Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Αθανάσης Ιωάννου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7887/2011, 5/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:B126 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7887/2011 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v.
- Αθανάσης Ιωάννου
- Σοφία Πολυδώρου Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 05.12.13 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Για Κατηγορούμενη 2: κος Κ. Σιαηλής Κατηγορούμενη 2: παρούσα ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη 2 αντιμετωπίζει την κατηγορία της παροχής ψευδών πληροφοριών σε αστυνομικό κατά παράβαση του άρθρου 114 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σύμφωνα με τις τροποποιημένες λεπτομέρειες αδικήματος, η κατηγορούμενη 2 (στο εξής η 'κατηγορούμενη') κατηγορείται ότι στις 08.07.09 στον αστυνομικό σταθμό Πόλυς Χρυσοχούς της επαρχίας Πάφου ενώ γνώριζε ότι διαπράχτηκαν τα ποινικά αδικήματα που φαίνονται στις λεπτομέρειες των κατηγοριών 1 μέχρι 10 του παρόντος κατηγορητηρίου από τον κατηγορούμενο 1, έδωσε πληροφορίες στον αστυνομικό που διενεργούσε ανακρίσεις για τα πιο πάνω αδικήματα, τις οποίες γνώριζε ότι ήταν ψευδείς, πληροφορώντας την αστυνομία ότι ο κατηγορούμενος 1 κατά τον χρόνο που διέπραττε τα πιο πάνω αδικήματα ήταν μαζί της στη Λευκωσία (ενδέκατη κατηγορία). Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι σε σχέση με τον κατηγορούμενο 1 καταχωρήθηκε αναστολή ποινικής δίωξης με αποτέλεσμα να απαλλαχθεί σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε μέσα από το παρόν κατηγορητήριο, δηλαδή στις κατηγορίες 1 έως
- Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής ακούστηκε μαρτυρία από 2 μάρτυρες και συγκεκριμένα από τον πυροφύλακα του Ταμείου Θήρας Χάρη Ντορζή (ΜΚ1) και τον ειδικό αστυφύλακα και θυροφύλακα Μάριο Δημητρίου (ΜΚ2). Παράλληλα, κατατέθηκαν 5 τεκμήρια. Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, όπως προκύπτει από την μαρτυρία των προαναφερθέντων μαρτύρων, συνοψίζεται ως εξής: Ο ΜΚ1 ονομάζεται Χάρης Ντορζής και εργάζεται ως πυροφύλακας στο Ταμείο Θύρας. Στην γραπτή κατάθεση ημερομηνίας 24.02.09 που έδωσε στην αστυνομία και κατατέθηκε στην παρούσα διαδικασία ως Τεκμήριο 1 σαν μέρος της κυρίως εξέταση του αναφέρει ότι στις 07.07.09 και περί ώρα 20:00 του ανατέθηκε αποστολή σε περιοχή μεταξύ των χωριών Πελαθούσας και Λυσού της επαρχίας Πάφου μαζί με τον ΜΚ2 και ακόμη ένα άλλο συνάδελφο του. Δεκαπέντε περίπου λεπτά μετά που έφθασε στην περιοχή και σταμάτησε με το υπηρεσιακό όχημα σε ύψωμα για να την ελέγχει, πρόσεξε να κινείται ύποπτα ένα όχημα στα χωράφια. Μετά από λίγα λεπτά ο εν λόγω μάρτυρας άκουσε ένα πυροβολισμό. Αμέσως ο ΜΚ1 και οι συνάδελφοι του έστρεψαν το όχημα τους σε σημείο που πίστευαν ότι θα ανέκοπταν την πορεία του ύποπτου οχήματος. Σε κάποια στιγμή το ύποπτο όχημα βγήκε πάνω στην άσφαλτο από άλλο χωματόδρομο και κινήθηκε προς το υπηρεσιακό όχημα του ΜΚ
- Ο ΜΚ1 μαζί με ένα συνάδελφο του ήταν εκείνη την ώρα έξω από το υπηρεσιακό τους όχημα ενώ ο ΜΚ2 ήταν ο οδηγός αυτού. Ο ΜΚ1 κρατούσε ένα φανάρι και μόλις το ύποπτο όχημα τους πλησίασε το άναψε όπως και τα φώτα αλλά και το φάρο του υπηρεσιακού οχήματος. Από το φωτισμό που δημιουργήθηκε ο ΜΚ1 παρατήρησε ότι οι αριθμοί εγγραφής του ύποπτου οχήματος ήταν NM 736 και ότι ο τύπος του ήταν μονοκάμπινο μάρκας Toyota χρώματος πράσινο, το οποίο οδηγείτο από τον πρώην κατηγορούμενο 1 που ο εν λόγω μάρτυρας γνωρίζει προσωπικά από την τετράχρονη παρουσία του στην Πάφο. Ο ΜΚ1 γνωρίζει τον πρώην κατηγορούμενο 1 επειδή ο τελευταίος απασχόλησε την υπηρεσία στην οποία εργάζεται πολλές φορές. Τον είχε ανακόψει πολλές φορές στο παρελθόν για λαθροθηρία και μάλιστα είχε συνομιλήσει και μαζί του. Ο μάρτυρας αυτό ακόμη γνωρίζει ότι ο πρώην κατηγορούμενος 1 χρησιμοποιούσε συχνά το όχημα που κατ' ισχυρισμό εντοπίστηκε να οδηγά στο επίδικο επεισόδιο. Τελικά το ύποπτο όχημα κατάφερε να διαφύγει διασχίζοντας μέσα από τα χωράφια. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, ότι όταν άναψε το φανάρι είχε απόσταση 15 μέτρα περίπου από το ύποπτο όχημα και 5 μέτρα περίπου από το υπηρεσιακό του όχημα. Σύμφωνα με τον ΜΚ1, το φανάρι που κρατούσε μπορούσε να ρίξει φως μέχρι απόστασης 100 μέτρων περίπου. Ο ΜΚ2, ειδικός αστυφύλακας 612 Μάριος Δημητρίου, εργάζεται και αυτός στο Ταμείο Θύρας. Ήταν ο οδηγός του υπηρεσιακού οχήματος το βράδυ που διαδραματίστηκε το επίδικο επεισόδιο. Μαζί με τον ΜΚ1 και ακόμη ένα συνάδελφο του πήγαν σε εντεταλμένη υπηρεσία σε περιοχή μεταξύ των χωριών Πελαθούσας και Λυσού της επαρχίας Πάφου. Στην περιοχή έφθασαν με υπηρεσιακό όχημα. Περί τις 22:30 και ενώ το όχημα τους ήταν σταθμευμένο πρόσεξε ένα όχημα να κινείται ύποπτα μέσα στα παρακείμενα θερισμένα χωράφια. Μετά από λίγα λεπτά άκουσε ένα πυροβολισμό να προέρχεται από το συγκεκριμένο ύποπτο όχημα. Ακολούθως, το ύποπτο όχημα βγήκε από τα χωράφια και εισήλθε σε χωματόδρομο στον οποίο εισήλθε και το υπηρεσιακό όχημα του ΜΚ2 στην προσπάθεια ανακοπής του υπόπτου οχήματος. Αφού ανακόπηκε ο δρόμος πάνω σε μια στροφή λίγο έξω από τον άσφαλτο του χωριού Πελαθούσα κατέβηκαν οι δύο συνάδελφοι του μάρτυρα με τα υπηρεσιακά τους φανάρια ενώ ο ίδιος παρέμεινε οδηγός του υπηρεσιακού οχήματος. Όταν το ύποπτο όχημα τον πλησίασε περίπου στα 20-30 μέτρα ο ίδιος άναψε τα φώτα και τα φώτα του υπηρεσιακού οχήματος του ενώ οι συνάδελφοι του άναψαν τα υπηρεσιακά φανάρια τους. Τότε το ύποπτο όχημα βγήκε έξω από το χωματόδρομο και διασχίζοντας τα χωράφια κατάφερε να ξεφύγει. Ο ΜΚ2 πρόσεξε ότι το ύποπτο όχημα ήταν μάρκας Toyota ανοικτό από πίσω σαν μονοκάμπινο με αριθμούς εγγραφής NM 736 χρώματος πράσινο. Ο ΜΚ2 δεν είδε τον οδηγό του οχήματος αλλά ούτε και θα τον ήξερε αν τον έβλεπε αφού ήλθε στην Πάφο από τη Λεμεσό για πρώτη φορά για υπηρεσιακούς λόγους. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, ότι ανέκοψε το ύποπτο όχημα στο χωματόδρομο και όταν πλησίασε το υπηρεσιακό όχημα του τότε άναψε τα φώτα του. Όπως ο ΜΚ2 εξήγησε, την ώρα που προσπάθησε να του ανακόψει τελείως το δρόμο το ύποπτο όχημα έφυγε από το χωματόδρομο και διέφυγε διασχίζοντας τα χωράφια με κλειστά τα φώτα. Ακολούθως, κατατέθηκαν από κοινού οι γραπτές καταθέσεις των Διογένη Ευρυπίδη ημερομηνίας 23.02.10 και αστυφύλακα 1175 Λ. Χατζηπαύλου ημερομηνίας 27.10.09 ως Τεκμήρια 4 και 5, το περιεχόμενο των οποίων είναι παραδεκτό από τα μέρη ως προς την αλήθεια του. Μέσα από το Τεκμήριο 5 ο Ευρυπίδης ανάφερε ότι ένα αυτοκίνητο τύπου Land Rover που ήταν εγκαταλειμμένο και ακινητοποιημένο το έδωσε στον πρώην κατηγορούμενο 1για εξαρτήματα χωρίς οποιοδήποτε χρηματικό αντάλλαγμα. Μέσα από το Τεκμήριο 4 ο αστυφύλακας 1175 Λ. Χατζηπαύλου δηλώνει πως στις 19.10.09 και μεταξύ των ωρών 14:05-14:15 κατηγόρησε γραπτώς την κατηγορούμενη για την κατ' ισχυρισμό διάπραξη του αδικήματος που αντιμετωπίζει με την ίδια, αφού της επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο να απαντά "Ότι είχα να πω το είπα στην κατάθεση μου." Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκε από τα μέρη η γραπτή κατάθεση του αστυφύλακα 4659 Γιαννάκη Θεοφάνους ως Τεκμήριο 3, χωρίς όμως το περιεχόμενο της να είναι κοινά παραδεκτό. Μέσα από το έγγραφο αυτό δηλώνεται ότι στις 08.07.09 σε γραπτή κατάθεση που ο αστυφύλακας Θεοφάνους έλαβε από την κατηγορούμενη στον αστυνομικό σταθμό Πόλεως Χρυσοχούς, η τελευταία έδωσε ψευδείς πληροφορίες στην αστυνομία καθότι είχε αναφέρει ότι από η ώρα 19:00 της 07.07.09 μέχρι η ώρα 17:30 της 08.07.09 ο πρώην κατηγορούμενος 1 ήταν συνέχεια μαζί της στην οικία της στη Λευκωσία τη στιγμή που υπάρχει μαρτυρία από θηροφύλακες ότι ο πρώην κατηγορούμενος 1 την 07.07.09 και περί ώρα 22:30 λαθροθηρούσε στην περιοχή μεταξύ Πελαθούσας και Λυσού της επαρχίας Πάφου. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως εισηγήθηκε, με βάση το άρθρο 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης στην κατηγορία που αντιμετωπίζει και ότι το Δικαστήριο πρέπει να την αθωώσει σε αυτό το στάδιο. Ο κύριος Σιαηλής ανέπτυξε την νομική επιχειρηματολογία του πάνω σε δύο πυλώνες: (α) στο ότι δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να συνδέει την κατηγορούμενη με την κατηγορία που αντιμετωπίζει. (β) Οι μαρτυρίες των μαρτύρων της κατηγορούσας αρχής, δηλαδή αυτές των ΜΚ1 και ΜΚ2, είναι τόσο αντινομικές και αντιφατικές μεταξύ τους που έχουν αυτοαναιρεθεί. Από την άλλη η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι οι μάρτυρες κατάθεσαν χωρίς αντιφάσεις και μέσα από τη μαρτυρία που προσκομίστηκε έχουν αποδειχτεί όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της ενδέκατης κατηγορίας στο κατηγορητήριο. Γι' αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να καλέσει την κατηγορούμενη σε απολογία στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Πλήρης έκταση των όσο ανέφεραν για υποστήριξη των θέσεων τους αμφότεροι οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους έχουν καταγραφεί στα πρακτικά και αποτελούν μέρος του φακέλου της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους από το Δικαστήριο και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί στην παρούσα απόφαση επειδή κάτι τέτοιο δεν εξυπηρετεί κανένα πρακτικό σκοπό. Αναφορικά με την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν το θέμα έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 C.L.R 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
- Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει την κατηγορούμενη, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
- Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
- Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει την κατηγορούμενη. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή υποκειμενική αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του αλλά περιορίζεται σε αντικειμενική και προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και να έχει ως αντικειμενικό έρεισμα ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα, χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον της κατηγορουμένης. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που έχει δοθεί με την συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. (βλέπε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας και άλλος
