Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Καρσλίδης Αγησίλαος, Αρ. Υπόθεσης: 12212/2010, 13/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:B135 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12212/2010 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. Καρσλίδης Αγησίλαος Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 13.12.13 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Για Κατηγορούμενο: κος Χ. Ζόππος Κατηγορούμενος: παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, στις κατηγορίες της επίθεσης μέσα σε αθλητικό χώρο κατά παράβαση του άρθρου 59 του Περί Πρόληψης και της Καταστολής της Βίας στους Αθλητικούς Χώρους Νόμου του 2008 (Ν.48(Ι)/2008)μετά των συναφών τροποποιήσεων καθώς και της επίθεσης προκαλούσας πραγματικής σωματικής βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 243 του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, ο κατηγορούμενος στις 31.01.10 στο γήπεδο ποδοσφαίρου με την ονομασία "Olympico" που βρίσκεται στην Πάφο επιτέθηκε εναντίον του Σάββα Σαπαρίλλα από την Πάφο ενώ έληξε ο ποδοσφαιρικός αγώνας μεταξύ των ομάδων 'ΑΓΑΠΗΝΩΡΑΣ' και 'ΑΠΟΕΛ ΠΟΝΤΙΩΝ' προκαλώντας του πραγματική σωματική βλάβη (πρώτη και τρίτη κατηγορία, η οποία προστέθηκε στο παρόν κατηγορητήριο δυνάμει σχετικής τροποποίησης ημερομηνίας 03.12.13). Αναφορικά με την δεύτερη κατηγορία του κατηγορητηρίου η κατηγορούσα αρχή προέβηκε στη διακοπή της και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος απαλλάχτηκε σ' αυτή. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως εκτέθηκαν από τnν εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, έχουν ως εξής: Στις 31.01.10 διεξαγόταν ποδοσφαιρικός αγώνας μεταξύ 'ΑΓΑΠΗΝΩΡΑ' και 'ΑΠΟΕΛ ΠΟΝΤΙΩΝ' για το αγροτικό πρωτάθλημα. Με τη λήξη του αγώνα υπήρξε συμπλοκή ανάμεσα σε παράγοντες και φιλάθλους των δύο ομάδων. Κατά τη διάρκεια της συμπλοκής αυτής, ο Σάββας Σαπαρίλλας και παραπονούμενος στην υπόθεση αυτή, ο οποίος ήταν ποδοσφαιριστής της ομάδας 'ΑΓΑΠΗΝΩΡΑ', δέχτηκε επίθεση από τον κατηγορούμενο, ο οποίος ήταν ο προπονητής της ομάδας 'ΑΠΟΕΛ ΠΟΝΤΙΩΝ'. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος κτύπησε με το δεξί του χέρι το πρόσωπο του παραπονούμενου με αποτέλεσμα να προκληθούν θλαστικά τραύματα στο χείλος και τη γνάθο του. Ακολούθως, ο παραπονούμενος μεταφέρθηκε στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών όπου εκεί του έγινε συρραφή στο άνω και κάτω χείλος του. Παρουσιάστηκε ακόμη διατομή στον κοπτήρα ενός δοντιού του παραπονούμενου. Επειδή όμως ένιωθε ζάλη ο παραπονούμενος παρέμεινε για κάποιες ώρες στο νοσοκομείο υπό ιατρική παρακολούθηση. Στις 08.02.10 ο κατηγορούμενος κλήθηκε στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Πάφου όπου μέσα από ανακριτική κατάθεση του ανάφερε ότι παραδέχεται και απολογείται για την αξιόποινη συμπεριφορά του. Καταλήγοντας, ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου ενώ παράλληλα δήλωσε ότι έχουν δημιουργηθεί έξοδα ύψους €90,00 σε σχέση με την υπόθεση αυτή. Στη συνέχεια ο παραπονούμενος με δήλωση του στο Δικαστήριο ανάφερε ότι έχει συμφιλιωθεί με τον κατηγορούμενο, έχει πλήρως αποζημιωθεί και ως εκ τούτου δεν έχει οποιοδήποτε παράπονο εναντίον του κατηγορουμένου. Χωρίς να αμφισβητήσει επί της ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθηκαν από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης, αφού ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου και απολογείται για την αξιόποινη συμπεριφορά του, ευσεβάστως επισήμανε ότι ο πελάτης του προέβηκε σε άμεση παραδοχή στη αστυνομία και το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με το ότι αποζημίωσε τον παραπονούμενο αποτελεί έμπρακτη μεταμέλεια από μέρους του. Ερχόμενος στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, ο κύριος Ζόππος ανάφερε ότι, σύμφωνα με το φύλλο αγώνος του διαιτητή, έγινε σύρραξη στο 87' λεπτό του παιγνιδιού ανάμεσα στους ποδοσφαιριστές των δύο ομάδων αναφορικά με αμφισβητούμενη υπόδειξη του διαιτητή, γεγονός που σηματοδότησε τη γενίκευση της σύρραξης ανάμεσα στους φιλάθλους των δύο ομάδων που εισήλθαν εντός του αγωνιστικού χώρου από μη περιφραγμένο χώρο με τη λήξη του ποδοσφαιρικού αγώνα. Όπως ο εν λόγω συνήγορος εξήγησε, μπροστά στη θέα της γενικευμένης συμπλοκής, η οποία υποκινήθηκε από το στοιχείο του ρατσισμού, οι παράγοντες των δύο σωματείων προσπάθησαν να αποσοβήσουν τα χειρότερα ηρεμώντας τα οξυνόμενα πνεύματα. Στην προσπάθεια του να εισχωρήσει στον όχλο και να αποσοβήσει τα χειρότερα, ο κατηγορούμενος απερίσκεπτα και απρόσεκτα κτύπησε και τραυμάτισε τον παραπονούμενο. Ωστόσο ο παραπονούμενος δεν έχει οποιοδήποτε κατάλοιπο ή σημάδι είτε από συρραφή είτε από διατομή, ούτε παθολογικό αλλά ούτε αισθητικό πρόβλημα από τον τραυματισμό του με το τραύμα του να έχει πλήρως αποκατασταθεί. Στρεφόμενος στις προσωπικές, οικογενειακές και προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος είναι εδώ και 3 χρόνια άνεργος ενώ προηγουμένως ήταν διαχειριστής συνοικιακού καφενείου. Είναι νυμφευμένος και πατέρας ενός ανήλικου παιδιού ηλικίας 13 ετών. Η δε σύζυγος του είναι ξενοδοχειακή υπάλληλος, η οποία από τις 30.10.13 δεν εργάζεται αλλά αναμένεται να επιστρέψει στην εργασία της στις 30.03.14. Ως οικογένεια αντιμετωπίζουν χρέη ύψους €170.000,00 περίπου με τη δόση όμως να μην πληρώνεται. Τέλος, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης, κάλεσε το Δικαστήριο στην περίπτωση που προσανατολίζεται να επιβάλει ποινή στερητικής της ελευθερίας του πελάτη του να εξασκήσει τη διακριτική ευχέρεια του και να την αναστείλει καθότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο. Αν όμως το Δικαστήριο επιλέξει να επιβάλει χρηματική ποινή στον κατηγορούμενο, ο κύριος Ζόππος ευσεβάστως εισηγήθηκε την πληρωμή της δια μηνιαίων δόσεων λόγω οικονομικής δυσπραγίας του πελάτη του και της οικογένειας του. Αναμφίβολα τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος διέπραξε είναι σοβαρά. Η σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων αντανακλάται, κατ' αρχήν, μέσα από τις προβλεπόμενες από το νόμο ποινές. Η συμμετοχή σε συμπλοκή ή η επίθεση με οποιοδήποτε τρόπο εναντίον οποιουδήποτε προσώπου μέσα σε αθλητικό χώρο ή στην αμέσως γειτνιάζουσα περιοχή και η επίθεση ή συμπλοκή οφείλεται ή συνδέεται με το αθλητικό γεγονός επισύρει, με βάση με το άρθρο 59 του Ν.48(Ι)/2008σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ ή και στις δύο αυτές ποινές. Το δε αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης θεωρείται πλημμέλημα και με βάση το άρθρο 243 του Κεφ.154 τιμωρείται με ποινή φυλάκισης 3 ετών. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Επίσης, η σοβαρότητα των αδικημάτων του παρόντος κατηγορητηρίου έγκειται στο γεγονός ότι ενέχουν πράξεις που προκαλούν βία και πόνο στο θύμα και ταυτόχρονα δημιουργούν αίσθημα φόβου και ανασφάλειας σ' αυτό, καταρρακώνουν την προσωπικότητα και αξιοπρέπεια ατόμων, πλήττουν το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας και γενικότερα διασαλεύουν την ειρηνική διαβίωση πολιτών. Τα αδικήματα αυτά θεωρούνται ακόμη σοβαρά για τον επιπλέον λόγο της συχνότητας και ευκολίας με την οποία αυτά διαπράττονται, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν τέτοια περιστατικά με τη δέουσα σοβαρότητα και αυστηρότητα σε μια προσπάθεια να διαβιβάσουν το μήνυμα στους παραβάτες ότι τέτοιου είδους συμπεριφορές δεν είναι ανεκτές και δεν έχουν χώρο στην κυπριακή κοινωνία. Οι πολίτες δεν μπορούν κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες να επιλύουν τις διαφορές τους με βία και ένταση. Σίγουρα οι παλικαρισμοί και η επίδειξη ισχύος δεν εξυπηρετούν κανένα λογικό σκοπό και ο νόμος οπωσδήποτε δεν τους αποδέχεται. Ουδείς έχει το δικαίωμα, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, να παίρνει το νόμο στα χέρια του και να επιτίθεται σε άλλο συνάνθρωπο του, αλλά να επιδεικνύει αυτοσυγκράτηση και να εφαρμόζει μηχανισμό αυτοελέγχου έστω και αν προκαλείται ή εξωθείται για κάτι τέτοιο. Με ειρηνικό τρόπο και πνεύμα αλληλοκατανόησης οι πολίτες θα πρέπει να καταλήγουν σε μια φιλική συνεννόηση μεταξύ τους. Οι αθλητικοί χώροι δεν είναι μέρη που προσφέρονται για εκτόνωση συναισθημάτων και επίδειξη σωματικής δύναμης. Οι δε ποδοσφαιρικοί αγώνες δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται σαν ευκαιρίες επίλυση οποιουδήποτε είδους διαφοράς. Η εικόνα που παρατηρείται κατά τη διεξαγωγή ενός ποδοσφαιρικού αγώνα είναι ο καθρέπτης του κοινωνικού επιπέδου που υπάρχει σε μια δημοκρατική χώρα. Τα όποια κοινωνικά προβλήματα υπάρχουν σε μια χώρα δεν θα πρέπει να εκδηλώνονται στους ποδοσφαιρικούς αγώνες αλλά το αγωνιστικό θέαμα να παρέχει διασκέδαση και απόλαυση στους οπαδούς που μεταβαίνουν εκεί για να παρακολουθήσουν, χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η σωματική ακεραιότητα τους. Άτομα που επιδεικνύουν επιθετική συμπεριφορά στο στάδιο, είτε αποκαλούνται οπαδοί είτε είναι ποδοσφαιριστές είτε είναι τεχνική ηγεσία είτε είναι αξιωματούχοι σωματείων, δεν έχουν χώρο αλλά ούτε και λόγο να βρίσκονται εκεί και γι' αυτό θα πρέπει να απομονώνονται και να απομακρύνονται. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95 το Ανώτατο Δικαστήριο εξέφρασε την αποδοκιμασία του στη χρήση βίας από ένα άτομο σε συνάνθρωπο του μέσω του πιο κάτω αποσπάσματος: "Η χρήση βίας κατά των συνανθρώπων συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας. Πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το άρθρο 7.1 του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπεια του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης είτε ως μέσο εκδίκησης είτε ως μέσο τιμωρίας δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωση της πρέπει να τιμωρείται με αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς." Το πιο πάνω απόσπασμα υιοθετήθηκε στην υπόθεση Χριστοφή v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 504. Θεώρηση της νομολογίας επισημαίνει ότι η ποινή που επιβάλλεται είναι ανάλογη της σοβαρότητας που χαρακτηρίζει την κάθε υπόθεση ξεχωριστά στη βάση των γεγονότων και περιστατικών που την περιβάλουν. Ο βαθμός της σοβαρότητας αυξάνεται όταν η επίθεση είναι σφοδρή ή διεξαχθεί σε δημόσιο χώρο και στην παρουσία άλλων προσώπων ή στην παρουσία άλλων μελών της οικογένειας. Σε τέτοιες περιπτώσεις ενδεικνυόμενη ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Στην υπόθεση Γεώργιος Βασιλειάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 409 επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο που διέπραξε το αδίκημα της κοινής επίθεσης ποινή φυλάκισης 3 μηνών, η οποία επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Επίσης, στην υπόθεση Αιμίλιος Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 327 όπου το ίδιο αδίκημα διαπράχτηκε σε δημόσιο χώρο και στην παρουσία άλλων παρευρισκομένων επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο, μετά από παραδοχή, με λευκό ποινικό μητρώο και κατόπιν συμφιλίωσης με τον παραπονούμενο, ποινή φυλάκισης ενός μηνός. Περαιτέρω, στην υπόθεση Ευθυμίου v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 581 ποινή φυλάκισης ενός μηνός που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα που επιτέθηκε στο θύμα του προκαλώντας του πραγματική σωματική βλάβη σε δημόσιο χώρο στην απουσία στοιχείου προσχεδιασμού, κατόπιν πρόκλησης και με παραδοχή, δεν κρίθηκε έκδηλα υπερβολική και επικυρώθηκε κατ' έφεση. Ωστόσο έχει λεχθεί δεν επιβάλλεται ποινή φυλάκισης σε κάθε περίπτωση επίθεσης. Εξαρτάται πάντοτε από τις ιδιαίτερες περιστάσεις, την ένταση της επίθεσης και τις επιπτώσεις στο θύμα. Ο βαθμός της σοβαρότητας αυξάνεται όταν η επίθεση είναι σφοδρή ή διεξαχθεί σε δημόσιο χώρο και στην παρουσία άλλων προσώπων ή στην παρουσία άλλων μελών της οικογένειας. Σε τέτοιες περιπτώσεις ενδεικνυόμενη ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Σε αντίθετη περίπτωση η χρηματική ποινή εμφανίζεται ως καταλληλότερη από αυτή της στερητικής της ελευθερίας (Θεοχάρους ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575 και Staripavlova v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 72/2012, ημερομηνίας 19.10.12). Εν πάσει περιπτώσει, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής. Για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής του κατηγορουμένου στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου τα ακόλουθα που επιβαρύνουν τη θέση του: (α) Τη σοβαρότητα των αδικημάτων, όπως αυτή έχει σημειωθεί πιο πάνω αλλά και διαπιστώνεται από τα γεγονότα της υπόθεσης καθώς και από τη συχνότητα και ευκολία με την οποία αυτά διαπράττονται, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις ενώπιον μου υποθέσεις. (β) Το ότι τα αδικήματα διεξήχθηκαν σε δημόσιο χώρο και στην παρουσία άλλων ατόμων. (γ) Το ότι η επίθεση που έγινε χαρακτηρίζεται σφοδρή καθότι ο παραπονούμενος υπέστηκε θλαστικά τραύματα στο χείλος και στη γνάθο του με αποτέλεσμα να μεταφερθεί στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών όπου εκεί του έγινε συρραφή στο άνω και κάτω χείλος του. Παρουσιάστηκε ακόμη διατομή στον κοπτήρα ενός δοντιού του παραπονούμενου. Επειδή όμως ένιωθε ζάλη ο παραπονούμενος παρέμεινε για κάποιες ώρες στο νοσοκομείο υπό ιατρική παρακολούθηση. Η αποκατάσταση των τραυμάτων ή η απουσία καταλοίπου ή σημαδιού ή μη μόνιμη παραμονή οποιουδήποτε παθολογικού ή αισθητικού προβλήματος δεν σημαίνει ότι η επίθεση στον παραπονούμενο δεν ήταν έντονη. Προς όφελος του κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Την άμεση παραδοχή του στην αστυνομία και η συνεργασία του μαζί με τις ανακριτικές αρχές στην διερεύνηση και εξιχνίαση της υπόθεσης αυτής. (β) Την παραδοχή του στο Δικαστήριο. (γ) Το λευκό ποινικό μητρώο του. (δ) Την απολογία του όπως αυτή εκφράστηκε δια του συνηγόρου του. (ε) Την δήλωση του παραπονούμενου ότι έχει αποζημιωθεί πλήρως για την επίθεση που δέχτηκε και ως εκ τούτου δεν έχει οποιοδήποτε παράπονο. (στ) Η άμεση παραδοχή του κατηγορουμένου στην αστυνομία και η συνεργασία του μαζί με τις ανακριτικές αρχές στην διερεύνηση και εξιχνίαση της υπόθεσης αυτής σε συνδυασμό με την πλήρη αποζημίωση του παραπονούμενου αποτελεί στοιχείο έμπρακτης μεταμέλειας του κατηγορουμένου. (ζ) Η απουσία του στοιχείου του προσχεδιασμού και ότι η αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου πηγάζει μέσα από στιγμιαίες απρόσεκτες και απερίσκεπτες ενέργειες. (η) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, όπως αυτές εκτέθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο υπεράσπισης και ειδικότερα ότι: · Είναι νυμφευμένος και πατέρας ενός ανήλικου παιδιού ηλικίας 13 ετών. · Σήμερα είναι άνεργος ενώ ούτε η σύζυγος του, η οποία είναι ξενοδοχειακή υπάλληλος, δεν εργάζεται από τις 30.10.13 αλλά αναμένεται να επιστρέψει στην εργασία της στις 30.03.14. · Αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα τα οποία ανέρχονται στα €170.000,00 περίπου με τη δόση όμως να μην πληρώνεται. Γενικά, λαμβάνω υπόψη μου οτιδήποτε άλλο έχει αναφερθεί ή τεθεί ενώπιον μου και αποτελεί ελαφρυντικό στοιχείο για τον κατηγορούμενο. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι η γενική και αόριστη θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης περί υποκίνησης της συμπλοκής που διαδραματίστηκε εντός του αγωνιστικού χώρου από στοιχείο του ρατσισμού δεν εκλαμβάνεται ως προσπάθεια από μέρους του κυρίου Ζόππου να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τον μετριαστικό παράγοντα της πρόκλησης. Η έννοια της πρόκλησης εξετάστηκε στην Αγγλική υπόθεση Dofty [1949] 1 All E.R. 932 όπου ο Δικαστής Devlin ανέφερε ότι: "Η πρόκληση είναι μια πράξη ή μια σειρά πράξεων που κάμνει το θύμα προς τον κατηγορούμενο που μπορεί ή μπορούν να προκαλέσουν σε ένα λογικό άνθρωπο, και στην πραγματικότητα προκαλούν, μια ξαφνική προσωρινή απώλεια αυτοελέγχου που κάμνει τον κατηγορούμενο έρμαιο πάθους έτσι που να τον καθιστά στιγμιαία όχι αφέντη του μυαλού του (master of his mind)." Στην Κύπρο το στοιχείο της πρόκλησης εξετάστηκε στις αποφάσεις Kyrmizis v. The Republic
(1965)2 C.L.R. 55 και Pantazis v. The Police
(1967)2 C.L.R. 277 όπου τονίστηκε ότι είναι ένας σοβαρός παράγων που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής. Στην υπόθεση Ιωάννου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 327 υποδείκτηκε ότι το θέμα της πρόκλησης, ως ελαφρυντικού παράγοντα θα πρέπει να υποβάλλεται με συγκεκριμένη μορφή, έτσι που να δίνεται η ευχέρεια στην κατηγορούσα αρχή, είτε να αποδεχθεί τους ισχυρισμούς που προβάλλονται, είτε να ζητήσει να παρουσιάσει προφορική μαρτυρία για να τους αντικρούσει. Στην προκειμένη περίπτωση ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης δεν έθεσε ευθέως θέμα πρόκλησης του ως ξεχωριστού και ανεξάρτητου ελαφρυντικού παράγοντα με συγκεκριμένη μορφή έτσι που να δίδεται η ευχέρεια στην κατηγορούσα αρχή είτε να αποδεχθεί τους ισχυρισμούς που προβάλλονται είτε να ζητήσει να παρουσιάσει προφορική μαρτυρία για να τους αντικρούσει. Ούτε και η προαναφερόμενη θέση του κυρίου Ζόππου συνοδεύτηκε από συγκεκριμένα στοιχεία ή λεπτομέρειες που θα έδινε έτσι σ' αυτή πραγματική υπόσταση. Περαιτέρω, ο συνήγορος υπεράσπισης επικαλείται μεγάλο χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την ημέρα διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα. Αποτελεί πάγια θέση της νομολογίας ότι η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης με την καταχώρηση της υπόθεσης λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής. Ο λόγος για τον οποίο προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του παραβάτη. Όπου όμως ο κατηγορούμενος ευθύνεται για την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης δεν μπορεί να την επικαλείται ως ελαφρυντικό παράγοντα (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Πεγειώτη και άλλης (Αρ.2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 617). Παρόλα αυτά, η παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι την ημερομηνία επιβολής ποινής, είναι ένας παράγοντας που από μόνος του λαμβάνεται σοβαρά υπόψη στην επιβολή της ποινής, ιδιαίτερα αν η σοβαρότητα του αδικήματος δικαιολογεί την επιβολή ποινής φυλάκισης (Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδης
(1993)2 Α.Α.Δ. 358 και Μυροφόρα ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 84). Η πάροδος μακρού χρόνου από το χρόνο της διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον κατηγορούμενο. Εκτός από τις περιπτώσεις όπου θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος (Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 Α.Α.Δ. 5, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 77, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 Α.Α.Δ. 267, Γενικός Εισαγγελάς κ.ά. ν. Πότση κ.ά.
(2000)2 Α.Α.Δ. 252, Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαρνάβα
(1999)2 Α.Α.Δ. 638 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 272). Ανατρέχοντας στο δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης παρατηρώ ότι υπήρξαν περιπτώσεις όπου αναλώθηκε χρόνος για να εξεταστεί αίτημα του κατηγορουμένου για διορισμό δικηγόρου δυνάμει νομικής αρωγής, ως είναι δικαίωμα του βέβαια, όπου ο κατηγορούμενος ζήτησε και πέτυχε αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης καθώς και αναβολή ακρόασης της υπόθεσης αυτής κατόπιν κοινού αιτήματος με την κατηγορούσα αρχή που επίσης εγκρίθηκε. Παρόλα αυτά λαμβάνω σοβαρά υπόψη το γεγονός ότι ενώ τα αδικήματα διαπράχτηκαν στις 31.01.10, το Δικαστήριο καλείται σήμερα να επιβάλει ποινή στον κατηγορούμενο μετά παρέλευση 3 ετών και 11 μηνών περίπου. Καθοδηγούμενος από τη σχετική επί του θέματος νομολογία και συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα των αδικημάτων στη βάση των περιστατικών που διέπουν την υπόθεση αυτή σε συνδυασμό με την ανάγκη επιβολής αυστηρής ποινής, καθιστά αναγκαία και συνάμα αναπόφευκτη την επιβολή στον κατηγορούμενο ποινή στερητικής της ελευθερίας του. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και των περιστατικών της υπόθεσης αυτής για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Στο σημείο αυτό κρίνω ορθό να αναφέρω ότι και τα δύο αδικήματα που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει πηγάζουν μέσα από τα ίδια γεγονότα. Το στοιχείο της επίθεσης που ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ενοχή προέρχεται από την ίδια αξιόποινη συμπεριφορά του στον ίδιο χώρο, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα και προς το ίδιο πρόσωπο. Συνεπώς, είναι πρόδηλο ότι το ίδιο επίδικο περιστατικό περιγράφεται τόσο στην πρώτη κατηγορία όσο και στην τρίτη κατηγορία, οι οποίες όμως εδράζονται πάνω σε διαφορετικές νομικές βάσεις. Με δεδομένο τα πιο πάνω και με γνώμονα ότι η πρώτη κατηγορία δεν είναι σοβαρότερης φύσεως από την τρίτη κατηγορία, το Δικαστήριο θα επιβάλει μόνο ποινή στην τρίτη κατηγορία και δεν θα επιβάλει οποιαδήποτε ποινή στην πρώτη κατηγορία. Με το ίδιο σκεπτικό το Δικαστήριο δεν κρίνει απαραίτητο να ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια του και να επιβάλει στον κατηγορούμενο ποινή αποκλεισμού από αγώνα ή εκδήλωση ή απαγόρευσης εισόδου σε αθλητικούς χώρους στη βάση του άρθρου 73 του Ν.48(Ι)/2008. Καταληκτικά επιβάλλεται στον κατηγορούμενο οι εξής ποινές: Πρώτη κατηγορία - καμία ποινή (για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί πιο πάνω) Τρίτη κατηγορία - ποινή φυλάκισης 2 μηνών. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα εάν η ποινή που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο θα πρέπει να οδηγήσει στην άμεση φυλάκιση του ή δύναται να ανασταλεί δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72. Εξάλλου αυτό ήταν και αίτημα του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος είναι άτομο λευκού ποινικού μητρώου. Παρόλο ότι έχουν περάσει περίπου 3 χρόνια και 11 μήνες περίπου από τότε που διέπραξε τα αδικήματα του παρόντος κατηγορητηρίου εντούτοις δεν απασχόλησε ξανά την δικαιοσύνη. Δεν διαφεύγει ακόμη της προσοχής του Δικαστηρίου ότι έχει διαρρεύσει το χρονικό διάστημα 3 ετών και 11 μηνών περίπου από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα, ένεκα του οποίου οι οικονομικές συνθήκες του κατηγορουμένου έχουν μεταβληθεί. Συγκεκριμένα, ο ίδιος είναι σήμερα άνεργος, πράγμα που δεν ίσχυε πριν από 3 περίπου χρόνια όταν διαχειριζόταν συνοικιακό καφενείο και προφανώς λάμβανε κάποιο σταθερό μηνιαίο εισόδημα. Το Δικαστήριο ακόμη δεν παραγνωρίζει ότι η σύζυγος του κατηγορουμένου, η οποία είναι ξενοδοχειακή υπάλληλος, δεν εργάζεται από τις 30.10.13, χωρίς να μου διαφεύγει ότι αναμένεται να επιστρέψει στην εργασία της στις 30.03.14. Επίσης, αποτελεί γεγονός ότι η οικογένεια του κατηγορουμένου στην οποία περιλαμβάνεται και ένα ανήλικο παιδί, αντιμετωπίζουν χρέη ύψους €170.000,00 περίπου με την αναλογούσα δόση να μην πληρώνεται, συνεπεία των οποίων έχουν κινηθεί δικαστικές διαδικασίες εναντίον του κατηγορουμένου. Τυχόν εγκλεισμός του κατηγορουμένου στη φυλακή θα του στερήσει για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα την ευκαιρία από του να εξεύρει εργασία, κάτι που θα του δώσει οικονομική αναπνοή στα μεγάλα οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει. Επιπλέον, το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου σε συνδυασμό με το γεγονός ότι από τότε που διέπραξε τα αδικήματα του παρόντος κατηγορητηρίου ο κατηγορούμενος δεν απασχόλησε ξανά την δικαιοσύνη, επιτρέπει στο Δικαστήριο να εκλάβει το συγκεκριμένο περιστατικό ως μεμονωμένο, για το οποίο ο κατηγορούμενος ήδη έδειξε έμπρακτη μεταμέλεια. Συνεπώς, κρίνω ότι ο κατηγορούμενος δικαιούται μία δεύτερη ευκαιρία, την οποία ελπίζω ότι θα αδράξει έχοντας παραδειγματιστεί από το λάθος του. Με βάση τα πιο πάνω συντρέχουν τέτοιες προϋποθέσεις που συνηγορούν στην αναστολή της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο. Ως εκ τούτου, διατάσσεται όπως η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο ανασταλεί για περίοδο τριών ετών από σήμερα. Έπεται ότι το αίτημα του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης εγκρίνεται. (Εξηγείται στον κατηγορούμενο η έννοια της αναστολής της ποινής φυλάκισης). Έξοδα ύψους €90,00 να καταβληθούν από τον κατηγορούμενο. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence Αναφορά: Ποινικό/ Επίθεση μέσα σε αθλητικό χώρο και Επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη/Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο