← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Αντρέα Παντελή, Αρ. Υπόθεσης: 9656/13, 13/12/2013

Δημοκρατία ν. Αντρέα Παντελή, Αρ. Υπόθεσης: 9656/13, 13/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDPAF:2013:16 ΣΤΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Λ. Μάρκου, Α.Ε.Δ. Μ. Δρουσιώτης, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9656/13 Δημοκρατία ν. Αντρέα Παντελή Κατηγορούμενου - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - Ημερομηνία: 13 Δεκεμβρίου, 2013 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κα. Ξ. Ξενοφώντος με κ. Μ. Μάγου Για Κατηγορούμενο: κ. Μ. Πικής Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Πληροφορίες που δόθηκαν στην ΥΚΑΝ Πάφου έφεραν την ύπαρξη φυτείας κάνναβης σε συγκεκριμένη περιοχή με καλαμιώνες και βάτους κοντά στο χωριό Ίννια, πλησίον υδατοδεξαμενής. Για το λόγο τούτο άντρες της ΥΚΑΝ, οι Λοχίας 2708 Π. Δημητρίου (Μ.Κ.1), Αστυφ. 2968 Στ. Αντωνίου (Μ.Κ.7) και Αστυφ. 2364 Χριστοφόρου (Μ.Κ.5), μετέβησαν στις 12 Ιουλίου, 2013 η ώρα 7:00 π.μ. στην εν λόγω περιοχή για εντοπισμό της. Mετά από έρευνα 50 περίπου λεπτών, εντοπίστηκε γύρω στις 07:50 συγκεκριμένος χώρος με 12 φυτά και τέθηκε υπό φρούρηση Ο χώρος τούτος βρισκόταν σε ξέφωτο και ήταν καλυμμένος και σκεπασμένος με καλάμια και βάτους, όπως κατωτέρω περιγράφεται. Γύρω στις 20:40 της ίδιας ημέρας αφίχθηκε στο εν λόγω σημείο ο κατηγορούμενος ο οποίος και συνελήφθηκε από την Αστυνομία. Αποτέλεσμα τούτου ήταν να του προσαφθούν οι κατηγορίες οι οποίες περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο και αφορούν τέσσερεις

(4)κατηγορίες συνιστώσες ισάριθμα αδικήματα κατά παράβαση του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77. Αντιμετωπίζει επίσης κατηγορία συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορία 1). Ειδικότερα κατηγορείται για: Παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, ήτοι 12 φυτά κάνναβης, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 6
(1)
(2), πρώτος Πίνακας Μέρος ΙΙ, 30, 31, 31Α και τρίτος Πίνακας (κατηγορία 2). Καλλιέργεια φυτών κάνναβης κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 7
(1)(α)
(2)Πρώτος Πίνακας Μέρος ΙΙ, 30, 31, 31Α και τρίτος Πίνακας (κατηγορία 3). Κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, πρώτος πίνακας, Μέρος ΙΙ, 6
(3), 30, 30Α, 31, 31Α και τρίτος Πίνακας (κατηγορία 4). Παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, ήτοι κάνναβη βάρους 0.7522 γραμμαρίων, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 6
(1)
(2), πρώτο Πίνακας Μέρος 11, 30, 31, 31Α και τρίτος Πίνακας (κατηγορία 5). Υπόθεση Κατηγορούσας Αρχής: Τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα περίπτωση όπως δόθηκαν μέσα από τις μαρτυρίες των αστυνομικών που συμμετείχαν στην επιχείρηση και στην εν γένει διερεύνηση της υπόθεσης είναι τα πιο κάτω: Όπως ανωτέρω αναφέρθηκε γύρω στις 07:00 το πρωί της 12ης Ιουλίου 2013 οι Μ.Κ.1, Μ.Κ.5 και Μ.Κ.7 έφθασαν στη συγκεκριμένη αγροτική περιοχή του χωριού Ίννια της Πάφου με σκοπό τη διενέργεια έρευνας και ανεύρεσης των εν λόγω φυτών. Ο Αστυφ. 2364 (Μ.Κ.5) ανεχώρησε από το μέρος με το υπηρεσιακό αυτοκίνητο και παρέμειναν στο μέρος ξεκινώντας την έρευνα οι Μ.Κ.1 και Μ.Κ.
  1. Η περιοχή ήταν πολύ δύσβατη καλυμμένη από καλαμιώνες και βάτους με αποτέλεσμα η διεξαγωγή της έρευνας να καθίσταται δύσκολη και επικίνδυνη. Επικίνδυνη καθίστατο από το δύσβατο του μονοπατιού και της παρουσίας ερπετού. Μετά από έρευνα που διήρκησε 50 λεπτά εντόπισαν μια μυστική δίοδο, όπως την χαρακτήρισαν, από την ανατολική πλευρά των καλαμιώνων η οποία οδηγούσε στο εσωτερικό των καλαμιώνων και των βάτων προς τη δυτική πλευρά. Η είσοδος καλυπτόταν από καλαμιώνες και δεν ήταν εύκολα ορατή και αποκαλυπτόταν μόνο μετά από μετακίνηση των καλαμιών (φωτογραφίες αρ. 1, 2, 49, 50). Οι Μ.Κ.1 και Μ.Κ.7 εισήλθαν στο εν λόγω μονοπάτι και περπάτησαν περίπου 20 με 25 μέτρα για δέκα λεπτά σε έδαφος το οποίο ήταν λασπώδες στα αρχικά μέτρα και έφτασαν σε κάποιο σημείο από το οποίο δεν μπορούσαν να προχωρήσουν πλέον διότι υπήρχαν βάτοι. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε, έφτασαν σε τοίχος από βάτους. Ο Μ.Κ.7 διαπίστωσε ότι στο κάτω μέρος των βάτων υπήρχε μια μικρή τρύπα (φωτογραφία 16, Τεκμήριο 40) και σκύβοντας διαπίστωσε ότι αυτή προχωρούσε προς το εσωτερικό. Ξάπλωσε, πέρασε κάτω από τους βάτους και αφού σύρθηκε με έρπιση κίνηση περί τα τρία μέτρα μέσα από τους βάτους αφού ήταν ο μόνος τρόπος για να διέλθει μέσα από αυτή, αποκαλύφθηκε ένα ξέφωτο καθαρισμένο από τους βάτους και τα καλάμια. Το Μ.Κ.7 ακολούθησε ο Μ.Κ.1 και βρισκόμενοι στο ξέφωτο διαπίστωσαν ότι σε αυτό υπήρχαν 12 υπό καλλιέργεια φυτά κάνναβης διαφόρων μεγεθών και ύψους και τα οποία είχαν λεκάνες. Τα φυτά αυτά είχαν κυμαινόμενο ύψος από 1,50 εκ. μέχρι 2,30 εκ., ήσαν καταπράσινα και είχαν πλούσιο φύλλωμα. Ήσαν υποστυλωμένα με τεμάχια οικοδομικού σιδήρου και δεμένα με τεμάχια μαύρου ρούχου το οποίο στερέωνε και συγκρατούσε τα φυτά. Ένα από τα δώδεκα φυτά το οποίο ήταν ανθισμένο φαινόταν ότι είχε αποκοπεί από αυτό κάποιο στέλεχος. Στον ίδιο χώρο υπήρχαν λεκάνες από τις οποίες φαίνεται ότι είχαν αφαιρεθεί φυτά. Η μοναδική είσοδος στο χώρο ήταν εκείνη από την οποία οι μάρτυρες εισήλθαν έρποντας και δεν υπήρχε κανένας άλλος τρόπος για να εισέλθει ή να εξέλθει οποιοσδήποτε άλλος. Δεν ήταν ορατή από κανένα άλλο μέρος ούτε κάποιος μπορούσε να δει από την εξωτερική πλευρά προς το εσωτερικό του ξέφωτου ούτε και το αντίστροφο, αφού οι βάτοι ήσαν αδιαπέραστοι και ξεπερνούσαν τα 3μ. Οι Μ.Κ.1 και Μ.Κ.7 παρέμειναν στο χώρο για φρούρηση μέχρι η ώρα 11:00 όπου έφθασαν στο μέρος και τους αντικατέστησαν οι Αστυφ. 2276 Μιχαήλ (Μ.Κ.8), Αστυφ. 3742 Α. Γεωργίου (Μ.Κ.3) και Αστυφ. 2712 Οδυσσέως (Μ.Κ.4). Η είσοδος των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.7 στο πρώτο μονοπάτι έγινε πολύ προσεκτικά, πατούσαν στην άκρη αυτού προσπαθώντας να μην αφήσουν ίχνη ή σημάδια από τα οποία κάποιος να μπορούσε να εντοπίσει ή να αντιληφθεί ότι ένα άλλο πρόσωπο είχε διέλθει μέσα από το εν λόγω μονοπάτι. Η διάβαση του γινόταν με δυσκολία διότι ένθεν και ένθεν κυκλωνόταν από καλαμιώνες και βάτους, ήταν στενό, σκοτεινό και έπρεπε ο ένας να ακολουθεί τον άλλο. Σε κάποια σημεία έσκυβαν ή έγερναν στο πλάϊ και γενικά διαμόρφωναν τη στάση του σώματος τους ανάλογα με το είδος και το ύψος της βλάστησης. Η διάβαση επιτυγχανόταν δύσκολα, με αποτέλεσμα ο Αστ. 2712 Σ. Οδυσσέως, ΜΚ4, να πέσει στο έδαφος. Στα πρώτα μέτρα το έδαφος του ήταν λασπώδες, ενώ σταδιακά, λόγω και υψομετρικής διαφοράς η οποία δημιουργούσε κάποια ανωφέρεια, στέγνωνε. Η δυσκολία επεκτάθηκε περισσότερο στο δεύτερο μέρος της διαδρομής, η οποία διανύθηκε έρποντας στο έδαφος κάτω από βάτους. Για να εισέλθουν στο χώρο οι τρεις τελευταίοι μάρτυρες καθοδηγήθηκαν από το Μ.Κ.7 οι οποίοι εισήλθαν εκεί επίσης πολύ προσεκτικά και τα τρία τελευταία μέτρα με έρπιση κίνηση. Την ίδια ημέρα και περί ώρα 20:40 ακούστηκε ένα αυτοκίνητο να σταματά σε ένα σημείο κοντά στο χώρο της φυτείας και όπως αντελήφθηκαν οι μάρτυρες πρέπει να είχε σταματήσει κοντά στη δεξαμενή του νερού. Τότε άκουσαν μία πόρτα οχήματος να κλείνει και ένα όχημα να απομακρύνεται από το μέρος. Στη συνέχεια ακούστηκαν βήματα να πλησιάζουν προς το μέρος τους και καλάμια να σπάζουν. Σε λίγο αντελήφθηκαν να τους προσεγγίζει ένα φως το οποίο σταμάτησε πριν το σημείο το οποίο καλυπτόταν από βάτους και από το οποίο έπρεπε για να περάσεις, να συρθείς έρποντας. Στο σημείο αυτό αντιλήφθηκαν ότι το φως έφεγγε δεξιά και αριστερά καθώς και προς τη δίοδο που οδηγούσε στα φυτά προφανώς ελέγχοντας την. Αφού έλεγξε την είσοδο για μερικά δευτερόλεπτα αντελήφθηκαν τόσο από το φως όσο και από το θόρυβο που άκουαν ότι το εν λόγω πρόσωπο είχε πέσει στο έδαφος και με έρπιση κίνηση κατευθυνόταν προς το μέρος που βρισκόντουσαν τα φυτά. Όταν το πρόσωπο αυτό πέρασε τη δίοδο και έφτασε στο ξέφωτο σηκώθηκε όρθιο και με το φανάρι που κρατούσε στο δεξί του χέρι φώτισε στο πρώτο φυτό κάνναβης το οποίο βρισκόταν ακριβώς μπροστά του και αργότερα στον υπόλοιπο εσωτερικό χώρο ελέγχοντας τον. Τότε οι εν λόγω μάρτυρες οι οποίοι ήταν κρυμμένοι σε κάποιο σημείο δεξιά της εισόδου αποκαλύφθηκαν και ο Μ.Κ.3 φώναξε δυνατά «Αστυνομία». Το εν λόγω πρόσωπο αιφνιδιάστηκε και άρχισε να φωνάζει δυνατά με ένα παρατεταμένο «Α». Ακολούθησε η ακινητοποίηση του και αφού οι μάρτυρες του υπέδειξαν την ταυτότητα τους και του αποκάλυψαν την ιδιότητα τους καθώς και το λόγο της εκεί παρουσίας τους του υπέδειξαν τα 12 υπό καλλιέργεια φυτά κάνναβης, τον πληροφόρησαν ότι η καλλιέργεια και κατοχή αυτών απαγορεύεται και αφού του επέστησαν την προσοχή του στο Νόμο ο κατηγορούμενος απάντησε «κάνω περπάτημα». Στις 20:50 πληροφορήθηκε ο κατηγορούμενος ότι είναι υπό σύλληψη για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης κατοχής φυτών κάνναβης και αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο δεν έδωσε οποιαδήποτε απάντηση. Ο ίδιος μάρτυρας ο Μ.Κ.3 του εξήγησε τα δικαιώματα του ως συλληφθέντος αλλά και πάλι ο κατηγορούμενος δεν ανέφερε οτιδήποτε. Ακολούθησε σωματική έρευνα του κατηγορούμενου όπου ανευρέθηκε στο δεξί του χέρι ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας Samsung (Τεκμήριο 14) το οποίο είχε ενεργοποιημένη τη λειτουργία φαναριού. Το ρηθέν τηλέφωνο έφερε λάμπα πυρακτώσεως, με δυνατότητα χρήσης του ως φανάρι (Μ.Κ.2, Τεκμήριο 24, Τεκμήριο 36). Ανευρέθηκε επίσης στη δεξιά πισινή τσέπη του παντελονιού που φορούσε ένα ψαλίδι κλαδέματος (Τεκμήριο 13). Κατά τη παραλαβή των Τεκμηρίων γινόταν επίστηση του κατηγορούμενου στο Νόμο πλην όμως αυτός δεν έδιδε οποιαδήποτε απάντηση. Μετά παρέλευση λίγων λεπτών και αφού ήδη είχε ενημερωθεί και ο υπεύθυνος της ΥΚΑΝ Πάφου για τη σύλληψη του κατηγορούμενου οι μάρτυρες άκουσαν ένα αυτοκίνητο να σταματά στο ίδιο περίπου σημείο που σταμάτησε την πρώτη φορά και να στροφάρει τη μηχανή του πολύ δυνατά. Μόλις ο κατηγορούμενος άκουσε το αυτοκίνητο ενώ προηγουμένως δεν μιλούσε καθόλου αλλά ούτε και έδιδε οποιαδήποτε απάντηση σε οποιαδήποτε ερώτηση του ετίθετο άρχισε να φωνάζει πολύ δυνατά αναφέροντας τα εξής «Αφού επιάετε με ρε, ήντα που θέλετε άλλο, αίστε με να φκω έξω να πάρω αέρα. Αφήστε με ρε». Αμέσως το εν λόγω αυτοκίνητο ακούστηκε να ξερογυρίζει τα ελαστικά του και να απομακρύνεται από το μέρος με μεγάλη ταχύτητα. Εν τω μεταξύ στο μέρος κατέφθασαν εκ νέου ο Μ.Κ.7, ο ειδικός φωτογράφος της ΥΚΑΝ Αστ. 2482 Χ. Σάββα (Μ.Κ.6) ο οποίος έλαβε αριθμό φωτογραφιών (Τεκμήριο 40) τόσο από την γύρω περιοχή, από τη διαδρομή που ακολουθήθηκε όσο και τα Τεκμήρια. Οι πρώτες φωτογραφίες 1 - 40 λήφθηκαν το βράδυ ενώ οι φωτογραφίες 41 -77 λήφθηκαν την ημέρα, απεικονίζοντας τα ίδια θέματα, πλην βεβαίως των φυτών. Για να μπορέσει ο μάρτυρας να λάβει τις φωτογραφίες 16, 17, 18 το βράδυ και τις αντίστοιχες 67, 68, 69, 70, 71 την επόμενη μέρα, που ήσαν οι πρώτες εικόνες μέσα στο ξέφωτο, αμέσως μετά το τέλος του 2ου μονοπατιού, ξάπλωσε στο έδαφος, άλλως πως λόγω των βάτων και της χαμηλής βλάστησης ήταν αδύνατη η λήψη τους. Στη συνέχεια ο Μ.Κ.3 με τη βοήθεια των Μ.Κ.8 και Μ.Κ.4 παρέλαβαν όλα τα Τεκμήρια που ήσαν στο μέρος, δηλαδή όλα τα φυτά, τα τεμάχια οικοδομικού σιδήρου και τα κομμάτια από μαύρο ύφασμα. Τα εν λόγω φυτά τοποθετούσε μαζί με το οικοδομικό σίδηρο που του αντιστοιχούσε και τα τεμάχια μαύρου υφάσματος σε ξεχωριστή συσκευασία και τα οποία αποτέλεσαν Τεκμήρια ενώπιον του Δικαστηρίου. Πιο συγκεκριμένα ένα φυτό με ρίζωμα στο οποίο υπήρχε ένα τεμάχιο οικοδομικού σιδέρου ως υποστύλωμα και το οποίο ήταν δεμένο με δύο τεμάχια ρούχου (Τεκμήρια 1, 1Α, 1Β και 1Γ). Ένα φυτό με ρίζωμα στο οποίο υπήρχε ένα τεμάχιο οικοδομικού σιδέρου ως υποστύλωμα και το οποίο ήταν δεμένο με ένα τεμάχιο ρούχου (Τεκμήριο 2, 2Α και 2Β). ένα φυτό με ρίζωμα (Τεκμήριο 3). Ένα φυτό με ρίζωμα στο οποίο υπήρχε ένα τεμάχιο οικοδομικού σιδέρου ως υποστύλωμα και το οποίο ήταν δεμένο με ένα τεμάχιο ρούχου (Τεκμήρια 4, 4Α και 4Β). Ένα φυτό με ρίζωμα στο οποίο υπήρχε ένα τεμάχιο οικοδομικού σιδέρου ως υποστύλωμα και το οποίο ήταν δεμένο με ένα τεμάχιο ρούχου (Τεκμήριο 5, 5Α και 5Β). Ένα φυτό με ρίζωμα στο οποίο υπήρχε ένα τεμάχιο οικοδομικού σιδέρου ως υποστύλωμα και το οποίο ήταν δεμένο με ένα τεμάχιο ρούχου (Τεκμήρια 6, 6Α και 6Β). Ένα φυτό με ρίζωμα (Τεκμήριο 7). Ένα φυτό με ρίζωμα στο οποίο υπήρχε ένα τεμάχιο οικοδομικού σιδέρου ως υποστύλωμα και το οποίο ήταν δεμένο με ένα τεμάχιο ρούχου (Τεκμήρια 8, 8Α και 8Β). Ένα φυτό με ρίζωμα (Τεκμήριο 9). Ένα φυτό με ρίζωμα στο οποίο υπήρχε ένα τεμάχιο οικοδομικού σιδέρου ως υποστύλωμα και το οποίο ήταν δεμένο με ένα τεμάχιο ρούχου (Τεκμήρια 10, 10Α και 10Β). Ένα φυτό με ρίζωμα στο οποίο υπήρχε ένα τεμάχιο οικοδομικού σιδέρου ως υποστύλωμα και το οποίο ήταν δεμένο με ένα τεμάχιο ρούχου (Τεκμήρια 11, 11Α και 11Β). Ένα φυτό με ρίζωμα στο οποίο υπήρχε ένα τεμάχιο οικοδομικού σιδέρου ως υποστύλωμα και το οποίο ήταν δεμένο με τρία τεμάχια ρούχου (Τεκμήρια 12, 12Α, 12Β, 12Γ και 12Δ). Μετά την παραλαβή όλων των Τεκμηρίων ο Μ.Κ.7 σε μία έρευνα που έκανε στο χώρο εντόπισε σε κάποιο σημείο κάτω από χόρτα ένα νάϋλον σακούλι στο οποίο αναγραφόταν με μπλε γράμματα «Yiotis Supermarket» το οποίο περιείχε σκόνη θειαφιού. Την υπέδειξε στον κατηγορούμενο τον οποίο και πληροφόρησε ότι ενδεχομένως το θειάφι που περιείχετο σε αυτή να χρησιμοποιήθηκε στη καλλιέργεια των φυτών και αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο δεν έδωσε καμία απάντηση. Για να εξέλθουν από το εν λόγω ξέφωτο και να μπορέσουν να μεταφέρουν τα Τεκμήρια ο Μ.Κ.7 έκοψε με ξυλοσχιστική μηχανή την οποία μετέφερε μαζί του μέρος των βάτων δημιουργώντας έτσι έξοδο. Ακολούθως γύρω στις 00:30 της 13ης Ιουλίου 2013 παραδόθηκαν τόσο τα Τεκμήρια όσο και ο κατηγορούμενος στο Μ.Κ.
  2. Γύρω στις 00:58 ο κατηγορούμενος αφού προηγουμένως ενημερώθηκε για τα δικαιώματα του από το Μ.Κ.1, επικοινώνησε με το δικηγόρο κ. Φωτίου. Ακολούθησε μεταξύ των ωρών 01:05 μέχρι 02:50 συσκευασία των Τεκμηρίων στην παρουσία του κατηγορούμενου την οποία όμως ο τελευταίος αρνήθηκε να υπογράψει. Μεταξύ των ωρών 03:10 μέχρι 03:40 ερευνήθηκε η οικία του κατηγορούμενου παρουσία του ιδίου όπου η ώρα 03:15 ο Μ.Κ.5 βρήκε σε κάποιο σημείο κοντά στην πισίνα, κρυμμένη ξηρή φυτική ύλη τυλιγμένη σε χαρτομάντηλο βάρους περίπου 1 γραμμαρίου (Τεκμήριο 17) η οποία είναι αντικείμενο της 5ης κατηγορίας. Σε ανακριτική κατάθεση που λήφθηκε από τον κατηγορούμενο για την εν λόγω ξηρή φυτική ύλη ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι αυτή του ανήκει και ότι η σύζυγος του δεν έχει καμιά σχέση με αυτή. Αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός η λήψη ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορούμενου μεταξύ των ωρών 04:15 μέχρι 05:
  3. Στο περιεχόμενο αυτής θα αναφερθούμε κατωτέρω. Από τον κατηγορούμενο μετά από συγκατάθεση του, λήφθηκαν παρειακά επιχρίσματα τα οποία μαζί με τα Τεκμήρια τα οποία αποτελούσαν τα τεμάχια ρούχου στάληκαν για επιστημονικές εξετάσεις στο Ινστιτούτο Γενετικής και Νευρολογίας. Τα ανευρεθέντα φυτά (Τεκμήριο 1 - 12) καθώς και το Τεκμήριο 17 στάληκαν στο Γενικό Χημείο του Κράτους για τις απαραίτητες επιστημονικές εξετάσεις. Οι εκθέσεις του Κρατικού Χημείου (Τεκμήριο 38 και 39) το περιεχόμενο των οποίων κατατέθηκε ως παραδεκτό γεγονός κατέδειξε πως τα φυτά είναι φυτά κάνναβης από τα οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη και περιέχουν τις ουσίες τετραυδροκανναβινόλη (THC), κανναβινόλη (CBN) και κανναβιδιόλη (CBD). Τις ίδιες ουσίες περιέχει και η ξηρή φυτική ύλη (Τεκμήριο 17). Στην προφορική της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία η κα Μ. Αυξεντίου (Μ.Κ.10), υπεύθυνη του εργαστηρίου τοξικολογίας του Γενικού Χημείου του Κράτους εξήγησε ότι οι εν λόγω ουσίες είναι οι κυριότερες κανναβινοειδείς και είναι αυτές οι οποίες έχουν την ψυχοδραστική δραστηριότητα. Οι ουσίες αυτές βρίσκονται σε όλα σχεδόν τα μέρη του φυτού κάνναβης σε διάφορες περιεκτικότητες. Η μεγαλύτερη περιεκτικότητα αυτών των ουσιών βρίσκεται στις ανθοφόρες περιοχές μετά στα φύλλα και σε μικρότερη περιεκτικότητα βρίσκονται στο κορμό. Δεν ανευρίσκονται αυτές οι ουσίες είτε στο ρίζωμα είτε στους σπόρους του φυτού κάνναβης. Εν τέλει κατέληξε πως οι ουσίες αυτές που περιέχονται στα φύλλα έχουν μεγαλύτερη δράση δηλαδή η ψυχοδραστική τους επίδραση είναι μεγαλύτερη. Αποτέλεσε επίσης παραδεκτό γεγονός πως τα Τεκμήρια Δικαστηρίου 1Β, 1Γ, 2Β, 4Β, 5Β, 6Β, 8Β, 10Β, 11Β, 12Β, 12Γ, 12Α (δηλαδή τα κομμάτια ρούχου) και Τεκμήριο 16 στάλθηκαν για επιστημονικές εξετάσεις στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής στο Εργαστήριο Δικανικής Γενετικής, όπου ο καθηγητής Μάριος Καριόλου ο οποίος είναι Ανώτερος Μοριακός γενετιστής ετοίμασε σχετική έκθεση με τα αναφερόμενα Τεκμήρια και κατέληξε σε συμπεράσματα τα οποία έχουν ως εξής: Από τις εξετάσεις που έγιναν στα αναφερόμενα Τεκμήρια διαπιστώθηκε ότι η ποσότητα-ποιότητα του ανθρώπινου πυρηνικού γενετικού υλικού στα αναφερόμενα αντικείμενα ήταν μηδαμινή προς μηδέν, δεν ήταν ικανοποιητική για να επιτρέψει να γίνουν περαιτέρω συγκρίσεις με το δείγμα γενετικού υλικού που απομονώθηκε από τον Ανδρέα Παντελή, δηλαδή το Τεκμήριο 16 το παρειακό επίχρισμα. Η παραλαβή, συσκευασία, σφράγιση, φύλαξη και διακίνηση όλων των τεκμηρίων, μέχρι την κατάθεση τους στο Δικαστήριο έγινε ορθά και νομότυπα χωρίς να επέλθει οποιαδήποτε αλλοίωση ή επέμβαση από οποιονδήποτε, πλην για τις επιστημονικές εξετάσεις στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης. (Τεκμήριο 18 Α, παραδεκτό γεγονός). Εκδοχή κατηγορουμένου: Ο κατηγορούμενος δηλώνει αθώος γι΄ αυτό και διεξήχθηκε ακροαματική διαδικασία. Όταν κλήθηκε σε απολογία επέλεξε ως ήταν δικαίωμα του να παραμείνει σιωπηλός χωρίς να καλέσει οποιοδήποτε μάρτυρα. Στην ανακριτική του κατάθεση (Τεκμήριο 19) σε όλες τις ερωτήσεις που του απευθύνοντο από τον ανακριτή της υπόθεσης πλην κάποιων ερωτήσεων που αφορούσαν προσωπικά του στοιχεία και τον τόπο διαμονής του απαντούσε ως εξής «ότι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο». Αξιολόγηση μαρτυρίας: Προτού προβούμε στην αξιολόγηση της μαρτυρίας θα πρέπει να γίνει αναφορά σε κάποιες εισηγήσεις του συνηγόρου του Κατηγορουμένου. Ο κ. Πικής χαρακτήρισε ατυχή την επιχείρηση της αστυνομίας προσδίδοντας σε αυτή λανθασμένες και βεβιασμένες ενέργειες ή παραλείψεις. Συγκεκριμένα, χαρακτήρισε βεβιασμένη την ενέργεια των Αστυνομικών να συλλάβουν τον Κατηγορούμενο προτού αυτός προβεί, εάν θα προέβαινε σε κάποια ενέργεια σχετική με περιποίηση των φυτών ή κόψιμο των φύλλων. Υπέδειξε επίσης, πως ενώ οι Αστυνομικοί είχαν αναφέρει ότι οδηγήθηκαν στο μονοπάτι διότι υπήρχαν πατημασιές όμως δεν πήραν αποτυπώματα για να διαπιστώσουν αν ταιριάζουν με αυτά του Κατηγορούμενου. Δεν έστειλαν το σακούλι με το θειάφι που ανευρέθηκε στο χώρο, στο Ινστιτούτο Γενετικής και Νευρολογίας για σχετικές εξετάσεις. Οι εξηγήσεις που δόθηκαν, ανέφερε, ότι αυτό ήταν σκονισμένο φάνηκε πως δεν ίσχυαν γιατί άμα το σακούλι ανοίχθηκε στο Δικαστήριο δεν παρουσίασε τέτοια εικόνα. Σχολιασμού έτυχε και η παράλειψη των αστυνομιών να κρυφτούν στο μέρος, εκτός του χώρου που ήταν τα φυτά ώστε να παρατηρούν και να ελέγχουν την κίνηση στο δρόμο. Θεωρούμε πως θα μπορούσε η εν λόγω έρευνα και επιχείρηση να διεξαχθεί με περισσότερη προσοχή. Σημειώνεται όμως πως για όλες τις ανωτέρω «παραλείψεις» έχουν δοθεί εξηγήσεις. Το σακούλι με το θειάφι κατόπιν απόφασης του ίδιου του εξεταστή, δεν στάληκε γιατί όπως είπε αφενός ήταν πολύ σκονισμένο και περιβάλλετο και το εξωτερικό του μέρος από θειάφι και αφετέρου έχοντας λάβει οδηγίες για οικονομική περισυλλογή, θεώρησε πως τα σταλθέντα τεκμήρια ήταν αρκετά και δεν απαιτείτο και αποστολή του τεκμηρίου αυτού δεδομένου και της πολλής σκόνης που υπήρχε σε αυτό. Χωρίς να επικροτούμε την απόφαση αυτή , σημειώνουμε μόνο, πως όντως όταν παρουσιάστηκε το τεκμήριο στο Δικαστήριο και ανοίχθηκε, αρκετή σκόνη από θειάφι έπεσε από τον φάκελο στον οποίο είχε τοποθετηθεί το εν λόγω τεκμήριο. Συνεπώς περιβαλλόταν από θειάφι. Οι αστυνομικοί έχουν εξηγήσει το λόγο για τον οποίο δεν τοποθετήθηκε συνάδελφος τους για έλεγχο του εξωτερικού χώρου. Την ημέρα κινούνταν αρκετά άτομα στο χώρο λόγω ύπαρξης γεωργικών εργασιών αλλά και λόγω παρουσίας υπαλλήλων της ΑΗΚ οι οποίοι προέβαιναν σε κάποιες επιδιορθώσεις. Σκοπός τους ήταν να τοποθετηθεί το βράδυ κάποιος κατά την αλλαγή της νυκτερινής βάρδιας πλην όμως δεν πρόλαβαν λόγω της προηγηθείσας σύλληψης του Κατηγορούμενου. Αναφορικά με τις πατημασιές και τη λήψη ή όχι μετρήσεων σημειώνουμε τα εξής: Εκείνο που ανέφεραν οι αστυνομικοί και απάντησαν σε σχετική ερώτηση είναι πως φαινόταν μονοπάτι «πατημένο» ή «περπατημένο» (Μ.Κ.7) το οποίο είχε δημιουργηθεί από πατημασιές και το οποίο σταματούσε σε τείχος από καλαμιώνες και γι΄ αυτό οδηγήθηκαν στην ανακάλυψη του πρώτου μονοπατιού. Αναφορικά με πατημασιές στο πρώτο μονοπάτι στο λασπώδες μέρος αυτού, ήταν η θέση του (Μ.Κ.1) πώς ναι μεν υπήρχαν τέτοιες αλλά δεν δόθηκαν οδηγίες για μέτρηση τους διότι το λασπώδες και η υγρασία του εδάφους αλλοίωνε συνεχώς τα ίχνη των αποτυπωμάτων. Εν πάση περιπτώσει, παρά τη μη λήψη τέτοιων μετρήσεων, το Δικαστήριο θα κρίνει την υπόθεση με βάση τα ενώπιον του τεθέντα στοιχεία και τεκμήρια. Έχουμε παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες ενώ αυτοί κατέθεταν από το εδώλιο του μάρτυρα. Προσεγγίσαμε ιδιαίτερα τη μαρτυρία των μαρτύρων των αστυνομικών οργάνων με επίγνωση της σχετικής νομολογίας. Όπως είχε λεχθεί παλαιότερα και επαναλήφθηκε συχνά έκτοτε, τα Δικαστήρια θα πρέπει να ασκούν τη μέγιστη δυνατή προσοχή προτού ενεργήσουν στη βάση μαρτυρίας μελών της Αστυνομικής Δύναμης εκεί όπου αυτή δεν υποστηρίζεται από ανεξάρτητη μαρτυρία και ειδικότερα σε υποθέσεις σοβαρών αδικημάτων. (Βλ. Rex. v. Mentesh 14 C.L.R. 232 σελ. 244 και Volettos v. The Republic
(1961)C.L.R. 169). Είμαστε πεπεισμένοι πως όλοι οι μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής έχουν αναφέρει τα γεγονότα όπως τα έζησαν και όπως διαδραματίστηκαν ενώπιον τους. Η όλη μαρτυρία τους τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και μετά τη δοκιμασία της αντεξέτασης παρουσιάστηκε θετική, πειστική, χωρίς ελλείψεις ή αδυναμίες και μπορούμε να πούμε ότι ενδυναμώθηκε έτι περισσότερο. Περιέγραψαν με κάθε δυνατή λεπτομέρεια και ακρίβεια τα όσα προσωπικά οι ίδιοι είχαν οπτικά αντιληφθεί να λαμβάνουν χώρα. Σημειώνουμε πως για ενίσχυση των θέσεων τους σε σχετικές ερωτήσεις του συνηγόρου του Κατηγορούμενου προέβαιναν σε αυθόρμητες και διευκρινιστικές απαντήσεις δικαιολογώντας τους χαρακτηρισμούς ή τις ενέργειες που έκαναν. Π.χ. όταν αμφισβητήθηκε ότι η διάβαση στο μονοπάτι γινόταν με δυσκολία ο ΜΚ4 απάντησε ότι ο ίδιος είχε γλιστρήσει και πέσει στο έδαφος. Ο Μ.Κ.6, φωτογράφος, εξήγησε αντεξεταζόμενος πως για να επιτύχει λήψη των φωτογραφιών που αναφέρθηκαν σε άλλο σημείο της απόφασης μας, ξάπλωσε στο έδαφος. Ο ΜΚ3 όταν αμφισβητήθηκε η αναφορά του πως τα παπούτσια του είχαν λασπωθεί και αφού του υπεδείχθη σχετική φωτογραφία από τον κ. Πική με την υπόδειξη πως ήσαν μόνο σκονισμένα, απάντησε πως η εν λόγω φωτογραφία λήφθηκε μετά τις 10:00 το βραδύ ενώ ο ίδιος βρισκόταν στο μέρος από τις 11:00 το πρωί και επομένως οι λάσπες είχαν στεγνώσει. Για το ίδιο θέμα της ύπαρξης λάσπης και υγρασίας στον καλαμιώνα, στην έναρξη του πρώτου μονοπατιού ο ΜΚ1 σημείωσε πως είναι σύνηθες φαινόμενο εκεί που υπάρχει καλαμιώνας να έχει υγρασία γι΄αυτό και εξωτερικά φαίνεται ολοπράσινος, ενώ εσωτερικά, διευκρίνισε ο μάρτυρας, υπάρχουν ξερά και κίτρινα φύλλα αλλά αυτό οφείλεται στην έλλειψη του φωτός. Σε αμφισβήτηση της επιμονής του ΜΚ1 πως το μονοπάτι ήταν επικίνδυνο, η άμεση απάντηση ήταν πως συνάντησαν και ερπετό. Αμφισβητείται από την Υπεράσπιση ότι δόθηκε απάντηση από τον Κατηγορούμενο πως κάνει περίπατο και ότι φώναζε δυνατά όταν άκουσε αυτοκίνητο να στροφάρει τη μηχανή του. Με όσα ανωτέρω αναφέρθησαν για τους Μάρτυρες Κατηγορίας, αξιολογώντας κρίνουμε πως όντως, αυτή ήταν η εκδήλωση, τα λόγια και η απάντηση του Κατηγορουμένου. Εξάλλου, όπως ορθά, υπέδειξε η κα. Ξενοφώντος, εάν οι αστυνομικοί έλεγαν ψέματα ή απέκρυπταν την αλήθεια, θα μπορούσαν να αποδώσουν στον Κατηγορούμενο μια ενοχοποιητική απάντηση ή ενέργεια. Για τούτο το λόγο, τα καταγραφέντα ανωτέρω, ως εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής, αποτελούν και τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Το πρώτο εμφανές συμπέρασμα το οποίο εξάγεται από τη θεώρηση του συνόλου της μαρτυρίας την οποία προσήγαγε η Κατηγορούσα Αρχή είναι πως αυτή η μαρτυρία σε σχέση με τις κατηγορίες είναι κατά το πλείστο περιστατική μαρτυρία. Το μόνο αδιαμφισβήτητο γεγονός είναι η εκεί παρουσία του κατηγορουμένου. Η αξία καθώς και ο ορθός τρόπος προσέγγισης τέτοιου είδους μαρτυρίας έχει αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R. 73, Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 258, Γεωργίου άλλως Παφίτης ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 444). Το ακόλουθο απόσπασμα από την σελίδα 7 της απόφασης στην υπόθεση Παφίτης (ανωτέρω) είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικό και το μεταφέρουμε αυτούσιο: «Το πρώτο που διευκρινίζεται είναι ότι ποιοτικά η περιστατική μαρτυρία δεν υπολείπεται, ούτε είναι υποδεέστερης αξίας από την άμεση μαρτυρία. Η σημασία της έγκειται στα συμπεράσματα που μπορεί να εξαχθούν από το περιεχόμενο της. Κλασσικό παράδειγμα είναι η παρουσία όπως στην προκειμένη περίπτωση, δακτυλικών και παλαμικών αποτυπωμάτων. Αποκαλύπτουν την επαφή του εφεσείοντα με τα σύνεργα του εγκλήματος, γεγονός σχετικό προς το ποιος διέπραξε το έγκλημα, παρόλον που δεν είναι, αφ΄ εαυτού, καθοριστικό για την απόδειξη της ενοχής του κατηγορούμενου. Το γεγονός, συνεκτιμούμενο με άλλα περιστατικά του εγκλήματος, μπορεί να δικαιολογήσει την καταδίκη του κατηγορούμενου εφόσον τα περιστατικά, σωρευτικά αποτιμούμενα, οδηγούν συμπερασματικά στην ενοχή του. έχουν αυτά τα χαρακτηριστικά, εφόσον δεν επιδέχονται λογικά άλλης ερμηνείας ή εξήγησης από την ενοχή του κατηγορούμενου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την Fournides (ανωτέρω), είναι ενδεικτικό της σημασίας της περιστατικής μαρτυρίας και πότε μπορεί να στοιχειοθετήσει την ενοχή του κατηγορουμένου (σελ. 97): "Guided by Cyprus and English precedent, the noted that circumstantial evidence, like other species of evidence, must be judged on its merits. There is, indeed, no judicial predisposition against circumstantial evidence. The feature that distinguished it from direct evidence is that though individual parts of it are not in themselves conclusive of the guilt of the accused, this may be the cumulative effect of pieces of circumstantial evidence strung together; provided always its causative effect is incompatible with any basis other than that of guilt of the accused. Where cogent, it must be stressed, circumstantial evidence may provide a basis for the conviction of the accused that eliminates the possibility of a conviction founded on human error."» Θα εξετάσουμε τα σημεία περιστατικής μαρτυρίας ένα προς ένα και ακολούθως θα τα συνεκτιμήσουμε σφαιρικά. Όπως τονίστηκε και στην υπόθεση Fournides (ανωτέρω) και επαναλήφθηκε στη Γενικός Εισαγγελέως ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. σελ. 9 μπορεί τα μεμονομένα στοιχεία περιστατικής μαρτυρίας να μην οδηγούν από μόνα τους κάπου όμως η σωρευτική τους θεώρηση θα μπορούσε να δημιουργήσει μία τέτοια συνοχή ώστε να καθιστούν το συμπέρασμα ενοχής αναπόφευκτο. Θέσεις Υπεράσπισης: Μία από τις θέσεις της Υπεράσπισης η οποία είχε προταθεί και κατά την εισήγηση ότι δεν είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου ήταν πως τα ανευρεθέντα φυτά πλην ενός το οποίο ήταν ανθισμένο δεν εμπίπτουν στον ορισμό του όρου «κάνναβις». Είχαμε αποφασίσει το εν λόγω θέμα στην ενδιάμεση μας απόφαση ημερ. 31.10.2013. Για σκοπούς εύκολης αναφοράς επαναλαμβάνουμε και μεταφέρουμε το κυριότερο μέρος του σχετικού αποσπάσματος: Σε σχέση με τη 2η κατηγορία η εισήγηση του κ. Πική είναι πως δεν αποδεικνύεται ότι τα ανευρεθέντα φυτά, πλην ενός, περιλαμβάνονται στον ορισμό της κάνναβης. Εξήγησε, τη σκέψη του αυτή ως εξής: Ο ορισμός του όρου «κάνναβης» όπως δίδεται από τον νόμο σημαίνει τις ανθισμένες ή καρποφόρες κορυφές. Η φράση που τίθεται στον ίδιο ορισμό «και περιλαμβάνει τα φύλλα και το στέλεχος οιουδήποτε τοιούτου φυτού» εισηγείται, ότι αναφέρεται σαφώς σε φυτό το οποίο έχει ήδη ανθισμένες ή καρποφόρες κορυφές. Δεν μπορεί, συνεχίζει η εισήγηση, να αναφέρεται σε φυτό του γένους κάνναβης ανεξαρτήτως αν έχει ή δεν έχει ανθισμένες ή καρποφόρες κορυφές. Η χρήση του όρου, «περιλαμβάνει», συνεχίζει η εισήγηση του κ. Πική, διευρύνει τον ορισμό της κάνναβης στα φύλλα και στο στέλεχος παντός φυτού κάνναβης το οποίο έχει ανθισμένες ή καρποφόρες κορυφές αλλά δεν αποσυναρτά το ένα από το άλλο ποινικοποιώντας δηλαδή την κατοχή φύλλων και στελέχους φυτού κάνναβης το οποίο όμως φυτό δεν είχε ανθισμένες ή καρποφόρες κορυφές. Συνέχισε περαιτέρω ο συνήγορος πως: «Εάν ο νομοθέτης δεν στόχευε στο να περιορίσει την ποινικοποίηση της κάνναβης σε φυτό το οποίο έχει ανθισμένες ή καρποφόρες κορυφές θα παρέλειπε είναι η ταπεινή μας εισήγηση τη φράση σε εισαγωγικά ανθισμένες ή καρποφόρους κορυφές και θα έλεγε για παράδειγμα κάνναβης σημαίνει παν φυτό του γένους κάνναβης που δεν έχει αφαιρεθεί η ρητίνη και περιλαμβάνει τα φύλλα και το στέλεχος οιουδήποτε τοιούτου φυτού». Στήριξε ο συνήγορος, το συμπέρασμα του αυτό στην αρχή που εφαρμόζεται για την ερμηνεία των νόμων ότι ο νομοθέτης δεν χρησιμοποιεί λέξεις αχρείαστα και ότι σε περίπτωση που προκύπτει αμφιβολία για την ερμηνεία ενός νόμου αυτή ερμηνεύεται πάντοτε υπέρ του Κατηγορουμένου. .......................... .......................... .......................... Εν κατακλείδι, ήταν η θέση του κ. Πική πως μόνο ένα φυτό, εκείνο το οποίο ήταν ανθισμένο εμπίπτει στον ορισμό του όρου «κάνναβις». ............................ ............................ Έχουμε εξετάσει με προσοχή τις ανωτέρω εισηγήσεις και παρατηρούμε τα πιο κάτω: Η ανεύρεση της πρόθεσης του Νομοθέτη αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την ορθή ερμηνεία του Νόμου. Όπου δε, υπάρχει αμφιβολία και ύπαρξη δύο ερμηνειών πρέπει να δίνεται η ερμηνεία η οποία συνάδει με τη λογική. Αυτό το έργο ανήκει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Θα πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι η ερμηνεία με αναφορά στο σκοπό του νομοθετήματος έχει εδραιωθεί ενώ η αυστηρή γραμματική ερμηνεία ανήκει στο παρελθόν. (Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Πλάζα Λτδ ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Γερμασόγειας
(1998)3ΑΑΔ σελ. 348). Γι΄αυτό και η τελολογική μέθοδος ερμηνείας είναι επιτρεπτή οποτεδήποτε το κείμενο της νομοθεσίας παρέχει την ευχέρεια, για την απόδοση της ερμηνείας εκείνης που αποτελεσματικότερα προωθεί την ευόδωση των κατά τα άλλα έκδηλων σκοπών του Νομοθέτη (Chalanos Distributors Ltd ν. Βασιλείου
(1999)1 ΑΑΔ 1556, Maxwell on the Interpretation of Statutes, 10η έκδοση σελ. 2). Πέραν τούτου θα πρέπει να τονισθεί ιδιαίτερα πως οι ποινικοί νόμοι, περιλαμβανομένων εκείνων που αφορούν τη δικαιοδοσία και τη δικονομία, ερμηνεύονται αυστηρά. Εάν υπάρχει οποιαδήποτε ασάφεια ή αμφιβολία αποφασίζεται υπέρ του Κατηγορουμένου. Αυτό γίνεται έστω και αν οδηγεί στην απαλλαγή του Κατηγορουμένου για τεχνικούς λόγους [βλ. Maxwell (ανωτέρω) σελ. 238 και 245 και Χριστοδούλου & άλλος ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 443, Γενικός Εισαγγελέας ν. Π" Λαζάρου
(1995)2ΑΑΔ 128]. Απαραίτητη επομένως είναι η παράθεση του σχετικού ορισμού όπως προδιαγράφεται από τον Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμο (29/1977): "Κάνναβις" (εκτός οσάκις χρησιμοποιείται εν τω όρω "ρητίνη καννάβεως") σημαίνει τας ηνθισμένας ή καρποφόρους κορυφάς παντός φυτού του γένους Cannabis εξ ων δεν αφηρέθη η ρητίνη, υφ΄οιανδήποτε ονομασίαν και εάν αύται φέρωνται και περιλαμβάνει τα φύλλα και το στέλεχος οιουδήποτε τοιούτου φυτού». Ο αντίστοιχος ορισμός του όρου Κάνναβις στο αγγλικό νομοθέτημα Misuse of Drugs Αct 1971 άρθρο 37 αναφέρει τα εξής: «Cannabis» (except in the expression "cannabis" resin» ) means the flowering or fruiting tops of any plant of the genus Cannabis from which the resin has not been extracted, by whatever name they may be designated»; Ο ίδιος ακριβώς ορισμός με τον ανωτέρω αγγλικό νομοθέτημα παρείχετο και με τον καταργηθέντα Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων Νόμο του 1967: «Κάνναβις» (εκτός οσάκις χρησιμοποιείται εν τω όρω «ρητίνη καννάβεως» σημαίνει τα ηνθισμένας ή καρποφόρους κορυφάς παντός φυτού του γένους Cannabis εξ ων δεν αφηρέθη η ρητίνη, υφ' οιανδήποτε ονομασίαν και εάν αυταί φέρωνται» Στις αποφάσεις R. v. Goodchild (ανωτέρω) στις οποίες ο κ. Πικης προσέδωσε ιδιαίτερη σημασία, το Δικαστήριο πραγματευόταν τον ορισμό του όρου «κάνναβις» όπως παρεχόταν με το αγγλικό νομοθέτημα του 1971 στο οποίο η κάνναβις περιλάμβανε μόνο τις ανθισμένες ή καρποφόρες κορυφές του φυτού. Σε εκείνες τις αποφάσεις ο Κατηγορούμενος είχε συλληφθεί να κατέχει μεταξύ άλλων φύλλα και στέλεχος φυτού κάνναβης γι΄αυτό είχε τεθεί σχετικό ερώτημα στο Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο αποφάσισε όπως ανωτέρω έχει καταγραφεί. Ακολούθησε η τροποποίηση του αγγλικού νομοθετήματος με το άρθρο 52 του Criminal Justice Act το οποίο διεύρυνε τον ορισμό της λέξης «κάνναβις», περιλαμβάνοντας σε αυτό ολόκληρο το φυτό, πλην κάποιων εξαιρέσεων. Τονίσθηκε δε από τον L. Diplock στην D. P. P. v. Coodchild του
(1978)πως παρόμοιο θέμα δεν θα απασχολούσε ξανά το Δικαστήριο, αφού πλέον είχε τροποποιηθεί το άρθρο 37 και ο ορισμός της «κάνναβις». Πιστεύουμε και κρίνουμε πως, οι αποφάσεις εκείνες δεν εφαρμόζονται και δεν βοηθούν την κρινόμενη περίπτωση. Η ειδοποιός διαφορά του ορισμού της λέξης κάνναβις του αγγλικού νομοθετήματος με το Κυπριακό αποτελεί η προσθήκη της φράσης «και περιλαμβάνει τα φύλλα και το στέλεχος οιουδήποτε τοιούτου φυτού» (Η έμφαση είναι του Δικαστηρίου). Ο τιθέμενος σε εφαρμογή νόμος του 1977 ο οποίος κατήργησε το νόμο του 1967 στόχευε και σκόπευε ακριβώς να συμπεριλάβει στον ορισμό της λέξης κάνναβις όχι μόνο τις ανθισμένες ή καρποφόρες κορυφές αλλά και τα φύλλα και το στέλεχος του φυτού. Παρατηρούμε συναφώς, πως η χρήση της λέξης «περιλαμβάνει» στο ίδιο άρθρο του εν λόγω νόμου (29/77), διευρύνει, όπου χρησιμοποιείται τη σημασία ορισμένων εννοιών και ούτε τις περιορίζει αλλά ούτε τις συναρτά με άλλες. Π.χ. η χρήση της λέξεως «περιλαμβάνει» έγινε και στην ερμηνεία της έννοιας «Υπουργός», της έννοιας «προμηθεύειν» και της έννοιας «παρασκευασμένο όπιον». Εάν ο νομοθέτης ήθελε να εξαρτήσει και να συσχετίσει τα φύλλα και το στέλεχος οιουδήποτε φυτού με το γεγονός της ανθοφορίας ή της καρποφορίας του θα το έκανε ξεκάθαρο. Πιστεύουμε πως, η βούληση και πρόθεση του νομοθέτη είναι σαφής και πασίδηλη. Η ερμηνεία η οποία δίδεται από τον συνήγορο και η συσχέτιση των φύλλων με την ανθοφορία θα οδηγούσε σε παράδοξα αποτελέσματα. Θα πρόσθετε δε, φράσεις και λέξεις στο νόμο, πράγμα ανεπίτρεπτο, και θα αλλοίωνε την πρόθεση του. Δεν μπορούμε να αντιληφθούμε πως φύλλα κάνναβης από το ίδιο φυτό καθίστανται ελεγχόμενη και απαγορευμένη ουσία μόνο όταν το φυτό είναι ανθισμένο ή καρποφόρο ενώ τα ίδια φυτά με τα ίδια συστατικά και τις ίδιες ουσίες χάνουν την ιδιότητα τους αυτή όταν το φυτό δεν πρόλαβε να ανθίσει. Συνεπώς κρίνουμε πως δεν μπορούμε να αποδεχθούμε την εισήγηση αυτή του συνηγόρου του Κατηγορουμένου». Στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων ο κ. Πικής μας κάλεσε να αναθεωρήσουμε την ανωτέρω απόφαση μας και να ερμηνεύσουμε τον ορισμό της «κάνναβις» του Ν. 29/77 κατά τρόπο που να συνάδει με αυτόν του άρθρου 1 (ι) του Περί Ενιαίας Συμβάσεως Περί Ναρκωτικών (Κυρωτικού Νόμου) του 1969 (7/1969) όπως αυτός τροποποιήθηκε με τον Περί Πρωτοκόλλου Τροποποιούντος την Ενιαία Σύμβασιν περί Ναρκωτικών (Κυρωτικός) Νόμος 72/1973 οι οποίοι έχουν αυξημένη ισχύ έναντι οποιουδήποτε ημεδαπού νόμου βάσει του άρθρου 169
(3)του Συντάγματος. Ο ορισμός που δίδεται με τον εν λόγω κυρωτικό νόμο περιορίζει, σύμφωνα με την εισήγηση του συνηγόρου, κατά τρόπο σαφή και ξεκάθαρο σε φυτό κάνναβης το οποίο έχει ανθοφόρους ή καρποφόρους κορυφάς εξαιρώντας τα φύλλα τα οποία δεν συνοδεύονται υπό κορυφών. Ο ορισμός αυτός είναι ασυμβίβαστος, εισηγείται ο συνήγορος, με την ερμηνεία που δόθηκε από το Δικαστήριο στον όρο «κάνναβις» όπως αυτός περιέχεται στο άρθρο 2 του Ν. 29/77. Η πρόθεση του Κύπριου Νομοθέτη στην θέσπιση του νόμου του 1977 και δη στην ποινικοποίηση της «κάνναβης», δεν ήταν να διαφοροποιηθεί δημιουργώντας αυστηρότερο πλαίσιο απαγόρευσης της κάνναβης από αυτό που περιλαμβάνεται στην Ενιαία Σύμβαση περί Ναρκωτικών του 1961 η οποία Κυρώθηκε με το Νόμο του 1969, εκτός εάν αυτό μπορούσε να συναχθεί ξεκάθαρα από το λεκτικό ή πρόνοιες του Νόμου. Ο Νόμος 29/77 θεσπίστηκε για σκοπούς πλήρους συμμόρφωσης με τις διεθνείς υποχρεώσεις για καταπολέμηση των ναρκωτικών που απορρέουν από την Ενιαία Σύμβαση και τούτο, σύμφωνα με τον συνήγορο, ενισχύεται και από τις πρόνοιες του άρθρου 36
(1)και 39 της Σύμβασης. Η πρόθεση αυτή του νομοθέτη μπορεί να αναζητηθεί από τους αντίστοιχους όρους που περιέχονται στην Ενιαία Σύμβαση και παρέπεμψε προς τούτο χαρακτηρίζοντας την ως διαφωτιστική στην αγγλική απόφαση Salomon v. Commissioners of Custom and Excise
(1966)3 All ER 871, στην οποία αποφασίστηκε ότι το Δικαστήριο για σκοπούς επίλυσης ασαφών και διφορούμενων προνοιών του περί Τελών και Φόρων Κατανάλωσης Νόμου του 1952, δικαιούτο να ανατρέξει στην Διεθνή Σύμβαση για την Εκτίμηση Αγαθών για Τελωνειακούς Σκοπούς του 1950 (Convention on the Valuation of Goods for Customs Purposes). Παρότι ο Νόμος του 1952 δεν περιείχε ρητή αναφορά στην εν λόγω Σύμβαση, επειδή ήταν έγγραφο (Instrument) με δεσμευτική ισχύ στο διεθνές δίκαιο και εν όψει του ότι οι όροι του Νόμου και της Σύμβασης ήταν σχεδόν ταυτόσημοι, το συμπέρασμα ήταν ακαταμάχητο ότι ο Νόμος αποσκοπούσε να ενσωματώσει την Σύμβαση. Παραπέμποντας στην υπόθεση Malachtou v Armefti
(1977)1 CLR 207 υπέδειξε πως η διεθνής Σύμβαση δεν ερμηνεύεται βάσει των συνήθη κανόνων των Νόμων αλλά η ερμηνεία της διέπεται από το Διεθνές Δίκαιο και γενικά από τη Σύμβαση της Γενεύης για τις Διεθνείς Συμβάσεις. Περαιτέρω υπέδειξε ο συνήγορος, πως η εφαρμογή του Κανόνα υπερίσχυσης των Διεθνών Συμβάσεων έναντι του ημεδαπού νόμου ανεξαρτήτως αν αυτός είναι προγενέστερος ή μεταγενέστερος της Σύμβασης αναφέρεται σε έκταση στο Σύγγραμμα «International Law» 3rd edn 2010, (Malcom D. Evans), σελ. 428. Αγορεύοντας η κα. Ξενοφώντος επί του ίδιου θέματος, αφού συμφώνησε για την αυξημένη ισχύ του Κυρωτικού νόμου έναντι του ημεδαπού υπέδειξε με τη σειρά της ότι ο Νόμος 29/77 ενσωματώνει στο άρθρο 2 αυτού την Ενιαία Σύμβαση. Η ίδια η Σύμβαση, υπέδειξε η συνήγορος, παρέχει το δικαίωμα σε κάθε συμβαλλόμενο μέρος να διατάξει διαφορετικά από ότι προνοείται στη Σύμβαση. Θεωρεί δε, ότι ο σκοπός της σύμβασης είναι διαφορετικός από τον σκοπό του ημεδαπού Ν. 29/77αφού η μεν πρώτη είχε σκοπό της ρύθμιση της καλλιέργειας και χρήσης ναρκωτικών για ιατρικούς και επιστημονικούς σκοπούς ενώ ο δεύτερος, στοχεύει στην απαγόρευση γενικά των ναρκωτικών ποινικοποιώντας την καλλιέργεια, χρήση και εμπορεία αυτών (θέση με την οποία δεν συμφώνησε ο κ. Πικής). Έχουμε προσεχτικά μελετήσει τις εισηγήσεις των συνηγόρων. Αποτελεί γνωστή και καθιερωμένη αρχή για την οποία παρέλκει η οποιαδήποτε περαιτέρω νομολογιακή στήριξη πως οι Διεθνείς Συμβάσεις υπέχουν αυξημένη ισχύ έναντι του ημεδαπού Νόμου. Η Ενιαία Σύμβαση επί των ναρκωτικών του 1961 η οποία κυρώθηκε με τον Περί Ενιαίας Συμβάσεως (Κυρωτικό Νόμο 1969) (Ν.7/1969)μνημονεύεται στο άρθρο 2 του ημεδαπού Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 δηλώνοντας με αυτό τον τρόπο πως αφενός λαμβάνεται υπόψη και αφετέρου συμμορφώνεται με τις πρόνοιες της Σύμβασης. Ο ορισμός της κάνναβης δίδεται ως εξής από την Ενιαία Σύμβαση: «Κάνναβις» δηλοί τας ανθοφόρας ή καρποφόρους κορυφάς του φυτού της καννάβεως (εξαιρέσει των σπόρων και των φύλλων όταν δεν συνοδεύωνται από κορυφών), εκ των οποίων η ρητίνη δεν αφηρέθη υφ΄ οιανδήποτε επωνυμίαν κατονομάζονται» Μελετώντας τη Σύμβαση (Ν. 7/69)άρθρα 5 (α), 22, 28
(3), 36 και 39) διαπιστώνεται πως έχει αναθέσει, επιτρέψει και εναποθέσει ευθύνες αλλά και δικαιώματα σε ένα έκαστο συμβαλλόμενο μέρος και στο Εθνικό Δίκαιο ώστε να θεσπίζουν μέτρα για τον έλεγχο και εποπτεία αλλά και να ποινικοποιούν την καλλιέργεια, χρήση, εμπορία ναρκωτικών, και τοιουτοτρόπως να καταπολεμείται η τοξικομανία και να επιτυγχάνεται η χρήση των ναρκωτικών για επιτρεπομένους ιατρικούς και επιστημονικούς σκοπούς. Τα μέτρα αυτά, που ένα μέρος μπορεί να λαμβάνει εναπόκεινται στην δική του διάκριση και εξουσία και εφόσον τα κρίνει απαραίτητα και αναγκαία ένεκα των ιδιαίτερων ιδιοτήτων του ναρκωτικού (άρθρο 5 (α)). Ιδιαίτερης αναφοράς, χρήζει το εδάφιο 3 του άρθρου 28 της Σύμβασης στο οποίο καθορίζεται πως: «Τα μέρη της Συμβάσεως θα υιοθετούν τα μέτρα τα οποία δυνατόν να είναι απαραίτητα ίνα εμποδίζουν την κακή χρήση των φύλλων του φυτού της καννάβεως και την αθέμιτον εμπορίαν αυτών» Η διεύρυνση του ορισμού της έννοιας «κάνναβις» που απαντάται στο Νόμο 29/77 θεωρούμε πως εμπίπτει στο δικαίωμα και υποχρέωση για λήψη μέτρων για την αποτροπή της κακής χρήσης των φύλλων του φυτού της Κάνναβης και εμπίπτει στο γενικότερο δικαίωμα που η ίδια η σύμβαση παρέχει στον Εθνικό Νομοθέτη να καθορίζει την εσωτερική έννομη τάξη και δεν είναι αντίθετη ή συγκρουόμενη καθοιονδήποτε τρόπο με τους σκοπούς της Σύμβασης. Την αναγκαιότητα για ευρεία ερμηνεία Διεθνών Συμβάσεων, ώστε αποτελεσματικά να προωθούνται οι σκοποί τους την αναγνωρίζει και η νομολογία μας (Petrov v. Διευθυντή Κεντρικών Φυλακών
(1996)1 ΑΑΔ 856, και Borisovich ν. Διευθυντή Κεντρικών Φυλακών
(2000)1ΑΑΔ 1899). Εξάλλου όπως ρητά μνημονεύεται στο σύγγραμμα Διεθνές Δίκαιο του Εμαννουήλ Μ. Ρουκούνα μόνο όταν υπάρχει σύγκρουση (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου) μεταξύ Διεθνούς Σύμβασης και μεταγενέστερης αυτής νόμου, αναφορικά με κανόνα δικαίου, συμπεριφορά, ενέργειες, αντιμετώπιση προβλημάτων και καταστάσεων (και όχι ορισμών μιας έννοιας) τότε έχουμε υπερίσχυση του Διεθνούς Δικαίου. Θα θέλαμε να επισημάνουμε πως η προσπάθεια διεύρυνσης του ορισμού της Κάνναβης ώστε να περιλαμβάνεται ολόκληρο το φυτό, διαφαίνεται τόσο από την Τροποποίηση του σχετικού Νόμου στην Αγγλία, όπως είχαμε αναφέρει και στην Ενδιάμεση Απόφαση μας αλλά και από την συνομολόγηση Ενιαίας Σύμβασης Απαγόρευσης Διακίνησης Ναρκωτικών Φαρμάκων του 1988 η οποία κυρώθηκε με τον Περί της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών εναντίον της Παράνομης Διακίνησης Ναρκωτικών και Ψυχοτρόπων Ουσιών [Κυρωτικό Νόμο 1990 (Ν. 49/90)]. Στο προοίμιο του Νόμου αυτού, αφού εκφράζεται η ανησυχία από το μέγεθος και την αυξανόμενη τάση για την παράνομη παραγωγή, ζήτηση και διακίνηση ναρκωτικών γεγονότα που αναγνωρίζουν ότι δημιουργούν σοβαρή απειλή στην υγεία και ευημερία των ανθρώπινων ζωών και στην προσπάθεια βέβαια, για πάταξη αυτών των φαινομένων, σημειώνουν μεταξύ άλλων τα εξής: «Αναγνωρίζοντας την ανάγκη να ενισχύσουν και συμπληρώσουν τα μέτρα που προβλέπονται στην Ενιαία Σύμβαση για τα Ναρκωτικά του 1961, όπως αυτή τροποποιήθηκε από το Τροποποιητικό Πρωτόκολλο του 1972, της Ενιαίας Σύμβασης για τα Ναρκωτικά του 1961, καθώς και στη Σύμβαση περί Ψυχοτρόπων Ουσιών του 1971, για να σταθμιστεί το μέγεθος και η έκταση της παράνομης διακίνησης και των σοβαρών συνεπειών της... Επιθυμώντας να συνάψουν μια πλήρη, αποτελεσματική και λειτουργική διεθνή Σύμβαση, η οποία να επικεντρώνεται ειδικά εναντίον της παράνομης διακίνησης και να λαμβάνει υπόψη τις διάφορες πτυχές του προβλήματος στο σύνολο του, ειδικότερα εκείνες τις πτυχές οι οποίες δεν αντιμετωπίζονται από τις υφιστάμενες συνθήκες στον τομέα των ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών», κατέστη ανάγκη η ψήφιση αυτής της σύμβασης. Με την εν λόγω σύμβαση και κυρωτικό νόμο ορίζεται ως φυτό Καννάβεως «κάθε φυτό του γένους κάνναβις». Συνεπώς κρίνουμε πως στον ορισμό του όρου «Κάνναβις» που δίδεται με το Νόμο 29/77 περιλαμβάνονται και τα φύλλα του φυτού αυτού, ανεξαρτήτως εάν συνοδεύονται ή όχι από ανθοφορία, και ο ορισμός τούτος ουδόλως αντιστρατεύεται τις διεθνείς συμβάσεις. Πρόσθετα σημειώνουμε και τα εξής: Όπως λέχθηκε ανωτέρω αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός το περιεχόμενο της έκθεσης του Κρατικού Χημείου. Στην έκθεση αυτή καταγράφεται το εξής: «Τα φυτά των Τεκμηρίων με αρ. ΓΧ 2149/Φ/13 μέχρι 2160/F/13 είναι φυτά κάνναβης από τα οποία δεν έχει εξαχθεί η ρητίνη». Σε όλα τα φυτά κάνναβης περιλαμβάνονταν και ανευρέθηκαν οι ίδιες ακριβώς κανναβινοειδείς ουσίες οι οποίες κατατάσσονται στις ναρκωτικές και ελεγχόμενες ουσίες χωρίς καμία διαφορά του ανθισμένου από τα μη ανθισμένα φυτά. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την ίδια γνωμάτευση ανευρέθηκαν οι ουσίες Δ.9 Τετραυδροκανναβινόλη (Δ.9 Τ1), Δ.9 Κανναβινόλη (CBN), Δ.9 Κανναβιδιόλη (CBD) οι οποίες είναι συστατικά της κάνναβης και ρητίνης κάνναβης. Οι ίδιες ουσίες ανευρέθηκαν και στην ποσότητα ξηρής φυτικής ύλης, αντικείμενο της κατηγορίας 5 της οποίας την κατοχή ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε στην κατάθεση του. Δεν γνωρίζουμε από πού προήλθε αυτή η ξηρή φυτική ύλη, δηλαδή αν το φυτό ήταν ανθισμένο ή όχι. Εάν αποδεχθούμε την εισήγηση του συνηγόρου του κατηγορουμένου θα φθάσουμε στο αποτέλεσμα ποσότητες μεγάλες ή μικρές ξηρής φυτικής ύλης οι οποίες αποδεδειγμένα και τεκμηριωμένα περιέχουν τις ναρκωτικές ουσίες του φυτού κάνναβης να μην θεωρούνται σαν τέτοιες επειδή δεν θα γνωρίζαμε εάν το φυτό από το οποίο προέρχονται ήταν ανθισμένο ή όχι. Αποφαινόμενοι ως ανωτέρω θα εξετάσουμε τις κατηγορίες τις οποίες ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Απαραίτητο συστατικό στοιχείο των κατηγοριών 2 και 4 είναι εκείνο της κατοχής. Για επεξήγηση του όρου «κατοχή» ο συνήγορος παρέπεμψε σε αγγλική νομολογία. (DPP v. Brooks
(1974)2 All ER 840, PC, Warner v. Metropolitan Police Comr
(1968)2 All ER 356, HL). Αναγνώρισε, περαιτέρω ο συνήγορος πως η έννοια της κατοχής όπως προδιαγράφηκε και στην Κυπριακή νομολογία έχει τέτοια ευρύτητα ώστε να καλύπτει και τις περιπτώσεις φύλαξης ναρκωτικών ακόμα και σε υποστατικά τρίτου εφόσον ο Κατηγορούμενος διατηρεί τον φυσικό έλεγχο τους. Με δεδομένο πως αλληλένδετο στοιχείο της κατοχής είναι και το στοιχείο της γνώσης υπέδειξε ο συνήγορος, πως στην κρινόμενη περίπτωση δεν υπάρχει μαρτυρία πως ο Κατηγορούμενος είχε την απαραίτητη γνώση αφού σε καμία πράξη ή ενέργεια προέβη η οποία να υποδηλεί τη γνώση ή από την οποία εύλογα να συνάγεται το συμπέρασμα του στοιχείου της γνώσης. Αποτελεί περαιτέρω εισήγηση του συνηγόρου του Κατηγορουμένου, πως για το στοιχείο της κατοχής θα πρέπει να ληφθεί υπόψη αυτό που αποφασίστηκε στην Απόφαση R v. Boyesen
(1982)2 All E.R. 161, HL ότι για τη θεμελίωση καταδίκης για το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου κάτω από το άρθρο 5
(2)του περί Κατάχρησης Ναρκωτικών Νόμου (Misuse of Drugs Act ) του 1971 , δεν είναι αναγκαίο για την Κατηγορούσα αρχή να αποδείξει κατοχή ποσότητας του ναρκωτικού η οποία είναι χρησιμοποιήσιμη (usable), παρά μόνο κατοχή οποιασδήποτε ποσότητας, όσον μικρή και να είναι, φτάνει να καθίσταται ορατή, απτή και μετρίσιμη (visible, tangible and measurable). Συνεχίζοντας ο συνήγορος την εισήγηση του υπέδειξε ότι δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας στην κρινόμενη περίπτωση ώστε το Δικαστήριο να καταλήξει σε συμπέρασμα πως η ουσία ελεγχομένου φαρμάκου που εντοπίστηκε στα φυτά είναι ορατή, απτή και μετρίσιμη. Τις ίδιες αποφάσεις, (πλην της αναφερόμενης τελευταίας), αποδέχθηκε και η κα. Ξενοφώντος, η οποία προχώρησε σε παράθεση και ανάλυση της προσφερθείσας μαρτυρίας για να καταδείξει την πλήρωση του όρου «κατοχή». Όπως επεξηγήθηκε στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)1 ΑΑΔ 211, σε περίπτωση ισχυριζόμενης παράνομης κατοχής ναρκωτικών ουσιών, ο όρος «κατοχή» μέσα στην έννοια του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου του 1977 σημαίνει φυσικό έλεγχο με ταυτόχρονη γνώση της φύσεως του αντικειμένου της κατοχής. Σε άλλη απόφαση του, το Εφετείο στην υπόθεση Queiss v. Republic
(1987)2 CLR 49 at 61, εξήγησε ότι η «κατοχή» εμπεριέχει το στοιχείο της γνώσης και κάποιου βαθμού έλεγχο επί του απαγορευμένου φαρμάκου. Όπως πρόσθεσε το Εφετείο, άμεση μαρτυρία περί γνώσης, σπάνια ενυπάρχει. Πιο συχνά, αυτή εξάγεται συμπερασματικά από τα περιστατικά της υπόθεσης και ιδιαίτερα από τη σύνδεση τους με τις ενέργειες του Κατηγορούμενου σε σχέση με τις απαγορευμένες ουσίες. (Βλ. επίσης Blackstones Criminal Practice
(2009)σελ. 947, παρ. Β 19 και επόμενα). Το στοιχείο αυτό ανάγεται αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του κατηγορουμένου (Joussef v. Republic
(1993)2 A.A.Δ. 289). Για απόδειξη αυτής επιστρατεύεται περιστατική μαρτυρία, αφού η συμπεραινόμενη γνώση ως περιστατική μαρτυρία, τότε μόνο μπορεί να αποτελέσει βάση για καταδίκη του κατηγορούμενου όταν η ενοχή του προκύπτει από τη σύγκριση της μαρτυρίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Όπως επανειλημμένα και κατά κόρον τονίσθηκε από τη νομολογία η αντικειμενική υπόσταση (actus reus) της κατοχής, συναρτάται με την άμεση φυσική, ή την εξυπακουόμενη κατοχή, και τα αντικείμενα θεωρούνται ότι είναι στην κατοχή προσώπου του οποίου τελούν έστω και αν βρίσκονται στη φύλαξη άλλου. (άρθ. 2/
(3)Νόμου 29/77). Είναι όμως απαραίτητο, ανεξαρτήτως της όποιας μορφής κατοχής και αν εξετάζεται, να συνυπάρχει η ενοχή διάνοια (mens rea) ήτοι η γνώση της κατοχής του αντικειμένου. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 256 και Κούκος ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 125/2010, ημερ. 20 Φεβρουαρίου 2012. Στην κρινόμενη περίπτωση θεωρούμε πως υπάρχει αρκετή μαρτυρία περιστατικής φύσεως ώστε να κριθεί πως ο κατηγορούμενος κατείχε τα εν λόγω φυτά έχοντας τον έλεγχο και την γνώση αυτών. (α) Τα εν λόγω φυτά βρίσκονταν σε δύσβατη καλά καμουφλαρισμένη περιοχή καλυμμένη με καλαμιώνες και βάτους. (β) Η είσοδος σε αυτήν επιτυγχανόταν με διάβαση σε στενό μονοπάτι σε λασπώδες έδαφος καλυμμένο με καλαμιώνες και ακολούθως με έρπιση κίνηση μέσα από βάτους σε μονοπάτι τριών μέτρων. Είχε, μπορούμε να πούμε, δημιουργηθεί διπλό σύστημα ασφάλειας καμουφλαρίσματος και απόκρυψης των φυτών . (γ) Η περιοχή - ξέφωτο στο οποίο ήταν φυτεμένα τα 12 φυτά κάνναβης ήταν αδιαπέραστη, ήταν αόρατη από οποιονδήποτε εκινείτο στον εξωτερικό χώρο και η μόνη είσοδος-έξοδος που επιτυγχανόταν σε αυτήν διείρχετο μέσα από τα ανωτέρω καλά καμουφλαρισμένα μονοπάτια. (δ) Η είσοδος-έξοδος στο μέρος εκείνο ήταν κατορθωτή και επιτυγχανόταν μόνο από κάποιο ο οποίος γνώριζε το μέρος. (ε) Ο χώρος στον οποίο βρέθηκαν τα φυτά δεν ήταν τυχαίος. Το χωράφι ανήκε στη Χριστίνα Δράκου, από την Ίννια, θεία του Κατηγορούμενου, (αδελφή του πατέρα του). Η ιδιοκτήτρια δεν επισκέφθηκε το χωράφι της, τα τελευταία είκοσι
(20)χρόνια (παραδεκτό γεγονός / Τεκμήριο 18 Β). (στ) Σε σχετική ερώτηση των Αστυνομικών για την εκεί παρουσία του ο κατηγορούμενος δικαιολογήθηκε πως κάμνει περπάτημα. Η ώρα 9:00 το βράδυ σε δύσβατη περιοχή μέσα από καλαμιώνες, μέσα από καλά κρυμμένες εισόδους και έρποντας. Πέραν του γεγονότος πως αυτή η αιτιολογία δεν τυγχάνει αποδοχής από την κοινή λογική θεωρούμε πως συνιστά «ψεύδος» και ψευδή δήλωση, η οποία τείνει να καταδείξει και οδηγήσει σε ενοχοποιητικά συμπεράσματα (Philotas v. The Republic
(1967)2 CLR 13, Aλ Χάματ κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 117, Παφίτης ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 449, Ιερόθεος Χριστοδούλου Ρόπας ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 628. Τα τέσσερα κριτήρια τα οποία θα πρέπει να ικανοποιούνται έτσι ώστε κάποιο ψέμα να συνιστά ενοχοποιητική περιστατική μαρτυρία εκτέθηκαν ως εξής στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 260 στην σελίδα 262: « (α) Το ψέμα πρέπει να είναι ηθελημένο. (β) Πρέπει να αναφέρεται σε ουσιώδες ζήτημα. (γ) Το κίνητρο για το ψέμα πρέπει να είναι η επίγνωση της ενοχής και ο φόβος της αλήθειας. Το δικαστήριο πρέπει να έχει κατά νου ότι είναι ενδεχόμενο κάποιος να λέει ψέματα στην προσπάθεια του, για παράδειγμα, να προβάλει μια δίκαιη υπόθεση ή από ντροπή ή από πανικό. (δ) Το ψέμα πρέπει να αποδεικνύεται με ανεξάρτητη μαρτυρία είτε με παραδοχή, είτε με μαρτυρία από ανεξάρτητο μάρτυρα.» Η μαρτυρία αυτή μπορεί επίσης να προέρχεται και από παραδεκτό γεγονός (Δέστε απόφαση Ξυδά v. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 62/2011, ημερ. 29.11.12). Θα πρέπει εδώ να σημειώσουμε πως το ψέμα το οποίο προέβαλε ο Κατηγορούμενος ικανοποιεί όλα τα ανωτέρω κριτήρια και συνεπώς θα πρέπει να εκληφθεί ως ενοχοποιητική περιστατική μαρτυρία, αφού πέραν του ότι ήταν ηθελημένο, αποδείχθηκε με αποδεκτή αξιόπιστη μαρτυρία και παραδεκτό γεγονός δεδομένου πως το χωράφι στο οποίο βρέθηκε ο Κατηγορούμενος και εντοπίστηκε η φυτεία, δεν αποτελεί δημόσιο χώρο, είτε δρόμο ώστε να προσφέρεται για περπάτημα και καλύπτεται από βάτους και καλάμια. «Το χωράφι στο οποίο βρέθηκαν τα φυτά φυτεμένα, η Χριστίνα Δράκου γνώριζε ότι είναι δικό της αλλά έχει περίπου 20 χρόνια να πάει εκεί γιατί το χωράφι αυτό έχει φυτεμένα καλάμια και παρά πολλούς βάτους». (παραδεκτό γεγονός/ Τεκμήριο 18Β ). (ζ) Ήταν εφοδιασμένος με κινητό τηλέφωνο το οποίο διέθετε φανάρι το οποίο διευκόλυνε την διάβαση του και τον έλεγχο της φυτείας. (η) Ενώ ο κατηγορούμενος βρισκόμενος στο χώρο της φυτείας δεν απαντούσε σε οποιαδήποτε ερώτηση του υποβαλλόταν και παρέμενε σιωπηλός - πλην της πρώτης δικαιολογίας που έδωσε για την εκεί παρουσία του - άλλαξε αμέσως συμπεριφορά και έγινε λαλίστατος όταν άκουσε το αυτοκίνητο που έφθασε εκεί και στρόφαρε τη μηχανή του. Άρχισε να φωνάζει προφανώς για να ειδοποιήσει εκείνο ο οποίος έφθασε εκεί να απομακρυνθεί. Εάν η εκεί παρουσία του ήταν αθώα και εάν δεν γνώριζε το είδος των φυτών δεν θα προσπαθούσε να προειδοποιήσει και να ενημερώσει το πρόσωπο το οποίο βρισκόταν στο αυτοκίνητο για τη σύλληψη του. Δεν δόθηκε καμιά εξήγηση ή λογική εξήγηση για την εκεί παρουσία του Κατηγορούμενου. Ούτε προβλήθηκε οιαδήποτε άλλη διαζευκτική εκδοχή η οποία να κριθεί ως πιθανή, συνάδουσα βεβαίως με τη μαρτυρία, έτσι ώστε να είναι ικανή να προκαλέσει μια υποβόσκουσα αμφιβολία {Fournaris v. Republic
(1978)2 CLR 20, Ξυδά ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω)}. Ο Κατηγορούμενος απέδωσε αρχικά (στους αστυνομικούς που τον συνέλαβαν στη φυτεία) την εκεί παρουσία του, σε περίπατο. Στην ανακριτική του κατάθεση (Τεκμήριο 19) αρνείται να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση. Κατά την αντεξέταση των Μαρτύρων Κατηγορίας, αμφισβητήθηκε η αναφορά του Κατηγορούμενου σε περπάτημα. Υποβλήθηκε στους αστυνομικούς πως ο Κατηγορούμενος δεν τους είπε κάτι τέτοιο. Βεβαίως, ο συνήγορος, δεν προέβη σε οιαδήποτε άλλη τοποθέτηση, για τα λεχθέντα του Κατηγορούμενου προς τους αστυνομικούς, δηλαδή εάν τους ανέφερε οτιδήποτε άλλο πλην του περιπάτου, ούτε εάν προέβαλε οποιονδήποτε άλλο, πιθανόν λόγο, για την εκεί παρουσία του. Παρά το ανωτέρω εύρημα οφείλουμε να εξετάσουμε το θέμα της ποσότητας της ελεγχόμενης ουσίας και αν αυτή ικανοποιεί το κριτήριο στο οποίο ο κ. Πικής έχει παραπέμψει. Έχουμε μελετήσει τη σχετική αγγλική νομολογία, την αναφερόμενη στην ποσότητα ναρκωτικών σε σχέση με τη αναγκαιότητα, αυτή να είναι απτή, ορατή και μετρίσιμη. Παρόμοιο θέμα είχε απασχολήσει το Εφετείο στην Δημοκρατία ν. Σπύρου
(2000)2 ΑΑΔ σελ. 107, όπου εκεί αφορούσε κατοχή εκρηκτικής ύλης στο επίπεδο των ιχνών. Η εν λόγω απόφαση πραγματεύτηκε με αναφορά σε αγγλική νομολογία και στο σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence and Practice
(1994)Vol. 2 par, 26 - 66, το θέμα της κατοχής ικανής ποσότητας ελεγχόμενου φαρμάκου ώστε αυτή να είναι δυνατό να χαρακτηριστεί απτή, ορατή και μετρίσιμη. Η κατοχή οποιαδήποτε ποσότητας η οποία να έχει τις ανωτέρω ιδιότητες και ο προσδιορισμός της, δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος, αλλά ανάγεται στο στοιχείο της γνώσης του Κατηγορούμενου ώστε να δύναται να αποδειχθεί το στοιχείο της κατοχής. Εάν η ποσότητα είναι τόσο μικρή ώστε να μην είναι ούτε απτή, ούτε ορατή ούτε μετρίσιμη τότε ενδεχομένως ο Κατηγορούμενος να μην είχε καν γνώση της ύπαρξης της. Αυτό είναι που ενδιαφέρει και ενέχει σημασία για τον προσδιορισμό της ποσότητας. Στην κρινόμενη περίπτωση ναι, μεν δεν υπάρχει προσδιορισμός ή μαρτυρία για την ποσότητα της ανευρεθείσας κάνναβης πλην όμως, όπως έχουμε ήδη ανωτέρω καταγράψει στο παραδεκτό γεγονός της έκθεσης του κρατικού χημείου όλα τα ανευρεθέντα φυτά ήταν φυτά κάνναβης. Επομένως δεν τίθεται θέμα απτής, ορατής και μετρίσιμης ποσότητας. Κρίνουμε συνεπώς πως η 2η κατηγορία έχει αποδειχθεί. Καλλιέργεια φυτών κάνναβης: Εισηγήθηκε μεταξύ άλλων ο συνήγορος του κατηγορουμένου πως δεν έχει προσφερθεί μαρτυρία η οποία να συνδέει τον Κατηγορούμενο με την καλλιέργεια των φυτών. Η ύπαρξη και η ανεύρεση ενός ψαλιδιού στην τσέπη του δεν μπορεί να οδηγήσει σε απόδειξη ενασχόλησης του Κατηγορουμένου με την καλλιέργεια των φυτών. Παρέπεμψε δε ο συνήγορος για τον όρο «καλλιέργεια» στην αντίστοιχη ερμηνεία που δίδεται από το λεξικό του Γ. Μπαμπινιώτη. Στο ίδιο λεξικό και στην ίδια ερμηνεία προσέτρεξε και η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής η οποία περαιτέρω σημείωσε πως η εκεί παρουσία του κατηγορούμενου και η καλλιέργεια των φυτών δεν περιοριζόταν μόνο σε μια ημέρα αλλά σε μεγάλο χρονικό διάστημα, το οποίο ήταν αρκετό για να βοηθήσει την ανάπτυξη των φυτών. Παρατηρούμε πως ο όρος «καλλιέργεια» δεν έχει ασφαλώς την στενή έννοια της ανάσκαψης γης, αλλά την ευρεία έννοια του φυτέματος φυτών ή σπόρων μέσα στη γη και την περιποίηση τους ώστε να μεγαλώσουν. Όπως αναφέρει και το Μείζον Ελληνικό Λεξικό των Τεγόπουλου - Φυτράκη, ο όρος «καλλιέργεια» περιλαμβάνει και το σύνολο των εργασιών που απαιτούνται για να καρποφορήσει η γη καθώς επίσης και την ειδική φροντίδα για την ανάπτυξη φυτών. Στο σημείο τούτο παρεμβάλλουμε και τη μαρτυρία του Μ.Κ.9 Α. Παύλου, Γεωπόνου, Λειτουργού Γεωργίας Α΄ στο Τμήμα Γεωργίας. Όπως αναφέρεται στην γραπτή του δήλωση η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του (Ένδειξη Ι) έχει μελετήσει το φωτογραφικό υλικό του Τεκμηρίου 40. Τα απεικονιζόμενα φυτά ανήκουν στα φυτά του γένους κάνναβης. Παρουσιάζονται να είναι ηλικίας 3 με 6 μηνών περίπου σύμφωνα με τις καλλιεργητικές φροντίδες που έχουν δεχθεί. Τα εν λόγω φυτά έχουν δεχθεί ανθρώπινη περιποίηση όπως πότισμα τουλάχιστον μία φορά εβδομαδιαίως αφού χωρίς νερό δεν θα αναπτύσσονταν και θα ξηραίνονταν. Τα φυτά φέρουν λεκάνες οι οποίες σκοπό έχουν να συγκρατούν το νερό όταν ποτίζεται παραμένοντας στη ρίζα του. Το θειάφι είναι μυκητοκτόνο και ακαριοκτόνο, το οποίο είναι ευρείας χρήσης, για αρκετά χρόνια στην Κύπρο. Το ψαλίδι (Τεκμήριο 13), αυτού του συγκεκριμένου τύπου, χρησιμοποιείται κυρίως για καθαρισμό νεαρής βλάστησης από φυτά από θερμοκήπια, ή για κόψιμο φρούτων και λαχανικών και σπανιότερα για κλάδεμα. (Η μαρτυρία αυτή δεν αμφισβητήθηκε ιδιαίτερα. Την αποδεχόμαστε πλήρως λόγω της φυσικότητας, απλότητας και ειλικρίνειας που την χαρακτήριζε). Όπως αναφέρθηκε και από τους αστυνομικούς μάρτυρες όλα τα φυτά ήταν σε λεκάνες. Οι λεκάνες ήταν καθαρές από ζιζάνια και άγρια χόρτα. Τα φυτά ήταν επίσης σε σειρά φυτεμένα, σε ομοιόμορφες αποστάσεις, στοιχιμένα, καταπράσινα και με πλούσιο φύλλωμα. Μερικά από αυτά όπως παρουσιάζεται και στις φωτογραφίες 25, 26, 27, 28, 29, 30, 31) του Τεκμηρίου 40 ξεπερνούσαν κατά πολύ στο ύψος τον κατηγορούμενο. Όπως τα χαρακτήρισαν αυτά μπορούσαν άνετα να ονομαστούν δέντρα. Αυτό δε, διαπιστώνεται και από το φωτογραφικό υλικό και από το ύψος τους όπως αυτά μετρήθηκαν και καταγράφονται στο Τεκμήριο 38, την έκθεση του Κρατικού Χημείου, η οποία αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός. Όλα σχεδόν τα φυτά, δηλαδή εννέα από τα δώδεκα, ήσαν υποστυλωμένα με οικοδομικό σίδερο, το οποίο στερέωνε το φυτό με λωρίδες ρούχου. Κρίνουμε συνεπώς πως τα εν λόγω φυτά ήταν υπό καλλιέργεια. Ότι κάποιο ανθρώπινο χέρι τα φύτεψε, τα καλλιέργησε και τα φρόντισε. Βρίσκονταν σε καλά καθαρισμένο, καμουφλαρισμένο και ειδικά διαμορφωμένο χώρο και αποκλείεται η τυχαία βλάστηση τους. Αποκλείεται τυχαία, να βλάστησαν μόνο φυτά κάνναβης, χωρίς την εμφάνιση οποιουδήποτε άλλου φυτού. Έχει λεχθεί και υποδειχθεί στην υπόθεση Σταυρινόπουλος ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 263 πως για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα καλλιέργειας φυτών κάνναβης θα πρέπει από τα γεγονότα της υπόθεσης να μπορεί να οδηγηθεί το Δικαστήριο στο αναπόδραστο συμπέρασμα ότι τα φυτά είχαν με οποιοδήποτε τρόπο ποτιστεί ή καλλιεργηθεί από τον εφεσείοντα. Θέση η οποία υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Ξυδά ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 62/2011 ημερ. 29.11.2012. Στην τελευταία απόφαση κρίθηκε πως ο κατηγορούμενος γνώριζε την ύπαρξη των φυτών τα οποία είχε δει να βρίσκονται στο μπάνιο οικίας διαφορετικής από εκείνης στην οποία διέμενε και κρίθηκε ότι υπήρχε κενό στη μαρτυρία η οποία δεν σχολιάστηκε από το Δικαστήριο και η οποία οδηγούσε σε ύπαρξη αμφιβολίας σε σχέση με την καλλιέργεια των φυτών κάνναβης. Στοιχεία τα οποία, αποδεικνύουν καλλιέργεια, αποτελούν όχι μόνο οι ενεργητικές πράξεις, όπως κάποιου είδους περιποιήσεις, αλλά και ο έλεγχος του χώρου στον οποίο τα φυτά βρίσκονται (Δέστε Blackstone's Criminal Practice 2009, σελ. 959, παρ. B19.50). Στην κρινόμενη περίπτωση επαναλαμβάνουμε τα ανωτέρω στοιχεία, γεγονότα και περιστάσεις που συνθέτουν και αναδεικνύουν το στοιχείο της κατοχής και γνώσης του κατηγορούμενου. Τα ίδια στοιχεία με επιπλέον το γεγονός της κατοχής από τον κατηγορούμενο του ψαλιδιού, του συγκεκριμένου τύπου, το οποίο μετέφερε μαζί του τη συγκεκριμένη ώρα στο συγκεκριμένο χώρο ενεργοποιεί ακόμα ένα παράγοντα και στοιχείο που μας πείθει και μας οδηγεί στο συμπέρασμα πως ο Κατηγορούμενος όχι μόνο κατείχε αλλά και καλλιεργούσε τα εν λόγω φυτά. Οι ανωτέρω αναφορές και υποδείξεις μας απαντούν και το σχόλιο του συνηγόρου του κατηγορούμενου πως ενώ ο τελευταίος θεάθηκε στο χώρο την ημερομηνία που συνελήφθηκε, δηλαδή στις 12.7.13, όμως το κατηγορητήριο αναφέρεται σε μια άγνωστη περίοδο καλλιέργειας, και επομένως ο πελάτης του δεν μπορεί να θεωρηθεί ένοχος για όλη την περίοδο αυτή. Ο όρος καλλιέργεια, περιλαμβάνει μια ευρεία ενότητα πράξεων και ενεργειών, τις οποίες τα επίδικα φυτά αποδεδειγμένα έχουν δεχθεί. Ο έλεγχος του χώρου και η κατοχή των φυτών όπως και η καλλιέργεια τους την επίδικη ημερομηνία, σφραγίζει την τύχη της κατηγορίας, όπως εξάλλου έχει αποφασισθεί και στις αποφάσεις Γεωργίου και Σταυρινόπουλος (ανωτέρω). Κατοχή με σκοπό την προμήθεια Με την 4η κατηγορία, καταλογίζεται στον Κατηγορούμενο η κατοχή των φυτών με σκοπό την προμήθεια. Η κατηγορία στηρίζεται μεταξύ άλλων στο άρθρο 30 Α του νόμου. Το άρθρο αυτό σύμφωνα με τον συνήγορο, αναφέρεται σε δύο περιπτώσεις: Της καλλιέργειας φυτών και της κατοχής απαγορευμένων ουσιών. Επομένως στην κρινόμενη περίπτωση όπου ο Κατηγορούμενος δεν αντιμετωπίζει κατηγορία για καλλιέργεια φυτών κάνναβης με σκοπό την προμήθεια αλλά κατοχή των φυτών κάνναβης με σκοπό την προμήθεια τότε θα έπρεπε να καθορίζεται η ποσότητα αυτή, πράγμα που δεν συμβαίνει. Πουθενά δεν προσδιορίζεται η ποσότητα κάνναβης ενός εκάστου φυτού ούτε γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στο βάρος των φυτών αυτών, ούτε στην έκθεση του κρατικού Χημείου, ούτε στις λεπτομέρειες του αδικήματος, ούτε στη μαρτυρία. Ως εκ τούτου εισηγείται ότι δεν υπάρχει μαρτυρία για τη στοιχειοθέτηση των συστατικών στοιχείων της 4ης κατηγορίας. Μας κάλεσε επιπλέον ο συνήγορος να αναθεωρήσουμε την προσέγγιση στην οποία είχαμε αχθεί στην ενδιάμεση μας απόφαση ημ. 31.10.2013 σχετικά με την 4η κατηγορία με την οποία είχαμε υποδείξει πως το σχετικό με το συγκεκριμένο αδίκημα άρθρο είναι το 6
(3). Μας κάλεσε και πάλι ο συνήγορος να θεωρήσουμε και αποφασίσουμε πως το άρθρο αυτό είναι αλληλένδετο με τις πρόνοιες του άρθρου 30 (Α) το οποίο δεν μπορεί να αγνοηθεί και είναι ο συνδυασμός των δύο αυτών άρθρων που συνθέτει την υπόθεση που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος με βάση την 4η κατηγορία. Διαζευκτικά προς την ανωτέρω εισήγηση ο συνήγορος διευκρίνισε πως δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας πως ο Κατηγορούμενος κατείχε τα φυτά κάνναβης με σκοπό την προμήθεια σε τρίτα πρόσωπα. Θα πρέπει για απόδειξη τέτοιου σκοπού να υπάρχει και άλλη μαρτυρία όπως π.χ. η ανεύρεση μεγάλης ποσότητας συγκομιδής των ανθισμένων κορυφών θηλυκών φυτών κάνναβης η οποία να είναι αντικειμενικά ασυμβίβαστη με προσωπική χρήση της υπολογιζόμενης μεγάλης αγοραίας αξίας της συγκομιδής κάνναβης ή της ανεύρεσης μεγάλου χρηματικού ποσού. Αυτές οι συνθήκες, σύμφωνα με το συνήγορο, με παραπομπή στις R v. Morris
(1955)2 Cr. App. R. 69, CA και Αrchbold
(2009), παρ. 27-71 - 76) συνιστούν περιστατική μαρτυρία για απόδειξη της πρόθεσης προμήθειας. Σχολιάζοντας και αναφερόμενη στην 4η κατηγορία η κα. Ξενοφώντος υιοθέτησε τα όσα ανέφερε για την 2η υποδεικνύοντας πως αποδεικνύεται η πρόθεση για εμπορία δεδομένου πως τα ανευρεθέντα φυτά μπορούν άνετα να χαρακτηρισθούν δέντρα κάνναβης. Σε σχέση με την εισήγηση τούτη παρατηρούμε τα εξής: το αδίκημα της 4ης κατηγορίας, δηλαδή η κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου με σκοπό την προμήθεια προδιαγράφεται και προνοείται από το άρθρο 6
(3)του Νόμου το οποίο προνοεί πως: «6.
(3)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 32 του παρόντος Νόμου, αποτελεί αδίκημα δι΄οιονδήποτε πρόσωπον να αγοράζει ή προμηθεύεται ή να έχη εν τη κατοχή αυτού ελεγχόμενον φάρμακον νομίμως ή μη προς τον σκοπόν όπως προμηθεύση τούτο εις έτερον πρόσωπον κατά παράβασιν του άρθρου 5
(1)του παρόντος Νόμου». Αυτό είναι το άρθρο το οποίο σχετίζεται με το αδίκημα. Το άρθρο 30 Α εισήγαγε, κατόπιν τροποποίησης που έγινε το 2003 τεκμήριο για την πρόθεση κάποιου να προμηθεύσει σε τρίτο πρόσωπο ελεγχόμενο φάρμακο βασιζόμενο στην ποσότητα ή την καλλιέργεια. Συνεπώς, το Δικαστήριο παραμένει πάντοτε αρμόδιο να αποφασίσει ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης την ποσότητα και το είδος του ελεγχόμενου φαρμάκου και εάν μ΄ αυτή αποδεικνύεται ο σκοπός της προμήθειας. Το αδίκημα, αντικείμενο της 4ης κατηγορίας είναι η κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β΄ ήτοι «κάνναβις», και όχι η κατοχή φυτού κάνναβης. Το φυτό δε - όπως έχουμε ήδη αποφασίσει - περιλαμβάνει πέραν των ανθοφόρων περιοχών και τα φύλλα και το στέλεχος τα οποία περιέχονται στον όρο «κάνναβις». Για να χρησιμοποιήσουμε μια παλιά ρήση «το μείζον περιέχει και το ελάττον». Στη συγκεκριμένη υπόθεση έχουμε ήδη αποφασίσει ότι ο κατηγορούμενος κατείχε 12 φυτά κάνναβης και ότι καλλιεργούσε επίσης τα ίδια φυτά. Προτού εισαχθεί η σχετική τροποποίηση του Νόμου και η εισαγωγή του τεκμηρίου κατοχής με σκοπό την προμήθεια δυνάμει του άρθρου 30Α τα Κυπριακά Δικαστήρια σε αποφάσεις τους οι οποίες είχαν επικυρωθεί από το Εφετείο, εξήγαγαν, στην απουσία νομοθετικής ρύθμισης συμπέρασμα για ύπαρξη τέτοιου σκοπού χρησιμοποιώντας περιστατική μαρτυρία. Εξέχουσα θέση σ΄ αυτό το είδος περιστατικής μαρτυρίας είχε το ύψος της ποσότητας του απαγορευμένου φαρμάκου. Δέστε σχετικά Joussef v. Republic (ανωτέρω), Komurgu v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 103, Π. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας,
(2002)2 Α.Α.Δ. 301 και Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 564 [οι δύο τελευταίες αφορούσαν καλλιέργεια φυτών κάνναβης, πριν την εισαγωγή του άρθρου 30Α]. Άξια αναφοράς επίσης είναι και η Δημοκρατία ν. Σταυρινόπουλος
(2009)2ΑΑΔ 263 στην οποία ο αριθμός των φυτών με εφαρμογή του τεκμηρίου του άρθρου 30Α οδήγησε στην απόφαση για καταδίκη του Κατηγορούμενου και στο αδίκημα της προμήθειας. Στην παρούσα περίπτωση ο αριθμός των φυτών που κατείχε ο κατηγορούμενος λαμβανομένου υπόψη και του ύψους, του πλούσιου φυλλώματος, και της εν γένει κατάστασης τους, μερικά εκ των οποίων μοιάζουν με δένδρα, ήταν τόσο μεγάλος ώστε - ακόμη και να μην ληφθεί υπόψη το Τεκμήριο του άρθρου 30Α - συνιστά μαρτυρία ύπαρξης σκοπού προμήθειας σε άλλα πρόσωπα. Οι φωτογραφίες 19 - 35 είναι αποκαλυπτικές των φυτών, αυτών, όπως επίσης και η έκθεση του Γενικού Χημείου του κράτους, το περιεχόμενο της οποίας αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός και προσδιορίζει το ύψος ενός εκάστου φυτού το οποίο κυμαίνεται από 80 cm - 2.25cm με το μικρότερο να έχει ύψος 23cm. Συγκεκριμένα: Το Τεκμήριο 1 είναι ύψους 80cm, το Τεκμήριο 2 είναι ύψους 185cm, το Τεκμήριο 3 είναι ύψους 130cm, το Τεκμήριο 4 είναι ύψους 220cm, το Τεκμήριο 5 είναι ύψους 215cm, το Τεκμήριο 6 είναι ύψους 225cm, το Τεκμήριο 7 είναι ύψους 23cm, το Τεκμήριο 8 είναι ύψους 120cm, το Τεκμήριο 9 είναι ύψους 70cm, το Τεκμήριο 10 είναι ύψους 210cm, το Τεκμήριο 11 είναι ύψους 190cm, το Τεκμήριο 12 είναι ύψους 160cm (Τεκμήριο 38). Εξάλλου δεν υπάρχει ενώπιον μας οποιοσδήποτε ισχυρισμός (δεν ηδύνατο εξάλλου να προβληθεί δεδομένης της άρνησης της κατοχής) πως η κατοχή αυτών γινόταν για προσωπική χρήση. Όπως εύστοχα λέχθηκε και από το εφετείο που εξέταζε παρόμοιο θέμα στη σελίδα 7 της απόφασης του στην προαναφερθείσα απόφαση Ιωάννου: «Ακόμα και ελλείψει τέτοιας δήλωσης (Σημ. ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος δεν ήταν χρήστης ναρκωτικών), το δικαστήριο δεν μπορούσε να θεωρήσει ως λογική εξήγηση της κατοχής των φυτών από τον Εφεσείοντα, το ότι αυτά προορίζοντο για δική του χρήση. Κάτι τέτοιο θα αντιστρέφετο την όλη μαρτυρία που απεκάλυπτε όχι μόνο μια πολύ μεγάλη ποσότητα φυτών αλλά και μία οργανωμένη φυτεία, με στόχο την εμπορία .. Δοθείσας της απόρριψης της εκδοχής του Εφεσείοντα, που επεδίωκε να τον αποσυνδέσει εντελώς από την κατοχή των φυτών και της ακόλουθης κατάληξης ότι τα φυτά ήσαν στην κατοχή του, η έλλειψη οποιαδήποτε εξήγησης ως προς την πρόθεση του σε σχέση με αυτά, είτε λαμβανομένης υπόψη της δήλωσης του ότι δεν ήταν χρήστης ναρκωτικών, είτε όχι, δεν ανέτρεπε το λογικό συμπέρασμα ότι κατείχοντο για σκοπούς εμπορίας..» Έγινε αναφορά από τον συνήγορο στις αποφάσεις R. v. Auton & Others
(2011)EWCA Crim 76, και R v. Wright
(2011)EWCA Crim 1180 με σκοπό να καταδειχθεί πως απαιτείται τόσο ο προσδιορισμός της ποσότητας, όσο και η απόδειξη πως η ποσότητα αυτή δεν είναι ασυμβίβαστη για χρήση από τον ίδιο. Στην πρώτη υπόθεση οι Κατηγορούμενοι είχαν παραδεχθεί την κατηγορία και με δεδομένη την ποσότητα η οποία είχε μετρηθεί, την αγοραία αυτής αξία η οποία θα ελαμβάνετο με την πώληση των ναρκωτικών στην αγορά οι Κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι για το αδίκημα της κατοχής με σκοπό την προμήθεια. Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως αναφέρθηκε, δεν έχει υπολογισθεί η ποσότητα σε γραμμάρια ούτε και η υπολογιζόμενη αξία αυτής σε περίπτωση πώλησης της στην αγορά. Αυτό ενδεχομένως θα ήταν προς υποβοήθηση και του Δικαστηρίου και του Κατηγορούμενου εάν γινόταν, παρά το γεγονός πως σε όλες τις δημοσιευθείσες αποφάσεις, οι οποίες έχουν κριθεί κατ΄έφεση δεν υπήρχε τέτοιος προσδιορισμός. Θεωρούμε πως με βάση την Κυπριακή Νομολογία ο προσδιορισμός αυτός και η απόδειξη της κατοχής με σκοπό την προμήθεια καθίσταται δυνατός από τον αριθμό των φυτών που κατέχονταν από τον Κατηγορούμενο. Στην Ιωάννου (ανωτέρω) τέθηκε ο ίδιος ισχυρισμός της απουσίας δηλαδή μαρτυρίας για την ποσότητα η οποία θα εξασφαλίζετο από τα ανευρεθέντα φυτά. Κρίθηκε από το Εφετείο, πως ορθά το Κακουργιοδικείο βασιζόμενο στο μεγάλο αριθμό των φυτών και στην απουσία σύνδεσης της κατοχής των φυτών με προσωπική χρήση, κατέληξε στο συμπέρασμα του σκοπού της προμήθειας. Ο συνήγορος του Κατηγορουμένου αναγνωρίζοντας ότι στις αποφάσεις Γεωργίου (ανωτέρω) και Σταυρινόπουλος (ανωτέρω) ο αριθμός των φυτών ήταν καθοριστικής σημασίας παράγοντας για την απόδειξη του σκοπού της προμήθειας, μας κάλεσε ουσιαστικά, να αποστούμε, από τον λόγο αυτό αναφέροντας ότι δεν αποτελούν δεσμευτικό προηγούμενο αφού κρίθηκαν με τα δικά τους ιδιαίτερα περιστατικά. Με όλη την εκτίμηση προς τον συνήγορο, δεν θα ασπαστούμε τη θέση του. Παρά το ότι, όντως κάθε υπόθεση πράγματι κρίνεται με τα δικά της γεγονότα και συνθήκες, όμως η Κυπριακή νομολογία αποτελεί δεσμευτικό προηγούμενο και όπου επιλύονται με αυτή νομικά θέματα, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και να προτιμάται έναντι οιαδήποτε ξένης τοιαύτης. (Κολαρίδου ν. Κολαρίδη
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1408, Αστυνομία ν. Ξυδιά
(1992)2 Α.Α.Δ. 26, David Parris v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 186) Στην δεύτερη απόφαση στην οποία έχουμε παραπεμφθεί από τον κ. Πική, κρίθηκε πως δεν είχε αποδειχθεί ότι τα φυτά κατά το χρόνο της σύλληψης του Κατηγορούμενου ήταν έτοιμα για χρήση και κατανάλωση. Γι΄αυτό μας κάλεσε ο συνήγορος, δεδομένης της μη ύπαρξης, όπως ισχυρίστηκε μαρτυρίας, για τούτο το λόγο, να μην οδηγηθούμε σε τέτοιο συμπέρασμα. Στην υπόθεση εκείνη σχετίστηκε το γεγονός της κατοχής με το γεγονός της ανθοφορίας των φυτών. Έχουμε ήδη ανωτέρω αναφερθεί στην Κυπριακή Νομολογία με την οποία καθορίζεται και αποδεικνύεται το αδίκημα αυτό. Επαναλαμβάνουμε και υπενθυμίζουμε και πάλι πως με βάση το παραδεκτό γεγονός της έκθεσης του Γενικού Χημείου του Κράτους τα ανευρεθέντα φυτά ήταν κάνναβης. Με βάση την εξέταση στην οποία προέβη η Μ. Αυξεντίου όλα τα φυτά περιείχαν τις ίδιες κανναβινοειδείς, ουσίες και σύμφωνα με την προφορική εξέταση της ιδίας μάρτυρος (ΜΚ10) είναι εκείνες οι οποίες προκαλούν την εξάρτηση η οποία προέρχεται από την χρήση της κάνναβης. Κρίνουμε συνεπώς πως ο Κατηγορούμενος κατείχε τα 12 φυτά κάνναβης με σκοπό την προμήθεια τους. Κατηγορία 5 Με αυτή καταλογίζεται στον Κατηγορούμενο η κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, δηλαδή κάνναβη, από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη βάρους 0,7522 γραμμαρίων. Η προσφερθείσα από την Κατηγορούσα Αρχή μαρτυρία για απόδειξη αυτής της κατηγορίας δεν έχει αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση. Πέραν τούτου ο Κατηγορούμενος έχει προβεί σε παραδοχή αυτής της κατηγορίας στην θεληματική του κατάθεση (Τεκμήριο 35). Αναγνώριση της απόδειξης της κατηγορίας αυτής, γίνεται και από τον συνήγορο του Κατηγορούμενου στην τελική του αγόρευση. Συνωμοσία Αναφορικά με την 1η κατηγορία αυτή της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, αποτελεί τη θέση και εισήγηση του κ. Πική πως δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ότι ο Κατηγορούμενος συνωμότησε με άλλο πρόσωπο για τη διάπραξη του υπό κατηγορία αδικήματος. Υπέδειξε βέβαια, πως σύμφωνα με την νομολογία στην οποία παρέπεμψε (Gani ν. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ σελ. 134 και Λαζάρου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ σελ. 633) προϋποθέτει συμφωνία μεταξύ δύο ή περισσοτέρων ατόμων για τη διάπραξη αδικήματος ή την επίτευξη νόμιμου σκοπού με παράνομα μέσα . Πρόσθεσε δε πως «για την συμπλήρωση του αδικήματος της συνομωσίας δεν είναι αναγκαίο να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα της συμφωνίας». Επισημαίνουμε πως το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος είναι αυτοτελές αδίκημα και εξετάζεται έστω και αν δεν αποδειχθεί το αδίκημα που τα άτομα συνωμότησαν να διαπράξουν. Απαιτεί δε τη συνομολόγηση συμφωνίας μεταξύ δύο ή περισσοτέρων ατόμων. Στο σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence and Practice 39η έκδοση παρ. 4051 τονίζεται ότι: «The crime of conspiracy is completely committed the moment two or more have agreed that they will do, at once or at some future time, certain things. .......................... The conspirators may repent and stop, or may have no opportunity, or may be prevented, or may fail. Nevertheless the crime is complete: it was completed when they agreed» Σε ελεύθερη μετάφραση: « Το έγκλημα της συνωμοσίας θεωρείται συντελεσθέν τη στιγμή που δύο ή περισσότερα άτομα συμφώνησαν να διαπράξουν αμέσως ή σε μεταγενέστερο χρόνο κάποιες συγκεκριμένες πράξεις. .......................... Οι συνωμότες μπορεί να μετανιώσουν και να σταματήσουν ή μπορεί να μην έχουν την ευκαιρία ή να εμποδίσθηκαν ή απέτυχαν να πράξουν αυτό που συμφώνησαν. Παρ΄όλα αυτά το έγκλημα συντελέσθηκε. Συντελείται όταν συμφωνείται.» Στο ίδιο σύγγραμμα αναφέρεται πως η απόδειξη ύπαρξης συμφωνίας συνάγεται από τις περιστάσεις που περιβάλλουν την υπόθεση, τα γεγονότα και τα ιδιαίτερα περιστατικά. «The agreement may be proved in the usual way or by proving circumstances from which the jury may presume it» Έχουμε μελετήσει την δοθείσα μαρτυρία και τα τεκμήρια τα οποία έχουν δοθεί. Από τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου όταν αυτός άκουσε το αυτοκίνητο να φθάνει στο χώρο που ήταν η φυτεία και ενώ αυτός ήταν υπό σύλληψη κρίνουμε πως σκοπός του και στόχος του ήταν η προειδοποίηση του ατόμου εκείνου να απομακρυνθεί. Ενδεχομένως εάν η παρουσία εκεί κάποιου αυτοκινήτου σε οποιαδήποτε άλλη ώρα και άλλες συνθήκες να χαρακτηριζόταν αθώα. Όμως η άφιξη εκεί του αυτοκινήτου στο συγκεκριμένο χώρο γύρω στις 9:00 το βράδυ καθιστούσε ύποπτη την εκεί μετάβαση του και έπρεπε να είχε δημιουργήσει αμφιβολίες και υποψίες σε οποιονδήποτε λογικό μέσο άνθρωπο. Εάν απλά μετέβαινε κάποιος για να παραλάβει τον κατηγορούμενο από ένα απλό περίπατο του, θα τον ανέμενε σε κάποιο σημείο χωρίς να τον προειδοποιεί στροφάροντας τη μηχανή του καθόσον αυτή η ενέργεια υποδείκνυε ότι εκείνος που το έκανε γνώριζε πως δεν θα είχε οπτική επαφή με τον κατηγορούμενο αλλά θα αναμένετο συνεννόηση τους μόνο με τον ήχο αυτό. Η αναχώρηση δε η άμεση και βιαστική του οδηγού από το χώρο εκείνο τον καθιστά ύποπτο. Εάν ο κατηγορούμενος δεν γνώριζε ότι το άτομο το οποίο έφθασε με το αυτοκίνητο το οποίο στρόφαρε τη μηχανή του ήταν για να παραλάβει εκείνο και ήταν ένα τυχαίο αυτοκίνητο που περνούσε από εκεί δεν θα είχε κανένα απολύτως λόγο να φωνάζει προειδοποιώντας τον. Ούτε και ο οδηγός του αυτοκινήτου θα έφευγε βιαστικά εάν δεν γνώριζε πως προς εκείνο απευθυνόταν η προειδοποίηση αυτή του κατηγορουμένου. Το συμπέρασμα δε που άμεσα προκύπτει από τη συμπεριφορά αυτή του κατηγορουμένου και από την άμεση αντίδραση του οδηγού του αυτοκινήτου είναι πως υπήρξε εκ των προτέρων συνεννόηση για την άφιξη εκεί με στόχο την παραλαβή και μεταφορά του κατηγορουμένου. Η απάντηση στο ερώτημα που προκύπτει από τις πιο πάνω διατυπώσεις, εάν ο οδηγός του αυτοκινήτου είχε και γνώση του σκοπού της εκεί παρουσίας του Κατηγορούμενου (πλην το ότι αυτός ήταν ύποπτος) και αν συνωμότησε με αυτόν ή εάν ο κατηγορούμενος συνωμότησε με εκείνον για τη διάπραξη όλων των κατηγοριών του κατηγορητηρίου, δεν μπορεί με βεβαιότητα να είναι θετική, για τους λόγους που κατωτέρω εξηγούνται. Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Archbold, Criminal Pleading Evidence & Practice, 42η έκδ., παρ. 28 - 4 κ.επ., η συνωμοσία, εκτός της ύπαρξης συμφωνίας, περιλαμβάνει και το στοιχείο της πρόθεσης (mens rea) και για τούτο, η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδεικνύει όχι μόνο τη συμφωνία μεταξύ των κατ΄ισχυρισμό συνωμοτών να εκτελέσουν ένα παράνομο σκοπό (αποδεικνυόμενης είτε με λόγια είτε άλλο τρόπο επικοινωνίας μεταξύ τους), αλλά επιπρόσθετα θα πρέπει να αποδεικνύει την πρόθεση στη σκέψη καθενός κατ΄ισχυρισμό συνωμότη να εκτελέσει τον παράνομο σκοπό (R. v. Thompson 50 Cr. App. R. 1.). Υπενθυμίζουμε πως δεν απαιτεί να καταδειχθεί απευθείας συζήτηση, συνεννόηση ή απευθείας συμφωνία μεταξύ των συνωμοτών. Πρέπει όμως, να καταδειχθεί με μαρτυρία συμφωνία της οποίας τα γεγονότα να δηλώνουν πως ο Κατηγορούμενος ήταν ενήμερος της ύπαρξης της. (Tabrizi v. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 421). Στην κρινόμενη περίπτωση το μοναδικό γεγονός όσο ύποπτο και αν είναι της άφιξης του αυτοκινήτου και η ανωτέρω εκδήλωση της συμπεριφοράς, όπως ανωτέρω περιγράφηκε, δεν υποδηλεί ούτε και είναι αρκετό από μόνο του να οδηγήσει στην καταδίκη του Κατηγορούμενου. Πέραν τούτου, σημειώνουμε πως όπως είναι διατυπωμένο το κατηγορητήριο καταλογίζει στον Κατηγορούμενο πως «Συνωμότησε με άγνωστο πρόσωπο με σκοπό να διαπράξουν κακουργήματα, δηλαδή τα αδικήματα που αναφέρονται στις πιο κάτω κατηγορίες». Μέρος αυτών των κατηγοριών αποτελεί και η 5η κατηγορία, δηλαδή αυτή της κατοχής ξηρής φυτικής ύλης που ανευρέθηκε στο σπίτι του Κατηγορούμενου. Συνεπώς με όλα όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν κρίνουμε πως δεν έχει προσφερθεί μαρτυρία στο βαθμό που απαιτείται για να κριθεί ένοχος ο Κατηγορούμενος στην 1η κατηγορία. Συνακόλουθα: Ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην 1η κατηγορία. Ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 2, 3, 4 και 5. (Υπ)............. Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. (Υπ)............. Λ. Μάρκου, Α.Ε.Δ. (Υπ)............. Μ. Δρουσιώτης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΓ Subject: Criminal/Assize/Final Αναφορά: Κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.