(2000)2 Α.Α.Δ. 191, Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 και Γενικός Εισαγγελέας v. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Η κατηγορούμενη πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη της κατηγορούμενης μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτήν κάποια εξήγηση, αλλιώς η κατηγορούμενη θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό της, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Χαρακτηριστικό ακόμη είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείνει η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας". Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως" υποδηλώνει, η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως δηλαδή μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας." Ως προς τον βαθμό απόδειξης που πρέπει να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: "Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. ............................. Στην υπόθεση R ν. Hipson
(1969)Cr. L.R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η κατηγορούσα αρχή." Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Δράκου κ.α., Ποινικές Εφέσεις 5-9/2012 ημερομηνίας 11.12.12 (απόφαση πλειοψηφίας) έγινε ανασκόπηση της νομολογίας αναφορικά με το εκ πρώτης όψεως στάδιο. Μία από τις υποθέσεις στην οποία γίνεται αναφορά είναι η αγγλική υπόθεση R v. Galbraith
(1981)2 All E.R. 1060 στην οποία με το πιο κάτω απόσπασμα καταγράφεται η προσέγγιση που καλείται το Δικαστήριο να υιοθετήσει στο στάδιο ολοκλήρωσης της παρουσίασης της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής: "How then should be judge approach a submission of ´no case´?
(1)If there is no evidence that the crime alleged has been committed by the defendant, there is no difficulty. The judge will of course stop the case.
(2)The difficulty arises where there is some evidence but it is of a tenuous character, for example because of inherent weakness or vagueness or because it is inconsistent with other evidence. (
- a)Where the judge comes to the conclusion that the prosecution evidence, taken at its highest, is such that a jury properly directed could not properly convict upon it, it is his duty, upon a submission being made, to stop the case. (
- b)Where however the prosecution evidence is such that its strength or weakness depends on the view to be taken of a witness´s reliability, or other matters which are generally speaking within the province of the jury and where on one possible view of the facts there is evidence upon which a jury could properly come to the conclusion that the defendant is guilty, then the judge should allow the matter to be tried by the jury." Η υιοθέτηση της πιο πάνω αγγλικής υπόθεσης στην κυπριακή νομολογία (Azinas et al v. Police
(1981)2 CLR 9, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191) την κατέστησε καθοδηγητική αυθεντία. Ειδικότερα στην υπόθεση Παναγιώτου ν. Αστυνομίας και άλλος
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, που δεν είναι η θέση των εφεσειόντων επί του προκειμένου, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί." Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, θα εξετάσω κατά πόσο η κατηγορούμενη θα πρέπει να κληθεί σε απολογία για τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει στη βάση της προσκομισθείσας από την κατηγορούσα αρχή μαρτυρίας αντικειμενικά ιδωμένη, χωρίς να υπεισέρχομαι σε κρίση επί της αξιοπιστίας αυτής και δίχως να καταλήγω σε οποιαδήποτε ευρήματα και συμπεράσματα. Το αδίκημα της παροχής ψευδών πληροφοριών σε αστυνομικό που είναι η κατηγορία που η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει διέπεται από το άρθρο 114 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων, το περιεχόμενο του οποίου εκτίθεται πιο κάτω: " Όποιος, γνωρίζει ή έχει λόγο να πιστεύει ότι διαπράχτηκε ποινικό αδίκημα, παρέχει πληροφορίες για αυτό σε αστυνομικό ή άλλο πρόσωπο εξουσιοδοτημένο για τη διενέργεια ανάκρισης για τέτοιο αδίκημα, τις οποίες αυτός γνωρίζει ή πιστεύει ότι είναι ψευδείς, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή σε φυλάκιση ενός χρόνου." Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) Η κατηγορούμενη 2, (β) ενώ γνώριζε ή είχε λόγο να πίστευε ότι ο πρώην κατηγορούμενος 1 διέπραξε ποινικό αδίκημα, (γ) παρείχε πληροφορίες σε αστυνομικό ή άλλο πρόσωπο εξουσιοδοτημένο για τη διενέργεια ανάκρισης και (δ) για τις οποίες πίστευε ή γνώριζε ότι είναι ψευδείς. Μέσα από αντικειμενική θεώρηση της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής και χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε υποκειμενική αξιολόγηση αυτής ή να καταλήγει σε οποιαδήποτε συμπεράσματα ή ευρήματα, παρατηρώ ότι υπάρχει μέσω του Τεκμηρίου 5 εκ πρώτης όψεως μαρτυρία που δείχνει ότι η κατηγορούμενη 2 κλήθηκε στον αστυνομικό σταθμό Πόλεως Χρυσοχούς και μέσα από γραπτή κατάθεση που έδωσε στον αστυφύλακα 4659 Γιαννάκη Θεοφάνους φαίνεται να ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι από η ώρα 19:00 της 07.07.07 μέχρι η ώρα 17:30 της 08.07.09 ήταν συνέχεια στην οικία της στη Λευκωσία μαζί με τον πρώην κατηγορούμενο
- Περαιτέρω, η μαρτυρία του ΜΚ1, τόσο μέσα από τη γραπτή κατάθεση του στην αστυνομία (Τεκμήριο 1) όσο και από την προφορική μαρτυρία του, τείνει να καταδείξει παρουσία του πρώην κατηγορουμένου 1 στην περιοχή των χωριών Πελαθούσας και Λυσώ της επαρχίας Πάφου την 7ην Αυγούστου και μεταξύ των ωρών 21:30-22:30, τον οποίο φαίνεται να αναγνώρισε να οδηγά το όχημα με αριθμούς εγγραφής NM
- Μπροστά σ' αυτήν την μαρτυρία, αντικειμενικά πάντοτε ιδωμένη και δίχως καθ' οιονδήποτε τρόπο να αξιολογείται, στοιχειοθετείται για σκοπούς και μόνο του σταδίου αυτού ότι όταν η κατηγορούμενη προέβαινε σε γραπτή κατάθεση και έδιδε μέσω αυτής πληροφορίες στην αστυνομία αναφορικά με τον πρώην κατηγορούμενο 1 γνώριζε ότι αυτές δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Ένα όμως από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι η κατηγορούμενη όταν παρείχε τις πληροφορίες στον αστυφύλακα που γνώριζε ότι ήταν ψευδείς, να είχε λόγο να πίστευε ότι ο πρώην κατηγορούμενος 1 διέπραξε κάποιο ποινικό αδίκημα. Με λίγα λόγια για να στοιχειοθετείται εξ' αντικειμένου το αδίκημα που η κατηγορούμενη 2 αντιμετωπίζει θα πρέπει η από μέρους της παροχή ψευδών στοιχείων στην αστυνομία να συνοδεύεται από γνώση της ιδίας ότι ο πρώην κατηγορούμενος 1 διέπραξε οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα, την διερεύνηση του οποίου ανέλαβε να διεκπεραιώσει η αστυνομία. Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να δείχνει ότι όταν κλήθηκε να δώσει γραπτή κατάθεση στην αστυνομία η κατηγορούμενη 2 γνώριζε ότι ο πρώην κατηγορούμενος 2 διέπραξε τα αδικήματα που η κατηγορούσα αρχή του απέδιδε μέσα από τις λεπτομέρειες των κατηγοριών 1 μέχρι
- Ούτε και προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να δείχνει ότι η κατηγορούμενη 2 τουλάχιστο γνώριζε ή έστω πληροφορήθηκε από την αστυνομία ότι κλήθηκε να δώσει κατάθεση σχετικά με οποιαδήποτε υπόθεση που διερευνάται εναντίον του πρώην κατηγορουμένου 1 και που αφορά διάπραξη οποιουδήποτε συγκεκριμένου αδικήματος. Με εξαίρεση το Τεκμήριο 5 που είναι η γραπτή κατάθεση του αστυφύλακα 4659 Γιαννάκη Θεοφάνους και η οποία σε καμία περίπτωση καλύπτει τις προαναφερόμενες καίριες αδυναμίες, η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής περιορίζεται στο επίδικο επεισόδιο που εκ πρώτης όψεως φαίνεται να διαδραματίστηκε ανάμεσα στους ΜΚ1, ΜΚ2, ενός άλλου συναδέλφου τους και του πρώην κατηγορουμένου 1 παραλείποντας μαρτυρία σχετική με την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής για την κατηγορούμενη
- Μαρτυρία ικανή να συμπληρώσει τα προαναφερόμενα ουσιώδη κενά θα μπορούσε να προερχόταν ενδεικτικά είτε από προφορική μαρτυρία του πιο πάνω αστυφύλακα είτε παρουσιάζοντας την γραπτή κατάθεση που η κατηγορούμενη 2 έδωσε στην αστυνομία, χωρίς βέβαια να αποκλείεται οποιαδήποτε άλλη πηγή. Η ισχνή μαρτυρία που περιέχεται στο Τεκμήριο 5 σε καμία περίπτωση καλύπτει τα προαναφερόμενα κενά που παρατηρούνται σε σχέση με το προαναφερόμενο συστατικό στοιχείο υπό το σημείο (β) του αδικήματος. Οι πιο πάνω ελλείψεις σφραγίζουν τη μοίρα της υπόθεσης αυτής. Η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, αντικειμενικά ιδωμένη, δεν οδηγεί σε σωρευτική απόδειξη των συστατικών στοιχείων του αδικήματος. Ειδικότερα, η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει το συστατικό στοιχείο της γνώσης από μέρους της κατηγορουμένης ότι ο πρώην κατηγορούμενος 1 διέπραξε οποιοδήποτε από τα ποινικά αδικήματα που τον αφορούν και περιλαμβάνονται στο παρόν κατηγορητήριο. Το Δικαστήριο αισθάνεται πως αν η κατηγορούμενη κληθεί σε απολογία θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό της, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ' ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή. Ανεξαρτήτως της κατάληξης που θα έχει η παρούσα υπόθεση και απλά για σκοπούς ολοκληρωμένης απόφασης, το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι οι μαρτυρίες των μαρτύρων της κατηγορούσας αρχής, δηλαδή αυτές των ΜΚ1 και ΜΚ2, είναι τόσο αντινομικές και αντιφατικές μεταξύ τους που έχουν αυτοαναιρεθεί. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο δεν θεωρεί πως η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, εξ' όψεως και αντικειμενικά εξεταζόμενη, στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή. Υπό το φως των προαναφερόμενων, καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή δεν κατάφερε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης αναφορικά με την κατηγορία του κατηγορητηρίου. Ως εκ τούτου, η κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Έξοδα €60,00 να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Interim Αναφορά: Ποινικό/Ενδιάμεση Απόφαση/Εκ πρώτης όψεως υπόθεση/Παροχή ψευδών πληροφοριών σε αστυνομικό/Άρθρο 114 Κεφ.154 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο