← Κύπρος

Δημήτρης Ιωάννου ν. Φλωρίνα Σαβούλλα Δημητρίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 5908/12, 10/12/2013

Δημήτρης Ιωάννου ν. Φλωρίνα Σαβούλλα Δημητρίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 5908/12, 10/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:B131 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5908/12 Δημήτρης Ιωάννου Παραπονουμένου εναντίον Φλωρίνα Σαβούλλα Δημητρίου Παναγιώτη Δημητρίου Κατηγορουμένων ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 10/12/2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον παραπονούμενο: κος Ιωάννης Παπαζαχαρίας Για τους κατηγορούμενους: κος Κώστας Σιαηλής Κατηγορούμενοι : παρόντες ---------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση, η κατηγορούμενη 1 αντιμετωπίζει την πρώτη κατηγορία που αφορά το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρυσμα, κατά παράβαση των άρθρων 305 Α

(1), 20 και 29 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας, η κατηγορούμενη την 15/8/2010 στην Πάφο, εξέδωσε και παρέδωσε έναντι νομίμου ανταλλάγματος στον Δημήτρη Ιωάννου την επιταγή της Alpha Bank Cyprus Ltd με αριθμό 18390539 για το ποσό των € 40,000 η οποία παρουσιάστηκε εντός ευλόγου χρόνου από την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα κατά ή περί την 12/11/2010 και δεν εξοφλήθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων της εκδότριας της η οποία παρέλειψε να την εξοφλήσει εντός 15 ημερών από της παρουσιάσεως της. Ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει στην δεύτερη κατηγορία το αδίκημα της εξασφάλισης πίστωσης από μη αποκατασταθέντα πτωχεύσαντα, κατά παράβαση του περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ. 5 άρθρο 117
(1)και του Ν.166/87 και του Ν.34/
  1. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος 2 κατά ή περί την 15/8/2010 στην Πάφο της επαρχίας Πάφου και ενώ ήταν πτωχεύσας με Δικαστικό Διάταγμα και ενώ δεν αποκαταστάθηκε, εξασφάλισε πίστωση για το ποσό των € 40,000 από τον Δημήτρη Ιωάννου από την Πάφο, χωρίς να τον πληροφορήσει ότι δεν είναι αποκαταστημένος πτωχεύσας. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ως Μ.Κ. 1 κατέθεσε ο παραπονούμενος κ. Δημήτρης Ιωάννου. Στην γραπτή του δήλωση αναφέρει ότι εργάζεται στην Πάφο ως χειρούργος οδοντίατρος και λαμβάνει σύνταξη γήρατος. Όπως πληροφορήθηκε από τους ίδιους τους κατηγορούμενους, οι κατηγορούμενοι είναι σύζυγοι μεταξύ τους και ο δε κατηγορούμενος 2 ονομάζεται και Παναγιώτης Ανδρέου ή και Παναγιώτης Δημητρίου ή Δημητράκος και έχει αριθμό ταυτότητας
  2. Τους κατηγορούμενους τους έχει γνωρίσει μέσω του κοινού φίλου κ. Ματθαίου Γεωργιάδη ο οποίος περί τον Μάιο του 2010 του τηλεφώνησε και του ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 2 που ήταν φίλος του, είχε στην κατοχή του μια επιταγή εκδομένη από τον Δρ. Χαράλαμπο Χαραλάμπους δερματολόγο από την Λευκωσία, για το ποσό των € 30,000 προς όφελος του κατηγορουμένου 2 αλλά θα ήταν πληρωτέα περί το τέλος του μηνός Μαίου και του ζήτησε αν μπορούσε να την εξαργυρώσει άμεσα. Ο παραπονούμενος γνωρίζοντας και εμπιστευόμενος τον Ματθαίο προέβηκε σε εξαργύρωση της επιταγής, παρέδωσε στον Ματθαίο τα μετρητά χρήματα και ως του ανέφερε με την σειρά του τα έδωσε στον κατηγορούμενο 2 και η εν λόγω επιταγή τιμήθηκε κανονικά στο τέλος Μαίου 2010 στην Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Κατά ή περί τις αρχές Ιουνίου 2010 οι κατηγορούμενοι τον επισκέφθηκαν στο οδοντιατρείο του συνοδευόμενοι από την θυγατέρα τους και τους παρείχε οδοντοθεραπευτικές υπηρεσίες, πλήρωσαν και έφυγαν. Μετά από λίγες μέρες πριν τα μέσα Ιουνίου 2010 τον επισκέφθηκε ξανά η κατηγορούμενη 1 στην παρουσία του κατηγορουμένου 2 και του παρουσίασε μια επιταγή δική της για το ποσό των € 6,000 πληρωτέα το τέλος Ιουνίου 2010 και τον παρακάλεσε να την εξαργυρώσει με την υπόσχεση ότι θα μπορέσει να αλλαχθεί στο τέλος Ιουνίου 2010 και του προέβαλε το επιχείρημα ότι ο πιο πάνω αναφερόμενος δερματολόγος τους δίνει λίγα - λίγα λεφτά για κάποια συμφωνία που έχουν να του πουλήσουν ακίνητα στον Κάτω Πύργο Τυλληρίας. Ο παραπονούμενος εμπιστευόμενος τους κατηγορούμενους λόγω και της προηγούμενης δοσοληψίας μεταξύ τους και της κοινής γνωριμίας με τον Ματθαίο Γεωργιάδη, προέβηκε στην εξαργύρωση της επιταγής και ανέμενε το τέλος του μηνός Ιουνίου 2010 για να την εξαργυρώσει. Κατά ή περί τα τέλη του Ιουνίου 2010 λίγο πριν την ημερομηνία εξαργύρωσης της ως άνω αναφερόμενης επιταγής, ο κατηγορούμενος 2 τον επισκέφθηκε εκ νέου στο ιατρείο του με άλλη επιταγή της κατηγορουμενης 1 με μεγαλύτερο ποσό από τις πρώτες € 6,000 και ο παραπονούμενος του έδωσε και την επιταγή την πρώτη και τα επιπλέον χρήματα. Ο κατηγορούμενος 2 του ισχυρίστηκε ότι αναμένουν νέα χρήματα από τον δερματολόγο με το επιχείρημα επίσης την πώληση γης στο Πύργο Τυλληρίας. Τότε ο παραπονούμενος προέβηκε σε αλλαγή και αυτής της επιταγής και κράτησε την νέα επιταγή της κατηγορούμενης
  3. Εν τω μεταξύ ο Ματθαίος Γεωργιάδης που πληροφορήθηκε από τους κατηγορούμενους 1 και 2 ότι τους έκανε αλλαγές των επιταγών, διαβεβαίωσε τον παραπονούμενο ότι ο δερματολόγος πράγματι αγόρασε και παλαιότερα γη από τους ίδιους, αλλά και τώρα έχουν γραπτή συμφωνία για νέα πώληση και τους δίνει επιταγές (λίγα - λίγα), όμως ο Ματθαίος τόνισε στον παραπονούμενο να μην ξαναδώσει στους κατηγορούμενους άλλα χρήματα. Όμως ο παραπονούμενος ήδη έδωσε € 15,000 περίπου και δεν ήθελε να τους κακοφανήσει για να μην χάσει τα χρήματα του και επίσης πίστευε ότι θα πωλήσουν περιουσία όπως έλεγαν για να τον πληρώσουν. Περί τα μέσα Ιουνίου 2010 ο κατηγορούμενος 2 του τηλεφώνησε και ήταν φορτικός, πιεστικός να του δώσει νέα χρήματα για να αγοράσει αυτοκίνητο και ψυγείο για μια ευκαιρία να λειτουργήσει φρουταρία που βρήκε στην Γεροσκήπου και θα έβγαζε αρκετά λεφτά, διότι ήταν του επαγγέλματος και θα τον ξεχρέωνε πιο εύκολα και πιο γρήγορα. Ο παραπονούμενος έστω και με δισταγμό και δυσκολία, πήγε στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και πήρε ότι λεφτά είχε, ο κατηγορούμενος 2 του τηλεφώνησε ότι ο ίδιος ήταν εκτός Πάφου και θα ερχόταν η κατηγορούμενη
  4. Πράγματι ήρθε με νέα επιταγή και αφού πήρε από τον ίδιο την προηγούμενη επιταγή, της έδωσε τα λεφτά που ήταν περίπου € 8,
  5. Την προτελευταία επιταγή του την έφερε ο κατηγορούμενος 2 για το ποσό των € 36,000 και επίσης ο κατηγορούμενος 2 του έδωσε και δύο επιταγές του δερματολόγου προς € 2,000 η κάθε μια που ήταν πληρωτέες πριν τα μέσα Αυγούστου
  6. Ο παραπονούμενος έστειλε τον Ματθαίο Γεωργιάδη στην τράπεζα για να εξαργυρώσει τις δύο επιταγές των € 2,000 αλλά δεν εξαργυρώνονταν και όταν τηλεφώνησε στους δύο κατηγορούμενους και ρώτησε τι συμβαίνει, του ανέφερε ο κατηγορούμενος 2 ότι η συμφωνία για την εμπορική πράξη με τον δερματολόγο έχει πρόβλημα και μάλλον ανακάλεσε την πληρωμή τους. Από τα λεγόμενα του όμως κατάλαβε ότι πρέπει να γνώριζε ότι οι επιταγές δεν θα πληρωθούν. Μετά από τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον κατηγορούμενο 2 κατά ή περί την 12/8/2010 ήρθαν στο γραφείο του και του έδωσαν την επίδικη επιταγή και ο παραπονούμενος τους έδωσε τις επιταγές του δερματολόγου. Λίγο πριν τις 15/8/2010 οι κατηγορούμενοι του τηλεφώνησαν και του ανέφεραν να μην καταθέσει την επιταγή και ότι θα του δώσουν τα χρήματα, τον διαβεβαίωναν ότι δεν επρόκειτο να χάσει τα λεφτά του και λίγο μετά του είπαν και πήγαν στον Πύργο Τυλληρίας για να του δείξουν διάφορες περιουσίες και του έδωσαν και αντίγραφα τίτλων και του ανέφεραν ότι στην χειρότερη των περιπτώσεων να γίνει εκτίμηση κάποιου τίτλου και αν του το πουλήσουν αναλόγως ή δίνοντας ή παίρνοντας την διαφορά των χρημάτων. Όταν πήγαν στον Πύργο Τυλληρίας μαζί ήταν και ο Ματθαίος Γεωργιάδης ο οποίος τους πίεζε και αυτός για να του δώσουν τα χρήματα. Ο Ματθαίος είπε στον παραπονούμενο ότι άκουσε την κατηγορούμενη 1 να λέει στον κατηγορούμενο 2 ότι ο παραπονούμενος είναι καλός άνθρωπος και να του δώσουν τα χρήματα του. Οι κατηγορούμενοι τον διαβεβαίωναν σε διάφορες ημερομηνίες που τους ενοχλούσε να του δώσουν τα χρήματα του ότι οπωσδήποτε θα τον πληρώσουν, μια φορά ο κατηγορούμενος 2 ορκίστηκε στα παιδιά του ότι θα πάρει τα λεφτά που τους έδωσε. Στα αντίγραφα των τίτλων που του έδωσαν, πρόσεξε ότι ιδιοκτήτης ήταν η κόρη τους η Ανδρέου Κυριακή και έγγραφαν δικαίωμα επικαρπίας εφ΄ όρου ζωής στα ονόματα Κοσκινίδου Κυριακούλλα και Δημητρίου Ανδρέας. Όταν ο παραπονούμενος τηλεφώνησε στην κατηγορούμενη 1 για τα ονόματα των τίτλων και την ρώτησε τι συμβαίνει και αυτή τον παρέπεμψε στον κατηγορούμενο
  7. Τελικά ο παραπονούμενος αφού έχει αντιληφθεί ότι κάτι δεν πήγαινε καλά και δεχόταν συνέχεια κοροιδίες και παραπλανήσεις μέχρι τον Νοέμβριο του 2010 έκανε κατάθεση την επίδικη επιταγή η οποία μέχρι σήμερα παραμένει απλήρωτη. Όσα χρήματα έδωσε στους κατηγορούμενους τα έδωσε από δικές του επιταγές και πιστωτικές κάρτες που ανέρχονται στο ποσό των € 37,909,59 σεντ (τεκμήρια 4 και 5 α-ρ) ενώ τα υπόλοιπα σε μετρητά. Μερικές μέρες πριν τις 2/7/2012 μετά από συνεννόηση του τότε δικηγόρου του τον κ. Κυριάκο Δημητρίου και του δικηγόρου των κατηγορουμένων κ. Κώστα Σιαηλή, ο κατηγορούμενος 2 υπέγραψε δήλωση (τεκμήριο 2) ότι του οφείλει € 42,000, ήτοι € 40,000 για την επίδικη επιταγή και € 2,000 τόκους επειδή θα τον πλήρωνε σταδιακά. Το έγγραφο αυτό έγινε προφανώς σε μια προσπάθεια να τον ικανοποιήσουν να αποσύρει το παράπονο του, όπως του ζήτησε επανειλημμένα προφορικά ο συνήγορος των κατηγορουμένων. Καθ΄ όλη την περίοδο και για όλα τα ποσά που δάνεισε στους κατηγορουμένους, φαίνεται ότι ο κατηγορούμενος 2 ήταν πτωχεύσας με Δικαστικό Διάταγμα και ενώ δεν αποκαταστάθηκε, εξασφάλιζε τις πιστώσεις που αναφέρει στην δήλωση του, χωρίς να τον ενημερώσει σχετικά με το γεγονός ότι ήταν σε πτώχευση, πράγμα για το οποίο ο παραπονούμενος ενημερώθηκε από τον δικηγόρο του πολύ αργότερα. Στην συνέχεια της κύριας εξέτασης του, ο παραπονούμενος κατέθεσε ως τεκμήριο 1 την επίδικη επιταγή, ως τεκμήριο 2 την δήλωση από τον κατηγορούμενο 2, ως τεκμήριο 3 το Δικαστικό Διάταγμα ημερομηνίας 18/11/2008 που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου στα πλαίσια της αίτησης πτώχευσης με αριθμό 57/07 σύμφωνα με το οποίο ο Παναγιώτης Ανδρέου κηρύσσεται σε πτώχευση. Ανέφερε ότι έχει να παρουσιάσει από την περίοδο από τις αρχές Μαίου του 2010 μέχρι τα μέσα Αυγούστου 2010 την κίνηση του τρεχούμενου λογαριασμού του και των δύο πιστωτικών καρτών του και οι επιταγές εκδίδονταν στο όνομα Παναγιώτης Ανδρέου και στο όνομα του παραπονούμενου (self). Έκδιδε ο παραπονούμενος επιταγές από τον τρεχούμενο λογαριασμό του και πήρε χρήματα από τις δύο του πιστωτικές κάρτες τα οποία έδωσε στην κατηγορούμενη 1 η οποία προσήλθε μόνη της για αυτόν τον σκοπό. Ανέφερε ο παραπονούμενος σε κατοπινό στάδιο της διαδικασίας ότι οι επιταγές για τις οποίες έκανε αναφορά εκδίδονταν ανά περίπτωση τόσο στο όνομα της κατηγορούμενης 1, όσο και στο όνομα του κατηγορουμένου 2, ως επίσης και στο όνομα αμφοτέρων των κατηγορουμένων. Αναφορικά με το όνομα του κατηγορουμένου 2, ανέφερε ότι τον γνωρίζει και ως Παναγιώτη Ανδρέου ή Δημητρίου ή Δημητράκο, επιμένει όμως στο όνομα Παναγιώτης Ανδρέου διότι ξεκίνησε ο παραπονούμενος με άλλον δικηγόρο, η επιταγή από τον πιο πάνω δερματολόγο έγγραφε το όνομα Παναγιώτης Ανδρέου, ως επίσης αναγραφόταν το εν λόγω όνομα και σε έγγραφα και είχε και τον αριθμό ταυτότητας και γενικά εξέδιδε ο παραπονούμενος τις επιταγές με το όνομα Παναγιώτης Ανδρέου. Διευκρίνησε ότι για την επιταγή από τον δερματολόγο είναι αυτή για την οποία κάνει αναφορά στην παράγραφο 4 της γραπτής του δήλωσης και επανελαβε την θέση ότι με βάση την κατάσταση λογαριασμού - τεκμήριο 4, φαίνεται ότι έδωσε αρκετά χρήματα και στους δύο κατηγορούμενους για το ποσό των € 37,909 στην οποία κατάσταση μπορεί να ψάξει οποιοσδήποτε και κατέθεσε ως τεκμήριο 5 α-ρ τις επιταγές για τις οποίες έκανε αναφορά. Έκανε αναφορά ο παραπονούμενος στις συνθήκες κάτω από τις οποίες έκανε ανάληψη των μετρητών από τις πιστωτικές του κάρτες και πιο συγκεκριμένα ανέφερε ότι μετέβηκε σε συγκεκριμένο κατάστημα στην Πάφο που έχει κατονομάσει, κατονόμασε επίσης και τον συγκεκριμένο τραπεζικό, είσπραξε επίσης χρήματα και από την αυτόματη ταμειακή μηχανή, τα χρήματα δόθησαν για τον λόγο που ανέφερε και στην γραπτή του δήλωση που αφορούν την φρουταρία και δόθησαν στο γραφείο του στην κατηγορούμενη
  8. Ο παραπονούμενος ήταν σε συνεχή επαφή με τους κατηγορούμενους από την πρώτη επιταγή που έχει δοθεί και οι κατηγορούμενοι τον διαβεβαίωναν ότι θα έπαιρνε όλα του τα χρήματα πίσω λόγω της ύπαρξης συμφωνίας που είχαν με τον πιο πάνω δερματολόγο με την οποία θα του πουλούσαν περιουσία στον Πύργο Τυλληρίας όπως έκαναν και στο παρελθόν και ο εν λόγω δερματολόγος τους έδιδε ανά τακτά χρονικά διαστήματα επιταγές. Οι κατηγορούμενοι του έλεγαν ότι η κόρη τους έφερνε κάποια προσκόμματα στο να του δώσουν άμεσα τα χρήματα του, ως επίσης του έλεγαν και για ένα διαμέρισμα που θα τους μεταβίβαζε ο πιο πάνω δερματολόγος στην Αγία Νάπα. Σε κατοπινό στάδιο αναφορικά με τις δύο επιταγές που εκδόθηκαν από τον πιο πάνω δερματολόγο, οι κατηγορούμενοι του ανέφεραν ότι έχουν κάποιο πρόβλημα με την συμφωνία και μάλλον ο δερματολόγος έχει ανακαλέσει την πληρωμή τους ενώ ο παραπονούμενος ήδη έδωσε αυτές τις επιταγές στον Ματθαίο Γεωργιάδη. Ο παραπονούμενος κρατούσε δύο επιταγές των € 2,000 πλέον την προτελευταία επιταγή των € 36,000 με εκδότρια την κατηγορούμενη 1 και αυτό γινόταν λίγο πριν τα μέσα Αυγούστου του
  9. Αμφότεροι οι κατηγορούμενοι ήρθαν λίγο πριν τις 15/8/2010 και του έφεραν μια νέα επιταγή με εκδότρια την κατηγορούμενη 1 για το ποσό των € 40,000 (η επίδικη) διότι ο παραπονούμενος έδωσε τις δύο επιταγές πίσω στους κατηγορούμενους, ως επίσης και την επιταγή των € 36,
  10. Το τεκμήριο 2 του το έδωσε ο πρώην δικηγόρος του κ. Κυριάκος Δημητρίου και ο παραπονούμενος δεν ήταν παρών όταν αυτό υπογράφετο και όταν ερωτήθηκε για την αξία του τεκμηρίου 2, ανέφερε ότι μερικές μέρες πριν την 2/7/2012, ο πρώην δικηγόρος του ζήτησε όπως βρεθούν με τον κ. Σιαηλή στο γραφείο του και με τους κατηγορούμενους. Η κατηγορούμενη 1 δεν ήταν παρούσα στην συνάντηση αλλά ήταν παρόντες οι δύο δικηγόροι, ο κατηγορούμενος 2 και ο παραπονούμενος και αντικείμενο της συνάντησης ήταν ο τρόπος αποπληρωμής του ποσού στον παραπονούμενο και να ανασταλεί προφορικά η υπόθεση. Ο κ. Σιαηλής αφού άκουσε τον παραπονούμενο και τον κατηγορούμενο 2 αναφορικά με τις πληρωμές που έγιναν και για τον χρόνο, πρότεινε όπως ο κατηγορούμενος 2 υπογράψει οφειλή για το ποσό των € 42,000 για να ικανοποιηθεί ο παραπονούμενος και να δώσει την συγκατάθεση του για την αναστολή της υπόθεσης. Επίσης ο κ. Σιαηλής είπε όπως ο παραπονούμενος τον Αύγουστο του 2012 να πληρωνόταν το ποσό των € 1,000, για την περίοδο από τον Σεπτέμβριο μέχρι τον Δεκέμβριο του 2012 να πληρωνόταν το ποσό των € 500 μηνιαίως και από τον Ιανουάριο του 2013 να λαμβάνει το ποσό των € 1,000 μηνιαίως. Τότε έδωσε εντολή ο κ. Σιαηλής για να υπογραφεί το έντυπο των € 42,000 και ρώτησε ο παραπονούμενος τον δικηγόρο Κυριάκο Δημητρίου επειδή ήταν παρών ο κατηγορούμενος 2 κατά πόσο ήταν απαραίτητη και η παρουσία του παραπονούμενου και ο κ. Κυριάκος Δημητρίου του απάντησε αρνητικά. Επίσης ο κ. Σιαηλής ρώτησε τον Κυριάκο Δημητρίου εάν έχει επικοινωνήσει με τον Γενικό Εισαγγελέα και επίσης ρώτησε ο παραπονούμενος τον τότε δικηγόρο του ποια θα ήταν η εξέλιξη αναφορικά με το όνομα που υπήρχε και δεν θυμόταν ο παραπονούμενος τι έγινε ακριβώς και παρέλαβε από τον τότε δικηγόρο του το τεκμήριο 2 όταν του είπε ότι θα άλλαζε δικηγόρο και αυτό έγινε μετά από λίγες μέρες, ήτοι η παράδοση του τεκμηρίου 2 και όταν ο παραπονούμενος τον ρώτησε γιατί δεν υπάρχουν μάρτυρες και γιατί δεν αναγράφεται η κατηγορούμενη 1, ο δικηγόρος του του ανέφερε ότι αυτό είναι το έγγραφο και δεν αναγράφεται η κατηγορούμενη
  11. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι δεν ασχολείται με τον δανεισμό χρημάτων, έχει δανείσει τον Ματθαίο Γεωργιάδη, τον οποίο γνωρίζει από τα φοιτητικά του χρόνια, χρήματα στο παρελθόν και πιο συγκεκριμένα το 2009 για το ποσό των € 17,000 το οποίο οφείλεται μέχρι και σήμερα αφού δίνει στον παραπονούμενο λίγα χρήματα κατά καιρούς τα οποία συμποσούνται στο ποσό των € 7,000 και ο παραπονούμενος κρατά 2 - 3 παλαιές επιταγές του Ματθαίου Γεωργιάδη ως εξασφάλιση και δεν υπάρχει καμία άλλη οικονομική επιβάρυνση ή τόκο και δεν έχει χρησιμοποιήσει αυτές τις επιταγές. Θεωρεί ο παραπονούμενος μηδαμινό το ποσό που του οφείλει ο Ματθαίος, έχουν καλές σχέσεις μεταξύ τους και ο παραπονούμενος δεν τον έχει εκμεταλλευθεί οικονομικά και αρνήθηκε σχετική υποβληθείσα θέση ότι ουσιαστικά προβαίνει σε τοκογλυφία και επανέλαβε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έχει συνταχθεί το τεκμήριο
  12. Επανέλαβε τους λόγους για τους οποίους εκδόθηκε η επίδικη επιταγή και όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι ουδέποτε στην συνάντηση που έγινε στο γραφείο του κ. Κώστα Σιαηλή έγινε αναφορά στο όνομα της κατηγορουμένης 1 και ότι δεν ανέφερε ο παραπονούμενος ότι της έχει δώσει οποιοδήποτε ποσό, απάντησε αρνητικά. Ερωτώμενος εάν θυμόταν ότι ο λόγος όπου έγινε η συνάντηση στο γραφείο του κ. Σιαηλή ήταν για να βρεθεί μια λύση με τον Πανίκο Ανδρέου, του οποίου το όνομα έχει αναγραφεί λανθασμένα, ως επίσης και ότι του έχει λεχθεί ότι δεν υπάρχει η υπογραφή της κατηγορούμενης 1 στην πρώτη επιταγή, ο παραπονούμενος απάντησε ότι δεν το γνώριζε και ότι η επίδικη επιταγή δεν υπογράφτηκε ενώπιον του από την κατηγορούμενη ή τον κατηγορούμενο 2 αλλά οι κατηγορούμενοι του έφεραν την επιταγή συμπληρωμένη. Όταν ερωτήθηκε για το πότε έμαθε ότι η υπογραφή επί της επίδικης επιταγής δεν ήταν της κατηγορούμενης 1, ανέφερε ότι απλά ο παραπονούμενος άκουσε από διαδόσεις και συγκεκριμένα από τον Ματθαίο Γεωργιάδη ότι ο κατηγορούμενος 2 του έλεγε ΄΄εγώ υπόγραψα΄΄ αλλά ο παραπονούμενος αυτό δεν το θεωρούσε δεδομένο διότι δεν το έχει δει, αλλά ο παραπονούμενος θεώρησε ότι πήρε μια επιταγή η οποία ήταν έτοιμη και από τους δύο κατηγορούμενους αλλά δεν άκουσε από κανέναν ή να αμφιβάλλει ότι η υπογραφή ήταν της κατηγορουμένης
  13. Αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι του έχει λεχθεί στο Δικαστήριο και στο γραφείο του κ. Σιαηλή ότι δεν είναι η υπογραφή της κατηγορούμενης 1 επί της επίδικης επιταγής, λέγοντας ότι αυτό που του λεγόταν ήταν η απόσυρση της υπόθεσης για την κατηγορούμενη 1 και να γίνει διακανονισμός με τον κατηγορούμενο 2 και αυτό δεν έχει γίνει αποδεκτό και από ότι έχει αντιληφθεί, αυτό έγινε για να αποσπαστούν τα χρήματα από τον ίδιο και επειδή ο κατηγορούμενος 2 ήταν πτωχεύσας. Ο παραπονούμενος ρωτούσε τον πρώην δικηγόρο του για το θέμα του λανθασμένου ονόματος και ο δικηγόρος του έλεγε ότι θα το διορθώσει. Ο παραπονούμενος ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 2 του ανέφερε ότι για τις τράπεζες ονομάζεται Παναγιώτης Ανδρέου ενώ για την αστυνομία ονομάζεται Παναγιώτης Δημητρίου. Ο παραπονούμενος όταν άλλαξε την επιταγή του δερματολόγου, αυτή αφορούσε το ποσό των € 3,000 και η οποία ήταν εξαργυρωτέα το δεύτερο δεκαπενθήμερο Μαίου 2010, την έχει αλλάξει από την Κεντρική Τράπεζα και ως προς το ποσό των € 3,000 ο παραπονούμενος έδωσε αυτό το ποσό των € 3,000 στον Ματθαίο Γεωργιάδη και αυτός με την σειρά του στον κατηγορούμενο
  14. Απάντησε θετικά σε υποβληθείσα θέση ότι ο παραπονούμενος έδωσε στον Πανίκο Ανδρέου δική του επιταγή για το ποσό των € 2,800 και ο παραπονούμενος κράτησε € 200 ως κέρδος και αποδεχόμενος ότι αυτό το οποίο ανέφερε προηγουμένως με την εμπλοκή του Ματθαίου Γεωργιάδη για το ποσό των € 3,000 δεν ισχύει. Ερωτώμενος για το πότε έχει δώσει ξανά χρήματα στον Πανίκκο, συμβουλεύθηκε την γραπτή του δήλωση και ανέφερε ότι πριν τα μέσα Ιουνίου 2010 τον επισκέφθηκαν και οι δύο κατηγορούμενοι στο οδοντιατρείο του λίγες μέρες μετά που τους είχε προσφέρει οδοντιατρικές υπηρεσίες, τον πλήρωσαν, έφυγαν και τον επισκέφθηκαν ξανά στα μέσα Ιουνίου
  15. Τα πρώτα χρήματα ήταν στις 24/5/2010 και όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι κακώς ισχυρίστηκε σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας ότι έδωσε χρήματα στις 4/5/2010, ανέφερε ότι όλα έχουν διαδραματιστεί στο διάστημα μεταξύ Μαίου και Αυγούστου του 2010 και ότι έχει προσκομίσει τα στοιχεία που του έχει ζητήσει ο πρώτος δικηγόρος που αφορούν την κίνηση του λογαριασμού και των καρτών του και με βάση αυτά έχουν γίνει οι απολογισμοί και φαίνονται ότι δόθησαν τα χρήματα από τον κύκλο των εργασιών του και από τις κάρτες, δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι αθώα, ως ήταν η έκφραση του, είχε φυλαγμένη την επιταγή και έδιδε τα επιπλέον χρήματα. Ερωτώμενος εάν έχει ΄΄σουμάρει΄΄ ήτοι εάν έχει συνοψίσει όλα τα ποσά, απάντησε θετικά, λέγοντας ότι γνωρίζει περίπου πόσα χρήματα έχει δώσει και τα ποσά αυτά έχουν γίνει αποδεκτά από τον κατηγορούμενο 2 και συμφώνησαν στην σταδιακή αποπληρωμή του χρέους, μένοντας ο κατηγορούμενος 2 πολύ ικανοποιημένος, ο οποίος του είπε΄΄ είμαι ευχαριστημένος δεν έχω κανένα παράπονο τι καλός άνθρωπος που είσαι σαν να ακούω τον παπά μου΄΄. Ανέφερε ο μάρτυρας ότι δεν υιοθετεί τις πρακτικές της τοκογλυφίας και ότι η παρούσα υπόθεση είναι η πρώτη που άγεται ενώπιον Δικαστηρίου αφού σε άλλες περιπτώσεις όπου γινόταν δανεισμός, κρατούσε επιταγές αλλά δεν προχώρησε σε Δικαστικά μέτρα και ότι στο τέλος τα χρήματα χαρίζονταν, όμως η παρούσα υπόθεση είναι διαφορετική. Ο παραπονούμενος είχε στο παρελθόν και άλλες επιταγές της κατηγορούμενης 1, ξεκίνησαν με το ποσό των € 6,000 αλλά μετά δεν θυμάται τους αριθμούς και ούτε την προτελευταία, ο παραπονούμενος είχε τόση αθωώτητα, ως χαρακτηριστικά δήλωσε, που δεν έβγαλε ούτε μια φωτοτυπία διότι ήταν τόσο ήσυχος, όπως επίσης χαρακτηριστικά ανέφερε, διότι με τα γλυκόλογα και των δύο, όπως επίσης χαρακτηριστικά ανέφερε, δεν υπολόγισε ότι θα καταλήξει σε τέτοια κατάσταση και δεν τον έχει ξεγελάσει κανείς στο παρελθόν. Ερωτώμενος γιατί έχει δώσει και άλλα χρήματα από την στιγμή που δόθηκε επιταγή από την κατηγορούμενη 1 και δεν εξαργυρώθηκε, προέβηκε σε μια γενική ανασκόπηση των επαφών που είχε με τους κατηγορούμενους και την κόρη τους, αλλά και στην εμπλοκή του δερματολόγου και του Ματθαίου Γεωργιάδη και όταν ερωτήθηκε κατά πόσο συμφωνεί με την παράγραφο 9 της δήλωσης του μετά από τα όσα έχει αναφέρει, απάντησε θετικά. Ο παραπονούμενος ανέφερε ότι έλπιζε πως θα έπαιρνε τα χρήματα του λόγω της επικείμενης συναλλαγής με τον δερματολόγο, όμως μετά τα μέσα Ιουνίου του 2010 μετέβηκε στην Τράπεζα Κύπρου και πήρε όλα τα χρήματα που είχε από τις πιστωτικές του κάρτες και εκείνην την συγκεκριμένη ημέρα πήρε πάνω από € 7,000 και όταν παραπέμφθηκε στις παραγράφους 8 και 10 της γραπτής του δήλωσης, ανέφερε ότι τα ποσά δίνονταν και σε μετρητά και με επιταγές και ότι εκείνην την ημέρα με την βοήθεια του τραπεζίτη του πήρε τα χρήματα που μπορούσε και τα έδωσε στην κατηγορούμενη 1 αφού είχε προηγηθεί επικοινωνία του παραπονούμενου και του κατηγορούμενου
  16. Εκείνην την ημέρα ο παραπονούμενος έδωσε τα χρήματα στην κατηγορούμενη 1 και αυτή με την σειρά της του έδωσε επιταγή και όταν ερωτήθηκε για ποιο ποσό ήταν, ανέφερε ότι αρχικά ήταν για το ποσό των 6, μετά των 26 και μετά των 40 χιλιάδων που ήταν και η επίδικη επιταγή, και ενδιάμεσα αυτών των επιταγών υπήρχαν ακόμα δύο που δεν θυμόταν συγκεκριμένα ποσά και η τελευταία επιταγή δόθηκε και επιστράφηκε, όπως συνέβαινε και με τις παλαιότερες. Ανέφερε ο παραπονούμενος ότι δεν μπορεί να προσκομίσει φωτοαντίγραφο αυτών των προηγούμενων επιταγών και ούτε μπορεί να αποδείξει πέραν πάσης αμφιβολίας, παρέπεμψε όμως στην Τράπεζα όπου με βάση τους μηχανισμούς της μπορούν να ανευρεθούν αυτές οι επιταγές, τις οποίες ο παραπονούμενος τις έπαιρνε αθώα, όπως ανέφερε, ήταν ήσυχος όπως ανέφερε και ήταν για ασφάλεια βάσει των οικονομικών διευκολύνσεων που έκανε στους κατηγορούμενους χωρίς καμία εκμετάλλευση ή δώρο, όπως επίσης χαρακτηριστικά ανέφερε. Ερωτώμενος κατά πόσο την ημέρα που πήγε στην Τράπεζα Κύπρου εάν έχει δώσει άλλα χρήματα πέραν αυτών των πιστωτικών καρτών, ανέφερε ότι δεν μπορεί να απαντήσει και ότι ήταν ήρεμος και παρέπεμψε στις καταστάσεις λογαριασμού λέγοντας ότι πρέπει να φαίνονται και εξέφρασε την βεβαιότητα ότι πρέπει να έδωσε χρήματα για να πάρει την επιταγή των 36 χιλιάδων. Ερωτώμενος πότε έδωσε παλαιές επιταγές και άλλα χρήματα, ανέφερε ότι όποια επιταγή ελάμβανε, αυτή εδίδετο για κάποιο λόγο διότι ο παραπονούμενος είχε δώσει στους κατηγορούμενους το ανάλογο ποσό προηγουμένως μέχρι και την ημέρα που έπαιρναν την επιταγή και ορισμένες φορές από ότι θυμάται, ο κατηγορούμενος 2 του είπε ΄΄εντάξει και τώρα για αυτά τα λεφτά που μου δίνεις θα πάρεις και 500΄΄ και ο παραπονούμενος του απάντησε ΄΄εμένα αυτά τα πράγματα δεν μου αρέσουν τα μισά λεφτά από αυτά που οφείλεις θα υπολογίσουμε βάσει τον τόκο και των ταλαιπωριών που σε διευκόλυνα οικονομικά΄΄. Ερωτώμενος γιατί από την στιγμή που το άθροισμα των 15 και 8 χιλιάδων είναι 23 χιλιάδες έλαβε επιταγή για το ποσό των 40 χιλιάδων, ανέφερε ότι έπαιρνε την επιταγή διότι έδιδε τα ανάλογα χρήματα, ο κατηγορούμενος 2 σε ορισμένες περιπτώσεις ελάμβανε χρήματα και ο παραπονούμενος τα σημείωνε κάπου και όταν του έπαιρναν, όπως είπε, την γραπτή του δήλωση ο παραπονούμενος ρώτησε εάν θα πρέπει να τα αναφέρει με λεπτομέρεια τα ποσά ή κατά πόσο μπορεί να κάνει διευκρινήσεις προφορικά και αυτοί του ανέφεραν να βάλει την ουσία και ότι μπορεί να κάνει διευκρινήσεις. Ερωτώμενος κατά πόσο μπορεί να είναι λιγότερα τα χρήματα από το ποσό των 15 χιλιάδων που έδωσε μέχρι τα μέσα Ιουνίου 2010 και μετά τις 8 χιλιάδες που έδωσε όπως έχει αναφέρει πιο πάνω, απάντησε ότι μπορεί να φαίνονται στις καταστάσεις του εάν ελάμβανε μετρητά ή όχι, η κατηγορούμενη 1 ήρθε από μόνη της και πήρε τις 8 χιλιάδες που προέρχονταν από τις πιστωτικές κάρτες και μαζί με τον κατηγορούμενο 2 ήρθαν και πήραν τις πρώτες 6 χιλιάδες και ότι χρήματα πήραν την πρώτη και δεύτερη φορά ήρθαν μαζί και την προτελευταία φορά ο κατηγορούμενος 2 ήρθε ο κατηγορούμενος 2 μόνος του για να του φέρει την επίδικη επιταγή ενώ την επίδικη επιταγή του την έφεραν και οι δύο μαζί. Αναφορικά με το ζήτημα του πότε έμαθε ότι ο Πανίκος Ανδρέου είναι πτωχεύσας, ανέφερε ότι μόλις ξεκίνησε η υπόθεση, άκουσε στην αίθουσα του Δικαστηρίου από τον κατηγορούμενο ότι έχει αποκατασταθεί και επειδή δεν άρεσε στον παραπονούμενο η στάση του πρώτου δικηγόρου του, τότε ζήτησε και πήρε τηλέφωνο από έναν δικηγόρο για να μάθει πως μπορεί κάποιος να είναι ή όχι πτωχεύσας και τότε ο παραπονούμενος τηλεφώνησε και έμαθε ότι ο κατηγορούμενος 2 είναι πτωχεύσας από το 2007 και δεν ήξεραν όταν έφεραν την υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου 2 ότι αυτός είναι πτωχεύσας και τα χρήματα δόθησαν πριν πάει ο παραπονούμενος στον πρώτο του δικηγόρο. Ο παραπονούμενος έχει αλλάξει μόνο μια επιταγή που εκδόθηκε από τον πιο πάνω δερματολόγο αλλά ο κατηγορούμενος 2 του έχει δώσει ακόμα δύο επιταγές των δύο χιλιάδων ευρώ και οι οποίες δεν μπορούσαν να τιμηθούν και τις έδωσε πίσω στους κατηγορούμενους. Εκτός από τον τρεχούμενο λογαριασμό της Τράπεζας Κύπρου, είχε συνεργασία και με την ΣΠΕ Κισσόνεργας τον οποίο χρησιμοποιούσε για τον ίδιο, την οικογένεια και την δουλειά του και όταν ερωτήθηκε εάν μπορεί να διαχωρίσει τα χρήματα τα οποία χρησιμοποίησε για την οικογένεια του και ποια έδωσε στους κατηγορούμενους όπως ισχυρίζεται, απάντησε αρνητικά και αρνήθηκε σχετική υποβληθείσα θέση ότι έχει τσακωθεί με την γυναίκα του όταν ανακάλυψε αυτόν τον λογαριασμό διότι έλειπαν χρήματα από αυτόν και ότι έχει ζητήσει από τον Παναγιώτη να του φέρει μια επιταγή για να την παρουσιάσει στην σύζυγο του για να μην διαμαρτύρεται. Αρνήθηκε σχετική υποβληθείσα θέση οτι έχει δανείσει τον δασοφύλακα κ. Χριστόδουλο Αγαπίου για το ποσό των 7 χιλιάδων ευρώ, αλλά τον γνωρίζει διότι ήρθε μια μέρα με τον κατηγορούμενο 2 όταν ο τελευταίος πήγε να πάρει χρήματα από τον παραπονούμενο. Όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι είναι παράλογο να δίνει σε κάποιον 23 χιλιάδες και να παίρνει 40 χιλιάδες και να κρατά γραμμάτιο για 42 χιλιάδες, ανέφερε ότι έχει προσκομίσει το τεκμήριο 2 όπως του το έχει δώσει ο δικηγόρος του με τις ατέλειες που αυτό παρουσιάζει και χωρίς να το πλαστογραφήσει. Αρνήθηκε σχετική υποβληθείσα θέση ότι με την κατηγορούμενη 1 έχει συναντηθεί μόνο μια φορά στο οδοντιατρείο του για να της επιδιορθώσει τα δόντια, ως επίσης αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι ουδέποτε έδωσε σε αυτήν οποιοδήποτε ποσό, επαναλαμβάνοντας την θέση για την καταβολή του ποσού των 8 χιλιάδων όπου εκείνην την ημέρα ήταν μόνη της και τις άλλες δύο φορές ήταν μαζί με τον κατηγορούμενο
  17. Όταν ο παραπονούμενος πήρε την πρώτη επιταγή των 6 χιλιάδων ήταν μαζί και οι δύο κατηγορούμενοι, όπως έγινε και με την επίδικη επιταγή η οποία δόθηκε εις ανταλλαγή της επιταγής των 36 χιλιάδων και των δύο επιταγών του δερματολόγου. Αναφορικά με την επιταγή για την οποία κάνει αναφορά στην παράγραφο 10 της γραπτής του δήλωσης, την έχει παραδώσει όταν ελάμβανε ή την επίδικη επιταγή ή την επιταγή των 36 χιλιάδων. Όταν ερωτήθηκε για το πότε πήρε την επιταγή των 36 χιλιάδων και γιατί αυτή ήταν για αυτό το ποσό και όχι για 37 χιλιάδες, ανέφερε ότι δεν ενεργούσε ο παραπονούμενος για να εγκλωβίσει τον άλλον με ημερομηνίες και ότι αθώα, όπως χαρακτηριστικά είπε, έκανε τις διευκολύνσεις. Δεν είχε ο παραπονούμενος συγκεκριμένες ημερομηνίες κατά νου για να καταγράφει, δεν ήξερε ότι θα έφθανε η υπόθεση ως εδώ αλλά και την τεχνική των κατηγορουμένων να εκδίδουν επιταγές που τελικά αποδείχθηκε ότι ήταν στο Κ.Α.Π. Σε κατοπινό στάδιο της μαρτυρίας του ο παραπονούμενος ανέφερε ότι εννοούσε όχι το ποσό των 23 χιλιάδων αλλά το ποσό των 40 χιλιάδων αφού αφαιρεθούν δύο χιλιάδες και άλλα 500 ευρώ που δόθηκαν από τον Πανίκκο με ένα χαρτονόμισμα και χωρίς απόδειξη και συνεπώς πλην 1500 ευρώ περίπου και δεν ήξερε ότι θα ερχόταν η υπόθεση ως εδώ. Αρνήθηκε σχετικές υποβληθείσες θέσεις ότι ο κατηγορούμενος 2 δεν του ανέφερε ποτέ ότι ονομάζεται Παναγιώτης Δημητρίου και ότι ο Δημήτρης Τράγος είναι ο πατέρας του κατηγορούμενου
  18. Επανεξεταζόμενος αρνήθηκε ουσιαστικά ότι προέβαινε σε τοκογλυφία. Ως Μ.Κ. 2 κατέθεσε ο κ. Κώστας Μιχαηλίδης. Ανέφερε ότι εργάζεται στην Alpha Bank και τα καθήκοντα του αφορούν τον χειρισμό δανείων και καθυστερήσεων. Αναγνώρισε την επίδικη επιταγή ως επιταγή της τράπεζας όπου εργάζεται και η εν λόγω επιταγή παρουσιάστηκε κοντά τους μέσω της Τράπεζας Κύπρου που ήταν η τράπεζα που συνεργάζεται ο δικαιούχος της επιταγής και ακολούθως παρουσιάστηκε κοντά τους για πληρωμή στις 16/11/2010 και η επίδικη επιταγή επιστράφηκε με την αιτιολογία ότι ο λογαριασμός έχει παγοποιηθεί και για αυτόν τον σκοπό υπάρχει σφραγίδα της τράπεζας και από έλεγχο που έγινε δεν υπάρχει διαθέσιμο υπόλοιπο στον λογαριασμό για να πληρωθεί η επίδικη επιταγή και ο εν λόγω λογαριασμός ήταν επίσης ήδη παγοποιημένος. Στην επίδικη επιταγή υπάρχουν δύο σφραγίδες, η πρώτη σφραγίδα αφορά στο ότι ο λογαριασμός παγοποιηθηκε - Κ.Α.Π. και τοποθετείται ακόμα μια σφραγίδα που αναφέρει να παρουσιαστεί ξανά - ανεπαρκή υπόλοιπο, διότι υπάρχουν περιπτώσεις που μπορεί ο λογαριασμός να είναι παγοποιημένος αλλά να υπάρχει διαθέσιμο ποσό, αλλά στην προκειμένη περίπτωση δεν υπήρχε διαθέσιμο ποσό. Ο λογαριασμός ο συγκεκριμένος έχει παγοποιηθεί από τις 16/10/2009 και ο μάρτυρας περιέγραψε την διαδικασία όπου καταχωρείται κάποιος στο Κεντρικό Αρχείο Πληροφοριών - Κ.Α.Π. Εκδότης της επίδικης επιταγής είναι η Φλωρίνα Σαββίνα Δημητρίου η οποία διατηρούσε λογαριασμό σε υποκαταστημα που κατονόμασε. Υπάρχει πρακτική σύμφωνα με την οποία ελέγχεται η υπογραφή του εκδότη της επιταγής αφότου αυτή πληρωθεί. Σε περίπτωση που διαπιστωθεί από τον υπάλληλο της τράπεζας ότι η υπογραφή του εκδότη διαφέρει, υπάρχει μια σφραγίδα που αναφέρει ότι η υπογραφή του εκδότη της επιταγής διαφέρει από το δείγμα που η τράπεζα έχει στην κατοχή της. Επί της επίδικης επιταγής υπάρχει μια σφραγίδα της Τράπεζας Κύπρου όπου φαίνεται ότι αυτή έχει παρουσιαστεί, ακολούθως η εν λόγω επιταγή επιστράφηκε στην τράπεζα στην οποία έγινε κατάθεση για να επιστραφεί στον δικαιούχο. Ο πιο πάνω λογαριασμός έχει κλείσει από τις 24/3/2010, το υπόλοιπο αυτού ήταν μηδενικό αλλά δεν φαίνεται ο λόγος όπου έκλεισε αυτός ο λογαριασμός και εκδότρια της επίδικης επιταγής έχει παραμείνει καταχωρημένη στο Κ.Α.Π. Αντεξεταζόμενος και όταν ερωτήθηκε κατά πόσο συμφωνεί ότι οι σφραγίδες που έχουν τοποθετηθεί από την Alpha Bank δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα διότι δεν αναγράφουν ότι ο λογαριασμός έχει κλείσει από τις 24/3/2010, ανέφερε ότι οι σφραγίδες αναγράφουν ότι ο λογαριασμός είναι παγοποιημένος και δεν αναφέρουν ότι ο λογαριασμός έχει κλείσει, οι σφραγίδες αναφέρουν μόνο ότι ο λογαριασμός έχει παγοποιηθεί και ότι δεν υπάρχουν υπαρκτά υπολοιπα ενώ θα μπορούσε και έπρεπε να τοποθετηθεί και η σφραγίδα ότι ο λογαριασμός έχει κλείσει μαζί με την σφραγίδα ότι ο λογαριασμός έχει παγοποιηθεί. Όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι η μοναδική σφραγίδα που θα μπορούσε να τοποθετηθεί είναι αυτή με την αναγραφή ότι ο λογαριασμός έχει κλείσει, απάντησε αρνητικά λέγοντας ότι έπρεπε να τοποθετηθεί η σφραγίδα ότι ο λογαριασμός έχει παγοποιηθεί για να γνωρίζει και ο δικαιούχος να ενημερωθει και να την πάρει στην άλλη τράπεζα, καθώς επίσης δεν θα πληρωθεί διότι το Κ.Α.Π. αναφέρει σε όλες τις τράπεζες παγκύπρια. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν έχει ελέγξει την επιταγή και την υπογραφή επί αυτής, διότι ο λογαριασμός έχει κλείσει, τα αρχεία των κλειστών λογαριασμών μεταφέρονται στο γενικό αρχείο της τράπεζας και για να ελεγχθούν αυτά χρειάζονται κάποιες μέρες προειδοποίησης και συνεπώς δεν μπορεί να ελέγξει και να πει με ασφάλεια εάν η υπογραφή επί της επίδικης επιταγής είναι αυτή του εκδότη. Η σφραγίδα επί της επίδικης επιταγής που αναγράφει Bank of Cyprus σημαίνει ότι έχει κατατεθεί από τον δικαιούχο της επιταγής στην Τράπεζα Κύπρου όπου διατηρεί λογαριασμό και ήρθε η επιταγή για πληρωμή επειδή ο εκδότης της επιταγής διατηρεί λογαριασμό στην Alpha Bank και επιστράφηκε η επιταγή με την δικαιολογία ότι ο λογαριασμός έχει παγοποιηθεί. Από ότι αντιλαμβάνεται η τράπεζα όπου εργάζεται έχει τοποθετήσει 2 σφραγίδες επί της επίδικης επιταγής και στο ενδιάμεσο τους υπάρχει μια σφραγίδα ημερομηνίας 12/11/2010 της Τράπεζας Κύπρου στην οποία κατατέθηκε η επιταγή στις 12/11/2010 και ακολούθως η επιταγή ήρθε κοντά τους στις 16/11/2010 για πληρωμή, ήτοι επί της επίδικης επιταγής υπάρχουν τρεις σφραγίδες και ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο έχει ενημερωθεί η εκδότρια της επιταγής από την τράπεζα ότι αυτή επιστράφηκε πίσω αν και η πολιτική της τράπεζας είναι να ενημερώνει. Ως Μ.Κ. 3 κατέθεσε η κα Άντρη Λαζάρου η οποία δεν έχει αντεξεταστεί. Ανέφερε ότι εργάζεται στο πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου στο πολιτικό τμήμα. Έχει στην κατοχή της τον φάκελο της αίτησης πτώχευσης με αριθμό 57/2007 και που αφορά τον Παναγιώτη Ανδρέου από τον Κάτω Πύργο Τυλληρίας. Αναγνώρισε το τεκμήριο 3 λέγοντας ότι είναι το διάταγμα με το οποίο κηρύχθηκε σε πτώχευση ημερομηνίας 18/11/2008 και από τον φάκελλο φαίνεται ότι ο συγκεκριμένος πτωχεύσας δεν έχει αποκατασταθεί. Με την κατάθεση της πιο πάνω μάρτυρα, ο παραπονούμενος έκλεισε την υπόθεση του και το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του έκρινε ότι έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων, τους κάλεσε σε απολογία και αφού τους επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους, οι κατηγορούμενοι δεν κάλεσαν μάρτυρες υπεράσπισης και προέβηκαν σε ανώμοτη δήλωση. Συγκεκριμένα η κατηγορούμενη ανέφερε ΄΄Εντιμότατε είμαι αθώα΄΄ και ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε ΄΄ Έχω να πω στο Δικαστήριο Εντιμότατε ότι είμαι ο Πανίκος Ανδρέου και στην υπόθεση τούτη είμαι αθώος΄΄. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η κατηγορούμενη 1 αντιμετωπίζει την κατηγορία για διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Από το λεκτικό του ως άνω άρθρου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: Η έκδοση επιταγής Η παρουσίαση της επιταγής στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε Η παρουσίαση της να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα Η μη εξόφληση της επιταγής η οποία να οφείλεται λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασης της Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίαση της. Αναμφίβολα, η νομική βάση που διέπει το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 2, είναι αυτή του άρθρου 117(α) του Περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ. 5, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: << Όταν πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε — (α) είτε μόνος είτε από κοινού με άλλο πρόσωπο εξασφαλίζει πίστωση στην έκταση των δέκα λιρών ή πέραν των δέκα λιρών από πρόσωπο χωρίς να πληροφορήσει το πρόσωπο εκείνο ότι είναι πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε· είναι ένοχος αδικήματος και με καταδίκη του υπόκειται σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη>>. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 117(α) του περί Πτώχευσης Νόμου, Κεφ. 5 είναι τα ακόλουθα: 1) η εξασφάλιση πίστωσης από πτωχεύσαντα 2) στην έκταση των 10 και πλέον λιρών 3) χωρίς να πληροφορήσει το πρόσωπο εκείνο ότι είναι πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Οσον αφορά την επιλογή των κατηγορουμένων να προβούν σε ανώμοτη δήλωση, κατ' αρχήν πρέπει να λεχθεί ότι αυτό αποτελεί απόλυτο δικαίωμα τους και σε καμία περίπτωση η επιλογή τους αυτή δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον τους. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία της, είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι η χωρίς όρκο δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση (βλ. R. v. Frost
(1964)64 Cr. App. R.284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είnαι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται δηλ. με ένορκη μαρτυρία η οποία υπόκειται σε έλεγχο δηλ. η οποία δοκιμάζεται από αντεξέταση (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 CLR 139, Themistokleous v. The Police
(1981)2 CLR 200, Anastasiades v. Republic
(1977)2 CLR 97). Μπορεί όμως να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως (R. V. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R.11). Το Δικαστήριο έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές που διέπουν το ζήτημα της ανώμοτης δηλωσης από την μια και το περιεχόμενο των ανώμοτων δηλώσεων από την άλλη, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν δύναται να αποδώσει στο περιεχόμενο των πιο πάνω ανώμοτων δηλώσεων οποιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα, διότι αποτελεί ούτως ή άλλως υποχρέωση του παραπονούμενου να αποδείξει πέραν πάσης αμφιβολίας την ενοχή των κατηγορουμένων εν΄ όψει του μαχητού τεκμηρίου της αθωότητας που απολαμβάνουν οι κατηγορούμενοι. Η Μ.Κ. 3 άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο και το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία της μάρτυρος στο σύνολο της ως αληθή και αξιόπιστη, όχι μόνο επειδή δεν έχει αντεξεταστεί, αλλά και επειδή η μαρτυρία της συνάδει με το πιο πάνω αναφερθέν Δικαστικό Διάταγμα και η μαρτυρία της ήταν τυπική και η προέρχεται από φάκελλο Δικαστικής διαδικασίας. Επίσης ο Μ.Κ. 2 άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Ουσιαστικά και αυτού η μαρτυρία δεν έχει αμφισβητηθεί, με εξαίρεση την υποβληθείσα θέση ότι επί της επίδικης επιταγής θα έπρεπε να τοποθετηθεί μόνο η σφραγίδα ότι ο λογαριασμός έχει κλείσει, αλλά αυτό το ζήτημα της σφραγίδας κρίνεται είσσονος σημασίας, εν΄ όψει του ότι αυτό που έχει μείζον σημασία δεν είναι ο λόγος της μη πληρωμής της επίδικης επιταγής που ούτως ή άλλως ο λογαριασμός ήταν κλειστός αφού πρώτα είχε παγοποιηθεί λόγω Κ.Α.Π. και μη επαρκών υπολοίπων, αλλά η πατρότητα της υπογραφής επί της επίδικης επιταγής και το αντάλλαγμα αυτής, για τα οποία υπήρξε σφοδρή αμφισβήτηση από πλευράς υπεράσπισης. Ο μάρτυρας παρέθεσε όλα όσα γεγονότα περιήλθαν στην αντίληψη του μέσα από την εκτέλεση των καθηκόντων του και δεν δίσταζε να παραδεχθεί ότι κάτι δεν το γνώριζε. Το Δικαστήριο έχει πεπειστεί για την αντικειμενικότητα του μάρτυρα και δεν έχει διακρίνει οποιαδήποτε προσπάθεια στο να βοηθήσει ή να βλάψει οποιονδήποτε από τους διαδίκους και το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του μάρτυρα στο σύνολο της ως αξιόπιστη. Ο παραπονούμενος - Μ.Κ. 1 άφησε εξαιρετικά κακή εντύπωση στο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τον παραπονούμενο κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης μέσα από το εδώλιο του μάρτυρα, διότι είναι και ο μάρτυρας - κλειδί για να αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η ενοχή των κατηγορουμένων. Μέσα λοιπόν από την παρακολούθηση του μάρτυρα, το Δικαστήριο έχει πεπειστεί πλήρως και χωρίς κανέναν δισταγμό, ότι ο μάρτυρας ήταν μάρτυρας του ψεύδους και της υποκρισίας που προσπάθησε με κάθε τρόπο, ανεπιτυχώς, να παρουσιάσει τον εαυτό του ως ένα αθώο, καλόπιστο και εξαπατηθέντα από τους διαδίκους, που παρείχε στους κατηγορούμενους οικονομικές διευκολύνσεις δηλώνοντας ο ίδιος ως αθώος και ήσυχος και που τελικά εξαπατήθηκε, ως ισχυρίστηκε, από τους κατηγορούμενους. Κατά την παράθεση της μαρτυρίας του ήταν νευρικός, ανήσυχος, αγχωμένος στο τι θα πει, σκεφτόταν πριν απαντήσει σε καίριας σημασίας θέματα, απέφευγε να απαντήσει άμεσα και με σαφήνεια σε πολλές ερωτήσεις ουσίας και όταν τελικά απαντούσε σε πολλές περιπτώσεις ήταν υπερφλύαρος προσπαθώντας να παρουσιάσει τον εαυτό του ως ένα αθώο, καλόπιστο και τελικά εξαπατηθέντα, που απλά έδιδε οικονομικές διευκολύνσεις και που κρατούσε επιταγές ως εξασφαλίσεις χωρίς να πιέζει κανέναν και χωρίς να έχει ο ίδιος οποιοδήποτε όφελος. Σε μια προσπάθεια μάλιστα εντυπωσιασμού για να παρουσιάσει τον εαυτό του ως ένα θύμα, αθώο και εξαπατηθέντα άτομο η οποία δεν έπεισε το Δικαστήριο, ο παραπονούμενος προέβαλε τις θέσεις ότι η κατηγορούμενη 1 είπε στον κατηγορούμενο 2 ότι ο παραπονούμενος είναι καλός άνθρωπος, ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε στον παραπονούμενο για το πόσο καλός άνθρωπος είναι και ότι είναι σαν τον πατέρα του και κορυφώνοντας τα ψεύδη του ο παραπονούμενος ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος ορκίστηκε στα παιδιά του να πάθουν καρκίνο εάν δεν τον εξοφλήσει, ισχυρισμοί οι οποίοι μόνο μη πειστικότητα και λογική αποδεικνύουν. Η εκδοχή που έχει παρουσιάσει ο παραπονούμενος, στερείται των στοιχειωδών εκείνων χαρακτηριστικών της λογικής, της πειστικότητας, της συνοχής και της συνέχειας. Το Δικαστήριο απορρίπτει την εκδοχή που έχει παρουσιάσει ο παραπονούμενος στην ολότητα της ως αναληθή, αναξιόπιστη και υστερόβουλη αναφορικά με την κατηγορούμενη 1 ως προς το θέμα της έκδοσης της επίδικης επιταγής από αυτήν αλλά και για το αντάλλαγμα αυτής και ως προς τον κατηγορούμενο 2 ως προς την γνώση που είχε ότι ήταν πτωχεύσας αλλά και την αποδεικτική βαρύτητα του τεκμηρίου 2 για τους πιο κάτω λόγους: Ο παραπονούμενος απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η υπογραφή επί της επίδικης επιταγής ανήκει στην κατηγορούμενη
  1. Ο ίδιος ο Μ.Κ. 2, ο οποίος είναι και ο αρμόδιος τραπεζικός υπάλληλος, δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει με βεβαιότητα κατά πόσο η υπογραφή επί της επίδικης επιταγής είναι της κατηγορούμενης 1, διότι ελείπαν εκείνα τα στοιχεία της γνώσης μέσα από τα αρχεία της τράπεζας έτσι ώστε να συνδεθεί η υπογραφή επί της επίδικης επιταγής με την κατηγορούμενη
  2. Ο παραπονούμενος σε κανένα στάδιο της διαδικασίας δεν αναφέρθηκε με θετική και σαφή μαρτυρία ότι η υπογραφή επί της επίδικης επιταγής είναι της κατηγορούμενης 1, διότι δεν ισχυρίστηκε ότι αυτή υπογράφτηκε από αυτήν ενώπιον του. Η θέση που έχει προβάλει ότι δεν έχει αμφισβητηθεί από κανέναν από τους κατηγορούμενους ότι η υπογραφή δεν είναι της κατηγορούμενης 1 ή ότι δεν έχει προβληθεί σχετικός ισχυρισμός ότι η υπογραφή δεν είναι της κατηγορούμενης 1, κρίνεται ως άστοχος, υστερόβουλος και ψευδής, σε μια απέλπιδα και ανεπιτυχή προσπάθεια του παραπονούμενου να εμπλέξει την κατηγορούμενη 1 με την επίδικη επιταγή. Ως προς το αντάλλαγμα της επίδικης επιταγής, έχουν δημιουργηθεί στο μυαλό του Δικαστηρίου τέτοιες αμφιβολίες ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτή έχει εκδοθεί αλλά και το αντάλλαγμα αυτής, που δεν αφήνουν άλλη επιλογή στο Δικαστήριο από του να αθωώσει και να απαλλάξει την κατηγορούμενη 1 από την κατηγορία που αντιμετωπίζει (βλ. ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ -ν - ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΦΟΥΡΝΙΔΟΥ ΠΟΙΝΙΚΗ ΈΦΕΣΗ 129/2011 18/12/2012) , όχι μόνο επειδή δεν έχει αποδειχθεί με αξιόπιστη και με αποδεικτική βαρύτητα η πατρότητα της υπογραφής επί της επίδικης επιταγής, αλλά και επειδή το Δικαστήριο δεν έχει πεπειστεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας για την προέλευση και την έκταση του κατ΄ ισχυρισμόν ανταλλάγματος της επίδικης επιταγής. Ο παραπονούμενος προέβαλε την θέση ότι για να φτάσει η κατηγορούμενη στο να εκδώσει την επίδικη επιταγή, έχουν προηγηθεί από τον παραπονούμενο καταβολές των ποσών που έχει αναφέρει και επιστροφή επιταγών στην κατηγορούμενη 1 οι οποίες δόθησαν για προηγούμενα ποσά κάθε φορά που η κατηγορούμενη 1 έκδιδε νέα επιταγή. Η πιο πάνω εκδοχή του παραπονούμενου, δεν έπεισε καθόλου το Δικαστήριο, διότι δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία σαφή και θετική αναφορικά με τις εν λόγω επιταγές έστω και αντίγραφα αυτών και δεν έχει πείσει το Δικαστήριο η θέση του παραπονούμενου ότι δεν έχει κρατήσει αντίγραφα αυτών, διότι το λογικά αναμενόμενο θα ήταν η τήρηση φωτοτυπιών των εν λόγω επιταγών αφού όπως ισχυρίστηκε τις επέστρεφε, θέση που δεν έπεισε το Δικαστήριο, από την στιγμή μάλιστα που τα ποσά τα οποία ισχυρίστηκε ήταν σημαντικά, παρόλο που ο παραπονούμενος προσπάθησε να τα υποβαθμίσει. Η θέση που έχει προβάλει ότι ο παραπονούμενος ήταν αθώος και παρέμεινε ήσυχος με την παράδοση σε αυτόν κάθε φορά επιταγής ως εξασφάλιση για τις οικονομικές διευκολύνσεις που έδιδε και χωρίς όφελος και να περιορίσει τον άλλον με ημερομηνίες και χωρίς να τον εκμεταλλευθεί, όπως έγινε και με την επίδικη, ουδόλως έπεισε το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο λοιπόν, απο την στιγμή λοιπόν που δεν έχουν προσκομιστεί αντίγραφα των εν λόγω επιταγών και το αντάλλαγμα αυτών, έτσι ώστε να μπορεί να παρακολουθήσει την έναρξη, την συνοχή, την σύνδεση και την συνέχεια αυτών μέχρι την έκδοση της επίδικης επιταγής, μόνο αμφιβολίες και κενά μένουν ως προς την προέλευση και την έκταση του ισχυριζόμενου ανταλλάγματος της επίδικης επιταγής. Οι αμφιβολίες και τα κενά επί αυτού του θέματος, ενισχύονται και από το γεγονός ότι ο παραπονούμενος για να πείσει και να αποδείξει το ισχυριζόμενο αντάλλαγμα της επίδικης επιταγής, κατέθεσε τα τεκμήρια 4 και 5 α- ρ τα οποία αποτελούν την κατάσταση λογαριασμού από την οποίαν λήφθησαν τα μετρητά που δόθησαν στην κατηγορούμενη ή και στους δύο κατηγορουμένους και επιταγές που κατ΄ ισχυρισμόν δόθησαν. Επίσης ο παραπονούμενος ανέφερε ότι έχει αφαιρέσει από τις πιστωτικές του κάρτες όλο το ποσό που είχε αλλά και από τον λογαριασμό του για να δώσει στην κστηγορούμενη
  3. Κληθείς όμως να υποστηρίξει με σαφήνεια και πληρότητα την πιο πάνω θέση του με παραπομπή σε συγκεκριμένες κινήσεις του λογαριασμού του αλλά και γενικά να ΄΄σουμάρει΄΄ ήτοι να προσθέσει όλα τα ισχυριζόμενα δοθέντα ποσά έτσι ώστε να συνοψιστούν στο συνολικό ισχυριζόμενο δοθέν ποσό που ήταν και η ισχυριζόμενη αιτία και αντάλλαγμα της επίδικης επιταγής, ως ισχυρίστηκε ο παραπονούμενος, απλά απέτυχε αφού δεν μπορούσε να το πράξει. Τα νέφη αμφιβολίας πυκνώνουν και από το γεγονός ότι ο παραπονούμενος έχει επικαλεστεί για να αποδείξει το αντάλλαγμα της επίδικης επιταγής και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συντάχθηκε το τεκμήριο 2 και το αντάλλαγμα αυτού, τρία πρόσωπα, ήτοι τον Ματθαίο Γεωργιάδη, τον δερματολόγο Χαράλαμπο Χαραλάμπους και τον δικηγόρο Κυριάκο Δημητρίου τα οποία δεν έχουν κλητευθεί για να επιβεβαιώσουν τα πιο πάνω αμφισβητούμενα θέματα. Έτσι η απουσία των προσώπων που έκαναν τις αρχικές δηλώσεις, διαπιστώσεις και ενέργειες, στέρησε από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να κρίνει το αξιόπιστο ή όχι των όσων αναφέρονται σε αυτές και ιδίως ως προς το περιεχόμενο του τεκμηρίου 2, η οποία ενσωματώνει την εκδοχή που παρουσίασε ο παραπονούμενος για να εμπλέξει τον κατηγορούμενο 2, ως επίσης και για τις ισχυριζόμενες προηγηθείσες της επίδικης επιταγής επιταγές που προέρχονταν, ως ο ισχυρισμός του παραπονούμενου, από τον δερματολόγο και που συνιστούσαν μέρος του ισχυριζόμενου ανταλλάγματος. (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας εναντίον Τάσου Γεωργίου 2006 2 Α.Α.Δ. σελ. 217). Το Δικαστήριο δεν έχει διακρίνει και ούτε έχει προβληθεί άλλωστε οποιοσδήποτε βάσιμος λόγος για την μη κλήτευση των εν λόγω προσώπων. Άλλωστε η εκδοχή του παραπονουμένου αναφορικά με το αντάλλαγμα της επίδικης επιταγής και την πατρότητα της υπογραφής επί αυτής δεν έπεισε για τους λόγους που επεξηγήθηκαν πιο πάνω. Αναφορικά με την εμπλοκή του κατηγορουμένου 2, το Δικαστήριο απορρίπτει κατ΄ αρχήν την εισήγηση από πλευράς υπεράσπισης ως προς την εισήγηση ότι το όνομα του κατηγορουμένου 2 είναι λανθασμένο, διότι το Δικαστήριο έχει πεπειστεί ότι το πρόσωπο το οποίο ήταν στο εδώλιο ως κατηγορούμενος 2 και το πρόσωπο το οποίο αναγράφεται ως κατηγορούμενος 2 είναι το ίδιο και το αυτό, αφού ονομάζεται τόσο ως Παναγιώτης Ανδρέου ή Δημητρίου ή Δημητράκος και το κυριότερο ότι έχει αριθμό ταυτότητας 696640 ο οποίος αριθμός ταυτότητας δεν έχει αμφισβητηθεί. Το Δικαστήριο κρίνει ότι ο κατηγορούμενος 2 φέρει τον πιο πάνω αριθμό ταυτότητας και εμφανίζεται στις συναλλαγές και με τα πιο πάνω επώνυμα, κυρίως με τα επώνυμα Ανδρέου και Δημητρίου και αυτό το συμπέρασμα του Δικαστηρίου είναι προς όφελος του κατηγορουμένου διότι ούτως ή άλλως ο κατηγορούμενος θα αθωωθεί και θα απαλλαχθεί από την κατηγορία που αντιμετωπίζει ως θα αναλυθεί πιο κάτω. Το μείζον και κυρίως θέμα είναι από την μια οι συνθήκες κάτω από τις οποίες οδηγήθηκε η σύνταξη του τεκμηρίου 2 και το αντάλλαγμα αυτού, ως επίσης και το θέμα της γνώσης του κατηγορουμένου 2 ότι είναι πτωχεύσας έτσι ώστε να κριθεί ένοχος, θέματα για τα οποία το Δικαστήριο δεν έχει πεπειστεί με άμεσο αποτέλεσμα την αθώωση και απαλλαγή του κατηγορουμένου
  4. Συγκεκριμένα έχουν δημιουργηθεί σοβαρές αμφιβολίες στο μυαλό του Δικαστηρίου αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έχει συνταχθεί το τεκμήριο 2, διότι ο παραπονούμενος δεν ήταν παρών κατά την σύνταξη του και το άτομο το οποίο του το παρέδωσε, ήτοι ο δικηγόρος Κυριάκος Δημητρίου, δεν κλητεύθηκε για να δώσει μαρτυρία περί αυτού του θέματος. Επίσης, από την στιγμή που ο παραπονούμενος ενσωματώνει στο τεκμήριο 2 το αντάλλαγμα της επίδικης επιταγής, για το οποίο το Δικαστήριο δεν έχει αποδεχθεί λόγω της πιο πάνω αξιολόγησης, αναπόφευκτα συμπαρασύρεται και η αποδεικτική βαρύτητα του τεκμηρίου 2, ήτοι το Δικαστήριο δεν έχει πεπειστεί για το αληθές της δήλωσης που καταγράφεται στο εν λόγω τεκμήριο. Ακόμα ένας λόγος που ο κατηγορούμενος 2 θα αθωωθεί και να απαλλαγεί από την κατηγορία που αντιμετωπίζει, είναι και το γεγονός ότι δεν έχει καταδειχθεί ίχνος μαρτυρίας ότι ο κατηγορούμενος 2 γνώριζε για την ύπαρξη του Δικαστικού Διατάγματος ημερομηνίας 18/11/2008, διότι όπως φαίνεται στο εν λόγω Διάταγμα, αυτό εκδόθηκε στην απουσία του κατηγορουμένου
  5. Μάλιστα δεν έχει αποδειχθεί κατά πόσο το πιο πάνω Δικαστικό Διάταγμα έχει δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, έτσι ώστε το Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο αποτελεί γνώση του κατηγορούμενου 2 η έκδοση του πιο πάνω διατάγματος, ζήτημα το οποίο παρέμεινε ανοικτό στην υπόθεση Χριστόφορος Χριστοφόρου - ν- Φάνος Γιάγκου 2007
(2)Α.Α.Δ. σελ. 145, στην οποία αποφασίστηκε όμως ότι η γνώση του Δικαστικού Διατάγματος αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 2, ζήτημα για το οποίο δεν ύπαρχει ούτως ή άλλως ίχνος μαρτυρίας περί τούτου. Συγκεκριμένα στην πιο πάνω υπόθεση λέχθησαν τα εξής: <<Περαιτέρω, όπως σωστά επεσήμανε στο διάγραμμά του και ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσίβλητου-κατηγορούμενου, θα ήταν αχρείαστο να απαιτείται να πληροφορηθεί ο συναλλαττόμενος από τον πτωχεύσαντα για την πτώχευσή του, εάν υπήρχε δικαστική γνώση και κατ' επέκταση γενική γνώση των συναλλαττομένων, αφού, σε τέτοια περίπτωση, θα θεωρείτο ότι και ο εφεσείων θα έπρεπε να γνωρίζει για την κήρυξη του εφεσίβλητου σε πτώχευση. Εν πάση περιπτώσει, επισημαίνουμε πως δεν εξετάζουμε και αφήνουμε ανοικτό το θέμα κατά πόσο, αν εθεωρείτο ότι υπήρχε δικαστική γνώση, αυτό θα ήταν αρκετό για να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος είχε και την απαιτούμενη γνώση ως συστατικό ποινικού αδικήματος, ώστε να θεωρηθεί ότι είχε και την ένοχη πρόθεση (mens rea) διάπραξης των αδικημάτων>>. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, ο παραπονούμενος απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την πατρότητα της υπογραφής επί της επίδικης επιταγής, ως επίσης το αντάλλαγμα αυτής και η κατηγορούμενη 1 αθωώνεται και απαλλάσσεται στην πρώτη κατηγορία που αντιμετωπίζει, ως επίσης ο παραπονούμενος απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το αληθές της δήλωσης που αναγράφεται επί του τεκμηρίου 2, ως επίσης απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο κατηγορούμενος 2 γνώριζε για την ύπαρξη του πιο πάνω αναφερόμενου Δικαστικού Διατάγματος και ο κατηγορούμενος 2 με τον αριθμό ταυτότητας 696640 που χρησιμοποιεί τόσο το επώνυμο Δημητρίου, όσο και το επώνυμο Ανδρέου, αθωώνεται και απαλλάσσεται από την δεύτερη κατηγορία που αντιμετωπίζει. Ο παραπονούμενος να καταβάλει στους κατηγορούμενους τα δικηγορικά έξοδα όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.