Θεόδωρος Κωνσταντίνου ν. Δαυίδ Α. Νικολάου, Αρ. Υπόθεσης: 8168/12, 29/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:B123 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8168/12 Θεόδωρος Κωνσταντίνου Παραπονούμενος εναντίον Δαυίδ Α. Νικολάου Κατηγορούμενος ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 29/11/2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον παραπονούμενο: κος Ανδρέας Χρ. Δημητριάδης Για τον κατηγορούμενο: κα Ελπίδα Κνέκνα Κατηγορούμενος : παρών ---------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της άνευ ευλόγου αιτίας πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής, κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(2)και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως τροποποιήθηκε με τον ν. 64
(1)/
- Συγκεκρίμενα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος έκδωσε στον Θεόδωρο Κωνσταντίνου από την Πάφο την επιταγή με αριθμό 10170595 της NATIONAL BANK OF GREECE (CYPRUS) αξίας € 47,000 (σαράντα επτά χιλιάδες ευρώ) πληρωτέα την 7/5/2012 η οποία παρουσιάστηκε στην πιο πάνω τράπεζα κατά ή περί την 9/5/2012 και άνευ λόγου και αιτίας προκάλεσε την μη εξαργύρωση της επιταγής δίνοντας οδηγίες στην τράπεζα του. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ως Μ.Κ. 1 κατέθεσε η κα Γεωργία Πογιατζή. Στην γραπτή της κατάθεση αναφέρει ότι είναι υπάλληλος του καταστήματος με αριθμό 545 της NATIONAL BANK OF GREECE (CYPRUS) που βρίσκεται επί της οδού Αρχιεπισκόπου Μακαρίου ΙΙΙ 5557, 8100 στην Πάφο και κατά τους επίδικους χρόνους εργαζόταν και εξακολουθεί να εργάζεται στο κατάστημα της NATIONAL BANK OF GREECE (CYPRUS) ως προιστάμενη του τμήματος εκκαθαρίσεων επιταγών. Ο κατηγορούμενος κατά τους επίδικους χρόνους διατηρούσε προσωπικό τρεχούμενο λογαριασμό με αρ. 545-338249-7 με βιβλιάριο επιταγών. Ο κατηγορούμενος εξέδωσε την επιταγή με αριθμό 10170595 (η επίδικη) στο όνομα του παραπονουμένου για το ποσό των € 47,000 η οποία παρουσιάστηκε από τον παραπονούμενο στην Marfin Popular Bank Public Co Ltd στις 7/5/2012 και στην συνέχεια η εν λόγω επιταγή παρουσιάστηκε στην οικεία τράπεζα επί της οποίας εξεδόθη, ήτοι την NATIONAL BANK OF GREECE (CYPRUS) για πληρωμή. Στα πλαίσια των καθηκόντων που είχε κατά τον ουσιώδη χρόνο, έλαβε την επίδικη επιταγή πληρωτέα την 7/5/2012 προς τον παραπονούμενο την οποία η μάρτυρας κατέθεσε ως τεκμήριο 1 μαζί με το επισυνημμένο έγγραφο σύμφωνα με το οποίο γίνεται πληροφόρηση ότι η επιταγή δεν έχει τιμηθεί επειδή έχει ανακληθεί η πληρωμή από τον εκδότη της. Στις 22/2/2010 ο κατηγορούμενος προσήλθε στο κατάστημα όπου η μάρτυρας εργάζεται και της έδωσε οδηγίες όπως ανακαλέσει την επίδικη επιταγή λόγω του ότι έχει απωλεσθεί, συμπληρώνοντας την σχετική δήλωση απώλειας/κλοπής/φθοράς επιταγής και υπογράφοντας το σχετικό έντυπο ανάκλησης της και κατέθεσε προς αυτόν τον σκοπό το τεκμήριο
- Ως συνέπεια της πιο πάνω ανάκλησης, η επίδικη επιταγή επιστράφηκε πίσω απλήρωτη στις 9/5/2012 με σφραγίδα που η μάρτυρας έθεσε επί του σώματος της που αναφέρει ΄΄η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της επιταγής payment countermanded by the drawer΄΄. Η NATIONAL BANK OF GREECE (CYPRUS) και η Marfin Popular Bank Public Co Ltd αποτελούν τράπεζες εν τη εννοία του νόμου. Στην συνέχεια της κύριας εξέτασης της ανέφερε ότι το τεκμήριο 2 το υπογράφει ο κατηγορούμενος ο οποίος τον ουσιώδη χρόνο ήταν πελάτης της τράπεζας και τον οποίον έχει δει πριν 1 - 2 χρόνια. Αναγνώρισε η μάρτυρας την υπογραφή του κατηγορουμένου επί της επίδικης επιταγής. Με βάση το τεκμήριο 2, ο κατηγορούμενος τους ανέφερε ότι έχει χάσει τις επιταγές με τους αριθμούς που τους είχε δώσει και αυτός ήταν ο λόγος της ανάκλησης της επίδικης επιταγής. Το τεκμήριο 2 έχει συνταχθεί ενώπιον της μάρτυρα διότι η μάρτυρας εκτελεί καθήκοντα εκκαθάρισης επιταγών και εξυπηρετεί πελάτες σχετικά με τρεχούμενους λογαριασμούς και κατόχων βιβλιαρίων επιταγών. Αντεξεταζόμενη και ερωτώμενη κατά πόσο ο κατηγορούμενος υπέγραψε εν λευκώ το τεκμήριο 2, ανέφερε ότι ο πελάτης πρέπει να παρουσιαστεί στην τράπεζα για να το υπογράψει. Κατά την υπογραφή του τεκμηρίου 2, αναγράφηκε ως λόγος η απώλεια των επιταγών που αναγράφονται και όταν της υποβλήθηκε η θέση ότι το τεκμήριο 2 υπογράφτηκε εν λευκώ από τον κατηγορούμενο και μετά αναγράφησαν οι αριθμοί των επιταγών, ανέφερε ότι αυτό που γνωρίζει είναι ότι ο πελάτης πρέπει να παρουσιάζεται στην τράπεζα για να υπογράψει και εξέφρασε την βεβαιότητα ότι και στην παρούσα υπόθεση αυτό έγινε. Ως Μ.Κ. 2 κατέθεσε ο παραπονούμενος κ. Θεόδωρος Κωνσταντίνου. Στην γραπτή του δήλωση αναφέρει ότι κατά τους επίδικους χρόνους ήταν πελάτης παραρτήματος της USB BANK PLC (η τράπεζα) στην Πάφο όπου διευθυντής ήταν ο κατηγορούμενος. Με τον κατηγορούμενο ανέπτυξε επαγγελματική και φιλική σχέση διότι του παρείχε εξειδικευμένη συμβουλή αναφορικά με τους τραπεζικούς λογαριασμούς του και την χρήση των χρημάτων του. Κατά τους επίδικους χρόνους διατηρούσε επίσης με την σύζυγο του γραμμάτιο στην Τράπεζα Κύπρου ύψους € 47,000,00 το οποίο είχε λήξει και έχει καταστεί πληρωτέο κατά ή περί τον Ιανουάριο
- Ο κατηγορούμενος κατά ή περί τον Δεκέμβριο του 2009 ή Ιανουάριο του 2010 τον συμβούλευσε όπως δανείσει μέρος της κατάθεσης του, περί τις € 45,000 στον ίδιο για σχέδιο που διαχειριζόταν με την τράπεζα USB BANK PLC και ότι θα του επέστρεφε ο ίδιος το αργότερο μέχρι την 7/5/2012 το ποσό αυτό πλέον τόκους. Βασιζόμενος στις συμβουλές, ενθάρρυνση και επιρροή του κατηγορούμενου, μετέφερε το ποσό των € 47,000 στο υποκατάστημα του κατηγορουμένου σε βιβλιαράκι καταθέσεων υπ΄ αρ. 156-60003595 (ο λογαριασμός) και σύμφωνα με τον κατηγορούμενο ότι θα δάνειζε τα χρήματα του στον ίδιο και στην τράπεζα νοουμένου ότι είχε κάποια εξασφάλιση για τα χρήματα του. Για εξασφάλιση του παραπονούμενου, ο κατηγορούμενος κατά ή περί τις αρχές Φεβρουαρίου 2010 έκδοσε, υπέγραψε και παρέδωσε στον παραπονούμενο την επίδικη επιταγή πληρωτέα την 7/5/2012 και ζήτησε ο κατηγορούμενος από τον παραπονούμενο την υπογραφή διαφόρων μη συμπληρωμένων εντύπων της τράπεζας. Μετά από κάποιους μήνες διαπίστωσε ότι από τον λογαριασμό του είχαν γίνει οι ακόλουθες πληρωμές από τον κατηγορούμενο κατά ή περί τον Φεβρουάριο 2010: Α) κατά ή περί την 2/2/2010 έγινε ανάληψη ποσού € 32,761,10 για έκδοση αντίστοιχης επιταγής προς όφελος κάποιου Μερκούριου Αγαθοκλέους, δικηγόρου από το Πολέμι. Β) κατά ή περί την 2/2/2010 έγινε ανάληψη ποσού € 13,
- Ακολούθως, όταν η εν λόγω επιταγή κατέστη πληρωτέα, κατέθεσε την επιταγή την 7/5/2012 στην Marfin Popular Bank Public Co Ltd και στην συνέχεια η εν λόγω επιταγή παρουσιάστηκε στην NATIONAL BANK OF GREECE (CYPRUS) για πληρωμή και η οποία επιστράφηκε πίσω απλήρωτη στις 9/5/2012 με σφραγίδα επί του σώματος της που αναφέρει ΄΄η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της επιταγής payment countermanded by the drawer΄΄. Όπως πληροφορήθηκε, ο κατηγορούμενος στις 22/2/2010 έδωσε οδηγίες στην τράπεζα του όπως ανακληθεί η επίδικη επιταγή με την δικαιολογία ότι αυτή έχει απωλεσθεί, συμπληρώνοντας την σχετική δήλωση απώλειας επιταγής και υπογράφοντας το σχετικό έντυπο ανάκλησης της επιταγής. Όταν επιστράφηκε η επίδικη επιταγή, επικοινώνησε επανειλημμένως με τον κατηγορούμενο ο οποίος του ανέφερε ότι αντιμετώπιζε κάποια προσωρινά οικονομικά προβλήματα και ότι η ανάκληση της επιταγής είναι προσωρινή. Η επιταγή παραμένει απλήρωτη μέχρι σήμερα. Στην συνέχεια της κύριας εξέτασης του αναγνώρισε την επίδικη επιταγή που του έδωσε ο κατηγορούμενος η οποία και συμπληρώθηκε από τον κατηγορούμενο. Όταν ο παραπονούμενος πήρε την επιταγή στην Marfin, μετά από λίγες μέρες ειδοποιήθηκε από την εν λόγω τράπεζα για να πάει να πάρει την επίδικη επιταγή διότι τοποθετήθηκε σφραγίδα με την ένδειξη ότι έχει ανακληθεί. Μετά από αυτό προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον κατηγορούμενο ο οποίος του είπε ότι έχει κάτι προβλήματα προσωρινά και οικονομικά και να μην ανησυχεί και ότι θα τον κανονίσει. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι γνωρίζει τον κατηγορούμενο από τον καιρό που ο παραπονούμενος πήγε στην Usb Bank ως πελάτης γύρω στα έτη 2005-
- Ερωτώμενος για τον χρόνο έναρξης των φιλικών και επαγγελματικών σχέσεων του με τον κατηγορούμενο, ανέφερε ότι έχει ανοίξει λογαριασμό της εταιρείας του στην Usb Bank επειδή λάμβανε επιταγές της εν λόγω τράπεζας. Ως προς τις επαγγελματικές σχέσεις που έχουν αναπτυχθεί, ανέφερε ότι ήταν ο τραπεζίτης του και που αφορούσε προβλήματα που προέκυπταν με επιταγές. Ερωτώμενος τι εννοούσε αναφορικά με τις εξειδικευμένες συμβουλές ως προς τους τραπεζικούς του λογαριασμούς και την χρήση των χρημάτων του, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος ήταν ο τραπεζίτης του που με τις εξειδικευμένες γνώσεις του και την φιλική του προσέγγιση του έδινε κάποιες συμβουλές. Ο κατηγορούμενος ανέφερε στον παραπονούμενο ότι μπορεί να κάνει κάποια σχέδια μαζί με την τράπεζα όπου εργαζόταν και θα του παρείχε περισσότερο τόκο από την τράπεζα και να τον εμπιστευθεί διότι ο κατηγορούμενος ήξερε κάτι παραπάνω από αυτούς, ότι ΄΄είναι μέσα σε κάτι΄΄ και να μην ανησυχεί. Συγκεκριμένα του ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος θα του επένδυε τα χρήματα του και θα κέρδιζε περισσότερα χρήματα από όσα δίνει η τράπεζα και σε γενικές γραμμές του είπε ότι έχει κάτι σχέδια που ο κατηγορούμενος γνωρίζει αφού είναι μέσα στην τράπεζα, ο παραπονούμενος δεν αντιλαμβάνεται πολλά πράγματα από αυτά αλλά ο κατηγορούμενος τον καθησύχαζε ότι όλα είναι καθαρά και να αφήσει το όλο θέμα πάνω στον κατηγορούμενο και από ότι κατάλαβε αφορούσε σχέδιο του κατηγορούμενου με την τράπεζα. Πιο συγκεκριμένα και απλά, ο κατηγορούμενος παρότρυνε τον παραπονούμενο να μεταφέρει τα χρήματα του από την Τράπεζα Κύπρου στην Usb Bank και ο κατηγορούμενος θα του εξασφάλιζε καλύτερο επιτόκιο από την Τράπεζα Κύπρου, λέγοντας του ότι παρά ο παραπονούμενος να έχει τα χρήματα του σε γραμμάτιο, ο κατηγορούμενος θα έκαμνε ένα σχέδιο που με βάση του οποίου θα του εξασφάλιζε περισσότερα χρήματα από το επιτόκιο και ότι δεν θα είχε κάτι να χάσει και για σκοπούς εξασφάλισης και κατοχύρωσης ουσιαστικά του έκδοσε την επίδικη επιταγή. Ο παραπονούμενος ανέφερε στον κατηγορούμενο ότι τα χρήματα του είναι οι οικονομίες μιας ζωής και δεν ήθελε να έχει πρόβλημα με την γυναίκα του και ότι έχει δουλέψει αυτά τα χρήματα αλλά και πάλι ο κατηγορούμενος τον διαβεβαίωνε ότι δεν θα χάσει κάτι. Αναφορικά με το σχέδιο που του ανέφερε ο κατηγορούμενος, αυτό το σχέδιο έχει δουλέψει και έλαβε περίπου το ποσό των τριών με πέντε χιλιάδων ευρώ, χρήματα τα οποία του τα έδινε ο κατηγορούμενος προσωπικά κάθε εβδομάδα ή δια μέσου κάποιας γυναίκας και που ήταν γύρω στα € 500 την εβδομάδα για περίοδο 7 - 8 εβδομάδων, λέγοντας του ότι το σχέδιο πηγαίνει παρά πολύ καλά. Τα χρήματα δεν τα ελάμβανε από το ταμείο διότι του τα έδινε ο κατηγορούμενος, με βάση το σχέδιο δεν έγινε κατάθεση ή γραμμάτιο στην τράπεζα και πιο συγκεκριμένα άνοιξε λογαριασμό αποταμιεύσεων και από ότι θυμάται ήταν στο όνομα το δικό του και της γυναίκας του. Διευκρίνησε ότι έκανε μια κατάθεση στην Usb Bank για το ποσό των € 47,000 το οποίο ποσό μετέφερε στην εν λόγω τράπεζα από την Τράπεζα Κύπρου και έπρεπε να μπουν στον εν λόγω λογαριασμό μέχρι να ξεκαθαρίσουν για να γίνει ένα νέο γραμμάτιο. Ο κατηγορούμενος του είπε να μην κάνει γραμμάτιο αλλά να αφήσει τα χρήματα του στον εν λόγω λογαριασμό και ο κατηγορούμενος με την σειρά του θα έκαμνε ένα σχέδιο που δεν θα είχε σχέση με γραμμάτιο και θα έβγαζε περισσότερα χρήματα από τον τόκο που θα του έδιδε η Usb Bank. Μάλιστα του ανέφερε ότι το εν λόγω σχέδιο είναι πιο σίγουρο και από την τράπεζα και αν είχε οποιοσδήποτε φόβους να του έδινε μια επιταγή δική του. Σε κατοπινό στάδιο της διαδικασίας ο μάρτυρας ανέφερε ότι το σχέδιο ήταν αποκλειστικά δικό του κατηγορούμενου και όχι της τράπεζας. Ερωτώμενος κατά πόσο έχει δώσει ο μάρτυρας προσωπικά στον κατηγορούμενο οποιαδήποτε στιγμή τις € 47,000, απάντησε αρνητικά λέγοντας ότι όταν ο κατηγορούμενος του ανέφερε τα πιο πάνω, του έδωσε ένα έγγραφο που από ότι θυμόταν δεν έγγραφε κάτι επάνω και ο κατηγορούμενος του είπε να υπογράψει το εν λόγω έγγραφο για να μπορεί να γίνει το πιο πάνω σχέδιο, όπως και έγινε και από εκείνη την στιγμή δεν ξέρει τι έγινε. Όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι ο κατηγορούμενος σε καμία περίπτωση δεν ήταν επενδυτικός σύμβουλος και οποιεσδήποτε συμβουλές και να δόθησαν αυτές ήταν καθαρά σε φιλικό επίπεδο, ανέφερε ότι το σχέδιο ήταν καθαρή επινόηση του κατηγορουμένου. Συγκεκριμένα ο μάρτυρας ανέφερε ότι έκανε μια κατάθεση στην Usb Bank και περίμενε για να γίνει γραμμάτιο και επανέλαβε εκ νέου την εκδοχή του. Όταν ερωτήθηκε αναφορικά με την παράγραφο 5 της γραπτής του δήλωσης και κατά πόσο έχει δανείσει ο μάρτυρας την Usb Bank, ανέφερε ότι δεν έχει δανείσει προσωπικά τα χρήματα, αλλά τα λεφτά ήταν εντός της τράπεζας για να τα διαχειρίζεται ο κατηγορούμενος. Ερωτώμενος υπό ποιο κλίμα εκδόθηκε η επίδικη επιταγή, ανέφερε ότι το κλίμα ήταν πολύ φιλικό και ο κατηγορούμενος ήταν καθησυχαστικός. Οι τόκοι που άρχισαν να του καταβάλλονται διήρκησαν για περίοδο 7 - 8 εβδομάδων αρχής γενομένης από τον Φεβρουάριο του
- Όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι η επίδικη επιταγή εκδόθηκε κατ΄ όπιν πιέσεων και απειλών από τον ίδιο προς τον κατηγορούμενο, απάντησε αρνητικά και όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι απεκόμισε την επίδικη επιταγή με εκβιασμούς και ψυχολογική βία εκμεταλλευόμενος ο μάρτυρας την ασταθή ψυχολογική κατάσταση του κατηγορουμένου, απάντησε αρνητικά λέγοντας ότι τον Φεβρουάριο του 2010 ο κατηγορούμενος ήταν διευθυντής στην τράπεζα και αν συνέβαινε αυτό τότε θα μπορούσε να είχε καταγγελθεί στην αστυνομία. Ο μάρτυρας έχει προβεί σε σχετική καταγγελία στην αστυνομία, όπου και εκεί του ανέφεραν μετά από σχετική ερώτηση του μάρτυρα ότι στον λογαρισμό του δεν έχει σχεδον τίποτα σε χρήματα. Εκεί του υπόδειξαν ένα έγγραφο και όταν ερωτήθηκε εάν αναγνωρίζει την υπογραφή του απάντησε θετικά και αναγράφονταν σε αυτό το έγγραφο κάποια πράγματα τα οποία δεν υπήρχαν όταν το υπέγραφε και δεν αναγνώρισε τις πράξεις που έγιναν και που έκανε αναφορά στην γραπτή του κατάθεση. Στην αστυνομία τον έχουν προτρέψει να βρει το δίκαιο του στα Δικαστήρια και ο κατηγορούμενος αφού έκανε αυτήν την καταγγελία όταν έμαθε ότι χάθησαν τα χρήματα του, έχει φύγει από το μέρος όπου έκανε την καταγγελία του. Όταν ο μάρτυρας επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο και του ανέφερε ότι έχει κάποια προβλήματα και ζήτησε πίστωση χρόνου για να τα διευθετήσει, ο μάρτυρας έδωσε την συγκατάθεση του και εξέφρασε την άποψη ότι τα χρήματα αυτά τα πήρε ο κατηγορούμενος. Αναφορικά με τα έγγραφα για τα οποία κάνει αναφορά στην παράγραφο 6 της γραπτής του δήλωσης και τα οποία ήταν μη συμπληρωμένα έντυπα της τράπεζας, ανέφερε ότι του έχει ζητηθεί από τον κατηγορούμενο να τα υπογράψει και ο οποίος του ανέφερε ότι είναι σχετικά με το σχέδιο και ότι ο μάρτυρας δεν γνωρίζει από αυτά και όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι ουδέποτε έχει υπογράψει οποιοδήποτε έγγραφο ενώπιον του κατηγορουμένου και σε καμία περίπτωση μη συμπληρωμένα έντυπα από την τράπεζα, απάντησε αρνητικά και όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι τα έντυπα τα έχει υπογράψει στο ταμείο της τράπεζας, ανέφερε ότι αυτά τα έχει υπογράψει στο γραφείο του κατηγορουμένου. Όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι οποιεσδήποτε συναλλαγές ή αναλήψεις έγιναν από τον λογαριασμό του αυτές έγιναν κατόπιν οδηγιών του, επανέλαβε εκ νέου την εκδοχή του αναφορικά με την υπογραφή των εντύπων και τις αναλήψεις όπου έγιναν. Αναφορικά με την επικοινωνία που είχε με τον κατηγορούμενο, ανέφερε ότι το τηλέφωνο του κατηγορουμένου ήταν απενεργοποιημένο και ήταν ο κατηγορούμενος που επικοινωνούσε μαζί του και όχι ο μάρτυρας με τον κατηγορούμενο και προηγήθηκε επίσκεψη του μάρτυρα στο σπίτι της μητέρας του κατηγορουμένου τον οποίον δεν έχει βρει εκεί και η μητέρα του κατηγορούμενου του ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος δεν είναι εκεί, να μην ξαναπάει εκεί και ότι ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να του μιλήσει. Αποδέκτηκε ο μάρτυρας την επίδικη επιταγή η οποία ήταν μεταχρονολογημένη για περίοδο δύο χρόνων διότι τόση ήταν η διάρκεια του σχεδίου για το οποίο εξέφρασε την άποψη ότι ήταν νόμιμο, δεν ελάμβανε αποδείξεις ο μάρτυρας όταν έπαιρνε τους τόκους, και όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι ουδέποτε έχει δανείσει χρήματα στον κατηγορούμενο, επανέλαβε την θέση του. Όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι οτιδήποτε συναλλαγές και αναλήψεις έγιναν από τον λογαριασμό του ήταν με δικές του οδηγίες και όχι αυθαίρετα από την τράπεζα ή αντιπρόσωπο της ή από τον κατηγορούμενο, αναρωτήθηκε που είναι το έγγραφο που δίδει η τράπεζα σε περίπτωση ανάληψης μετρητών το οποίο σίγουρα κατέχει η τράπεζα. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του παραπονουμένου, ο παραπονούμενος έκλεισε την υπόθεση του και το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του έκρινε ότι έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του δυνάμει του άρθρου 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, ο κατηγορούμενος προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Στην ανώμοτη δήλωση του ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι γνωρίζει τον παραπονούμενο από το 1994 - 5 και είχαν φιλικές σχέσεις. Κατά το έτος 2010 ο κατηγορούμενος ήταν διευθυντής παραρτήματος της Usb Bank PLC στην Πάφο. Τον Ιανουάριο του 2010 ο παραπονούμενος ήρθε και του είπε ότι έχει κάποια χρήματα και θέλει να τα βάλει να κάνουν αλλαγή συναλλάγματος από ένα νόμισμα σε άλλο πράγμα για το οποίο αποδέχθηκε και έκανε. Για 5 ½ μήνες και κάθε Παρασκευή έδινε στον παραπονούμενο το ποσό των € 500 και κάποια στιγμή ο παραπονούμενος του έφερε και κάποιον άλλον φίλο του από Λάρνακα για να γίνει το ίδιο. Τον Μάιο του 2010 αντιμετώπισε ο κατηγορούμενος σοβαρό πρόβλημα υγείας και παρέμεινε σε κλινική στην Λεμεσό για αρκετό διάστημα με αποτέλεσμα να απουσιάζει και από την εργασία του πολύ τακτικά και να μην μπορεί πλέον να καταβάλει το ποσό των € 500 εβδομαδιαίως στον παραπονούμενο. Ο παραπονούμενος κατά το χρονικό αυτό διάστημα, ήτοι τον Μάιο του 2010, ήρθε και του είπε να του εκδόσει μια επιταγή για το ποσό των € 47,000 διαφορετικά θα τον κατέγγελλε στην αστυνομία για να χάσει την εργασία του. Επίσης ο παραπονούμενος είχε βάλει κάποιον Ανδρέα Αράπη από την Λάρνακα και απειλούσε τους δικούς του μέσω τηλεφώνου και κατ΄ ιδίαν. Λόγω της άσχημης ψυχολογικής του κατάστασης και λόγω των φαρμάκων που λάμβανε, δεν άντεξε την πίεση του παραπονουμένου και έκδοσε την επίδικη επιταγή μεταχρονολογημένη για δύο χρόνια. Τον Ιούνιο και αφού πλέον δεν μπορούσε να δίνει στον παραπονούμενο το ποσό των € 500 εβδομαδιαίως, ο παραπονούμενος τον κατέγγελνε στην αστυνομία ισχυριζόμενος ψευδώς ότι του πήρε τα λεφτά από τον λογαριασμό του. Ουδέποτε ο κατηγορούμενος πήρε λεφτά από τον λογαριασμό του παραπονούμενου και οποιεσδήποτε αναλήψεις έγιναν, αυτές έγιναν με οδηγίες του κατηγορουμένου. Ουδέποτε ο κατηγορούμενος εξέδωσε την επίδικη επιταγή ως εγγύηση για τα λεφτά που κατέθεσε στην Usb Bank Plc αλλά την έχει εκδώσει γιατί δεν άντεχε άλλο τους εκβιασμούς και τις απειλές από τον παραπονούμενο όταν πλέον δεν μπορούσε να του καταβάλει το ποσό των € 500 εβδομαδιαίως. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Τα συστατικά στοιχεία της κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος ο οποίος κατηγορείται για τη διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 305 Α
(2)του Κεφ. 154 έχουν ερμηνευθεί στην Philippa Estates Ltd ν. Γιαννάκη Ρούσου 2006 2 Α.Α.Δ. σελ. 142 και θα γίνει ιδιαίτερη αναφορά πιο κάτω. Είναι σταθερή θέση του δικαίου της απόδειξης ότι όταν το βάρος υπεράσπισης πέφτει στους ώμους του κατηγορούμενου, αυτό μπορεί να αποσεισθεί με μαρτυρία που ικανοποιεί το Δικαστήριο με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και όχι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως είναι το βάρος που φέρει η κατηγορούσα αρχή για να αποδείξει την κατηγορία (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Μακρής
(1984)2 Α.Α.Δ. 332 και G. P. Ergatides Motors Ltd v. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 182). Το τι συνιστά εύλογη αιτία στα πλαίσια της υπεράσπισης που καθιερώνει το άρθρο 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 έχει ερμηνευθεί στην N.C. Diamonds Co. Ltd ν. Γεωργίου,
(2001)2 Α.Α.Δ. 763. Συγκεκριμένα στην υπόθεση αυτή έγινε αναφορά στην υπόθεση Pitsillides & Another v. Republic
(1983)2 C.L.R. 374 όπου η έννοια της εύλογης αιτίας συνδέθηκε με εκείνη της καλής πίστης ενώ αναφέρθηκε ότι η ίδια φράση έχει στην αγγλική νομολογία συσχετισθεί και με την έννοια δίκαιη αιτία και έγινε σχετικά αναφορά και στην φράση bona fide (καλή τη πίστει) που στην αγγλική ορολογία θεωρήθηκε ταυτόσημη με τη λέξη "honestly" (ειλικρινά). Με βάση την πιο πάνω ερμηνεία το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ότι η αυτοκαθοδήγηση του πρωτόδικου δικαστή αναφορικά με την υπεράσπιση του εδαφίου 2, ότι δηλ. πρέπει ο κατηγορούμενος να δείξει ότι ο ίδιος ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή της επιταγής (υποκειμενικό κριτήριο) και επιπρόσθετα ότι η πεποίθησή του αυτή ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις (κάτι που εξετάζεται αντικειμενικά), έγινε μέσα στο πνεύμα των παραπάνω αποφάσεων. Για να εξετασθεί όμως κατά πόσο κάποιος λόγος μη πληρωμής επιταγής συνιστά εύλογη αιτία πρέπει προηγουμένως να εξετασθεί κατά πόσον έχει προβληθεί από τον κατηγορούμενο τέτοιος λόγος. Αναφορικά με τον όρο ΄΄προ ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα΄΄ αυτή έτυχε ερμηνείας στην πιο πάνω υπόθεση, και συγκεκριμένα αναφορικά με τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 305 (Α)
(2)του Ποινικού Κώδικα, το περιεχόμενο του οποίου είναι το ίδιο όπως ίσχυε τότε με εξαίρεση την μεταβολή της χρηματικής ποινής από λίρες Κύπρου σε ευρώ. Συγκεκριμένα ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Κραμβής στην υπόθεση Philippa Estates Ltd ν. Γιαννάκη Ρούσου 2006 2 Α.Α.Δ. σελ. 142 έκρινε ότι το γράμμα του νόμου δεν αφήνει ερμηνεία ότι η ανάκληση της επιταγής θα πρέπει να γίνει προ ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή καθίσταται πληρωτέα και συνακόλουθα εάν η ανάκληση της επιταγής γίνει μεταγενέστερα της ημερομηνίας που αυτή καταστεί πληρωτέα δεν συνεπάγεται και την αθώωση του κατηγορουμένου. Λέχθησαν στην εν λόγω υπόθεση τα ακόλουθα: <<Ο ευπαίδευτος δικαστής προσδιόρισε ότι συστατικά στοιχεία του αδικήματος με βάση το άρθρο 305Α
(2)* του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 είναι τα ακόλουθα, (α) η έκδοση επιταγής, (β) η πρόκληση μη εξόφλησης της από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του, (γ) η πράξη του εκδότη να γίνει καθ' οιονδήποτε χρόνο πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα. Διαπιστώθηκε στη συνέχεια ότι τα δύο πρώτα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είχαν αποδειχθεί και κρίθηκε πως η εξέταση του θέματος έπρεπε να περιοριστεί στο κατά πόσο είχε αποδειχθεί η ύπαρξη και του τρίτου συστατικού στοιχείου, δηλαδή, κατά πόσο η ανάκληση πληρωμής της επιταγής, έγινε πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. Εδώ εντοπίζεται λάθος στην ερμηνεία του νόμου από το πρωτόδικο δικαστήριο, που συνακόλουθα οδήγησε στο λανθασμένο συμπέρασμα ότι δεν αποδείχθηκε το τρίτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, όπως λανθασμένα βέβαια, το είχε προσδιορίσει ο πρωτόδικος δικαστής. Κρίθηκε ότι η γραπτή οδηγία για ανάκληση της πληρωμής της επίδικης επιταγής δόθηκε στις 2.8.2004 δηλαδή, μετά την ημερομηνία που η εν λόγω επιταγή κατέστη πληρωτέα (30.4.2004) και συνεπώς δεν συνέτρεχε και το τρίτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Σύμφωνα με το άρθρο 305Α
(2)του νόμου, η πράξη με την οποία προκαλείται η μη εξόφληση επιταγής αφορά σε επιταγή που εκδό- ----------------------------- * «Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1)ανωτέρω, πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε απ΄ αυτό καθ΄ οιονδήποτε χρόνο προ ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία χρόνια ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες λίρες ή και στις δυο ποινές.» θηκε «προ ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα». Ο χρόνος τέλεσης της ποινικά επιλήψιμης πράξης δεν συναρτάται με την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα. Ο χρόνος κατά τον οποίο προκαλείται με οποιαδήποτε πράξη η μη εξόφληση της επιταγής μπορεί να είναι προγενέστερος ή μεταγενέστερος της ημερομηνίας πληρωμής της επιταγής. Καθώς είναι αυτονόητο ο χρόνος τέλεσης της πράξης αποκτά σημασία μόνο σε περίπτωση που η επιταγή δεν έχει ακόμα εξοφληθεί. Το άρθρο 305Α
(2)αρχικά προοριζόταν να καλύψει και τη μεταχρονολογημένη επιταγή και γι' αυτό ακριβώς το λόγο, υιοθετήθηκε από το νομοθέτη η συγκεκριμένη λεκτική διατύπωση. Ακολούθησε η τροποποίηση του άρθρου 4 του Ποινικού Κώδικα με το νόμο 164
(1)/03 που τέθηκε σε ισχύ στις 24.10.2003 με την οποία προστέθηκε (στο άρθρο 4) ο ορισμός της «επιταγής» ο οποίος, για τους σκοπούς του άρθρου 305Α σημαίνει: «Γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσής της ή/και παράδοσής της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή.» Στην Eurofreight Logistics Ltd v. Χριστάκη Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 29 το Εφετείο, σχολιάζει την πιο πάνω τροποποιητική διάταξη ως εξής: «Είναι προφανές ότι πρόκειται για νόμο με τον οποίο εισήχθη στον Ποινικό Κώδικα, κατά τον ορθόδοξο τρόπο, ο ορισμός της «επιταγής». Καλύπτει σε όλες τώρα τις περιπτώσεις και τις μεταχρονολογημένες επιταγές. Το κατά πόσο αυτός ο ορισμός συνάδει ή όχι με την ως τότε νομολογιακή αντίληψη περί της έννοιας της επιταγής δεν έχει σημασία. Απόκειται στο νομοθέτη, οποτεδήποτε το θελήσει, να ορίσει και να μεταβάλει για το μέλλον το αντικείμενο της ποινικής απαγόρευσης.» Ο νόμος δεν θα ήταν λογικός και δεν θα εξυπηρετούσε το σκοπό για τον οποίο θεσπίστηκε αν ο εκδότης επιταγής απαλλασσόταν, χωρίς άλλο, της ποινικής ευθύνης σε περίπτωση που αυτός, με οποιαδήποτε πράξη του, τελούμενη μετά την ημερομηνία κατά την οποία η επιταγή κατέστη πληρωτέα, προκαλούσε τη μη εξόφλησή της.>> ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Οσον αφορά την επιλογή του κατηγορουμένου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, κατ' αρχήν πρέπει να λεχθεί ότι αυτό αποτελεί απόλυτο δικαίωμα του και σε καμία περίπτωση η επιλογή του αυτή δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον του. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία της, είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι η χωρίς όρκο δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση (βλ. R. v. Frost
(1964)64 Cr. App. R.284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είnαι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται δηλ. με ένορκη μαρτυρία η οποία υπόκειται σε έλεγχο δηλ. η οποία δοκιμάζεται από αντεξέταση (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 CLR 139, Themistokleous v. The Police
(1981)2 CLR 200, Anastasiades v. Republic
(1977)2 CLR 97). Μπορεί όμως να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως (R. V. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R.11). Με βάση λοιπόν τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, το Δικαστήριο έχοντας αυτές υπόψην του, ως επίσης και το περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορουμένου, κρίνει ότι δεν δύναται να προσδώσει σε αυτήν οποιανδήποτε αποδεικτική βαρύτητα, όχι μόνο επειδή ο παραπονούμενος ούτως ή άλλως θα πρέπει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του κατηγορούμενου, αλλά και επειδή ο κατηγορούμενος δεν έχει προσκομίσει με άλλον μάρτυρα οποιαδήποτε μαρτυρία που να τείνει να επιβεβαιώσει το περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης του. Είναι γεγονός ότι ένα μέρος της ανώμοτης δήλωσης του κατηγοορουμένου και πιο συγκεκριμένα η αναφορά περί εβδομαδιαίων καταβολών των € 500 προς τον παραπονούμενο συμπίπτει με την μαρτυρία του παραπονούμενου, εν τούτοις και για τους λόγους που θα παρατεθούν λεπτομερώς πιο κάτω, το Δικαστήριο θα απορρίψει την εκδοχή του παραπονούμενου αναφορικά με τις συνθήκες και τους λόγους κάτω από τις οποίες οδηγήθηκε η έκδοση της επίδικης επιταγής. Αναφορικά με το τεκμήριο 2 και πιο συγκεκριμένα για τον λόγο που έχει προβληθεί για να ανακληθεί η επίδικη επιταγή, όχι μόνο δεν έχει αποδειχθεί από τον κατηγορούμενο με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων έτσι ώστε το Δικαστήριο να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα αναφορικά με το εύλογο ή όχι της ανάκλησης επιταγής, αλλά ουσιαστικά επιχειρήθηκε αναίρεση του τεκμηρίου 2 δια μέσου της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορουμένου διότι ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ψυχολογική βία και απειλή που οδήγησε στην έκδοση αυτής της επιταγής, θέση η οποία επίσης παρέμεινε αναπόδεικτη, και όχι απώλεια της επίδικης επιταγής. H Μ.Κ. 1 άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο έχει διακρίνει κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης ότι η μάρτυρας προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να πει την αλήθεια και δεν έχει διακρίνει οποιαδήποτε απόπειρα της μάρτυρα να προσφύγει στο ψεύδος έτσι ώστε να ωφελέσει ή να βλάψει οποιανδήποτε πλευρά. Παρέθεσε εκείνα τα γεγονότα τα οποία περιήλθαν στην αντίληψη της μέσα από την εκτέλεση των καθηκόντων της και η μόνη ουσιαστικά αμφισβήτηση η οποία έγινε κατά το στάδιο της αντεξέτασης, ήταν αυτό του κατά πόσο το τεκμήριο 2 έχει συμπληρωθεί εν λευκώ ως προς τους αριθμούς των επιταγών που έχουν δηλωθεί ως απωλεσθείσες. Αυτή η υποβολή όμως, παρέμεινε αναντίλεκτη από απόψεως προσκόμισης σχετικής αντίθετης μαρτυρίας από πλευράς υπεράσπισης η οποία να κριθεί με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων ως αξιόπιστη και αποδεκτή και συνακόλουθα το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία της εν λόγω μάρτυρα ως αξιόπιστη στο σύνολο της. Αναφορικά με την μαρτυρία του Μ.Κ. 2, το Δικαστήριο έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τον μάρτυρα κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης όταν έδιδε μαρτυρία δια ζώσης μέσα από το εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο έχει προβληματιστεί ιδιαίτερα αναφορικά με την εκδοχή που παρουσίασε ο παραπονούμενος και το Δικαστήριο δεν έχει πεπειστεί για την θέση που παρουσίασε ότι έχει πέσει θύμα απάτης ή εξαπάτησης ή ήταν τόσο αφελής όσο προσπάθησε να παρουσιάσει τον εαυτό του. Η εκδοχή που παρουσίασε ο παραπονούμενος στερείται τουλάχιστον στοιχειώδους λογικής, πειστικότητας και αποδεικτικών στοιχείων που εν πολλοίς η μαρτυρία του παραπονούμενου υπήρξε αντιφατική και αλληλοαναιρετική. Ο μάρτυρας δεν απαντούσε με φυσικό και πηγαίο τρόπο, ήταν νευρικός και αγχωμένος και σε αρκετές περιπτώσεις σκεφτόταν πριν απαντήσει. Η αξιοπιστία του έχει κλονιστεί κατά το στάδιο της αντεξέτασης και επιπλέον το Δικαστήριο απορρίπτει την εκδοχή που παρουσίασε αναφορικά με τις συνθήκες, τους λόγους που οδήγησαν στην έκδοση της επίδικης επιταγής αλλά και το αντάλλαγμα αυτής για τους πιο κάτω λόγους: Ο παραπονούμενος δεν έχει προσκομίσει κανένα αποδεικτικό στοιχείο αναφορικά με την μεταφορά χρημάτων από την Τράπεζα Κύπρου προς την Usb Bank, κανένα αποδεικτικό στοιχείο αναφορικά με την ανάληψη μετρητών από τον λογαριασμό του, αν και θα μπορούσε να το πράξει αυτό με την προσκόμιση σχετικής μαρτυρίας από υπάλληλο τράπεζας, έτσι ώστε να καταδειχθεί πως τελικά άρχισε να ξετυλίγεται το κουβάρι των γεγονότων που οδήγησαν στην έκδοση της επίδικης επιταγής και να διασυνδεθεί αυτή με τα ισχυριζόμενα χρήματα του παραπονούμενου. Δεν έχει πεπειστεί το Δικαστήριο ότι ο παραπονούμενος ήταν τόσο αφελής και εύπιστος στα λεγόμενα και παραστάσεις του παραπονουμένου έτσι ώστε να φτάσει στο σημείο να υπογράφει εν λευκώ έγγραφα για ένα τόσο σημαντικό ποσό χρημάτων, χωρίς να απαιτεί καν αντίγραφο αυτών, αλλά και κυρίως να μην καλεί ο παραπονούμενος σχετικό μάρτυρα στο εδώλιο που να προέρχεται τουλάχιστον από την Usb Bank για να δοθεί μαρτυρία ως προς την φύση και την έκταση των εγγράφων που ισχυρίζεται ότι υπέγραψε, αλλά και για τις ισχυριζόμενες αναλήψεις που έγιναν από τον λογαριασμό του και δεν έχει καταδειχθεί και ούτε έχει γίνει οποιαδήποτε επίκληση κάποιου λόγου για την μη προσκόμιση τέτοιας μαρτυρίας, αφήνοντας ουσιαστικά μετέωρη, έκπτωτη, μη πειστική και λογική και έκθετη προς απόρριψη την εκδοχή του παραπονουμένου. Η εκδοχή που παρουσίασε ο παραπονούμενος περί σχεδίου που θα του απέδιδε περισσότερα κέρδη από τους τόκους που θα του έδιδε η τράπεζα, στερείται πειστικότητας και λογικής, διότι από την μια ο παραπονούμενος ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος του είπε ότι θα δάνειζε τον ίδιο και την τράπεζα, από την άλλη αναίρεσε την εκδοχή αυτή και θέλοντας να εμπλέξει μόνο τον κατηγορούμενο και να ενισχύσει την εκδοχή του ανέφερε ότι το σχέδιο ήταν καθαρά επινόηση του κατηγορουμένου και σε κατοπινό στάδιο ουσιαστικά αναίρεσε αυτήν την εκδοχή λέγοντας ότι δεν έχει προβεί σε δανεισμό αλλά ο κατηγορούμενος θα διαχειριζόταν τα χρήματα του που τελικά, σύμφωνα με τον παραπονούμενο, τα πήρε ο κατηγορούμενος ενώ σε προηγούμενο στάδιο της μαρτυρίας του ανέφερε ότι έγινε ανάληψη ποσού € 32,761,10 για έκδοση αντίστοιχης επιταγής προς όφελος κάποιου Μερκούριου Αγαθοκλέους, δικηγόρου από το Πολέμι και ότι κατά ή περί την 2/2/2010 έγινε ανάληψη ποσού € 13,100, μη αφήνοντας έτσι στο Δικαστήριο ένα στέρεο μαρτυρικό υπόβαθρο έτσι ώστε να εξαχθούν ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα αναφορικά με τους λόγους και τις συνθήκες που οδήγησαν στην έκδοση της επίδικης επιταγής και ποιο τελικά ήταν το αντάλλαγμα αυτής αλλά και γενικά ποιο είναι το παράπονο του παραπονουμένου, αφού από την μια παρουσιάζει τον εαυτό του εξαπατηθέντα αφού το ισχυριζόμενο επενδυτικό σχέδιο δεν απέδωσε και από την άλλη παραπονείται για την οικονομική αφαίμαξη του λογαριασμού του χωρίς την συγκατάθεση του. Δεν έπεισε καθόλου το Δικαστήριο η θέση του παραπονούμενου ότι ο κατηγορούμενος εξέδωσε την επίδικη επιταγή για σκοπούς εξασφάλισης, διότι δεν νοείται και δεν μπορεί να στηριχθεί θέση περί εξασφαλισμένης ή εγγυημένης επένδυσης, διότι κάθε επένδυση εκ της φύσεως της λειτουργεί με τους κανόνες της αγοράς με βάση τους οποίους μπορεί κάλλιστα μια επένδυση να αποτύχει και η οποιαδήποτε έκδοση τέτοιας επιταγής για σκοπούς εξασφάλισης, θα ελλόχευε ο κίνδυνος ποινικοποίησης των επενδύσεων σε περίπτωση μη απόδοσης τους και μάλιστα έχουν δημιουργηθεί ερωτηματικά στο μυαλό του Δικαστηρίου γιατί να εκδοθεί επιταγή αποκλειστικά από τον κατηγορούμενο αναφορικά με αυτό το σχέδιο και να μην υπάρχει η παραμικρή έντυπη απόδειξη ή τουλάχιστον αναφορά για το τι περιελάμβανε το εν λόγω σχέδιο, διότι το λογικά αναμενόμενο θα ήταν ο παραπονούμενος να ζητήσει λεπτομέρειες του εν λόγω σχεδίου από την στιγμή που όπως ισχυρίζεται επένδυε τις οικονομίες μιας ζωής. Επίσης ερωτηματικά έχουν δημιουργηθεί στο μυαλό του Δικαστηρίου αναφορικά με τις ισχυριζόμενες αποδόσεις σε αυτόν ποσά των € 500 εβδομαδιαίως από τον κατηγορούμενο, διότι δεν υπάρχει κανένα αποδεικτικό στοιχείο και δεν έπεισε η λογική που παρουσίασε ο παραπονούμενος με το να μην εκδόθηκαν σχετικές αποδείξεις, παρόλο που αυτές οι πληρωμές αναφέρθησαν μεν στην ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου οι οποίες όμως παρέμειναν αναπόδεικτες, αφού ούτως ή άλλως ο κατηγορούμενος δεν αναφέρθηκε σε επενδυτικό σχέδιο αλλά σε σχέδιο κατάθεσης σε άλλο νόμισμα, που επίσης παρέμεινε αναπόδεικτο. Προκαλεί εντύπωση, ξενίζει και δεν πείθει ο ισχυρισμός του παραπονουμένου ότι ο κατηγορούμενος του εισηγήθηκε ένα σχέδιο το οποίο θα απέδιδε περισσότερα από ότι θα του απέδιδε η τράπεζα, από την στιγμή που ο κατηγορούμενος εργαζόταν ως διευθυντής στην πιο πάνω τράπεζα. Για τους πιο πάνω λόγους το Δικαστήριο απορρίπτει την μαρτυρία του παραπονούμενου στην ολότητα της και το Δικαστήριο δεν έχει ένα στέρεο μαρτυρικό υπόβαθρο έτσι ώστε να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα αναφορικά με τους λόγους, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκε η επίδικη επιταγή, ως επίσης και το αντάλλαγμα αυτής (βλ. ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ -ν - ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΦΟΥΡΝΙΔΟΥ ΠΟΙΝΙΚΗ ΈΦΕΣΗ 129/2011 18/12/2012), και τα μόνα ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα που δύναται το Δικαστήριο να εξάξει, προκύπτουν από την μαρτυρία της Μ.Κ. 1. Πιο συγκεκριμένα τα μόνα ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα που δύνανται να εξαχθούν, είναι το ότι ο κατηγορούμενος εξέδωσε στον κατηγορούμενο την επιταγή με αριθμό 10170595 της NATIONAL BANK OF GREECE (CYPRUS) αξίας € 47,000 (σαράντα επτά χιλιάδες ευρώ) πληρωτέα την 7/5/2012 η οποία παρουσιάστηκε από τον παραπονούμενο στην Marfin Popular Bank Public Co Ltd στις 7/5/2012 και στην συνέχεια η εν λόγω επιταγή παρουσιάστηκε στην οικεία τράπεζα επί της οποίας εξεδόθη, ήτοι την NATIONAL BANK OF GREECE (CYPRUS) για πληρωμή. Στις 22/2/2010 ο κατηγορούμενος προσήλθε στο κατάστημα όπου η μάρτυρας εργάζεται και της έδωσε οδηγίες όπως ανακαλέσει την επίδικη επιταγή λόγω του ότι έχει απωλεσθεί, συμπληρώνοντας την σχετική δήλωση απώλειας/κλοπής/φθοράς επιταγής και υπογράφοντας το σχετικό έντυπο ανάκλησης της, ήτοι το τεκμήριο 2. Ως συνέπεια της πιο πάνω ανάκλησης, η επίδικη επιταγή επιστράφηκε πίσω απλήρωτη στις 9/5/2012 με σφραγίδα που η μάρτυρας έθεσε επί του σώματος της που αναφέρει ΄΄η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της επιταγής payment countermanded by the drawer΄΄. Δεν έχει αποδειχθεί το δικαιολογημένο της ανάκλησης της επίδικης επιταγής για τους λόγους που έχουν αναφερθεί πιο πάνω, πλην όμως λόγω του ότι το Δικαστήριο δεν έχει ένα στέρεο μαρτυρικό υπόβαθρο έτσι ώστε να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα αναφορικά με τους λόγους, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκε η επίδικη επιταγή, ως επίσης και το αντάλλαγμα αυτής (βλ. ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ -ν - ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΦΟΥΡΝΙΔΟΥ ΠΟΙΝΙΚΗ ΈΦΕΣΗ 129/2011 18/12/2012), ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Η κάθε πλευρά να επωμιστεί τα έξοδα της όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο