Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Παναγιώτης Παναγιώτου, Αρ. Υπόθεσης: 10419/2013, 27/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:B120 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10419/2013 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. Παναγιώτης Παναγιώτου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 27.11.13 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Σ. Συμεού (η κα Σ. Παπαλαζάρου για ν' ακούσει απόφαση) Για Κατηγορούμενο: κος Ε. Ερωτοκρίτου Κατηγορούμενος: παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, στις κατηγορίες της πρόκλησης πραγματικής σωματικής βλάβης κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1)
(4)και 23 του Περί Πρόληψης της Βίας στην Οικογένεια και την Προστασία των Θυμάτων του 2000 μετά των συναφών τροποποιήσεων (Ν.119(Ι)/2000)και της απειλής κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, ο κατηγορούμενος στις 10.08.13 στην οδό Αμμοχώστου 27 στην Έμπα της επαρχίας Πάφου επιτέθηκε κατά της συζύγου του Άντρης Πανάρη από την Έμπα προκαλώντας της πραγματική σωματική βλάβη. Περαιτέρω, την ίδια ημέρα και στην ίδια με πιο πάνω τοποθεσία προκάλεσε τρόμο στη σύζυγο του απειλώντας την ότι θα επαγάγει βλάβη στο πρόσωπο της με την φράση "τώρα που εν να πάμε σπίτι εν να σε κανονίσω, θα σου δώσω πολλή ξύλο." [πρώτη και δεύτερη κατηγορία] Εκθέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης, ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής παρέπεμψε στις λεπτομέρειες των κατηγοριών, στο περιεχόμενο των οποίων έχει ήδη γίνει αναφορά πιο πάνω. Συμπληρωματικά ο κύριος Συμεού δήλωσε τα εξής: Ο κατηγορούμενος και η παραπονούμενη είναι σύζυγοι και από το γάμο τους απέκτησαν δύο παιδιά που σήμερα είναι ηλικίας 12 και 7 ετών αντίστοιχα. Την ημέρα του επεισοδίου και ενώ βρίσκονταν στην οικία της μητέρας της συζύγου του δημιουργήθηκε μεταξύ τους παρεξήγηση με αποτέλεσμα να λογομαχήσουν. Η μεταξύ τους λογομαχία συνεχίστηκε στον υπνοδωμάτιο τους με την επιστροφή τους στην οικία τους. Κατά τη διάρκεια της λογομαχίας τους ο κατηγορούμενος επιτέθηκε στη σύζυγο του με τα πόδια και χέρια του, η οποία μεταφέρθηκε στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου όπου διαπιστώθηκε ότι έφερε εκδορές, οίδημα άνω χειλός και ερυθρότητα στους γλουτούς. Την ώρα του περιστατικού τα παιδιά ήταν έξω από το υπνοδωμάτιο των γονιών τους. Αργότερα της ίδιας ημέρας λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο και αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο αυτός απάντησε "Μετάνιωσα και απολογούμαι." Καταλήγοντας, ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου ενώ παράλληλα δήλωσε ότι δεν έχουν δημιουργηθεί έξοδα σε σχέση με την υπόθεση αυτή. Λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για ετοιμασία έκθεσης από το Γραφείο Ευημερίας. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 36 ετών και εργάζεται στην Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου ως εργάτης με μηνιαίο εισόδημα €1.200,
- Η σύζυγος του είναι νοσηλεύτρια με μηνιαίο εισόδημα €1.500,00 και μαζί με τα δύο ανήλικα τέκνα τους διαμένουν σε ιδιόκτητη κατοικία αξίας €238.500,00 εγγεγραμμένη στο όνομα του κατηγορουμένου και της ιδίας, στην οποία υπάρχει ο απαραίτητος εξοπλισμός και οι συνθήκες εργασίας κρίνονται ικανοποιητικές. Ο κατηγορούμενος διαθέτει στο όνομα του αυτοκίνητο αξίας €6.000,00 ενώ η σύζυγος του διαθέτει δικό της όχημα αξίας €7.000,
- Στο όνομα του κατηγορουμένου υπάρχει υπόλοιπο δανείου ύψους €10.500,00 στο Κεντρικό Συνεργατικό Ταμιευτήριο ΑΗΚ ενώ επ' ονόματι της συζύγου του υπάρχει επίσης υπόλοιπο δανείου ύψους €46.000,00 στον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως Στέγης. Τόσο ο κατηγορούμενος όσο και η σύζυγος του είναι τυπικοί στις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από τα προαναφερόμενα δάνεια. Υπάρχουν ακόμη αποταμιεύσεις ύψους €4.000,00 στο όνομα της συζύγου του κατηγορουμένου. Τα παιδικά χρόνια του κατηγορουμένου χαρακτηρίζονται δύσκολα εξαιτίας των οικονομικών δυσκολιών που η προσφυγική οικογένεια του αντιμετώπισε. Ο κατηγορούμενος παρουσιάζεται να έχει μεγάλη αδυναμία στα παιδιά του ενώ οι σχέσεις του με τη σύζυγο του είναι πολύ καλές. Θεωρούν το περιστατικό αυτό ως μεμονωμένο και έγινε σε μια περίοδο που ο κατηγορούμενος αισθανόταν μεγάλη πίεση από τη σύζυγο του για να επανασυνδεθεί με την πατρική του οικογένεια με την οποία δεν διατηρεί καλές σχέσεις. Ο κατηγορούμενος περιγράφεται από τον περιβάλλον του ως εργατικός και καλός οικογενειάρχης. Ο ίδιος δε και η οικογένεια του χαίρουν εκτίμησης τόσο από το στενό όσο και το ευρύτερο κοινωνικό τους περιβάλλον. Χωρίς να αμφισβητήσει επί της ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθηκαν από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης, αφού ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος απολογείται για την αξιόποινη συμπεριφορά του και ότι νιώθει ντροπή για το περιστατικό αυτό, αναγνώρισε ότι τα αδικήματα που ο πελάτης του έχει παραδεχτεί είναι σοβαρά. Κάλεσε όμως το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του το λευκό ποινικό μητρώο του πελάτη του καθώς επίσης την άμεση παραδοχή του τόσο στις ανακριτικές αρχές όσο και στο Δικαστήριο. Επίσης, ο εν λόγω συνήγορος ευσεβάστως κάλεσε το Δικαστήριο να εκλάβει το συγκεκριμένο περιστατικό ως μεμονωμένο χωρίς συνέχεια αλλά και το γεγονός ότι η σύζυγος του, με την οποία έχει μέχρι σήμερα αρμονικές σχέσεις, τον συγχώρεσε και τον στηρίζει. Στρεφόμενος στα περιστατικά διάπραξης των αδικημάτων, ο κύριος Ερωτοκρίτου ανάφερε ότι όλα ξεκίνησαν από μια συζήτηση που ο κατηγορούμενος είχε με τη σύζυγο του εκτός οικίας, η οποία συνεχίστηκε στο υπνοδωμάτιο τους χωρίς τα παιδιά τους να είναι παρόντα. Σύμφωνα με τον εν λόγω συνήγορο, κατά τη συζήτηση τα πνεύματα οξύνθηκαν με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να χάσει τον έλεγχο του και εν βρασμώ ψυχής να διαπράξει τα αδικήματα. Όπως περαιτέρω σημείωσε ο κύριος Ερωτοκρίτου, αμέσως ο κατηγορούμενος μετάνιωσε και η σύζυγος του τον συγχώρεσε με τις σχέσεις τους να έχουν πλήρως αποκατασταθεί. Επ' αυτού ο συνήγορος υπεράσπισης προσκόμισε στο Δικαστήριο επιστολή ημερομηνίας 13.08.13 της δικηγόρου της παραπονούμενης με την οποία εκφράζει την επιθυμία της πελάτιδας της για απόσυρση της συγκεκριμένης καταγγελίας. Αναφορικά με τις προσωπικές, οικονομικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορουμένου, ο κύριος Ερωτοκρίτου υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας. Τέλος ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης, επικαλούμενος νομολογία, κάλεσε το Δικαστήριο να δώσει μία δεύτερη ευκαιρία στον κατηγορούμενο. Σε περίπτωση όμως που το Δικαστήριο προσανατολίζεται να επιβάλει ποινή στερητικής της ελευθερίας του πελάτη του ο κύριος Ερωτοκρίτου κάλεσε το Δικαστήριο να την αναστείλει καθότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο. Αναμφίβολα τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος διέπραξε είναι σοβαρά, γεγονός που αναγνώρισε και ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης. Η αύξηση που παρατηρήθηκε στα περιστατικά βίας να ασκείται από μέλος οικογένειας προς άλλο μέλος της ίδιας οικογένειας, οδήγησε στην ανάγκη θέσπισης του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/2000, μέσα στα πλαίσια αντιμετώπισης του κοινωνικά απαράδεκτου αυτού φαινομένου. Η σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων αντανακλάται, κατ' αρχήν, μέσα από τις προβλεπόμενες από το νόμο ποινές. Ιδιαίτερα για αδικήματα που αφορούν πρόκληση βίας από ένα μέλος σε άλλο μέλος οικογένειας και εντάσσονται στο Ν.119(Ι)/2000οι ποινές που προνοούνται είναι αυστηρότερες από αδικήματα βίας που περιέχονται στα αντίστοιχα άρθρα του Κεφ.154 αφού θεωρούνται αυξημένης σοβαρότητας, αντανακλώντας έτσι την πρόθεση του νομοθέτη να υψώσει ασπίδα προστασίας στον οικογενειακό ιστό. Παράλληλα, σκοπός του νομοθέτη μέσω της αύξησης του ύψους της ποινής είναι να μεταφέρει το αίσθημα της αποδοκιμασίας της κοινωνίας προς τους ενόχους αδικημάτων βίας στην οικογένεια καθώς και ταυτόχρονα να εξυπηρετήσει το στοιχείο της αποτροπής (βλέπε Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ζήνωνα Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 272 και Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Κλασσικό παράδειγμα είναι το αδίκημα της πρόκλησης πραγματικής σωματικής βλάβης από ένα μέλος σε άλλο μέλος της ίδιας οικογένειας που τιμωρείται με βάση το άρθρο 3
(4)του Ν.119(Ι)/2000 με ποινή φυλάκισης 5 ετών ή με χρηματική ποινή €5.125,80 ή και με τις δύο ποινές, ενώ το ίδιο αδίκημα όταν διαπραχθεί έξω από το περιβάλλον της οικογένειας τιμωρείται, με βάση τον Ποινικό Κώδικα, με ποινή φυλάκισης 3 ετών. Το δε αδίκημα της απειλής επισύρει, σύμφωνα με το άρθρο 91Α του Κεφ.154, ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 3 έτη. Επίσης, η σοβαρότητα των αδικημάτων αυτών έγκειται στο γεγονός ότι ενέχουν πράξεις που προκαλούν βία και πόνο στο θύμα και ταυτόχρονα δημιουργούν αίσθημα φόβου και ανασφάλειας σ' αυτό, καταρρακώνουν την προσωπικότητα και αξιοπρέπεια ατόμων, πλήττουν το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας και γενικότερα διασαλεύουν την ειρηνική διαβίωση πολιτών αλλά και υπονομεύουν και δηλητηριάζουν τον θεσμό της οικογένειας. Τα αδικήματα αυτά θεωρούνται ακόμη σοβαρά για τον επιπλέον λόγο της συχνότητας και ευκολίας με την οποία αυτά διαπράττονται, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν τέτοια περιστατικά με τη δέουσα σοβαρότητα και αυστηρότητα σε μια προσπάθεια να διαβιβάσουν το μήνυμα στους παραβάτες ότι τέτοιου είδους συμπεριφορές δεν είναι ανεκτές και δεν έχουν χώρο στην κυπριακή κοινωνία. Σίγουρα οι παλικαρισμοί και η επίδειξη ισχύος δεν εξυπηρετούν κανένα λογικό σκοπό και ο νόμος οπωσδήποτε δεν τους αποδέχεται. Ουδείς έχει το δικαίωμα, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, να παίρνει το νόμο στα χέρια του και να επιτίθεται σε άλλο συνάνθρωπο του πόσο μάλλον σε άλλο μέλος της οικογένειας του, αλλά να επιδεικνύει αυτοσυγκράτηση και να εφαρμόζει μηχανισμό αυτοελέγχου έστω και αν προκαλείται ή εξωθείται για κάτι τέτοιο. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95 το Ανώτατο Δικαστήριο εξέφρασε την αποδοκιμασία του στη χρήση βίας από ένα άτομο σε συνάνθρωπο του μέσω του πιο κάτω αποσπάσματος: "Η χρήση βίας κατά των συνανθρώπων συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας. Πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το άρθρο 7.1 του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπεια του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης είτε ως μέσο εκδίκησης είτε ως μέσο τιμωρίας δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωση της πρέπει να τιμωρείται με αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς." Το πιο πάνω απόσπασμα υιοθετήθηκε στην υπόθεση Χριστοφή v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 504. Χαρακτηριστικό είναι ακόμη το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση το Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Αναστάσιου Α. Γεωργίου
(2002)2 Α.Α.Δ. 464: "Η σοβαρότητα εγκλημάτων βίας στην οικογένεια είναι αυτόδηλη. Εκτός από το τραύμα που επιφέρουν, τείνουν να πλήξουν τη συνοχή της οικογένειας και την υπόσταση των μελών της. Χρήση βίας από το σύζυγο κατά της συζύγου του αποτελεί ιδιαίτερη πτυχή εγκλημάτων βίας στην οικογένεια, τα οποία έχουν ως γενεσιουργό αιτία τη χρήση βίας ως μέσο επιβολής της θέλησης του συζύγου επί της συζύγου του και την κυριαρχία του στην οικογένεια με έρεισμα τη σωματική του δύναμη. Η βία αντικαθιστά το λόγο και η ισχύς τη λογική. Εξαρθρώνεται το κλίμα ισότητας που πρέπει να χαρακτηρίζει τις σχέσεις των συζύγων - (βλ. Κούλλουρος v. Κούλλουρου & Άλλου
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 50). Η άσκηση βίας από το σύζυγο εις βάρος της συζύγου του αποτελεί ανάθεμα για τις συζυγικές σχέσεις και πλήττει τον πυρήνα της οικογένειας. Τέτοια συμπεριφορά δε γίνεται ανεκτή. Πρέπει να εκριζωθεί από την οικογένεια." Θεώρηση της νομολογίας που αφορά αδικήματα που εντάσσονται κάτω από το Ν.119(Ι)/2004για πρόκληση βίας στην οικογένεια καθώς και ομοειδή αδικήματα της απειλής καταδεικνύει ότι συνήθως επιβάλλονται αυστηρές ποινές. Στην υπόθεση Αβραάμ v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 365 τονίστηκε πως η επιβολή ποινής φυλάκισης, ως θέμα αρχής, είναι ορθή σε υποθέσεις βίας στην οικογένεια. Επίσης στην υπόθεση Χαραλάμπους v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 219 το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε ποινή φυλάκισης 6 μηνών που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο για άσκηση βίας στη σύζυγο του που της προκάλεσε άμεσα πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση των άρθρων 2 και 3
(1)
(4)του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/2000 μετά των συναφών τροποποιήσεων, λευκού ποινικού μητρώου με παραδοχή και αφού λήφθηκαν οι προσωπικές, οικογενειακές, επαγγελματικές και οικονομικές του περιστάσεις. Στην υπόθεση Ομήρου v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 588 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 9 μηνών σε άτομο που κρίθηκε ένοχος στη διάπραξη του αδικήματος της απειλής βιαιοπραγίας. Επίσης, στην υπόθεση Βασιλειάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 409 άτομο που κρίθηκε ένοχος στο αδίκημα απειλής βιαιοπραγίας καταδικάστηκε σε 4 μήνες φυλάκισης. Περαιτέρω, στην υπόθεση Ιωάννου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 327 σε άτομο ηλικίας 19 ετών, με λευκό ποινικό μητρώο και που είχε συμφιλιωθεί με τον παραπονούμενο επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 2 μηνών. Ωστόσο έχει λεχθεί δεν επιβάλλεται ποινή φυλάκισης σε κάθε περίπτωση επίθεσης. Εξαρτάται πάντοτε από τις ιδιαίτερες περιστάσεις, την ένταση της επίθεσης και τις επιπτώσεις στο θύμα. Ο βαθμός της σοβαρότητας αυξάνεται όταν η επίθεση είναι σφοδρή ή διεξαχθεί σε δημόσιο χώρο και στην παρουσία άλλων προσώπων ή στην παρουσία άλλων μελών της οικογένειας. Σε τέτοιες περιπτώσεις ενδεικνυόμενη ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Σε κάθε άλλη περίπτωση η χρηματική ποινή εμφανίζεται ως καταλληλότερη από αυτή της στερητικής της ελευθερίας. Στην υπόθεση Θεοχάρους ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575 όπου η επίθεση δεν κρίθηκε ιδιαίτερα σφοδρή, δεν συνέβη στην παρουσία άλλων μελών της οικογένειας και ιδιαίτερα των παιδιών ούτε και στην παρουσία άλλων ατόμων, με το στοιχείο της μεταμέλειας και της αποκατάστασης των σχέσεων κατηγορουμένου και παραπονούμενου, με τον κατηγορούμενο να είναι λευκού ποινικού μητρώου και χωρίς να υπάρχει προσχεδιασμός, ποινή φυλάκισης των 45 ημερών που επιβλήθηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο σε δύο κατηγορουμένους αντικαταστάθηκε σε χρηματική ποινή ύψους €700 από το Ανώτατο Δικαστήριο. Περαιτέρω, στην υπόθεση Staripavlova v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 72/2012, ημερομηνίας 19.10.12, αντίγραφο της οποίας προσκόμισε στο Δικαστήριο ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης, που αφορούσε βία στην οικογένεια και συγκεκριμένα επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη όπου το περιστατικό έληξε χωρίς συνέχεια, με το περιστατικό να προκλήθηκε κάτω από συναισθηματική φόρτιση, υπήρξε συμφιλίωση και αποκατάσταση σχέσεων μεταξύ των συζύγων με πρόθεση απόσυρσης καταγγελίας, χωρίς σοβαρά τραύματα και με λευκό ποινικό μητρώο, επιβλήθηκε χρηματική ποινή ύψους €300,
- Εν πάσει περιπτώσει, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής. Για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής του κατηγορουμένου στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου τα ακόλουθα που επιβαρύνουν τη θέση του: (α) Τη σοβαρότητα των αδικημάτων, όπως αυτή έχει σημειωθεί πιο πάνω αλλά και από τη συχνότητα και ευκολία με την οποία αυτά διαπράττονται, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις ενώπιον μου υποθέσεις. (β) Το περιεχόμενο της απειλητικής φράσης. (γ) Το ότι η απειλή συνοδεύτηκε με την αξιόποινη πράξη της επίθεσης που οδήγησε στην πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης στην παραπονούμενη σύζυγο του. (δ) Το ότι η λογομαχία μεταξύ του κατηγορουμένου και της συζύγου του που οδήγησε στο επίδικο επεισόδιο ξεκίνησε εκτός οικίας και συνεχίστηκε αργότερα της ίδιας ημέρας στο υπνοδωμάτιο της οικίας τους. Προς όφελος του κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Την άμεση παραδοχή του τόσο στις ανακριτικές αρχές όσο και στο Δικαστήριο. (β) Το λευκό ποινικό μητρώο του. (γ) Την γραπτή δήλωση της παραπονούμενης συζύγου ότι δεν έχει οποιοδήποτε παράπονο και ότι έχει συμφιλιωθεί μαζί του (Τεκμήριο 1). (δ) Το ότι το περιστατικό έληξε οριστικά μετά τον τραυματισμό της παραπονούμενης. (ε) Το γεγονός ότι οι σχέσεις του κατηγορουμένου με τη σύζυγο του ήταν πάντοτε αρμονικές με εξαίρεση την περίοδο του περιστατικού σε συνδυασμό με την πλήρη αποκατάσταση των σχέσεων τους μετά τη λήξη του επεισοδίου επιτρέπουν στο Δικαστήριο να το εκλάβει ως ένα μεμονωμένο περιστατικό. (στ) Το ότι η αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου προκλήθηκε εν βρασμώ ψυχής και λόγω στιγμιαίας απώλειας ψυχραιμίας και αυτοελέγχου από μέρους του. (ζ) Η έλλειψη προσχεδιασμού από μέρους του κατηγορουμένου στη διάπραξη των αδικημάτων. (η) Το ότι τα τραύματα που προκλήθηκαν στην παραπονούμενη από την αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου δεν είναι σοβαρά. (θ) Το ότι δεν προκύπτει από τα ενώπιον μου γεγονότα το περιστατικό να διεξήχθηκε στην παρουσία των ανήλικων τέκνων του κατηγορουμένου. (ι) Το αίσθημα της ντροπής που αμέσως ένιωσε ο κατηγορούμενος δείχνει μεταμέλεια από μέρους του. (κ) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, όπως αυτές περιγράφονται από την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και ειδικότερα ότι: · Είναι πατέρας δύο ανήλικων τέκνων ηλικίας 12 και 7 ετών αντίστοιχα. · Είναι εργατικός και καλός οικογενειάρχης. · Χαίρει εκτίμησης τόσο από το στενό όσο και το ευρύτερο κοινωνικό του περιβάλλον. · Το ότι παρά τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει είναι συνεπείς στις οικονομικές υποχρεώσεις του. Γενικά, λαμβάνω υπόψη μου οτιδήποτε άλλο έχει αναφερθεί ή τεθεί ενώπιον μου και αποτελεί ελαφρυντικό στοιχείο για τον κατηγορούμενο. Σίγουρα η συμπεριφορά του κατηγορουμένου είναι καταδικαστέα και ασφαλώς δεν αρμόζει στην ταυτότητα του καλού οικογενειάρχη και ατόμου που χαίρει εκτίμησης στην κοινωνία. Οι συγκεκριμένες πράξεις του δεν τον τιμούν αλλά αντίθετα ο ίδιος μόνο ντροπή θα πρέπει να αισθάνεται γι' αυτά που προκάλεσε στη σύζυγο του. Θα πρέπει ο κατηγορούμενος να είναι ψυχραιμότερος και να ελέγχει τον θυμό του ιδιαίτερα με τα μέλη της οικογένειας του. Ανεξαρτήτως όμως αυτού, από τα ενώπιον μου στοιχεία, εκτιμώ ότι η παρούσα υπόθεση εμπίπτει στη περίπτωση όπου αντιμετωπίζεται με ευνοϊκότερο φακό καθότι η επίθεση δεν ήταν έντονη ή σφοδρή, δεν είχε το στοιχείο του προσχεδιασμού, δεν διεξήχθην στην παρουσία των ανήλικων τέκνων ή άλλων τρίτων προσώπων, χωρίς να εμπλέκονται σοβαρά τραύματα και με συμφιλίωση και πλήρη αποκατάσταση των σχέσεων μεταξύ του κατηγορουμένου και της συζύγου του. Σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη, κρίνω ότι η αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο είναι αυτή της χρηματικής, το ύψος της οποίας αντανακλά όλα τα πιο πάνω περιλαμβανομένου των ελαφρυντικών παραγόντων. Καταληκτικά επιβάλλεται στον κατηγορούμενο οι εξής ποινές: Πρώτη κατηγορία - χρηματική ποινή ύψους €700,
- Δεύτερη κατηγορία - χρηματική ποινή ύψους €300,
- (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence Αναφορά: Ποινικό/Βία στην Οικογένεια-Επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη και Απειλή/ Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο