άμεσα και ενεργά αναμεμιγμένο στην διάπραξη των αδικημάτων με την υπεράσπιση μάλιστα να τον χαρακτηρίζει ως τον πρωταγωνιστή του επίδικου επεισοδίου, χωρίς να έχει δοθεί οποιοσδήποτε λόγος γι' αυτό, απολήγει σε ευνοϊκή μεταχείριση του από την κατηγορούσα αρχή, παραβιάζοντας έτσι την συνταγματική αρχή της ίσης μεταχείρισης των παραβατών. Με γνώμονα αυτά και στα πλαίσια ανακούφισης του αισθήματος αδικίας που προκαλεί η άνιση μεταχείριση από την μη δίωξη και προσαγωγή του άλλου προσώπου ενώπιον της δικαιοσύνης, το Δικαστήριο λαμβάνει τον παράγοντα αυτό ως μετριαστικό για τον κατηγορούμενο. Καθοδηγούμενος από τη σχετική επί του θέματος νομολογία και συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα των αδικημάτων στη βάση των περιστατικών που διέπουν την υπόθεση αυτή σε συνδυασμό με την ανάγκη επιβολής αυστηρής ποινής, καθιστά αναγκαία και συνάμα αναπόφευκτη την επιβολή στον κατηγορούμενο ποινή στερητικής της ελευθερίας του. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και των περιστατικών της υπόθεσης αυτής για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Ωστόσο θα πρέπει να σημειωθεί ότι προτού το Δικαστήριο καταλήξει στο είδος αυτό της ποινής είχε προβληματιστεί κατά πόσο κατάλληλη ποινή για τον κατηγορούμενο θα ήταν η έκδοση διατάγματος κηδεμονίας για κοινοτική εργασία με βάση τον Περί Κηδεμονίας και Άλλων Τρόπων Μεταχείρισης Αδικοπραγούντων Νόμος του 1996 (Ν.46(Ι)/96). Επ' αυτού ζητήθηκαν οι απόψεις του Γραφείου Ευημερίας και ειδικότερα ως προς το κατά πόσο ο κατηγορούμενος ήταν κατάλληλος για εκτέλεση κοινοτικής εργασίας. Μετά από εξέταση της κατάστασης σε συνεργασία με τον κατηγορούμενο λειτουργός του Γραφείου Ευημερίας έκρινε ότι ο κατηγορούμενος δεν είναι κατάλληλος για να ενταχθεί σ' ένα τέτοιο πρόγραμμα. Οι απόψεις της λειτουργού κοινοποιήθηκαν γραπτώς στο Δικαστήριο μέσω σχετικής επιστολής ημερομηνίας 06.11.13. Καταληκτικά επιβάλλεται στον κατηγορούμενο οι εξής ποινές: Πρώτη κατηγορία - ποινή φυλάκισης 2 μηνών. Δεύτερη κατηγορία - ποινή φυλάκισης 3 μηνών. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα εάν η ποινή που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο θα πρέπει να οδηγήσει στην άμεση φυλάκιση του ή δύναται να ανασταλεί δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72. Εξάλλου αυτό ήταν και αίτημα της ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος είναι άτομο λευκού ποινικού μητρώου. Παρόλο ότι έχουν περάσει περίπου 4 χρόνια και 9 μήνες από τότε που διέπραξε τα αδικήματα του παρόντος κατηγορητηρίου, δεν απασχόλησε ξανά την δικαιοσύνη. Έχει ακόμη συμφιλιωθεί και αποκαταστήσει τις σχέσεις του με την παραπονούμενη. Δεν διαφεύγει ακόμη της προσοχής του Δικαστηρίου ότι έχει διαρρεύσει χρονικό διάστημα 4 ετών και 9 μηνών περίπου από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα. Παράλληλα, το Δικαστήριο δεν μπορεί να παραγνωρίσει ότι ο κατηγορούμενος μέχρι σήμερα στερήθηκε την πατρική αγάπη, φροντίδα και προστασία. Η παντελής έλλειψη επικοινωνίας με τον πατέρα του διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στη ψυχοσυναισθηματική του ανάπτυξη. Τη στιγμή που ο κατηγορούμενος χρειαζόταν την παρουσία του πατέρα του είτε για συμβουλή ή βοήθεια είτε για ψυχολογική υποστήριξη σε τρυφερή ηλικία αλλά και σε δύσκολες περιόδους της ζωής του, δυστυχώς ο πατέρας του επέλεξε να λάμψει δια της απουσίας του. Εάν βρισκόταν τότε κοντά στον κατηγορούμενο ενδεχομένως ο τελευταίος να μην βρισκόταν σήμερα ενώπιον της δικαιοσύνης. Παράλληλα, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αγνοήσει το γεγονός ότι τόσο ο κατηγορούμενος όσο και η μητέρα του αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα υγείας με την τελευταία ένεκα αυτών των προβλημάτων να μην μπορεί να αυτοεξυπηρετείται αλλά υποχρεωτικά να τυγχάνει βοήθεια από τον κατηγορούμενο. Αυτό στα μάτια του Δικαστηρίου καθιστά την συνεχή παρουσία του κατηγορουμένου δίπλα από την μητέρα του επιβεβλημένη για σκοπούς καθημερινής φροντίδας και προστασίας της, ιδιαίτερα όταν είναι το πρόσωπο που το ανάθρεψε παρά τα κοινωνικοοικονομικά προβλήματα που αντιμετώπισε στο παρελθόν. Με βάση τα πιο πάνω συντρέχουν τέτοιες προϋποθέσεις που συνηγορούν στην αναστολή των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο. Ως εκ τούτου, διατάσσεται όπως οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο ανασταλούν για περίοδο τριών ετών από σήμερα. Έπεται ότι το αίτημα της ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης εγκρίνεται. (Εξηγείται στον κατηγορούμενο η έννοια της αναστολής της ποινής φυλάκισης). Ένεκα της κατάληξης της υπόθεσης, έξοδα ύψους €105,00 να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence Αναφορά: Ποινικό/Επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη και Άσεμνη επίθεση εναντίον γυναίκας/Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο