Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ξένιος Δημητρίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9854/10, 22/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:B114 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9854/10 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Kατηγορούσας Αρχής v
- Ξένιος Δημητρίου
- Μιχάλης Δημητρίου Κατηγορουμένων ----------------------- Ημερομηνία: 22/11/
- Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Σάββα Για τους κατηγορούμενους: κ. Ε. Κορακίδης Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει τις κατηγορίες της απειλής βιαιοπραγίας (κατηγορία 1), της επίθεσης προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη (κατηγορία 2) και την κατηγορία ότι επέτρεψε τον χειρισμό ταχύπλοου σκάφους χωρίς άδεια χειριστή (κατηγορία 3). O κατηγορούμενος 1, αρχικά, αρνήθηκε όλες τις πιο πάνω κατηγορίες και η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Σε κάποιο στάδιο προέβηκε σε παραδοχή στην κατηγορία 3 ανωτέρω και η ακροαματική διαδικασία προχώρησε μόνο για τις κατηγορίες 1 και
- Οι κατηγορίες 4 και 5 που αντιμετώπιζε και αφορούσαν στο ότι επέτρεψε τη χρήση ταχύπλοου σκάφους χωρίς άδεια κυκλοφορίας και παροχή υπηρεσιών επί της παραλίας χωρίς άδεια της τοπικής διοίκησης αντίστοιχα, διακόπηκαν και αυτός απαλλάγηκε από τις κατηγορίες αυτές. Ο κατηγορούμενος 2, αντιμετωπίζει την κατηγορία της οδήγησης ταχύπλοου σκάφους χωρίς να φέρει σωσίβιο (κατηγορία 6), την κατηγορία της παράλειψης παρουσίασης στοιχείων σε επί καθήκοντι αστυνομικό (κατηγορία 7), την κατηγορία της επίθεσης προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη (κατηγορία 8) και την κατηγορία ότι εχειρίζετο ταχύπλοο σκάφος χωρίς άδεια χειριστή (κατηγορία 9). Σε κάποιο στάδιο ο κατηγορούμενος 2 προέβηκε σε παραδοχή στις κατηγορίες 6 και 9 ανωτέρω και η υπόθεση εναντίον του προχώρησε μόνο για τις κατηγορίες 7 και
- Οι κατηγορίες 10 και 11 που αντιμετώπιζε και αφορούσαν χρήση ταχύπλοου σκάφους χωρίς άδεια κυκλοφορίας και παροχή υπηρεσιών επί της παραλίας χωρίς άδεια της τοπικής διοίκησης διακόπηκαν και αυτός απαλλάγηκε από τις κατηγορίες αυτές. Η κατηγορούσα αρχή για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της, κάλεσε τρεις μάρτυρες, τον Αστ. Κωνσταντίνο Σταυρίδη (Μ.Κ.1), τον Αστ. 2485 Γιώργο Μούσκο (Μ.Κ.2) και τη Δρ. Ελλάδα Καλαϊντζίδου (Μ.Κ.3). Οι κατηγορούμενοι 1 και 2, μετά που κρίθηκαν ένοχοι εκ πρώτης όψεως, με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, επέλεξαν να καταθέσουν ενόρκως. Δεν κάλεσαν οποιουσδήποτε μάρτυρες υπεράσπισης. Ολόκληρη η μαρτυρία που έχει προσφερθεί στο Δικαστήριο έχει καταγραφεί στο πρακτικά, λαμβάνεται υπόψη και δεν κρίνω απαραίτητο να την επαναλάβω αυτολεξεί για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Θα αναφερθώ κατωτέρω κατά την αξιολόγηση της στα κυριότερα μέρη αυτής για να διαφανούν και οι εκδοχές των διαδίκων. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Έχω διεξέλθει με πολλή προσοχή τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 και παραπονούμενου στην παρούσα υπόθεση και έχω λάβει υπόψη μου το περιεχόμενο αυτής αλλά και τον τρόπο που ο μάρτυρας αυτός απαντούσε τις ερωτήσεις και την εντύπωση που απεκόμισα από αυτόν κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα. Η εκδοχή που ουσιαστικά ο μάρτυρας αυτός παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου, ήταν ότι στις 08/08/2010 ενώ ήταν σε θαλάσσια περιπολία με τον Μ.