← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Hussein Almohamed, Αρ. Υπόθεσης: 12797/2013, 8/11/2013

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Hussein Almohamed, Αρ. Υπόθεσης: 12797/2013, 8/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:B106 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12797/2013 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. Hussein Almohamed Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 08.11.13 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Σ. Συμεού (η κα Σ. Παπαλαζάρου για ν' ακούσει απόφαση) Για Κατηγορούμενο: κος Α. Αλεξάνδρου Κατηγορούμενος: παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, στην κατηγορία της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 331, 332, 333, 337 και 339 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων (τρίτη κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος στις 15.10.13 στο διεθνές αεροδρόμιο Πάφου εν γνώσει του και δολίως έθεσε σε κυκλοφορία πλαστό ελληνικό δελτίο ταυτότητας με αριθμό ΑΚ264220 στο όνομα Καρυπίδης Βιατζεσλάβ παρουσιάζοντας το στον Α/Α1711 Σ. Καραολή. Αναφορικά με την πρώτη, δεύτερη και τέταρτη κατηγορία του κατηγορητηρίου η κατηγορούσα αρχή προέβηκε στη διακοπή τους και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος απαλλάχτηκε σ' αυτές. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως έχουν εκτεθεί από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, είναι τα ακόλουθα: Στις 15.10.13 και ώρα 06:00 ενώ ο Α/Αστυφύλακας 1711 Σ. Καραολής του αερολιμένα Πάφου διενεργούσε διαβατηριακό έλεγχο εμφανίστηκε ο κατηγορούμενος για αναχώρηση με την πτήση FR5082 για Θεσσαλονίκη παρουσιάζοντας ένα ελληνικό δελτίο ταυτότητας ΑΚ264220 στο όνομα Καρυπίδης Βιατζεσλάβ και μία κάρτα επιβίβασης στην εν λόγω πτήση στο ίδιο πιο πάνω όνομα. Αμέσως εγέρθηκαν εύλογες υπόνοιες ότι η ταυτότητα που ο κατηγορούμενος παρουσίασε ήταν πλαστή καθότι δεν αντιδρούσε στην υπεριώδη ακτινοβολία τόσο στο μπροστινό όσο και στο πίσω μέρος της. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος οδηγήθηκε σε γραφείο του αερολιμένα Πάφου και αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο αυτός δήλωσε τα πραγματικά στοιχεία του παραδεχόμενος ενοχή το αδίκημα που διέπραξε. Καταλήγοντας, ο κύριος Συμεού ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Χωρίς να αμφισβητήσει επί της ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθηκαν από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης, αφού απολογήθηκε για την αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου και υπέδειξε την άμεση παραδοχή του αλλά και το λευκό ποινικό μητρώο του, αναγνώρισε χωρίς περιστροφές τη σοβαρότητα του αδικήματος που ο πελάτης του διέπραξε. Στο σημείο εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι το Δικαστήριο προσανατολιζόταν να δώσει οδηγίες για ετοιμασία έκθεσης από το Γραφείο Ευημερίας, πλην όμως ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης με συγκεκριμένη δήλωση του στο Δικαστήριο δεν επιθυμούσε κάτι τέτοιο επειδή, όπως εξήγησε, ο ίδιος είναι γνώστης των προσωπικών και οικογενειακών συνθηκών του πελάτη του και ως εκ τούτου αυτά που ο κατηγορούμενος θα ανάφερνε στον αρμόδιο λειτουργό θα μπορούσε αυτός να τα έθετε υπόψη του Δικαστηρίου. Ερχόμενος στις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του πελάτη του ο κύριος Αλεξάνδρου ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος προέρχεται από πολυμελή οικογένεια έχοντας άλλα 10 αδέλφια. Ο ίδιος είναι ηλικίας 26 ετών, νυμφευμένος και πατέρας 2 ανήλικων τέκνων ηλικίας 5 και 6 ετών αντίστοιχα. Σύμφωνα με τον εν λόγω συνήγορο, ο κατηγορούμενος βίωσε σε πολύ νεαρή ηλικία την κακοποίηση που ο πατέρας του έτυχε από τις συριακές αρχές και τον εγκλεισμό του σε φυλακή λόγω του διαφορετικού φρονήματος που είχε αλλά και επειδή οι αρχές της Συρίας τον θεωρούσαν εχθρό του καθεστώτος. Περαιτέρω, ο κύριος Αλεξάνδρου δήλωσε ότι ο κατηγορούμενος διαμένει νόμιμα στην Κύπρο από το έτος 2007 ενώ μέχρι το 2009 διέμενε και η σύζυγος του στο νησί όταν και μετέβηκε μαζί με τα δύο παιδιά τους στην Συρία. Ένεκα όμως της κατάστασης που δημιουργήθηκε στη Συρία η οικογένεια του διασκορπίστηκε. Ειδικότερα, η σύζυγος και τα δύο παιδιά του έχουν φύγει από προάστιο της Δαμασκού που διέμεναν και εδώ και κάποιους μήνες βρίσκονται σε καταυλισμό μεταξύ Τουρκίας και Συρίας. Ο δε πατέρας του κατηγορουμένου μαζί με 3 αδέλφια του βρίσκονται στην Τουρκία, άλλα 3 αδέλφια του κατέφυγαν στην Αίγυπτο ενώ τα υπόλοιπα 4 αδέλφια του μαζί με τη μητέρα του βρίσκονται στη Συρία. Στρεφόμενος στις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, ο κύριος Αλεξάνδρου ευσεβάστως ανάφερε ότι η απόγνωση αλλά συνάμα και η επιθυμία του να βρεθεί μαζί με την οικογένεια του και παράλληλα η πρόθεση του να την μεταφέρει σε άλλη χώρα με ασφάλεια οδήγησαν τον πελάτη του στη διάπραξη του αδικήματος που παραδέκτηκε. Είναι η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος υπήρξε θύμα κάποιων επιτήδειων συνανθρώπων του που εκμεταλλεύονται τέτοιες καταστάσεις και του είχαν πει ότι θα τον προμήθευαν με ελληνικό διαβατήριο και με αυτό να μεταφέρει την οικογένεια του σε οποιοδήποτε μέρος επιθυμεί. Όπως ο εν λόγω συνήγορος σημείωσε, παρόλο ότι ο κατηγορούμενος αντιλαμβανόταν ότι το διαβατήριο με το οποίο θα τον εφοδίαζαν ήταν παράνομο θεώρησε ότι υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες ήταν μια διέξοδος στο σοβαρό πρόβλημα που αντιμετώπιζε. Ο κύριος Αλεξάνδρου κάλεσε το Δικαστήριο να διαχωρίσει την περίπτωση όπου χρησιμοποιείται ένα πλαστό έγγραφο με σκοπό την οικειοποίηση ενός αντικειμένου που δεν του ανήκει από την περίπτωση όπου ένας πατέρας χρησιμοποιεί το έγγραφο για να μεταφέρει τα παιδιά του σε ασφαλές μέρος, όπως είναι η δική μας υπόθεση. Επ' αυτού ο κύριος Αλεξάνδρου παρέπεμψε το Δικαστήριο στην υπόθεση Mustafa Guler v. Αστυνομίας

(2005)2 Α.Α.Δ. 331. Είναι η θέση του κυρίου Αλεξάνδρου ότι τα ελαφρυντικά στοιχεία στην προκειμένη περίπτωση είναι ισχυρότερα από αυτά στην υπόθεση που παρέπεμψε το Δικαστήριο. Όπως περαιτέρω ανάφερε ο εν λόγω συνήγορος, μπορεί ο τρόπος με τον οποίο ο κατηγορούμενος προχώρησε να εφαρμόσει την πρόθεση του να ήταν ανορθόδοξος εντούτοις το κίνητρο του ήταν η μεταφορά της οικογένειας του σε ασφαλές μέρος. Καταλήγοντας, ο κύριος Αλεξάνδρου σημείωσε πως σε περίπτωση που το Δικαστήριο προσανατολίζεται να επιβάλει ποινή στερητικής της ελευθερίας του κατηγορουμένου συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την αναστολή της. Αναμφίβολα το αδίκημα που διέπραξε ο κατηγορούμενος είναι σοβαρό, γεγονός που αναγνώρισε ευθέως και ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης. Η σοβαρότητα του εν λόγω αδικήματος αντανακλάται, κατ' αρχήν, μέσα από την προβλεπόμενη από το νόμο ποινή. Η κυκλοφορία πλαστού επισήμου εγγράφου, όπως είναι η ταυτότητα στην προκειμένη περίπτωση, επισύρει ποινή φυλάκισης 10 ετών. Επίσης, η σοβαρότητα του αδικήματος αυτού έγκειται στο γεγονός ότι ενέχει το στοιχείο της σοβαρής παρανομίας και της εξαπάτησης αρχών και ατόμων. Η φύση του είδους του πλαστογραφημένου εγγράφου σκοπεύει να επιτρέψει ή να βοηθήσει τη διακίνηση ανθρώπων με πλαστή ταυτότητα από χώρα σε χώρα, επιπρόσθετα προς άλλες χρήσεις στις οποίες μπορεί να τεθεί. Πρόκειται για αδίκημα με διεθνείς προεκτάσεις, η διάπραξη του οποίου δημιουργεί προβλήματα στις σχέσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας με άλλα κράτη τόσο της Ευρώπης όσο και του υπολοίπου κόσμου, πλήττοντας έτσι τα συμφέροντα του νησιού. Το αδίκημα αυτό θεωρείται ακόμη σοβαρό για τον επιπλέον λόγο της συχνότητας και ευκολίας με την οποία αυτό διαπράττεται, ιδιαίτερα από τους αλλοδαπούς των οποίων οι περιπτώσεις δείχνουν επίπεδα ανησυχητικών διαστάσεων, γεγονός που λαμβάνω δικαστική γνώση από τις καθημερινές έκτακτες υποθέσεις που καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. Η εμπορία πλαστών διαβατηρίων και ταυτοτήτων μπορεί εύκολα να χαρακτηριστεί σαν ένα διεθνές έγκλημα και η Κύπρος δεν μπορεί να είναι ένας πρόσφορος τόπος για τη διάπραξη τέτοιων εγκλημάτων. Οι κυπριακές αρχές έχουν καθήκον να εφαρμόζουν το νόμο καθώς και τις ευρωπαϊκές αλλά και διεθνείς συμβάσεις και ασφαλώς να μην επιτρέπουν τη διακίνηση προσώπων με πλαστά έγγραφα. Το νησί αυτό προσφέρει φιλοξενία στους αλλοδαπούς με πλήρη κατανόηση των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν στις χώρες τους αλλά και αυτοί πρέπει να αντιληφθούν ότι η κατάχρηση αυτής της φιλοξενίας συνεπάγεται κυρώσεις και ότι ταυτόχρονα μειώνει την προσφορά ευκαιριών στους ιδίους και σε άλλους συμπατριώτες τους από του να βρίσκονται με τόση ευκολία στην Κύπρο. Στα πλαίσια της αποστολής τους τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν τέτοιας φύσεως αδικήματα με αυστηρότητα επιβάλλοντας ποινές τέτοιες που να περιέχουν το στοιχείο της αποτροπής στη διάπραξη τους, πράγμα που έχει ιδιαίτερη σημασία για την Κύπρο (Ματούρ και άλλοι v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 36, Khalife v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 315, Kandiah v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 324 και Khaknegad v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 148/2010, ημερομηνίας 24.05.11). Θεώρηση της νομολογίας καταδεικνύει ότι για τέτοιου είδους αδικήματα επιβάλλονται η ποινή φυλάκισης είναι η μόνη ενδεδειγμένη. Στην υπόθεση Kandiah v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 324 επιβλήθηκε συντρέχουσα ποινή φυλάκισης 12 μηνών για τα αδικήματα της πλαστοπροσωπίας, πλαστογραφίας διαβατηρίου και κυκλοφορία τέτοιου πλαστού εγγράφου, η οποία επικυρώθηκε κατ' έφεση. Αξίζει να σημειωθεί ότι στην υπόθεση αυτή ο εφεσείοντας χρησιμοποίησε το πλαστογραφημένο διαβατήριο με απώτερο σκοπό να πετύχει την είσοδό του στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου διέμενε ο αδελφός του. Σφοδρή επιθυμία του εφεσείοντα που άνηκε στην κοινότητα "Ταμίλ", ήταν να εγκαταλείψει τη χώρα του για να αποφύγει την καταπίεση που υφίσταντο μέλη της κοινότητάς του. Επίσης, στην υπόθεση Khaknegad v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 148/2010 ημερομηνίας 24.05.11 επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 15 μηνών σε αδικήματα πλαστογραφίας διαβατηρίου και κυκλοφορίας τέτοιου πλαστού εγγράφου, 3 μηνών σε αδίκημα πλαστοπροσωπίας, 2 μηνών για τη διάπραξη των αδικημάτων της παράνομης εισόδου και παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας και 15 μηνών στο αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη των προαναφερόμενων αδικημάτων σε άτομο από το Ιράν που ήλθε στην Κύπρο επειδή κινδύνευε η ζωή του. Επρόκειτο για άτομο που προερχόταν από γονείς χαμηλής οικονομικής κατάστασης, με τον πατέρα του να είχε αποβιώσει 2 χρόνια προηγουμένως, την μητέρα του να παρουσιάζει προβλήματα υγείας και να είχε άλλα 10 αδέλφια, 4 από τα οποία διέμεναν με την μητέρα του. Επιπροσθέτως, είχε τονιστεί ότι τον τελευταίο χρόνο κινδύνευε η προσωπική του ασφάλεια στη χώρα καταγωγής του εξαιτίας πολιτικών συγκρούσεων που επικρατούν εκεί και για αυτό αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα του και να αιτηθεί πολιτικό άσυλο σε ευρωπαϊκή χώρα. Παρά τη συμπάθεια που το Δικαστήριο έδειξε, εντούτοις τονίστηκε ότι η συμπεριφορά του αλλοδαπού θα έπρεπε να ήταν διαφορετική. Στη δε υπόθεση Khalife v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 315 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης ενός έτους σε πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου, με ομολογία και παραδοχή, συνεργασία με τις αστυνομικές αρχές και με δύσκολες οικογενειακές περιστάσεις που διέπραξε το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου που ήταν διαβατήριο μειώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στους 9 μήνες εξαιτίας σοβαρού προβλήματος υγείας που παρουσιάστηκε μετά τη φυλάκιση του εφεσείοντα και δεν είχε τεθεί ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου για να ληφθεί υπόψη. Στην υπόθεση εκείνη όμως το πρωτόδικο δικαστήριο έλαβε υπόψη του ότι ο εφεσείοντας αισθανόταν κίνδυνο στη γη του, ένεκα του στρατοκρατικού καθεστώτος, όπως όλοι οι κάτοικοι της περιοχής αυτής. Ήταν το πρώτο από 9 παιδιά μιας πάμπτωχής οικογένειας. Οι γονείς του δεν μπορούσαν, λόγω ηλικίας και υγείας, να εργαστούν και ο εφεσείοντας έπρεπε μόνος του να τους φρόντιζε όπως και τα αδέλφια του. Κάποιοι εκμεταλλευόμενοι την άσχημη οικονομική του κατάσταση και τη δυσκολία του να εξεύρει δουλειά, του πήραν το ποσό των 3.000 δολαρίων Αμερικής και του εξήγησαν, ότι μπορούσε να έλθει στην Κύπρο, με το Ιταλικό διαβατήριο και αφού θα είχε τη σφραγίδα της Κύπρου, εύκολα θα γινόταν δεκτός στην Ευρώπη. Επιπλέον, στην υπόθεση Ματούρ και άλλοι v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 36 επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 15 μηνών σε έκαστο από τους τρεις εφεσείοντες λευκού ποινικού μητρώου, συνεργασία με την αστυνομία και με οικονομικές δυσκολίες που διέπραξαν τα αδικήματα της πλαστογραφίας διαβατηρίου και κυκλοφορίας τέτοιου πλαστού εγγράφου, οι οποίες επικυρώθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο. Στην υπόθεση αυτή ο πρώτος εφεσείοντας, Παλαιστίνιος στην καταγωγή ήταν νυμφευμένος και πατέρας τεσσάρων ανηλίκων τέκνων, στερείτο οποιασδήποτε περιουσίας, το μόνο δε εισόδημα του ήταν οι απολαβές του από την εργασία του σαν μεταπωλητής ταξιδιωτικών εισιτηρίων και ανερχόταν στο ποσό των $300 το μήνα. Ήταν απόφοιτος πανεπιστημίου με δίπλωμα στη διαχείριση επιχειρήσεων. Διέμενε και εργαζόταν στη Βουλγαρία όπου κατέφυγε για να αποφύγει τη σύλληψη του από τους Σύριους, στόχος του δε ήταν να φέρει κοντά του και την οικογένεια του η οποία διέμενε στο Λίβανο. Υπέφερε με δισκοπάθεια και υποβαλλόταν σε θεραπεία. Ο δεύτερος εφεσείοντας ήταν ηλικίας 28 χρόνων και πατέρας δύο ανήλικων παιδιών. Διέμενε με την οικογένεια του στη Βουλγαρία όπου και επαγγελλόταν το μηχανικό. Στερείτο οποιασδήποτε περιουσίας και αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Ο σκοπός της επίσκεψης του στην Κύπρο ήταν η εξεύρεση οικονομικών πόρων μετανάστευσης του ιδίου και της οικογένειας του από τη Βουλγαρία στην Αμερική. Αντιμετώπιζε προβλήματα με την υγεία του λόγω τραυμάτων που υπέστη σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Ο τρίτος εφεσείοντας ήταν ηλικίας 25 ετών, φοιτητής οικονομικών και διέμενε με τη μητέρα του και τα τρία μικρότερα αδέλφια του στη Βεγγάζη της Λιβύης όπου μετοίκησε το 1975 από το Λίβανο μετά το θάνατο του πατέρα του. Παράλληλα απασχολείτο περιοδικά στις οικοδομές απ' όπου κέρδιζε $600 περίπου το μήνα, χρήματα που χρησιμοποιούνταν για τη συντήρηση του ιδίου και της οικογένειας του. Αντιμετώπιζε ψυχολογικά προβλήματα και κατά διαστήματα παρακολουθείτο από ψυχίατρο. Ισχυρίστηκε ότι έτυχε εκμετάλλευσης από αυτούς που έδειξε τυφλή εμπιστοσύνη. Περαιτέρω, στην υπόθεση Bhatti v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 661 επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 9 μηνών και 5 μηνών αντίστοιχα σε πρόσωπο που διέπραξε τα αδικήματα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου που ήταν διαβατήριο και της πλαστοπροσωπίας, οι οποίες επικυρώθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο δεν έκρινε ότι οι θέσεις του εφεσείοντα πως η πράξη του ήταν μεμονωμένη και ανόητη, πως έπεσε θύμα άλλου προσώπου, η υπόσχεση του πως δεν πρόκειται να διαπράξει άλλο αδίκημα ενόσω είναι σ' αυτή τη χώρα και πως έχει υποβάλει αίτηση για άσυλο δεν αποτελούσαν λόγο για επέμβαση του. Επιπροσθέτως, στην υπόθεση William v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 431 ποινή φυλάκισης 9 μηνών που επιβλήθηκε σε άτομο που διέπραξε το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου που ήταν διαβατήριο και συνελήφθηκε κατά τον έλεγχο διαβατηρίων στο αεροδρόμιο Λάρνακας ενώ αναχωρούσε με προορισμό το Λονδίνο, επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Ακόμη στην υπόθεση Κουλλαπής v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 273 ποινές φυλάκισης 2 ετών και 15 μηνών που επιβλήθηκαν στον εφεσείοντα για τη διάπραξη του αδικήματος της κυκλοφορίας πλαστού διαβατηρίου επικυρώθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Εν πάσει περιπτώσει, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι το υπό εκδίκαση αδίκημα είναι σοβαρό δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής του κατηγορουμένου στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου τα ακόλουθα που επιβαρύνουν τη θέση του: (α) Η σοβαρότητα του αδικήματος όπως αυτή διαφαίνεται από τα πιο πάνω αλλά και από τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη του καθώς και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, στα πλαίσια της προαναφερθείσας νομολογίας αλλά και λόγω του ότι το αδίκημα αυτό βρίσκεται σε έξαρση, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. (β) Το ότι ο κατηγορούμενος με την αξιόποινη συμπεριφορά του προσπάθησε να εξαπατήσει τις αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας, μιας χώρας που τον δέχτηκε στο έδαφος της και για τόσα χρόνια τον φιλοξενεί όπως φιλοξένησε και στο παρελθόν και την οικογένεια του. (γ) Το στοιχείο της οργανωμένης συμπεριφοράς του κατηγορουμένου ο οποίος προμηθεύτηκε πλαστό ελληνικό δελτίο ταυτότητας προκειμένου να ξεγελάσει τις κυπριακές αρχές. (δ) Παρόλο ότι δεν υπήρξε οικονομικό όφελος, εντούτοις υπήρξε προμελέτη και προσπάθεια εκτέλεσης ενός σχεδίου με σκοπό την αποκόμιση οφέλους, το οποίο όμως ανατράπηκε με τη σύλληψη του στο αεροδρόμιο της Πάφου από τις αστυνομικές αρχές τη στιγμή που επιχειρούσε να αναχωρήσει με προορισμό τη Θεσσαλονίκη. (ε) Το ότι η αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου τερματίστηκε μόνο με την παρέμβαση των αστυνομικών αρχών κατά τον έλεγχο του πλαστού ελληνικού δελτίου ταυτότητας και τη στιγμή που ο κατηγορούμενος ήταν έτοιμος να αναχωρήσει με προορισμό τη Θεσσαλονίκη. (στ) Το ότι αν δεν υπήρχε έγκαιρη παρέμβαση από τις αστυνομικές αρχές της αστυνομίας η αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου θα είχε και συνέχεια δια της προσπάθειας εξαπάτησης και άλλης ευρωπαϊκής χώρας, ήτοι της Ελλάδας, χωρίς να αποκλείεται και η προσπάθεια εξαπάτησης και άλλης χώρας μετά την Ελλάδα. Προς όφελος του κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Την παραδοχή του. (β) Το λευκό ποινικό μητρώο του. (γ) Το νεαρό της ηλικίας του. (δ) Το ότι το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστής ταυτότητας διαπράχτηκε στην προσπάθεια του να ενωθεί με την οικογένεια του σε συνθήκες ασφαλέστερες από αυτές που βιώνουν τώρα. (ε) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, όπως αυτές εκτέθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο και ειδικότερα ότι: · Προέρχεται από πολυμελή οικογένεια έχοντας άλλα 10 αδέλφια. · Νυμφευμένος και πατέρας 2 ανήλικων τέκνων ηλικίας 5 και 6 ετών αντίστοιχα. · Τα δύσκολα παιδικά χρόνια που έζησε όταν βίωσε την κακοποίηση που ο πατέρας του έτυχε από τις συριακές αρχές και τον εγκλεισμό του σε φυλακή. · Το ότι τα μέλη της οικογένειας του κατηγορουμένου είναι διασκορπισμένα ένεκα της εμπόλεμης κατάστασης που επικρατεί στη Συρία που είναι η χώρα καταγωγής του. Γενικά, λαμβάνω υπόψη μου οτιδήποτε άλλο έχει αναφερθεί ή τεθεί ενώπιον μου και αποτελεί ελαφρυντικό στοιχείο για τον κατηγορούμενο. Ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης παρέπεμψε το Δικαστήριο στην υπόθεση Mustafa Guler v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 331, το οποίο και κάλεσε να εφαρμόσει το σκεπτικό της στην παρούσα περίπτωση. Με όλο το σεβασμό προς τον κύριο Αλεξάνδρου η υπόθεση εκείνη διακρίνεται από την παρούσα περίπτωση. Εκείνη η υπόθεση αφορούσε κυρίως τον ανορθόδοξο τρόπο με τον οποίο διεξήχθηκε η διαδικασία υπό το φως της απουσίας έκθεσης γραφείου ευημερίας από την οποία, αν αυτή υπήρχε, το Δικαστήριο θα είχε την ευκαιρία να εντοπίσει τους ελαφρυντικούς παράγοντες και συνάμα έχοντας υπόψη ότι ο κατηγορούμενος δεν εκπροσωπείτο από δικηγόρο. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το Δικαστήριο να στερηθεί πληροφόρησης ως προς τις προσωπικές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορουμένου. Στη βάση ανεπαρκών δεδομένων, οι ποινές κρίθηκαν λανθασμένες από το Ανώτατο Δικαστήριο και ως εκ τούτου ακυρώθηκαν. Ωστόσο εδώ τίποτα από τα πιο πάνω δεν συμβαίνει. Ούτε στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος έχει ρόλο νεαρού λαθρομετανάστη, όπως ίσχυε στην προαναφερόμενη υπόθεση αλλά κατοίκου που διαμένει νόμιμα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας από το έτος 2007, όπως λέχθηκε από τον συνήγορο υπεράσπισης. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονιστεί ότι το Δικαστήριο δεν αδιαφορεί μπροστά στα όσα λέχθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο υπεράσπισης και αφορούσαν το κίνητρο και την αγωνία του κατηγορουμένου να μεταφέρει την οικογένεια του σε ασφαλέστερο τόπο. Αντίθετα, αυτά γίνονται κατανοητά και το Δικαστήριο τρέφει την συμπάθεια του προς τον κατηγορούμενο. Η κατανόηση και συμπάθεια όμως αυτή δεν διαγράφουν τη σοβαρότητα του αδικήματος της χρήσης πλαστού δελτίου ταυτότητας και ούτε αλλοιώνει το χαρακτήρα του, ιδιαίτερα όταν σ' αυτά επιβάλλεται ποινή αποτρεπτικής φύσεως.. Όπως επισημαίνεται στις υποθέσεις Ματούρ και άλλοι v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 36 και Kandiah v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 324, η αποτροπή τέτοιων αδικημάτων στην περίπτωση της Κύπρου έχει ιδιαίτερη σημασία. Στην δε υπόθεση Khaknegad v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 148/2010 ημερομηνίας 24.05.11 τονίστηκε ότι η νομολογία επιτάσσει την ανάγκη και συνάμα σημασία επιβολής αποτρεπτικών ποινών, παρόλο ότι σε πολλές από τις υποθέσεις αυτές υπήρχε το στοιχείο της κατ' ισχυρισμό προσπάθειας του κατηγορουμένου να αποφύγει κίνδυνο στη χώρα του. Στη βάση των γεγονότων και δεδομένων της παρούσας υπόθεσης το Δικαστήριο ανάμενε από τον κατηγορούμενο να επιδείκνυε συμπεριφορά διαφορετική από αυτή που προέκυψε μέσα από τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που περιβάλουν την υπόθεση αυτή. Ειδικότερα δεν θα έπρεπε να επιχειρούσε να εξαπατήσει τις κυπριακές αρχές χρησιμοποιώντας ουσιαστικά την Κύπρο με σκοπό να ξεγελάσει και άλλες χώρες προκειμένου να πετύχει ελεύθερη διακίνηση του. Θα έπρεπε από την αρχή να αποταθεί είτε στις κυπριακές είτε στις ελληνικές αρχές και μέσω αυτών να συντόνιζε τις ενέργειες του με σκοπό να ενωθεί με την οικογένεια του σε ασφαλέστερο τόπο από αυτό της Συρίας. Αντί αυτού επέλεξε την εύκολη οδό της διάπραξης αυτού του σοβαρού αδικήματος. Καθοδηγούμενος από τη σχετική επί του θέματος νομολογία και συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα του αδικήματος και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα του αδικήματος σε συνδυασμό με την ανησυχητική έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη του και με την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στον κατηγορούμενο ποινή στερητικής της ελευθερίας του. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας και συχνότητας διάπραξης του αδικήματος όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και των περιστατικών της υπόθεσης αυτής, για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Καταληκτικά επιβάλλεται στον κατηγορούμενο στην τρίτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 9 μηνών. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα εάν η ποινή που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο θα πρέπει να οδηγήσει στην άμεση φυλάκιση του ή δύναται να ανασταλεί δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72. Εξάλλου αυτό ήταν και το αίτημα του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Κατόπιν προσεκτικής μελέτης των περιστάσεων της υπόθεσης καθώς και των προσωπικών συνθηκών του κατηγορουμένου, κρίνω ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος ή παράγοντας που να δικαιολογεί την έκδοση διαταγής για αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί. Παρόλα αυτά, όλοι οι ελαφρυντικοί παράγοντες λήφθηκαν υπόψη για τη δραστική μείωση της ποινής που του επιβλήθηκε (βλέπε άρθρο 3
(2)του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72, Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09, Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 και Λεωνίδου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 663). Έπεται ότι το αίτημα του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης απορρίπτεται. Η έκτιση της ποινής του κατηγορουμένου θα αρχίσει από τις 17.10.13, δηλαδή από την ημερομηνία που τελεί υπό κράτηση για την παρούσα υπόθεση. Επιπλέον, δυνάμει των εξουσιών που μου παρέχει ο νόμος διατάζω όπως το ελληνικό δελτίο ταυτότητας ΑΚ264220 κατασχεθεί και επιστραφεί στο νόμιμο ιδιοκτήτη του ενώ σε περίπτωση που δεν υπάρχει ιδιοκτήτης του να καταστραφεί. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence Αναφορά: Ποινικό/Κυκλοφορία πλαστού εγγράφου/Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.