Κ.2 στην περιοχή Elysium στην Πάφο (ο Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 υπηρετούσαν κατά τον ουσιώδη χρόνο στην Λιμενική Αστυνομία Πάφου) εντόπισαν τον δεύτερο κατηγορούμενο να οδηγεί το σκάφος με αρ. εγγραφής LL5060 χωρίς να φέρει σωσίβιο και τον προσέγγισαν με σκοπό να ζητήσουν τα στοιχεία του. Αφού ο κατηγορούμενος 2 αρνείτο να τα δώσει, στη συνέχεια είδε και τον κατηγορούμενο 1 να προσεγγίζει με το jet ski που οδηγούσε και να τους φωνάζει. Ακολούθως, τα δύο αυτά σκάφοι κατευθύνθηκαν στην αποβάθρα που υπήρχε και τα ακολούθησαν. Όταν ο μάρτυρας αυτός κατέβηκε στην εν λόγω αποβάθρα και ζητούσε να μάθει τα στοιχεία του κατηγορούμενου 2, τότε ήταν η θέση του ότι ο κατηγορούμενος 1 άρχισε να τον απειλεί με συγκεκριμένες φράσεις που αναφέρονται και στο κατηγορητήριο και στη συνέχεια ο κατηγορούμενος 2 του έδωσε μια γροθιά στο πρόσωπο και ακολούθως είδε και τον κατηγορούμενο 1 να τον σπρώχνει και να τον κτυπά και αυτός στο πρόσωπο με μια γροθιά, με αποτέλεσμα να χάσει την ισορροπία του και να πέσει κάτω στην αποβάθρα. Η πιο πάνω εκδοχή του μάρτυρα θα πρέπει να αξιολογηθεί με βάση τις αναφορές του ιδίου τόσο στην κυρίως του εξέταση όσο και κατά την αντεξέταση του, αλλά και σε συνάρτηση με την υπόλοιπη μαρτυρία που προσκομίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα αυτή της Μ.Κ.3, η αξιολόγηση της οποία ακολουθεί. Κατ' αρχή όμως, θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο μάρτυρας αυτός δεν μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και ο τρόπος που απαντούσε τις ερωτήσεις και το περιεχόμενο των απαντήσεων του εγείρουν τουλάχιστον εύλογες αμφιβολίες στο Δικαστήριο κατά πόσο έλαβαν χώρα τα όσα ανέφερε και με τον τρόπο που τα περιέγραψε. Ο τρόπος που περιέγραψε την επίθεση που δέκτηκε τόσο από τον 1ον όσο και από τον 2ον κατηγορούμενο παρουσιάζει σοβαρές αδυναμίες σε βαθμό που δεν είναι ασφαλές για το Δικαστήριο να βασιστεί στα όσα περιέγραψε και να προβεί σε ευρήματα πραγματικών γεγονότων. Επίσης, η ένταση της επίθεσης που δέχθηκε από τους κατηγορούμενους 1 και 2, σύμφωνα πάντοτε με την εκδοχή του, δεν δικαιολογεί την μετέπειτα συμπεριφορά του και συγκεκριμένα τις ενέργειες που έκανε με το να σηκωθεί από το έδαφος και να συλλάβει τους κατηγορούμενους, ακολούθως να μεταβεί στο Σταθμό του, να συντάξει την κατάθεση του και μετέπειτα να επισκεφθεί το Νοσοκομείο. Περαιτέρω, έχω διαπιστώσει ότι ο μάρτυρας αυτός προσπάθησε να καταδείξει ότι από τις επιθέσεις που δέχθηκε υπέστη σοβαρούς τραυματισμούς διαφόρων ειδών που τον ταλαιπώρησαν για αρκετό χρονικό διάστημα και ακόμη και σήμερα, κάτι το οποίο δεν υποστηρίζεται από την ιατρική μαρτυρία που προσφέρθηκε. Επιπρόσθετα, έχω διαπιστώσει ότι σε αρκετά σημεία της μαρτυρίας του, ο μάρτυρας απαντούσε κάνοντας εικασίες για το πώς έλαβαν χώρα συγκεκριμένα γεγονότα ενώ ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει, όπως για παράδειγμα τον τρόπο που ο Μ.Κ.2 σήκωσε τους κατηγορούμενους ενώ ήταν από πάνω του. Προς υποστήριξη των πιο πάνω συμπερασμάτων μου, θα αναφερθώ κατωτέρω σε κάποια μέρη της μαρτυρίας του. Ενώ στην γραπτή του κατάθεση αναφέρει ότι πρώτα ο κατηγορούμενος 2 και μετά ο κατηγορούμενος 1 τον κτύπησαν με γροθιά στο πρόσωπο, κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι τα κτυπήματα τα δέχθηκε στην αριστερή μεριά του κεφαλιού του. Περιγράφοντας την ένταση των κτυπημάτων, τα χαρακτήρισε βίαια. Όταν του ζητήθηκε να περιγράψει τα τραύματα και πώς ένοιωθε μετά από τα κτυπήματα αυτά, εκείνο το οποίο παρατηρείται είναι ότι ο μάρτυρας αναφερόταν γενικά αντί με σαφήνεια και ξεκάθαρο τρόπο να εξηγήσει στο Δικαστήριο τι έπαθε από αυτά τα κτυπήματα. Συγκεκριμένα, είπε ότι το πρώτο πράγμα που νιώθεις μετά από τέτοια κτυπήματα είναι ζάλη και θέλεις να χάσεις τις αισθήσεις σου και να πέσεις στο έδαφος. Ανέφερε στη συνέχεια ότι ο πόνος έρχεται μετά από πάροδο 10΄΄- 20΄΄. Πιο κάτω στη μαρτυρία του, ανέφερε ότι από αυτά τα βίαια κτυπήματα όπως τα χαρακτήρισε δεν είχε οποιοδήποτε μώλωπα, αίμα ή σχίσιμο αλλά ίσως κάποιο ερεθισμό - κοκκίνισμα όπως είπε. Ερωτούμενος κατά πόσο ο γιατρός διαπίστωσε κάτι τέτοιο, είπε ότι μπορεί να υπήρχε και να ήταν στο τριχωτό της κεφαλής και να μην το είδε. Αμέσως μετά όμως, ο ίδιος παραδέχεται ότι έδειξε στο γιατρό που ήταν αυτό το ερέθισμα. Παρόλα αυτά, δεν έχει καταδειχθεί κάτι τέτοιο. Πέραν των πιο πάνω όμως, σε σχέση πάλι με τους τραυματισμούς που υπέστηκε, συνέχισε και περιέγραψε στο Δικαστήριο διάφορους άλλους τραυματισμούς που υπέστηκε από τα κτυπήματα αυτά, όπως θλάση του αυχένα από το τράνταγμα, ότι είχε υποστεί διανοητική σύγχυση και επίσης συνέχισε λέγοντας ότι του δημιουργήθηκαν ψυχολογικά προβλήματα διότι στεναχωρήθηκε πολύ από το επεισόδιο διότι δεν μπορούσε να καταλάβει πώς έγινε και ότι έχασε και τις διακοπές που είχε προγραμματισμένες με την οικογένεια του. Εκείνο το οποίο παρατηρείται από τα πιο πάνω, είναι μια προσπάθεια του μάρτυρα να παρουσιάσει το όλο επεισόδιο που ισχυρίστηκε ότι έλαβε χώρα, ως πολύ σοβαρό και ότι η ένταση της επίθεσης που δέχθηκε ήταν πολύ μεγάλη και τα κτυπήματα βίαια και τα κατάλοιπα αυτής πολύ σοβαρά. Επίσης, διαπιστώνεται ότι ανέφερε στο Δικαστήριο ότι από την επίθεση αυτή που δέχθηκε, υπέστηκε όλων των ειδών τους τραυματισμούς, ξεκινώντας από σωματικές βλάβες, από διανοητική σύγχυση και καταλήγοντας σε ψυχολογικά προβλήματα. Πώς είναι δυνατό να υπέστηκε όλα αυτά τα τραύματα και να μην υποστηρίζονται, έστω κάποια από αυτά, από την ιατρική μαρτυρία που προσκομίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου; Το οξύμωρο όμως, είναι ότι μετά από όλα αυτά ο ίδιος σηκώθηκε από το έδαφος όπου τον έριξαν οι κατηγορούμενοι, συνέλαβε τους κατηγορούμενους και ειδοποίησε ενισχύσεις και περίμενε μέχρι να έρθουν. Ακολούθως, πήγε στο σταθμό του όπου συνέταξε και την κατάθεση του. Πώς είναι δυνατό ο μάρτυρας να δέχθηκε τέτοια βίαια κτυπήματα, να είχε διανοητική σύγχυση - αν και στην πορεία ανέφερε ότι μετά είχε αυτό το σύμπτωμα - και να μπόρεσε να δράσει με τον τρόπο που έδρασε; Περαιτέρω, ανέφερε ότι όταν οι κατηγορούμενοι τον έριξαν στο έδαφος ακολούθως έπεσαν και οι δύο πάνω από το κορμί του. Αντεξεταζόμενος επί τούτου, δεν ήταν σε θέση να δώσει στο Δικαστήριο μια σαφή περιγραφή πώς έπεσαν από πάνω του και πού και πώς ήταν ακριβώς. Παρά ταύτα και παρόλα τα βίαια κτυπήματα που δέχθηκε συνεχίζει και περιγράφει πώς ο συνάδελφος του τους σήκωσε από πάνω του, χωρίς ο ίδιος όπως διαφάνηκε να αντιλήφθηκε τον τρόπο που αυτό έγινε. Εκτός του ότι όλα τα πιο πάνω που ανέφερε είναι αντιφατικά, γενικά, αόριστα και δεν υποστηρίζονται και από άλλη μαρτυρία (βλ. ιατρική), δεν συνάδουν και με τη λογική. Έχοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω αλλά και το υπόλοιπο περιεχόμενο της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτό κρίνω ότι αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται στην ολότητα της. Ο Μ.Κ.2 ήταν ο άλλος Αστυνομικός ο οποίος βρισκόταν στη σκηνή με τον Μ.Κ.
- Έχω διεξέλθει της μαρτυρίας του με πολλή προσοχή και εκείνο το οποίο διαπιστώνεται είναι ότι ο μάρτυρας αυτός δεν ήταν σε θέση να δώσει μια σαφή και ξεκάθαρη περιγραφή των γεγονότων που ισχυρίστηκε ότι εκτυλίχθηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο. Επίσης, εκείνο το οποίο παρατηρείται είναι ότι το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης (τεκμήριο 2) το οποίο υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως του εξέταση είναι ακριβώς το ίδιο με αυτό της γραπτής κατάθεσης του Μ.Κ.1, σε σχέση τουλάχιστον με τα ουσιώδη γεγονότα. Παρόλα αυτά όμως, ο ίδιος στην προφορική του μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου δεν μπορούσε να το υποστηρίξει και τα όσα ανέφερε σε σχέση με το επίδικο περιστατικό παρουσιάζουν σοβαρές αδυναμίες, ανακρίβειες και αντιφάσεις σε βαθμό που είναι επικίνδυνο για το Δικαστήριο να βασιστεί επί της μαρτυρίας του και να προβεί σε ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Συγκεκριμένα, ενώ αναφέρει στην κατάθεση του ότι ο Μ.Κ.1 δέχθηκε δύο κτυπήματα από τους κατηγορούμενους στο πρόσωπο, κατά την αντεξέταση του διαφοροποίησε και αυτός τη θέση του αυτή, λέγοντας ότι τα κτυπήματα που δέχθηκε ο Μ.Κ.1 ήταν στο κεφάλι, πάνω από το αυτί. Και τούτο μετά από πάροδο τριών και πλέον χρόνων από το επεισόδιο όταν μάλιστα ο ίδιος σε άλλα μέρη της μαρτυρίας του ανέφερε ότι δεν θυμόταν να πει συγκεκριμένα πράγματα διότι είχε παρέλθει αρκετό χρονικό διάστημα. Περαιτέρω, επί άλλων ουσιαστικών ζητημάτων όπως ο τρόπος που ο Μ.Κ.1 δέχθηκε την επίθεση από τους κατηγορούμενους 1 και 2 και τα κτυπήματα, δεν ήταν σε θέση να δώσει μια σαφή εικόνα. Αρχικά είπε ότι ο κατηγορούμενος 2 βρισκόταν απέναντι από τον Μ.Κ.1 όταν τον κτύπησε και ο κατηγορούμενος 1 πίσω από τον κατηγορούμενο
- Στη συνέχεια είπε ότι μετά το πρώτο κτύπημα ακολούθησε το δεύτερο από τον κατηγορούμενο
- Αντεξεταζόμενος και ερωτούμενος να εξηγήσει πώς τον κτύπησε ο κατηγορούμενος 1 δεδομένου και της θέσης που στεκόταν, όπως είπε, διαφοροποίησε τη θέση του λέγοντας ότι στεκόταν αριστερότερα του κατηγορούμενου
- Ούτε ποιο από τα δύο έλαβε χώρα πρώτο μπορούσε να πει, δηλαδή το σπρώξιμο του κατηγορούμενου 1 ή το κτύπημα. Επίσης, η θέση του ότι ο Μ.Κ.1 έπεσε στην αποβάθρα δεν μπορούσε να υποστηριχθεί και εξηγηθεί αρκούντος. Αρχικά είπε ότι η αποβάθρα ήταν μικρή και στενή και μόλις που χωρούσε τους κατηγορούμενους και τον Μ.Κ.1 να βρίσκονται σε αυτήν και ότι το σκάφος του άγγιζε επί αυτής. Συνεχίζοντας, είπε ότι αν δεν ήταν το σκάφος εκεί ενδεχομένως ο Μ.Κ.1 να έπεφτε στη θάλασσα αφού νομίζει ότι όταν κτυπήθηκε και σπρώχθηκε άγγιζε επί του σκάφους. Παρά τα πιο πάνω, στην πορεία ανέφερε ότι ο Μ.Κ.1 έπεσε στην αποβάθρα και οι κατηγορούμενοι 1 και 2 από πάνω του. Έχοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω αλλά και ολόκληρο το περιεχόμενο της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού, κρίνω ότι αυτός ήρθε στο Δικαστήριο για να βοηθήσει την εκδοχή του Μ.Κ.
- Επίσης, ερωτηματικά εγείρονται αναφορικά με τη θέση που βρισκόταν ο μάρτυρας αυτός και κατά πόσο είδε όλα όσα ισχυρίστηκε ότι έγιναν, αφού ο ίδιος είπε ότι ήταν στο σκάφος κατά την ώρα του επεισοδίου, αρχικά πίσω από την τιμονιέρα και μετά πιο μπροστά από αυτή, αφού πρωταρχικός του στόχος ήταν να το δέσει με ασφάλεια στην αποβάθρα. Εν όψει όλων των ανωτέρω, κρίνω ότι δεν παρέχεται ασφαλή βάση για την εξαγωγή των ορθών συμπερασμάτων και ευρημάτων από την μαρτυρία του Μ.Κ.2 γι αυτό απορρίπτεται στην ολότητα της. Η Μ.Κ.3 ήταν ιατρός του Νοσοκομείο Πάφου, η οποία εξέτασε τον παραπονούμενο στις 08/08/2010 και κατέθεσε στο Δικαστήριο σχετική έκθεση (τεκμήριο 3). Στην εν λόγω έκθεση αναφέρει ότι ο παραπονούμενος έφερε κακώσεις κεφαλής και αυχένα χωρίς εξωτερικές κακώσεις και άλλα παθολογικά και νευρολογικά ευρήματα. Παραπονείτο για κεφαλαλγία και συνεστήθη εισαγωγή κάτι που ο παραπονούμενος δεν αποδέκτηκε. Κατά την προφορική της μαρτυρία εξήγησε στο Δικαστήριο τα πιο πάνω ευρήματα της για να πει ότι ο ασθενής ήταν καλά χωρίς οποιαδήποτε κλινικά ευρήματα. Από τη στιγμή που της είπε ότι είχε κεφαλαλγία τότε η ίδια έγραψε ότι είχε κάκωση κεφαλής. Δεν διαπίστωσε οποιεσδήποτε εκχυμώσεις, αιμάτωμα, μώλωπες ή οποιοδήποτε άλλο εύρημα. Επίσης, ανέφερε ότι δεν γνώριζε αν ο παραπονούμενος κτυπήθηκε. Είπε όμως, ότι σε περίπτωση που δεχόταν βίαιη γροθιά ή κτύπημα, τότε θα υπήρχαν κλινικά ευρήματα. Θα έσπαζαν τα τριχοειδή αγγεία και θα υπήρχε μώλωπας, κάτι το οποίο δεν διαπίστωσε. Απλώς, κατέγραψε ότι έφερε κάκωση κεφαλής με βάση τις αναφορές του παραπονούμενου ότι είχε κεφαλαλγία. Το γεγονός ότι η μάρτυρας αυτή είναι ιατρός και ειδικός στα θέματα που αναφέρθηκε δεν αμφισβητήθηκε. Ούτε ουσιαστικά τα ευρήματα της έτυχαν αμφισβήτησης. Εκείνο το οποίο επιχείρησε η υπεράσπιση να κάνει κατά την αντεξέταση της ήταν να διευκρινίσει τα ευρήματα της και να εξηγήσει τα κατάλοιπα που μπορεί να αφήσει ένα βίαιο κτύπημα. Παρόλο που η μάρτυρας δεν θυμόταν την περίπτωση του παραπονούμενου ούτε είχε άλλα πιο συγκεκριμένα στοιχεία, εντούτοις δεν έχω διαπιστώσει κάτι μεμπτό στη μαρτυρία της ή στις εξηγήσεις που έδωσε. Στο βαθμό που η μαρτυρία της διαφωτίζει το Δικαστήριο αναφορικά με τα τραύματα που έφερε ο παραπονούμενος κατά την εξέταση του, αυτή γίνεται αποδεκτή. Ουσιαστικά εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι ο παραπονούμενος ουδεμία εξωτερική κάκωση έφερε και η διαπίστωση της μάρτυρας ότι παρουσίαζε κάκωση κεφαλής έγκειται στο γεγονός και μόνο ότι ο παραπονούμενος παραπονείτο για κεφαλαλγία. Από την αντίπερα όχθη οι κατηγορούμενοι 1 και 2, κατέθεσαν ενόρκως στο Δικαστήριο και η κυρίως τους εξέταση περιορίστηκε στην υιοθέτηση γραπτών δηλώσεων που κατέθεσαν στο Δικαστήριο (βλ. τεκμήρια 4 και 5). H θέση που προέβαλαν και οι δύο ενώπιον του Δικαστηρίου είναι ότι στις 08/08/2010 ο κατηγορούμενος 1 που είναι ιδιοκτήτης σκάφων αναψυχής στην περιοχή «Φάρου» στην Κ. Πάφο , επέτρεψε στον κατηγορούμενο 2 να οδηγήσει ένα από τα σκάφη του για να μεταφέρει μια οικογένεια τουριστών που ήθελαν να κολυμπήσουν με μάσκες στη θάλασσα. Σε κάποια στιγμή ένα σκάφος της λιμενικής Αστυνομίας προσέγγισε το σκάφος στο οποίο επέβαινε ο κατηγορούμενος 2 με τους τουρίστες και τότε ο κατηγορούμενος 1, οδηγώντας ένα jet ski έφθασε στο μέρος για να δει τι συνέβαινε όπου είδε τους Αστυνομικούς να φωνάζουν του κατηγορούμενου 2 και τότε του είπε να επιστρέψει στη στεριά. Όταν αποβιβάστηκαν όλοι στην αποβάθρα, ο δήθεν παραπονούμενος μπήκε μπροστά από τον κατηγορούμενο 2, τον έσπρωξε και έχασε την ισορροπία του πέφτοντας στο έδαφος και ο δήθεν παραπονούμενος επιχείρησε να τον κλωτσήσει. Στη συνέχεια πήγαν κάτω από την τέντα που υπήρχε και στο μέρος ειδοποιήθηκαν και έφτασαν και άλλοι Αστυνομικοί οι οποίοι τους συνέλαβαν χωρίς να ξέρουν το λόγο και τους οδήγησαν στον Αστυνομικό Σταθμό. Έχω παρακολουθήσει και τους δύο κατηγορούμενους με πολλή προσοχή κατά την ώρα που κατέθεταν από το εδώλιο του μάρτυρα και έλαβα υπόψη μου το περιεχόμενο ολόκληρης της μαρτυρίας του. Επίσης, έλαβα υπόψη μου τον τρόπο που απαντούσαν τις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν κατά την αντεξέταση τους. Κρίνω ότι και οι δύο κατηγορούμενοι δεν εξέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου τα πραγματικά γεγονότα που εκτυλίχθηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο και έχω διακρίνει μια διάθεση να αποποιηθούν οποιεσδήποτε ευθύνες ή εγκληματικές πράξεις τους αποδίδονται παρουσιάζοντας τους εαυτούς τους παραπονούμενους. Παρόλα αυτά όμως, η εκδοχή τους αυτή δεν υποστηρίχθηκε στο Δικαστήριο με σαφήνεια και πάσα λεπτομέρεια ούτε φάνηκε να είχαν διάθεση να επεξηγήσουν περισσότερο τα όσα ισχυρίστηκαν. Πιο συγκεκριμένα, ενώ ο κατηγορούμενος 1 ισχυρίστηκε ότι είδε τον παραπονούμενο να σπρώχνει και να ρίχνει στο έδαφος τον κατηγορούμενο 2 και ακολούθως να επιχειρεί να τον κλωτσήσει, εντούτοις ο ίδιος μένει απαθής, δεν ρωτά γιατί τον σπρώχνει και δεν κάνει οτιδήποτε απλώς παρουσιάζει τον εαυτό του ως θεατή. Η δικαιολογία που δίνει όταν ερωτάται γιατί δεν ρώτησε να μάθει γιατί ο παραπονούμενος επιτέθηκε στον κατηγορούμενο 2, ήταν ότι έγιναν όλα σύντομα. Στη συνέχεια όταν έφθασαν άλλα μέλη της Αστυνομίας κα τους συνέλαβαν, οι κατηγορούμενοι παρουσιάζουν μια εκδοχή η οποία συνίσταται στο ότι δεν γνώριζαν τον λόγο που τους συνέλαβαν, ισχυρίστηκαν ότι παράνομα τους συνέλαβαν, ότι δεν είπαν τίποτε όταν τους συνέλαβαν και ότι αυτοί έπρεπε να ήταν παραπονούμενοι και αναφέρουν ότι ακόμα και μετά που τους οδήγησαν στον Αστυνομικό Σταθμό δεν γνώριζαν για ποιο λόγο τους πήραν και η πρώτη φορά που έλαβαν γνώση για το τι τελικά τους κατηγορούσαν ήταν όταν πήραν το κατηγορητήριο. Τα πιο πάνω και με τον τρόπο που παρουσιάστηκαν δεν είναι πειστικά ούτε συνάδουν με τη λογική. Δεν είναι δυνατό ο κατηγορούμενος 2 να δέχεται επίθεση από τον παραπονούμενο και να μην αντιδρά με οποιοδήποτε τρόπο ή τουλάχιστον να ρωτήσει γιατί δέχθηκε το σπρώξιμο. Τα ίδια ισχύουν και για τον κατηγορούμενο 1, όταν, όπως ισχυρίστηκε, έβλεπε τον παραπονούμενο να κτυπά τον ανιψιό του χωρίς να κάνει οτιδήποτε ή να ρωτήσει τι συμβαίνει και γιατί τον κτυπά. Παρόλα τα πιο πάνω και την προσπάθεια τους να παρουσιαστούν ως παραπονούμενοι εντούτοις κανένα παράπονο κάνουν σε κανένα και ουδέποτε ανέφεραν οτιδήποτε σε κανένα. Θεωρώ ότι οι κατηγορούμενοι δεν παρουσίασαν τα πραγματικά γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά τον ουσιώδη χρόνο και προσπάθησαν να αποκρύψουν γεγονότα παρά να διαφωτίσουν το Δικαστήριο σε σχέση με αυτά και να δώσουν μια ολοκληρωμένη εικόνα. Σκοπός τους ήταν να παρουσιάσουν τέτοια γεγονότα έτσι ώστε να τους απαλλάσσουν από οποιεσδήποτε συμπεριφορές για τις οποίες κατηγορούνται. Κρίνω ότι δεν μπορώ να αποδεκτώ τη μαρτυρία τους γι αυτό απορρίπτεται στην ολότητα της. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας και τη μαρτυρία η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη και/ή αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων, τα πιο κάτω αποτελούν τα ευρήματα πραγματικών γεγονότων της παρούσας υπόθεσης: Στις 08/08/2010 και περί ώρα 16:40 οι Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2, οι οποίοι είναι Αστυνομικοί της Λιμενικής Αστυνομίας, βρίσκονταν σε θαλάσσια περιπολία στην περιοχή του Φάρου - Elysium στην Πάφο όπου εντόπισαν ένα σκάφος στο οποίο ο χειριστής του δεν έφερε σωσίβιο. Το σκάφος αυτό οδηγείτο από τον κατηγορούμενο 2, ο οποίος είναι ανιψιός του κατηγορούμενο 1 και ο οποίος είναι ιδιοκτήτης θαλάσσιων σκαφών αναψυχής στην συγκεκριμένη περιοχή και του επέτρεψε να το οδηγήσει με σκοπό να μεταφέρει μια οικογένεια τουριστών που ήθελαν να κολυμπήσουν στη θάλασσα με μάσκες. Όταν οι Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 πλησίασαν το πιο πάνω σκάφος, ο κατηγορούμενος 2 οδηγώντας ένα jet ski και ξεκινώντας από την παραλία προσέγγισε και αυτός το σκάφος και κάλεσε τον κατηγορούμενο 2 να κατευθυνθεί στη στεριά. Ακολούθως, τόσο ο κατηγορούμενος 1 όσο και ο κατηγορούμενος 2 κατευθύνθηκαν προς τη στεριά. Οι Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 τους ακολούθησαν και αυτοί στη στεριά. Στη συνέχεια, ειδοποιήθηκαν και άλλοι Αστυνομικοί οι οποίοι κατέφθασαν στο μέρος όπου συνέλαβαν και μετέφεραν τους κατηγορούμενους 1 και 2 στον Αστυνομικό Σταθμό. Ο Μ.Κ.1 στις 08/08/2010 επισκέφθηκε το Γενικό Νοσοκομείο Πάφου όπου διαπιστώθηκε ότι έφερε κάκωση κεφαλής λόγω του γεγονότος ότι αυτός παραπονείτο για κεφαλαλγία. Δεν διαπιστώθηκαν οποιεσδήποτε εξωτερικές κακώσεις, μώλωπες ή οτιδήποτε άλλο νευρολογικό και ο ίδιος αποχώρησε. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Το άρθρο 91(γ) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοεί τα ακόλουθα: «
- Όποιος— (α).................... (β).................... (γ) µε σκοπό υποκίνησης οποιουδήποτε προσώπου για να διενεργήσει πράξη την οποία αυτό δεν έχει νοµική υποχρέωση να διενεργήσει ή για να παραλείψει πράξη την οποία αυτό έχει νοµικό δικαίωµα να διενεργήσει, απειλεί άλλον ότι δυνατόν να προξενήσει βλάβη στο πρόσωπο, την υπόληψη, ή την περιουσία του ή στο πρόσωπο ή την υπόληψη οποιουδήποτε για τον οποίο ενδιαφέρεται εναντίον του οποίου γίνονται οι απειλές, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων. Όπως προκύπτει από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα θα πρέπει να αποδειχθεί α) απειλή ότι δυνατόν να προξενηθεί βλάβη στο πρόσωπο, την υπόληψη ή την περιουσία προσώπου και β) ότι η απειλή αυτή γίνεται με σκοπό την υποκίνηση του προσώπου αυτού για να διενεργήσει πράξη για την οποία δεν έχει νομική υποχρέωση ή για να παραλείψει πράξη την οποία έχει νομικό δικαίωμα. Στην Ντζιαν Νετζιήπ v. Της Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 1 λέχθηκε ότι η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ' αντικειμένου τη δυνατότητα εκφοβισμού προς το σκοπό αποτροπής εκτέλεσης καθήκοντος. Κενή απειλή, δηλαδή απειλή η οποία λόγω του εξωπραγματικού χαρακτήρα της ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε δεν στοιχειοθετεί πρόθεση εκφοβισμού (βλ. επίσης Χρίστου Βοσκού v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 510 και Kallenos v. Police
(1969)2 C.L.R. 210). Σε σχέση με το αδίκημα της επίθεσης προκαλούσας πραγματικής σωματικής βλάβης, το άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα αναφέρει ότι όποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί πραγματική σωµατική βλάβη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων. Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή με μεγάλη αδιαφορία (recklessly) να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλ. R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788). Η μεγάλη αδιαφορία στην οποία μπορεί να στοιχειοθετηθεί εναλλακτικά το συστατικό στοιχείο της πρόθεσης στο αδίκημα, έχει περιγραφεί στη Νομολογία του κοινοδικαίου ότι καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, αφού συνειδητοποιήσει την ύπαρξη του κινδύνου, παρά ταύτα προβαίνει στις ενέργειες του (βλ. R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974 και R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 964). Πραγματική σωματική βλάβη περιλαμβάνει οποιοδήποτε τραύμα εξωτερικό ή εσωτερικό (συμπεριλαμβανομένης και υστερικής νευρικής κατάστασης) που επέρχεται ως αποτέλεσμα της επίθεσης. Στην υπόθεση Georghiades v. Police
(1985)2 C.L.R. 56, επιφανειακή εκδορά στο πρόσωπο με ερέθισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243 (βλ. επίσης R. v. Miller
(1954)2 All E.R. 529. 534 και Αστυνομία v. Ιωάννου
(1989)2 Α.Α.Δ. 61). Δεν χρειάζεται το τραύμα να είναι σοβαρό ή μόνιμου χαρακτήρα (βλ. σύγγραμμα Archbold, 36η έκδοση, παρ. 2634). Περαιτέρω, το άρθρο 11
(2)του Περί Εγγραφής των Κατοίκων Νόμος Κεφ. 85 προνοεί ότι «Οποιοσδήποτε επί καθήκοντι αστυνομικός, και οποιαδήποτε αρχή εγγραφής και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που εξουσιοδοτείται εγγράφως από το Λειτουργό Εγγραφής για το σκοπό αυτό, δύναται να απαιτήσει από οποιοδήποτε πρόσωπο στο οποίο εφαρμόζεται το μέρος αυτό, να προσαγάγει το δελτίο ταυτότητας του, ή αν το πρόσωπο αυτό παραλείψει να προσαγάγει το δελτίο ταυτότητας όταν του ζητηθεί αυτό, δύναται να απαιτήσει από αυτό να το προσαγάγει εντός τέτοιου χρονικού διαστήματος, σε τέτοιο πρόσωπο και σε τέτοιο χώρο όπως το πρόσωπο που ζητά δύναται να θεωρηθεί κατάλληλο.» ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές και τα ευρήματα πραγματικών γεγονότων θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή απόδειξε την υπόθεση της στον απαιτούμενο βαθμό, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Από τα ευρήματα πραγματικών γεγονότων δεν προκύπτει οποιαδήποτε απειλή εκ μέρους του κατηγορούμενου 1 έτσι ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο η εν λόγω απειλή ήταν τέτοιας φύσεως που εκφόβισε τον Μ.Κ.1 και ότι αυτή αποσκοπούσε στην παράλειψη τέλεσης του καθήκοντος του. Επίσης, δεν υπάρχει πραγματική βάση επί της οποίας θα μπορούσε να εξεταστεί κατά πόσο οι κατηγορούμενοι 1 και 2 διέπραξαν το αδίκημα της επίθεσης καθώς επίσης και κατά πόσο ο κατηγορούμενος 2 διέπραξε το αδίκημα της 7ης κατηγορίας. Η απόρριψη της μαρτυρίας των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 για τους λόγους που αναφέρονται ανωτέρω, αφήνουν μετέωρες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 1 και 2 και έκθετες σε απόρριψη. Η απουσία αξιόπιστης μαρτυρίας που να καταδεικνύει τι ακριβώς έλαβε χώρα κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγεί σε αντίστοιχη αποτυχία απόδειξης των κατηγοριών στον απαιτούμενο βαθμό. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβαίνει σε εικασίες αλλά ούτε και σε συμπεράσματα όσο εύλογα και αν είναι αυτά (βλ. Λοϊζου v. Aστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Ως εκ τούτου, η κατάληξη είναι ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2 πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ο κατηγορούμενος 1 αθωώνεται και απαλλάσσεται από τις κατηγορίες 1 και 2 που αντιμετωπίζει ενώ ο κατηγορούμενος 2 από τις κατηγορίες 7 και 8. (Υπ.) ........... Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο