Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Χρίστος Τρύφωνος Τυρίμου, Αρ. Υπόθεσης: 11622/2010, 16/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:B137 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11622/2010 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. Χρίστος Τρύφωνος Τυρίμου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 16.12.13 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Σ. Συμεού Για Κατηγορούμενο: κος Π. Φιλίππου (κ. Γρ. Φιλίππου για να ακούσει απόφαση) Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 27.02.10 στην ψαροταβέρνα με την ονομασία 'ΤΥΡΙΜΟΣ' που βρίσκεται στην οδό Αγαπήνωρος 71 στην Κάτω Πάφο παράνομα προκάλεσε βαριά σωματική βλάβη στον David Smole από τη Τσεχία και τώρα στην Πάφο. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε 4 μάρτυρες, ήτοι τον αστυφύλακα 2639 Ζήνωνα Ζήνωνος (ΜΚ1), την ιατρό Δρ. Άντρη Χ'Μιτσή (ΜΚ2), τον David Smola, παραπονούμενο στην υπόθεση αυτή (ΜΚ3) και την μητέρα του παραπονούμενου Γίτκα Χαραλάμπους (ΜΚ4). Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον τoυ κατηγορουμένου στην κατηγορία που αντιμετωπίζει και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ο κατηγορούμενος επέλεξε να δώσει ένορκη κατάθεση καλώντας παράλληλα ακόμη ένα μάρτυρα υπεράσπισης και συγκεκριμένα τον αστυφύλακα 1287 Άνθιμο Δημητρίου (ΜΥ1). Παράλληλα, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατατέθηκαν 16 τεκμήρια. Ο ΜΚ1, αστυφύλακας 2639 Ζήνωνας Ζήνωνος, ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης. Στην κυρίως εξέταση του, μεταξύ άλλων, παρουσίασε τη γραπτή κατάθεση του ημερομηνίας 09.06.10 που κατατέθηκε στην διαδικασία αυτή ως Τεκμήριο 1, μέσα από την οποία αναφέρει ότι παρέλαβε από τον παραπονούμενο 3 ακτινογραφίες κατόπιν ακτινολογικού ελέγχου που του έγινε στις 28.02.10, οι οποίες κατατέθηκαν στην παρούσα υπόθεση ως Τεκμήρια 2Α, 2Β και 2Γ. Είναι ακόμη αυτός που στις 28.02.10 κατηγόρησε τον κατηγορούμενο σε γραπτό έντυπο την κατηγορία που αντιμετωπίζει στο παρόν κατηγορητήριο, το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Επίσης, ο εν λόγω μάρτυρας κατάθεσε την ιατρική αναφορά ημερομηνίας 28.02.10 ως Τεκμήριο 3, τη γραπτή κατάθεση που ο παραπονούμενος έδωσε στην αστυνομία στις 28.02.10 ως Τεκμήριο 4 και την ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου ημερομηνίας 28.02.10 ως Τεκμήριο
- Στο Τεκμήριο 3 γίνεται ιατρική αναφορά για κάκωση δεξιάς πηχαιοκαρπικής του παραπονούμενου και ότι ο ακτινολογικός έλεγχος που του έγινε εντόπισε δύο κατάγματα κερκίδος και σκαφοειδούς, για τα οποία τοποθετήθηκε νάρθηκας στον παραπονούμενο και με τον ίδιο να παραπέμπεται σε ορθοπεδικό. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 4, η οικία του παραπονούμενου βρίσκεται ακριβώς απέναντι από την ψαροταβέρνα 'Τυρίμος'. Στις 27.02.10 και περί ώρα 22:00, ενώ ο παραπονούμενος οδηγούσε το όχημα της μητέρας του με αριθμούς εγγραφής HPB 794 μάρκας Nissan Pulsar πρόσεξε ότι ένα όχημα τύπου σαλούν ασημένιου χρώματος, ο οδηγός του οποίου ήταν πελάτης της προαναφερόμενης ψαροταβέρνας, είχε φράξει την είσοδο της οικίας του. Ο παραπονούμενος στάθμευσε πίσω του και κόρναρε έτσι ώστε να ακούσει ο οδηγός του εν λόγω οχήματος και να έλθει να το μετακινήσει. Επειδή ουδείς ήλθε μετά πάροδο 5 λεπτών, ο παραπονούμενος μετέβηκε στην ψαροταβέρνα για να εντοπίσει τον οδηγό του άλλου οχήματος. Μπαίνοντας μέσα στην ψαροταβέρνα ανάφερε σ' ένα από τους σερβιτόρους το σκοπό της επίσκεψης του. Εκείνη τη στιγμή ήλθε ο κατηγορούμενος που είναι ο υιός του ιδιοκτήτη της ψαροταβέρνας 'Τυρίμος' και τον έσπρωξε με τα δύο χέρια του λέγοντας του "Φύγε από εδώ ναρκομανή αλκοολικέ." Από το σπρώξιμο ο κατηγορούμενος έπεσε κάτω κτυπώντας στο δεξί του χέρι και στην πλάτη του. Ακολούθως, σηκώθηκε, εξήλθε του εστιατορίου και κατευθύνθηκε προς το όχημα που οδηγούσε. Τότε ήλθε ένα άσπρο τζιπ στο οποίο επέβαιναν δύο άνδρες με πολιτική περιβολή, για τους οποίους ο κατηγορούμενος είχε την υποψία ότι ήταν αστυνομικοί. Στην παρουσία του αδελφού του παραπονούμενου ο ένας εκ των δύο ανδρών του πήρε τα κλειδιά του οχήματος και αφού μετακίνησε το όχημα του επέστρεψε τα κλειδιά. Παράλληλα, ο παραπονούμενος πρόσεξε ότι ένας από τους σερβιτόρους της ψαροταβέρνας πήρε μια τσάντα που περιείχε κάτι μέσα και την έδωσε στους δύο άνδρες του άσπρου τζιπ. Στη συνέχεια ο παραπονούμενος μετέβηκε στην οικία του, τύλιξε το χέρι του με μία πετσέτα παγωμένη και πήγε για ύπνο. Την επόμενη ημέρα και περί ώρα 11:00 π.μ., λόγω του ότι οι πόνοι που ένιωθε είχαν αυξηθεί, μετέβηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου όπου εκεί μετά από ακτινολογικό έλεγχο πληροφορήθηκε ότι είχε κάταγμα στο χέρι. Ο παραπονούμενος θεωρεί ότι το κάταγμα αυτό προκλήθηκε από την πτώση του στο έδαφος εντός του εστιατορίου 'Τυρίμος'. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 ανάφερε, ανάμεσα σ' άλλα, ότι στις 05.03.10 που ο παραπονούμενος του έδωσε τις ακτινογραφίες το χέρι του ήταν δεμένο. Επίσης κατά την αντεξέταση του ο ΜΚ1 παρουσίασε τις πιο κάτω γραπτές καταθέσεις που τα ακόλουθα πρόσωπα έδωσαν στην αστυνομία στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης αυτής: (α) Κατάθεση αστυφύλακα 1286 Άνθιμου Δημητρίου ημερομηνίας 30.05.10 που ήταν ένα από τα δύο άτομα που μετέβησαν στη σκηνή και μετακίνησαν το όχημα του παραπονούμενου, ως Τεκμήριο
- (β) Κατάθεση αστυφύλακα 2291 Δ. Παπαευαγόρου ημερομηνίας 10.05.10 που ήταν το δεύτερο από τα δύο άτομα που μετέβησαν στη σκηνή και μετακίνησαν το όχημα του παραπονούμενου, ως Τεκμήριο
- (γ) Κατάθεση Ολυμπίας Παυλίδου ημερομηνίας 03.05.10 που ήταν θαμώνας στο εν λόγω εστιατόριο τη στιγμή του επιδίκου επεισοδίου, ως Τεκμήριο
- (δ) Κατάθεση Αντρέα Χριστοδούλου ημερομηνίας 22.03.10 που ήταν θαμώνας στο εν λόγω εστιατόριο τη στιγμή του επιδίκου επεισοδίου, ως Τεκμήριο
- (δ) Κατάθεση Παναγιώτη Πολυβίου ημερομηνίας 10.03.10 που εργαζόταν σαν σερβιτόρος στο εν λόγω εστιατόριο το βράδυ του επιδίκου επεισοδίου, ως Τεκμήριο
- (ε) Κατάθεση Αντρέα Σιήκκη ημερομηνίας 23.03.10 που ήταν θαμώνας στο εν λόγω εστιατόριο τη στιγμή του επιδίκου επεισοδίου, ως Τεκμήριο
- (στ) Κατάθεση Χρίστου Ελάπιτ ημερομηνίας 08.03.10 που εργαζόταν σαν σερβιτόρος στο εν λόγω εστιατόριο το βράδυ του επιδίκου επεισοδίου, ως Τεκμήριο
- Δεν σκοπεύω να καταγράψω το περιεχόμενο των πιο πάνω καταθέσεων καθότι δεν θεωρώ ότι κάτι τέτοιο είναι χρήσιμο ή εξυπηρετεί οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Ωστόσο στα πλαίσια αξιολόγησης της προσκομισθείσας μαρτυρίας εάν και εφόσον κριθεί αναγκαίο εκεί και όπου πρέπει θα προβώ σε σχολιασμό οποιασδήποτε από αυτές. Η ΜΚ2, Δρ. Άντρη Χ'Μιτσή, είναι ιατρός στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, η οποία αφού υιοθέτησε το Τεκμήριο 3 ως μέρος της κυρίως εξέτασης της και μετά που τις υποδείχτηκαν τα Τεκμήρια 2Α, 2Β και 2Γ που είναι οι 3 ακτινογραφίες του παραπονούμενου ως αποτέλεσμα ακτινολογικού ελέγχου που αυτός είχε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου στις 28.02.10, σημείωσε πως από το Τεκμήριο 2Β παρατηρεί την ύπαρξη σκαφοειδούς κατάγματος ενώ από το Τεκμήριο 2Γ παρατηρεί την ύπαρξη κατάγματος της κερκίδος που εξήγησε ότι είναι το οστό της πηχαιοκαρπικής που συνεχίζει με τον αντίχειρα. Αντεξεταζόμενη η ΜΚ2 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως παρέπεμψε τον παραπονούμενο να εξεταστεί από ορθοπεδικό μετά που του έγινε ακτινολογικός έλεγχος. Περαιτέρω, η εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι εκτός από τα δύο κατάγματα δεν υπήρχαν άλλες εξωτερικές κακώσεις. Σε σχέση με τα κατάγματα, αυτό της κερκίδος μπορεί να ήταν και ρωγμώδες ενώ το σκαφοειδές είναι μη μετατοπισμένο κάταγμα. Κατόπιν σχετικής ερώτησης, η ΜΚ2 δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει με ακρίβεια το χρόνο που έγιναν τα κατάγματα. Ωστόσο απέκλεισε το ενδεχόμενο τα κατάγματα να είχαν γίνει ένα μήνα πριν από τον ακτινολογικό έλεγχο επειδή στις ακτινογραφίες θα φαινόταν η ασβεστοποίηση των παλαιών καταγμάτων. Αν όμως τα κατάγματα έγιναν 3, 4 ή 5 ημέρες πριν από τον ακτινολογικό έλεγχο τέτοια αλλοίωση ασβεστοποίησης δεν θα φαινόταν στις ακτινογραφίες. Αν επίσης υπήρχαν εκδορές και μώλωπες στην πλάτη ή σημάδια στην παλάμη του παραπονούμενου θα τα κατέγραφε στο Τεκμήριο
- Ακόμη στη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι όταν κάποιος σπρωχτεί από πίσω και πέσει μπροστά με τα χέρια είναι αδύνατο να κτυπήσει στην πλάτη η ΜΚ2 δήλωσε ότι αυτό εξαρτάται από τη βία με την οποία θα σπρωχτεί. Ο παραπονούμενος, David Smola (ΜΚ3) στην κυρίως εξέταση του υιοθέτησε την γραπτή κατάθεση του στην αστυνομία (Τεκμήριο 4) με τη διόρθωση ότι το όνομα Γίτκα Χαραλάμπους που αναφέρεται είναι η μητέρα του και όχι η σύζυγος του όπως εκ παραδρομής αναφέρεται. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ3 ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι η οικία στην οποία διαμένει βρίσκεται στην οδό Αγαπήνωρος αρ.60 στην Κάτω Πάφο απέναντι από την ψαροταβέρνα 'Τυρίμος' σε κτίριο όπου στο ισόγειο υπάρχουν καταστήματα και από πάνω υπάρχουν δωμάτια. Για να μεταβεί στην οικία του χρησιμοποιεί σιδερένια γυριστή σκάλα που βρίσκεται εσωτερικά του κτιρίου. Δίπλα από το κτίριο υπάρχει χωράφι που είναι σαν αυλή, ανήκει στο κτίριο που ο παραπονούμενος μένει και χρησιμοποιείται ως χώρος στάθμευσης. Η είσοδος στα καταστήματα είναι στο δρόμο, το δε αυτοκίνητο που εμπόδιζε την ημέρα του περιστατικού βρισκόταν μέσα στην είσοδο που οδηγεί στην αυλή του κτιρίου. Όπως ο μάρτυρας εξήγησε, την ημέρα του επεισοδίου δεν μπορούσε να εισέλθει με το όχημα της μητέρας του στο προαναφερόμενο χωράφι. Δίδοντας την δική του εκδοχή κατά την αντεξέταση του ο παραπονούμενος είπε όταν έφθασε στο χώρο ήθελε να εισέλθει στο χωράφι αλλά επειδή δεν μπορούσε λόγω του άλλου οχήματος κόρναρε. Το όχημα ήταν μέσα στην είσοδο από την οποία ο παραπονούμενος ήθελε να πάει στο χώρο στάθμευσης κατά τρόπο τέτοιο που δεν μπορούσε να περάσει άλλο όχημα αφού είναι δρόμος της εισόδου είναι για ένα όχημα. Αμέσως είδε ένα σερβιτόρο που στεκόταν στο πεζοδρόμιο τον οποίο και παρακάλεσε ευγενικά αν μπορούσε να μετακινήσει το όχημα αλλά αυτός σήκωσε τους ώμους του και είπε ότι δεν γνωρίζει. Ο παραπονούμενος περίμενε ακόμα λίγο χωρίς αποτέλεσμα και έτσι εξήλθε του οχήματος, μετέβηκε απέναντι στο εστιατόριο και παρακάλεσε ευγενικά άλλους σερβιτόρους. Ξαφνικά ήλθε ο κατηγορούμενος, ο οποίος τον αποκάλεσε αλκοολικό και ναρκομανή και σε κάποια ανύποπτη στιγμή τον έσπρωξε με όλη του τη δύναμη. Συνεπεία του σπρωξίματος έπεσε στο έδαφος και πάνω στο δεξί του χέρι. Τον σήκωσαν δύο σερβιτόροι και στη συνέχεια έφυγε προς το σπίτι του. Ακολούθως, ο παραπονούμενος αρνήθηκε τις υποβολές του συνηγόρου υπεράσπισης ότι το βράδυ του περιστατικού ήταν μεθυσμένος και υπό την επήρεια ουσιών. Ακόμη δήλωσε ότι εξαιτίας του περιστατικού ήταν σοκαρισμένος. Σύμφωνα με τον ΜΚ3, το σπρώξιμο έγινε όχι εκεί που βρίσκεται το μπαρ αλλά σε χώρο που είναι μέρος του εστιατορίου με τέντα νάϋλο στο πλάι κατά τρόπο που το χειμώνα το κλείνουν και το διαχωρίζουν ενώ το καλοκαίρι μετατρέπεται σε ανοικτό χώρο. Στεκόταν 30-40 εκατοστά από την δεύτερη πόρτα που ήταν εσωτερική και ήταν ανοικτή. Όταν ο κατηγορούμενος του είπε ότι ήταν αλκοολικός και ναρκομανής ο ίδιος στεκόταν απέναντι του και στη συνέχεια έκανε λίγο πίσω και μετά γύρισε λίγο. Την στιγμή που ο κατηγορούμενος τον έσπρωξε ο παραπονούμενος έβλεπε δεξιά χωρίς να περιμένει κάτι τέτοιο. Μέχρι που ο κατηγορούμενος τον έσπρωξε, ο παραπονούμενος είχε παραμείνει στο εστιατόριο για 2-3 λεπτά. Μετά το σπρώξιμο σηκώθηκε πάνω και πήγε στο όχημα που εκείνη τη νύχτα οδήγησε και το είχε σταθμεύσει στο δρόμο, όταν είδε τους δύο άνδρες με τα πολιτικά ρούχα με τον ένα από αυτούς να του τραβά τα κλειδιά του αυτοκινήτου από το χέρι μέχρι που του τα πήρε χωρίς να γνωρίζει το λόγο επειδή δεν αντιλαμβανόταν το τι του έλεγε στα ελληνικά. Αυτό, κατά τον μάρτυρα, διήρκησε μόνο για μερικά λεπτά. Εκ των υστέρων έμαθε ότι τα δύο άτομα ήταν υπό κάλυψη αστυνομικοί. Καταθέτοντας μία έγχρωμη φωτογραφία που απεικονίζει την τοποθεσία της οικίας του ως Τεκμήριο 14, ο παραπονούμενος σημείωσε πάνω στο εν λόγω έγγραφο με το σημείο 'Χ1' την τοποθεσία του οχήματος που τη νύκτα του επεισοδίου χρησιμοποίησε. ΜΚ4 ήταν η μητέρα του παραπονούμενου, Γίτκα Χαραλάμπους, η οποία στην κυρίως εξέταση της αφού αναγνώρισε την γραπτή κατάθεση της που έδωσε στην αστυνομία στις 29.05.10, η οποία κατατέθηκε στην παρούσα διαδικασία ως Τεκμήριο 15, υπέδειξε τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που έσπρωξε τον υιό της και παραπονούμενο στην υπόθεση και, όπως αυτός της είπε, ήταν ο ιδιοκτήτης της ψαροταβέρνας απέναντι από την οικία της. Με βάση το Τεκμήριο 14, στις 28.02.10 και γύρω στο μεσημέρι η ΜΚ4 πληροφορήθηκε ότι ο υιός της David Smola είχε κτυπήσει στο χέρι. Όταν τον είδε πονούσε το δεξί του χέρι και της είπε ότι το βράδυ της προηγούμενης ημέρας τον έσπρωξε ο Χρήστος που είχε την ψαροταβέρνα απέναντι από την οικία της με αποτέλεσμα να πέσει στο έδαφος και να κτυπήσει στο χέρι. Αμέσως μετέφερε τον παραπονούμενο στο αστυνομικό τμήμα μικροπαραβάσεων όπου εκεί τους έδωσαν ένα χαρτί και από εκεί πήγαν στις πρώτες βοήθειες του στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου. Εκεί οι ιατροί διαπίστωσαν ότι το χέρι του παραπονούμενου ήταν σπασμένο. Ακολούθως, η εν λόγω μάρτυρας μετέφερε τον υιό της στην αστυνομία όπου και προέβηκε σε καταγγελία εναντίον του κατηγορουμένου. Αντεξεταζόμενη η ΜΚ4 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, ότι ο παραπονούμενος δεν είναι ούτε αλκοολικός και ούτε ναρκομανής. Επίσης, η εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι στο ποσό που πλήρωνε για την ενοικίαση του κτιρίου περιλαμβανόταν και το χωράφι, η ενοικίαση του οποίου εξυπακουόταν. Όπως η ΜΚ4 δήλωσε, η ίδια ενοικίαζε δύο καταστήματα ενώ το τρίτο κατάστημα ενοικιαζόταν από τον σύζυγο της. Σε σχέση με αυτό κατατέθηκε ως Τεκμήριο 15 ενοικιαστήριο έγγραφο ημερομηνίας 07.01.01 των δύο καταστημάτων που η ΜΚ4 ενοικίαζε από την ιδιοκτήτρια του τεμαχίου. Ο κατηγορούμενος στη κυρίως εξέταση του αφού αναγνώρισε τη γραπτή κατάθεση του που έδωσε στην αστυνομία στις 28.02.10, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, την κατάθεσε στα πλαίσια της διαδικασίας αυτής ως Τεκμήριο
- Σύμφωνα με το Τεκμήριο 5, ο κατηγορούμενος είναι ο ιδιοκτήτης της ψαροταβέρνας 'Τυρίμος', η οποία βρίσκεται στην οδό Αγαπήνωρος αρ.71 στην Κάτω Πάφο. Στις 27.02.10 μεταξύ των ωρών 21:30-22:30 ήλθε στο εστιατόριο του ο παραπονούμενος που είναι γείτονας του και άρχισε να φωνάζει τη στιγμή που το κέντρο ήταν γεμάτο από πελάτες. Ο κατηγορούμενος τον πλησίασε και αφού του σύστησε να μην φωνάζει μέσα στο εστιατόριο τον ρώτησε τι συμβαίνει. Ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε ότι το πρόβλημα ήταν ένα αυτοκίνητο σταθμευμένο σε χωράφι απέναντι από το εστιατόριο που ενοικιάζει ο πατριός του παραπονούμενου και που εμπόδιζε. Ο κατηγορούμενος του είπε να εξέλθουν του εστιατορίου, πράγμα που έγινε, με τον παραπονούμενο να του υποδεικνύει το όχημα που εμπόδιζε. Ο κατηγορούμενος κατάλαβε ότι το όχημα εκείνο ανήκε σε κάποιο από τους θαμώνες του κέντρου του και για το λόγο αυτό εισήλθε εντός του εστιατορίου του λέγοντας στους υπαλλήλους του να εντοπίσουν τον οδηγό του οχήματος που εμπόδιζε. Στη συνέχεια, ο οδηγός του εν λόγω οχήματος εντοπίστηκε και κατευθύνθηκε προς το απέναντι χωράφι με σκοπό να μετακινήσει το όχημα του. Ο κατηγορούμενος ακόμη πρόσεξε ότι μετά πάροδο μερικών λεπτών ότι ο πιο πάνω πελάτης του κέντρου βρισκόταν στην είσοδο του χωραφιού και συζητούσε με τον παραπονούμενο, ο οποίος είχε σταθμεύσει το όχημα που οδηγούσε στην είσοδο του εν λόγω χωραφιού. Ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε ότι ο παραπονούμενος ήταν μεθυσμένος από τον τρόπο που περπατούσε, από την ομιλία του και από τη μυρωδιά του και ως αποτέλεσμα αυτού ειδοποίησε την αστυνομία. Σπεύδοντας στην είσοδο του χωραφιού όπου βρισκόταν ο πελάτης του εστιατορίου του και συνομιλούσε με τον παραπονούμενο, ο κατηγορούμενος άκουσε τον θαμώνα να απολογείται στον παραπονούμενο και τότε ο κατηγορούμενος είπε στον πελάτη του ότι είχε ειδοποιηθεί η αστυνομία. Στο μέρος εκεί παρών ήταν και ο αδελφός του παραπονούμενου που και αυτός ήταν μεθυσμένος. Επειδή ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε ότι ο παραπονούμενος σκόπευε να μην μετακινήσει το όχημα του, επέστρεψε στην στο εστιατόριο του και επικοινώνησε εκ νέου με την αστυνομία, δύο μέλη της οποίας ήλθαν στο μέρος μετά πάροδο 10 λεπτών. Αφού ο κατηγορούμενος εξήγησε στους αστυνομικούς τι συνέβαινε, οι τελευταίο πλησίασαν τον κατηγορούμενο και του ζήτησαν να το μετακινήσει αλλά αυτός δεν το μετακινούσε. Τότε ένας εκ των αστυνομικών ζήτησε να έχει τα κλειδιά του οχήματος του παραπονούμενου και ο τελευταίος του τα έδωσε οπότε και το μετακίνησε. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος εισήλθε στο εστιατόριο του και δεν είδε ξανά τον παραπονούμενο ή τον αδελφό του. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, ουδέποτε ο ίδιος κτύπησε τον παραπονούμενο τόσο εντός όσο και εκτός του εστιατορίου του. Τη θέση ότι ο παραπονούμενος στο επίδικο επεισόδιο ήταν υπό την επήρεια εξαρτησιογόνων ουσιών μετέφερε στον πατριό του παραπονούμενου ο κατηγορούμενος στις 28.02.10 και μεταξύ των ωρών 14:00-14:30 κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας που είχαν, ο οποίος όμως απέρριψε κατηγορηματικά το ενδεχόμενο αυτό. Περαιτέρω, στην κυρίως εξέταση του ο κατηγορούμενος αφού επανέλαβε την εκδοχή του ως προς τι ακριβώς συνέβηκε την νύκτα του επεισοδίου ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι για περίοδο 15 λεπτών περίπου μετά που εντοπίστηκε ο πελάτης που το όχημα του εμπόδιζε το εν λόγω άτομο βρισκόταν ακόμη έξω και αφού ο κατηγορούμενος πήγε να δει τι συμβαίνει διαπίστωσε ότι ο παραπονούμενος είχε φράξει την έξοδο του χωραφιού βάζοντας το όχημα του κοντά σ' αυτή. Επειδή φοβόταν μήπως ο πελάτης εμπλακεί σε καβγά με τον μεθυσμένο παραπονούμενο ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε δύο φορές στην αστυνομία, οι οποίοι τελικά κατέφθασαν στο μέρος ένστολοι με το ψηλό όχημα τύπου Patrol που είχε τα διακριτικά της αστυνομίας. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος δήλωσε κατηγορηματικά ότι δεν έσπρωξε ή κτύπησε τον παραπονούμενο. Επειδή το επίδικο βράδυ υπήρχαν επίσημοι στο εστιατόριο σε καμία περίπτωση δεν επιθυμούσαν να δημιουργήσουν φασαρία με τον παραπονούμενο ή με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Αφού του υποδείχτηκε το Τεκμήριο 14, ο κατηγορούμενος είπε ότι επρόκειτο για το κτίριο στο οποίο το μαγαζί του παραπονούμενου βρισκόταν στο ισόγειο, από πάνω βρίσκεται το μεσοπάτωμα όπου ο παραπονούμενος διαμένει, αριστερά είναι ο κήπος του προαναφερόμενου μαγαζιού ενώ μετά είναι ο δρόμος του χωραφιού που οδηγεί σε οικία που βρίσκεται πίσω από τη φωτογραφία και διαμένει εκεί κάποιος Μάκης. Καταλήγοντας, ο κατηγορούμενος απέρριψε το σημείο 'Χ1' ως τη θέση που ο παραπονούμενος στάθμευσε το όχημα του, την οποία ο ίδιος προσδιόρισε με το σημείο 'Ψ' που τοποθέτησε επί του Τεκμηρίου 1, λέγοντας ότι το όχημα του παραπονούμενου ήταν σταθμευμένο κατά μήκος του χώρου φράσσοντας έτσι την είσοδο του χωραφιού. Αντεξεταζόμενος ο κατηγορούμενος δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, ότι τον πελάτη που το όχημα του ο παραπονούμενος θεωρούσε ότι εμπόδιζε τον γνωρίζει μόνο φυσιογνωμικά και έκτοτε δεν επισκέφτηκε ξανά το εστιατόριο του. Επανέλαβε δε τη θέση του ότι τη νύκτα του επεισοδίου ο παραπονούμενος ήταν μεθυσμένος και κάτω από την επήρεια εξαρτησιογόνων ουσιών αφού περπατούσε και μιλούσε κάτω από τέτοια χρήση ενώ μύριζε και ποτό. Όπως εξήγησε ο κατηγορούμενος, ο λόγος που τηλεφώνησε ήταν γα να μην ξεσπάσει καβγάς μεταξύ του πελάτη του και του παραπονούμενου, οι οποίοι εκείνη τη στιγμή μιλούσαν δυνατά στην είσοδο του χωραφιού. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος απέρριψε κατηγορηματικά τη θέση ότι ο ίδιος δεν ειδοποίησε την αστυνομία αλλά ότι τα μέλη της βρέθηκαν τυχαία εκεί για να αγοράσουν φαγητό λέγοντας ότι ειδοποίησε 2 φορές την αστυνομία προκαλώντας μάλιστα το θυμό του αξιωματικού υπηρεσίας. Ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι η πιο πάνω θέση του εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής δεν ευσταθεί για τον επιπλέον λόγο ότι για παραλαβή φαγητού ή ακόμη για κατ' οίκον διανομή φαγητού υπεύθυνο είναι το δεύτερο κατάστημα που διαθέτει εδώ και 9 χρόνια κοντά στο Δικαστήριο. Επανέλαβε ακόμη μια φορά ότι δεν επιτέθηκε στον παραπονούμενο και δεν του προκάλεσε βαριά σωματική βλάβη διότι πρώτο ουδέποτε στη ζωή του εμπλάκηκε σε καβγά και δεύτερο εκείνη τη νύχτα λόγω των επισήμων δεν θα άφηνε να δημιουργηθεί στο χώρο του εστιατορίου οποιοδήποτε επεισόδιο είτε από τον ίδιο είτε από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Ο κατηγορούμενος δεν κατάγγειλε στην αστυνομία θέμα πρόκλησης ανησυχίας από μέρους του παραπονούμενου στο εστιατόριο όταν κατ' ισχυρισμό εισήλθε σ' αυτό ουρλιάζοντας και φωνάζοντας επειδή θεώρησε το ζήτημα αυτό λήξαν. Ακόμη ο κατηγορούμενος απέρριψε τη θέση του εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής ότι ουδέποτε ο παραπονούμενος είχε φράξει την είσοδο του χωραφιού λέγοντας ότι αν δεν είχε πράξει κάτι τέτοιο δεν θα πήγαιναν οι αστυνομικοί να του πάρουν τα κλειδιά και να μετακινήσουν οι ίδιοι το αυτοκίνητο του παραπονούμενου. ΜΥ1 ήταν ο αστυφύλακας 1287 Άνθιμος Δημητρίου, ο οποίος αφού αναγνώρισε την γραπτή κατάθεση του ημερομηνίας 30.05.10, υιοθέτησε το περιεχόμενο της (Τεκμήριο 7). Μέσα από το Τεκμήριο 7 ο εν λόγω μάρτυρας αναφέρει ότι στις 27.02.10 και ώρα 22:00 ενώ βρισκόταν ένστολος σε μηχανοκίνητη περιπολία μαζί με τον αστυφύλακα 2291 με το αστυνομικό όχημα με αριθμούς εγγραφής KSB 669 στην Κάτω Πάφο έλαβαν κλήση να μεταβούν στην ταβέρνα 'Τυρίμος' λόγω κάποιου επεισοδίου. Καθοδόν προς το μέρος ο αστυφύλακας 2291 συνομίλησε τηλεφωνικώς με τον ιδιοκτήτη της προαναφερόμενης ταβέρνας, ο οποίος του εξήγησε τι συνέβαινε. Μετά το τέλος της τηλεφωνικής επικοινωνίας, ο αστυφύλακας 2291 ανάφερε στον ΜΥ1 ότι κάποιος μεθυσμένος προκαλούσε ανησυχία και εμπόδιζε με το όχημα του άλλο αυτοκίνητο να εξέλθει από χώρο στάθμευσης. Φθάνοντας στο χώρο συνάντησαν ένα άνδρα να στέκεται έξω από το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής HPB 794, το οποίο εμπόδιζε άλλο αυτοκίνητο να εξέλθει από χώρο στάθμευσης. Για 20 λεπτά προσπαθούσαν να πείσουν τον παραπονούμενο να μετακινήσει το όχημα του χωρίς αποτέλεσμα. Τελικά ο παραπονούμενος έδωσε τα κλειδιά του αυτοκινήτου του στον αστυφύλακα 2291 για να μετακινήσει το αυτοκίνητο του, πράγμα που έπραξε. Ο εν λόγω μάρτυρας αντιλήφθηκε τόσο από τις κινήσεις του παραπονούμενου όσο και από την αναπνοή του που μύριζε έντονα αλκοόλ ότι ο παραπονούμενος ήταν μεθυσμένος. Μετά την μετακίνηση του οχήματος, ο ΜΥ1 μαζί με το συνάδελφο του αποχώρησαν από το μέρος. Σύμφωνα με τον ΜΥ1, όση ώρα βρισκόταν στο μέρος ο παραπονούμενος δεν τσακώθηκε με οποιοδήποτε άτομο, δεν έφερε κάποιο τραύμα αλλά ούτε και τους παραπονέθηκε να είχε κτυπηθεί προηγουμένως. Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ1 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, ότι δεν θυμάται αν σύνταξε το Τεκμήριο 7 στις 30.05.10 ή την ημέρα του επιδίκου επεισοδίου. Ως προς το πώς έμαθε το όνομα του παραπονούμενου, ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι του το είπε ο συνάδελφος του χωρίς όμως να γνωρίζει ποιος του το είπε. Περαιτέρω, ο μάρτυρας αρνήθηκε ότι το επίδικο βράδυ ο ίδιος και ο συνάδελφος του έλαβαν από την ταβέρνα τσάντα με φαγητό λέγοντας ότι ο ίδιος φέρνει πάντοτε μαζί του φαγητό που το ετοιμάζει η σύζυγος του ενώ ο συνάδελφος του εκμεταλλευόταν την ½ ώρα ανάπαυση που δικαιούται στην εργασία για να πηγαίνει στην οικία του στην Πάφο και να παίρνει το φαγητό του. Τελικές Αγορεύσεις: Στην τελική αγόρευση του ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία που προσκομίστηκε είναι ικανοποιητική και ότι στη βάση αυτής η κατηγορούσα αρχή απέδειξε ην υπόθεση της εναντίον του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Στη βάση αυτών, ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής κάλεσε το Δικαστήριο να κρίνει τον κατηγορούμενο ένοχο στην κατηγορία του κατηγορητηρίου. Αντίθετα, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης δήλωσε πως η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχή πρέπει να κριθεί αναξιόπιστη και αντιφατική σε αντίθεση με τον κατηγορούμενο που ήταν σταθερός και η μαρτυρία του οποίου θα πρέπει να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Επί του θέματος αυτού ο κύριος Φιλίππου άντλησε διάφορα παραδείγματα μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία των μαρτύρων της κατηγορούσας αρχής που κατά ην άποψη του υποστηρίζουν την πιο πάνω θέση του. Με αυτά τα δεδομένα, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως εισηγήθηκε την αθώωση και απαλλαγή του κατηγορουμένου από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Στο σημείο αυτό κρίνω χρήσιμο να επισημάνω ότι το επίδικο επεισόδιο αποτελείται από δύο φάσεις. Η πρώτη φάση είναι αυτή που καλύπτει τα γεγονότα από την άφιξη του παραπονούμενου κοντά στην είσοδο του χωραφιού καθώς και ότι εκτυλίχτηκε εντός του εστιατορίου και η δεύτερη φάση είναι αυτή που περιλαμβάνει τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν εκτός του κέντρου και στην είσοδο του χωραφιού. Είναι με αυτό το πρίσμα που θα αντικριστεί το περιστατικό αυτό μέσα από την αξιολόγηση όλης της προσαχθείσας μαρτυρίας. Η μαρτυρία του ΜΚ1 ήταν διαδικαστικής φύσεως αφού εστιάζεται στην καταγραφή της καταγγελίας του παραπονούμενου και παραλαβή από αυτόν 3 ακτινογραφίες που ο τελευταίος εξασφάλισε από το Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, στη λήψη καταθέσεων από άτομα που ισχυρίστηκαν ότι ήταν αυτόπτες μάρτυρες του επίδικου περιστατικού, στη λήψη ανακριτικής κατάθεσης από τον κατηγορούμενο καθώς και στο γεγονός ότι κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο με την κατηγορία του παρόντος κατηγορητηρίου. Οι ενέργειες του αυτές δεν αμφισβητήθηκαν από τον κατηγορούμενο. Κάτω από αυτά τα δεδομένα αποδέχομαι ως αληθή και αξιόπιστη την μαρτυρία του ΜΚ1 υπό την ιδιότητα του αστυνομικού εξεταστή της υπόθεσης που περιστρέφεται γύρω από τις αναντίλεκτες ενέργειες που αυτός έκαμε στα πλαίσια διερεύνησης αυτής της υπόθεσης περιλαμβανομένου της γραπτής κατάθεσης του που είναι το Τεκμήριο 1. Επίσης, κατόπιν αξιολόγησης του, αποδέχομαι το Τεκμήριο 6, που είναι η γραπτή κατηγορία προς τον κατηγορούμενο ως αδιαμφισβήτητη ενέργεια που έγινε από μέρους του μάρτυρα αυτού. Σε σχέση με τα Τεκμήρια 9 μέχρι 13 που είναι οι γραπτές καταθέσεις που έδωσαν στην αστυνομία οι αυτόπτες μάρτυρες του περιστατικού Ολυμπία Παυλίδου (θαμώνας εστιατορίου 'Τυρίμος'), Αντρέας Χριστοδούλου (πελάτης ψαροταβέρνας 'Τυρίμος'), Παναγιώτης Πολυβίου (σερβιτόρος εστιατορίου 'Τυρίμος'), Αντρέας Σιήκκης (πελάτης ψαροταβέρνας 'Τυρίμος') και Χρίστος Ελάπιτ (σερβιτόρος εστιατορίου 'Τυρίμος'), παρατηρώ ότι ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής επιφύλαξε το δικαίωμα του να ζητήσει την κλήση των προσώπων αυτών για αντεξέταση τους καθότι δεν αποδεχόταν το περιεχόμενο τους, χωρίς όμως να το πράξει προτού η υπεράσπιση κλείσει την υπόθεση της (άρθρο 26 Κεφ.9). Ούτε όμως η υπεράσπιση προέβηκε στην κλήση οποιουδήποτε προσώπου, το όνομα του οποίου εμφανίζεται στις εν λόγω γραπτές καταθέσεις. Οι εν λόγω καταθέσεις βρίσκονταν στην κατοχή του εξεταστή της υπόθεσης (ΜΚ1), εξ' ου και η παρουσίαση τους στο Δικαστήριο. Η δε μαρτυρία που περιέχεται στα Τεκμήρια 9 μέχρι 13 είναι εξ' ακοής. Οι εν λόγω γραπτές καταθέσεις βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, το οποίο και ασφαλώς δεν αποκλείει την αξιολόγηση τους απλώς και μόνο επειδή είναι εξ' ακοής μαρτυρία (άρθρο 24
(1)Κεφ.9). Αντίθετα, το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση της στη βάση των παραμέτρων που θέτει κατά τρόπο μη εξαντλητικό το άρθρο 27 του Κεφ.
- Με δεδομένο ότι η κατηγορούσα αρχή αμφισβητεί την αλήθεια και αξιοπιστία του περιεχομένου των εν λόγω εγγράφων και λαμβάνοντας υπόψη τους προαναφερόμενους παράγοντες αξιολόγησης αναφέρω τα εξής: (α) Παρόλο ότι ήταν εύλογο και εφικτό η υπεράσπιση να είχε κλητεύσει τα άτομα των Τεκμηρίων 9 μέχρι 13, εντούτοις αυτό δεν έγινε χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε δικαιολογία γι' αυτό. (β) Η μη προσαγωγή των πιο πάνω ατόμων ως μάρτυρες υπεράσπισης και να υποστούν τη βάσανο της αντεξέτασης στέρησε από την κατηγορούσα αρχή τη δυνατότητα να θέσει τις δικές της τοποθετήσεις και συνάμα να αντικρούσει τις θέσεις που η υπεράσπιση προώθησε, δια του δικαιώματος της αντεξέτασης. Στη βάση αυτών το Δικαστήριο δεν προσδίδει οποιαδήποτε βαρύτητα στο περιεχόμενο των Τεκμηρίων 9 μέχρι
- Παράλληλα, έχοντας υπόψη ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος αποφάσισε την τελευταία στιγμή να μην χρησιμοποιήσει ως μάρτυρα υπεράσπισης τον αστυφύλακα 2291 Δ. Παπαευαγόρου, τα όσα ανάφερα για τα Τεκμήρια 9 μέχρι 13 ισχύουν και για το Τεκμήριο 8 που είναι η γραπτή κατάθεση του αστυφύλακα. Κατά συνέπεια, προσδίδω μηδενική βαρύτητα στο περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου. Η ΜΚ2 έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Έδωσε σαφείς και επιστημονικά τεκμηριωμένες απαντήσεις στις ερωτήσεις που της υπεβλήθηκαν περιοριζόμενη πάντοτε στον τομέα της ειδικότητας της αλλά και στα γεγονότα που η ίδια βίωσε προσωπικά. Ολόκληρη η μαρτυρία της παρέμεινε αναντίλεκτη. Στη βάση αυτών, αποδέχομαι την μαρτυρία της στο βαθμό και την έκταση που ήταν διαφωτιστική για το Δικαστήριο. Μαζί με αυτά αποδέχομαι και τα Τεκμήρια 2Α, 2Β, 2Γ και 3, τα οποία αποτελούν μέρος της μαρτυρίας της που δεν έχει αμφισβητηθεί από τον κατηγορούμενο. Συγκεκριμένα, ανάμεσα σ' άλλα, αποδέχομαι ότι στις 28.02.10 η ΜΚ2 εξέτασε τον παραπονούμενο και κατόπιν ακτινολογικού ελέγχου διαπίστωσε μη μετατοπισμένο σκαφοειδές κάταγμα μέσα από την ακτινογραφία Τεκμήριο 2Β καθώς μέσα από την ακτινογραφία Τεκμήριο 2Γ κάταγμα κερκίδος που είναι το οστό της πηχαιοκαρπικής που συνεχίζει με τον αντίχειρα. Δέχομαι ακόμη ότι μετά που του έγινε ακτινολογικός έλεγχος ο παραπονούμενος παραπέμφθηκε για εξέταση σε ορθοπεδικό χωρίς να υπήρχαν εκδορές και μώλωπες στην πλάτη ή σημάδια στην παλάμη του παραπονούμενου ή οποιεσδήποτε άλλες εξωτερικές κακώσεις. Για τον ακριβή προσδιορισμό του χρόνου που έγιναν τα κατάγματα, ορθά κατά την ταπεινή μου γνώμη η μάρτυρας, ένεκα της ειδικότητα της, αδυνατεί να καθορίσει κάτι τέτοιο. Βέβαια δεν παραγνωρίζω την επιστημονικά τεκμηριωμένη θέση της ΜΚ2 ότι αποκλείεται η περίπτωση όπου τα κατάγματα να είχαν γίνει ένα μήνα πριν από τον ακτινολογικό έλεγχο επειδή η ασβεστοποίηση των παλαιών καταγμάτων είναι εμφανής στις ακτινογραφίες. Στην παρούσα υπόθεση κάτι τέτοιο δεν έχει εντοπιστεί από την ΜΚ2 μέσα από τις σχετικές ακτινογραφίες (Τεκμήρια 2Α, 2Β και 2Γ) και ως εκ τούτου προκύπτει ότι τα κατάγματα δεν είναι παλαιά υπό την εξήγηση που δόθηκε από την εν λόγω μάρτυρα, την οποία και αποδέχομαι. Από την άλλη, δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι αν τα κατάγματα έγιναν 3, 4 ή 5 ημέρες πριν από τον ακτινολογικό έλεγχο τέτοια αλλοίωση ασβεστοποίησης δεν θα φαινόταν στις ακτινογραφίες. Η ιατρική μαρτυρία σε τέτοιες υποθέσεις είναι πολύ ζωτικής σημασίας. Αποτελεί και πραγματική μαρτυρία η οποία συνιστά αξιόπιστο βοήθημα και σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων (Σοφοκλή ν. Λεωνίδου
(1993)1 Α.Α.Δ. 1003, Knell ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51 και Γεωργίου v. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 439). Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει ιατρική μαρτυρία που να προσδιορίζει με σαφήνεια ότι τα κατάγματα προκλήθηκαν την ημέρα του κατ' ισχυρισμό αδικήματος, ένα σημαντικό στοιχείο που χρήζει αξιολόγησης υπό το φως της εκδοχής του κατηγορούμενου που είναι ότι δεν κτύπησε και ούτε έσπρωξε τον παραπονούμενο τόσο εντός όσο και εκτός του εστιατορίου του. Προεκτείνοντας τη θέση αυτή διαπιστώνω ότι δεν υπάρχει καν ιατρική μαρτυρία που να καθορίζει με ακρίβεια το χρόνο πρόκλησης των καταγμάτων. Ούτε υπάρχει ιατρική μαρτυρία που να εξηγεί πως μπορεί να δημιουργηθούν τέτοιου είδους και μορφές καταγμάτων με αυτά που η ΜΚ2 εντόπισε στον παραπονούμενο έτσι ώστε να είναι εφικτή η συσχέτιση τέτοιας μαρτυρίας με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής. Η μαρτυρία της ΜΚ4 δεν είναι ουσιαστικής φύσεως καθότι δεν ασχολείται με τα ουσιώδη γεγονότα τη υπόθεσης αλλά με επιμέρους πτυχές της. Τα μεμονωμένα στοιχεία που σχετίζονται με την ουσία της κατηγορίας προέρχονται από ενημέρωση που έτυχε από τον παραπονούμενο και ως εκ τούτου η μαρτυρία του παραπονούμενου ως ΜΚ3 καθιστά την πτυχή αυτής της μαρτυρίας της άνευ σημασίας και συνεπώς μηδενικής βαρύτητας. Ως μάρτυρας η ΜΚ4 ήταν ειλικρινής και άφησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η εν λόγω μάρτυρας απαντούσε στις ερωτήσεις με ευθύτητα και σαφήνεια χωρίς τάση υπερβολής και δίχως προσχεδιασμό. Με εξαίρεση την εξ' ακοής μαρτυρία που προέρχεται από τον παραπονούμενο και θα τύχει αξιολόγησης κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΚ3, αποδέχομαι την υπόλοιπη μαρτυρία της ως αληθή και αξιόπιστη περιλαμβανομένης του Τεκμηρίου 15, πάντοτε στα ίδια με πιο πάνω πλαίσια. Όσον αφορά το Τεκμήριο 16, από τη στιγμή που το περιεχόμενο του δεν σχετίζεται με την ουσία της κατηγορίας του παρόντος κατηγορητηρίου, η βαρύτητα που αποδίδω στο έγγραφο αυτό είναι μηδενική αξίας. Η επιλογή της κατηγορούσας αρχής να μην παρουσιάσει τον αδελφό του παραπονούμενου ως μάρτυρα γεγονότων παρόλο ότι σύμφωνα με τον παραπονούμενο ήταν παρών στο περιστατικό που καλύπτει το τι έγινε εκτός του κέντρου, καθιστά τον παραπονούμενο (ΜΚ3) ως τον βασικό και θα έλεγα τον μοναδικό μάρτυρα της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής σε σχέση με τα γεγονότα που πραγματικά διαδραματίστηκαν. Θα έλεγα ότι η εντύπωση που ο παραπονούμενος δημιούργησε στο Δικαστήριο δεν ήταν θετική για το λόγο ότι δεν παρουσίασε μια σταθερή και συνεπή εκδοχή των γεγονότων. Κάποιες από τις τοποθετήσεις του απέχουν από το επίπεδο της λογικής ενώ κάποιες άλλες προκαλούν απορία. Επιπλέον, ο εν λόγω μάρτυρας υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις που έπληξαν ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία του. Συγκεκριμένα, δεν στέκεται στη βάσανο της λογικής η θέση του ότι εισήλθε στο εστιατόριο 'Τυρίμος' και είπε τους σερβιτόρους να εντοπίσουν τον οδηγό του οχήματος που εμπόδιζε την είσοδο του δικού του οχήματος στο χωράφι κατά τρόπο που να υπονοεί ευγένεια και ο κατηγορούμενος που τον πλησίασε αντίς να του ανταποδώσει την ευγένεια τον αποκάλεσε μεθυσμένο και ναρκομανή ενώ σε ανύποπτη στιγμή που αυτός είχε στρέψει το κορμί του προς τα δεξιά τον έσπρωξε με όλη του τη δύναμη. Μόνο απαρατήρητη ακόμη δεν μπορεί να περάσει η αδυναμία του να θυμηθεί σε τι γλώσσα μιλούσε με το σερβιτόρο του κέντρου μεταφέροντας και εξηγώντας του το πρόβλημα αλλά και τι ζητούσε, τη στιγμή που η θέση της κατηγορούσας αρχής ήταν ότι ο παραπονούμενος δεν μιλάει καθόλου ελληνικά ενώ τα αγγλικά του είναι πολύ φτωχά. Περαιτέρω, ενώ στην κυρίως εξέταση του ο παραπονούμενος ισχυρίστηκε ότι ο οδηγός τύπου σαλούν ασημένιου χρώματος που ήταν πελάτης στην ψαροταβέρνα του κατηγορουμένου είχε φράξει την είσοδο της οικίας του, στην αντεξέταση του δήλωσε ότι υπήρχαν 3 εισόδους στην οικία του και ότι το άλλο όχημα τον εμπόδιζε από του να εισέλθει στο προαναφερόμενο χωράφι που είναι σαν αυλή του κτιρίου και χρησιμοποιείται ως χώρος στάθμευσης. Πρόκειται για μία σοβαρή διαφοροποίηση του περιεχομένου της εκδοχής του παραπονούμενου. Εν πάσει περιπτώσει και ανεξαρτήτως του πιο πάνω, ουδέποτε ο παραπονούμενος σημείωσε επί του Τεκμηρίου 14 την τοποθεσία του οχήματος του άλλου οδηγού, πράγμα που αν γινόταν σε συνδυασμό με την σημειούμενη επί της εν λόγω έγχρωμης φωτογραφίας θέσεως του δικού του οχήματος θα οδηγούσε στη διαφώτιση του Δικαστηρίου και κατ' επέκταση του εν λόγω ισχυρισμού του. Επίσης, ενώ ο παραπονούμενος στην αντεξέταση του είπε ότι από το σπρώξιμο είχε υποστεί κάταγμα και η πλάτη του ήταν 'κοστωμένη' όπως χαρακτηριστικά είπε, η ΜΚ2 που είναι η ιατρός που τον εξέτασε στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου τον διαψεύδει λέγοντας ότι, εκτός από τα δύο κατάγματα που πρόσεξε στο χέρι μέσα από τις ακτινογραφίες των Τεκμηρίων 2Β και 2Γ, δεν υπήρχαν εξωτερικές κακώσεις ή εκδορές ή μώλωπες στην πλάτη ή σημάδια στην παλάμη του παραπονούμενου. Εδώ πρόκειται για άλλη μία σοβαρή διαφοροποίηση του περιεχομένου της εκδοχής του παραπονούμενου. Επιπροσθέτως, ο παραπονούμενος είπε ότι εκ των υστέρων αντιλήφθηκε ότι οι δύο άνδρες ήταν αστυνομικοί, χωρίς όμως να εξηγήσει από πού και πως το αντιλήφθηκε αυτό. Σε σχέση με το μέρος του περιστατικού αυτού είναι ακόμη άξιο απορίας για ποιο λόγο δύο άτομα να ζητούν επίμονα μέχρι που πέτυχαν την μετακίνηση του οχήματος του παραπονούμενου αν η ακινητοποίηση του δεν εμπόδιζε το άλλο όχημα, ως είναι η εκδοχή του παραπονούμενου. Ένα ερώτημα που ο παραπονούμενος απέφυγε να απαντήσει. Ούτε ο παραπονούμενος έδειξε να φοβάται ή καθ' οιονδήποτε τρόπο να αντιδρά στην ενέργεια του ενός εκ των δύο να του πάρει τα κλειδιά και να ξεκινήσει χωρίς τη θέληση του τη μηχανή του οχήματος του, τη στιγμή που δεν γνώριζε μετά βεβαιότητας αν τα δύο άτομα που τον προσέγγισαν στην είσοδο του χωραφιού ήταν ή όχι αστυνομικοί, ως είναι η εκδοχή του παραπονούμενου. Πρόκειται για στάση που εγείρει ερωτηματικά. Άξιο απορίας όμως ακόμη είναι η συμπεριφορά του παραπονούμενου να μην μεταβεί στην αστυνομία αμέσως μετά το σπρώξιμο που ισχυρίζεται ότι είχε από τον κατηγορούμενο και τα τραύματα που υπέστηκε συνεπεία του κατ' ισχυρισμό σπρωξίματος αλλά μόνο την επόμενη ημέρα μετά από παροτρύνσεις της μητέρας του. Δεν διαφεύγει επίσης της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ενώ ο παραπονούμενος βρισκόταν κάτω από όρκο προτού ολοκληρώσει την κατάθεση ως μάρτυρας γεγονότων, εκμεταλλεύτηκε μία πεντάλεπτη διακοπή του Δικαστηρίου για να επιληφθεί μία επείγουσα και έκτακτη υπόθεση στην οποία είχε τεθεί θέμα κράτησης κατηγορουμένου, για να προσεγγίσει και να συνομιλήσει με τον πατριό του που από την αρχή της εκδίκασης της υπόθεσης μέχρι εκείνη τη στιγμή βρισκόταν στην αίθουσα Δικαστηρίου και παρακολουθούσε τη μαρτυρία που διδόταν από τους μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής, το αντικείμενο της οποίας συζήτησης, όπως αργότερα ενόρκως ανάφερε, φαίνεται να σχετίζεται είτε άμεσα είτε έμμεσα με θέματα που προέκυψαν κατά την αντεξέταση του, τη στιγμή που γνώριζε ότι δεν θα έπρεπε να ερχόταν σε επαφή με κανένα πρόσωπο μέχρι την ολοκλήρωση της ένορκης κατάθεσης του. Με βάση όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, καταλήγω ότι δημιουργούνται αρκετές αμφιβολίες αναφορικά με την αξιοπιστία του παραπονούμενου και έτσι αδυνατώ να αποδεχθώ και στηριχθώ στη μαρτυρία του. Αυτό συμπαρασύρει και τη γραπτή κατάθεση του που είναι τα Τεκμήρια 4Α και 4Β, την οποία ούτε αυτή αποδέχομαι (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168, Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ., 266 και Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερομηνίας 29.11.13). Ο κατηγορούμενος με τη σειρά του δεν δημιούργησε ούτε αυτός καλή εντύπωση προς το Δικαστήριο και γενικά δεν έπεισε για την αλήθεια των όσο έλεγε στα κρίσιμα ζητήματα της υπόθεσης. Μέσα από τη μαρτυρία του υπέπεσε σε ουσιώδεις ολισθήματα πράγμα που την καθιστούν τρωτή σε πειστικότητα. Ειδικότερα η θέση του κατηγορούμενου ότι ειδοποίησε την αστυνομία για να μεταβούν μέλη της στη σκηνή με σκοπό την μετακίνηση του οχήματος του παραπονούμενου που κατ' ισχυρισμό εμπόδιζε άλλο όχημα, ο οδηγός του οποίου ήταν πελάτης εκείνη την νύχτα στο εστιατόριο 'Τυρίμος' έρχεται σε αντίθεση με την μαρτυρία του ΜΥ1 που αναφέρει ότι ειδοποιήθηκε η αστυνομία όχι μόνο για να αποφράξει την έξοδο σε όχημα αλλά επειδή κάποιος μεθυσμένος προκαλούσε ανησυχία. Επίσης, συγκρούεται με τη θέση που ο ίδιος ο κατηγορούμενος εξέφρασε στην αντεξέταση του λέγοντας ότι δεν κατάγγειλε τον παραπονούμενο στην αστυνομία για πρόκληση ανησυχίας επειδή θεώρησε το θέμα λήξαν. Περαιτέρω, προκαλεί έκπληξη η στάση του κατηγορουμένου να μην καταγγείλει τον παραπονούμενο στην αστυνομία ότι εισήλθε στο κέντρο του υπό την επήρεια κατ' ισχυρισμό ουσιών, τη στιγμή που αυτό αποτελούσε ισχυρή θέση του και μέρος της εκδοχής του. Είναι ακόμη άξιο απορίας γιατί ο κατηγορούμενος να μην επιχειρήσει να καταγράψει τα στοιχεία τόσο του οδηγού-πελάτη του όσο και του οχήματος του που φαινομενικά ήταν η πέτρα του σκανδάλου όλου του επεισοδίου καθότι κάτι τέτοιο θα του ήταν χρήσιμο στην ενίσχυση της εκδοχής του ενώπιον της αστυνομίας που είχε ήδη ειδοποιήσει. Δεν μπορεί ακόμη να παραγνωριστεί ότι, πέραν της μη καταγραφής οποιονδήποτε στοιχείων και δεδομένων που αφορούσαν τον άλλο οδηγό και το όχημα του, ο κατηγορούμενος απέφυγε να προσδιορίσει επί του Τεκμηρίου 14 την τοποθεσία του πιο πάνω οχήματος, πράγμα που αν γινόταν σε συνδυασμό με την σημειούμενη επί της εν λόγω έγχρωμης φωτογραφίας θέσεως του οχήματος του παραπονούμενου θα οδηγούσε στη διαφώτιση του Δικαστηρίου και κατ' επέκταση θα καθιστούσε τον εν λόγω ισχυρισμό του πιστευτό. Επιπλέον, αφού η θέση του κατηγορουμένου ήταν ότι το όχημα του πελάτη του δεν εμπόδιζε καθ' οιονδήποτε τρόπο τον παραπονούμενο τότε για ποιο λόγο εντόπισε στο κέντρο του τον οδηγό του άλλου οχήματος και του είπε να το μετακινήσει. Εφόσον επίσης αυτή ήταν η θέση του κατηγορουμένου τότε για ποιο λόγο ο παραπονούμενος εισήλθε στο εστιατόριο του απευθυνόμενος πρώτα σε σερβιτόρους του και στη συνέχεια στον ίδιο σε σχέση με πρόβλημα που αντιμετώπιζε. Ποιος ο λόγος τότε να ουρλιάζει ο παραπονούμενος μέσα στο εστιατόριο, ως ήταν η εκδοχή του κατηγορουμένου. Είναι επομένως προφανές ότι η θέση αυτή του κατηγορουμένου δεν έχει λογικό έρεισμα. Στη βάση αυτών, δεν ικανοποιούμαι ότι ο κατηγορούμενος είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και επομένως η μαρτυρία του δεν μπορεί να κριθεί αξιόπιστη. Αυτό συμπαρασύρει και τη γραπτή κατάθεση του που είναι το Τεκμήριο 5, την οποία ούτε αυτή αποδέχομαι. Ο ΜΥ1 ήταν ακόμη ένας μάρτυρας που επίσης δεν έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Οι απαντήσεις που έδιδε δεν ήταν καθόλου σαφείς και πειστικές ενώ η μαρτυρία του, πέραν του ότι περιέχει ουσιώδη κενά και αδυναμίες, δεν χαρακτηρίζεται από αληθοφάνεια ενώ ταυτόχρονα στερείται λογικής. Συγκεκριμένα, ενώ η γραπτή κατάθεση του (Τεκμήριο 7) φέρει ημερομηνία 30.05.10 αυτός στην αντεξέταση του ανάφερε ότι δεν θυμάται αν αυτή όντως έγινε στην ημερομηνία που φέρει ή την ημέρα του επεισοδίου. Δηλαδή ο εν λόγω μάρτυρας από μόνος του ισχυρίζεται ότι μπορεί να σύνταξε το Τεκμήριο 7 στις 27.02.10 αλλά ο ίδιος ψευδώς να τοποθέτησε μεταχρονολογημένη ημερομηνία 30.05.10 στο έγγραφο. Ο ίδιος δεν έδωσε οποιαδήποτε εξήγηση γι' αυτό. Από την άλλη δεν φαντάζει λογικό ο μάρτυρας αυτός να σύνταξε το Τεκμήριο 7 στις 27.02.10 και να το υπέγραψε στις 30.05.10, δηλαδή μετά πάροδο 3 μηνών. Επιπλέον, η θέση του εν λόγω μάρτυρα ότι για 20 λεπτά ο παραπονούμενος αρνείτο να μετακινήσει το όχημα του και ότι τελικά έδωσε τα κλειδιά στον αστυφύλακα 2291, ο οποίος και μετακίνησε το όχημα του δεν είναι αληθής. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να αντιληφθεί ποιο ήταν το πλαίσιο συνομιλίας που ο ΜΥ1 μαζί με το συνάδελφο του είχε με τον παραπονούμενο αυτά τα 20 λεπτά συζήτησης και ποιους λόγους πρότασσε ο παραπονούμενος όλο αυτό το διάστημα για να μην το μετακινήσει. Ο ΜΥ1 ουδεμία αναφορά προβαίνει σ' αυτό το θέμα. Ούτε φαίνεται λογικό ο παραπονούμενος, σύμφωνα με τον ΜΥ1, να συναινεί στη μετακίνηση του οχήματος του και αντίς ο ίδιος να το μετακινεί να δίδει απλά τα κλειδιά του στον αστυφύλακα 2291 για να το πράξει. Επίσης, αίσθηση προκαλεί ότι ενώ ο ΜΥ1 μαζί με τον αστυφύλακα 2291 μετέβησαν στο μέρος μετά από τηλεφωνική επικοινωνία του κατηγορουμένου ότι ο παραπονούμενος ήταν μεθυσμένος και προκαλούσε ανησυχία εμποδίζοντας με το όχημα του άλλο όχημα, του οποίου οδηγός ήταν πελάτης της ψαροταβέρνας 'Τυρίμος' και ενώ η διαπίστωση του ΜΥ1 ήταν ότι ο παραπονούμενος ήταν όντως μεθυσμένος, δεν προχώρησαν στη διερεύνηση της καταγγελίας προβαίνοντας στις δέουσες ενέργειες. Ο ΜΥ1 έδωσε την εντύπωση ότι ήλθε ειδικά για να μετακινήσει το όχημα του παραπονούμενου και να απελευθερώσει το άλλο όχημα χωρίς να τον ενδιαφέρει το υπόλοιπο μέρος της καταγγελίας. Η απορία καθίσταται μεγαλύτερη όταν είχε προηγηθεί το περιστατικό εντός του κέντρου όπου σύμφωνα με τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου συμπεριφερόταν μεθυσμένα, ήταν υπό την επήρεια ουσιών και προκαλούσε ανησυχία στους πελάτες του. Όχι μόνο δεν διερευνά την κατάσταση του παραπονούμενου αλλά ούτε καν φροντίζει εκείνη τη στιγμή να πληροφορηθεί το όνομα του και βέβαια ούτε καταγράφει τα στοιχεία του οδηγού του άλλου οχήματος που αποδείχτηκε να είναι η πέτρα του σκανδάλου για το επεισόδιο που προκλήθηκε. Συνεπώς, η στάση και συμπεριφορά αυτή του ΜΥ1 δημιουργεί σοβαρές αμφιβολίες ως προς τη γνησιότητα και αλήθεια του περιεχομένου της μαρτυρίας του. Τα πιο πάνω πλήττουν καίρια την αξιοπιστία του ΜΥ1 και ως εκ τούτου δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του ως αληθή και αξιόπιστη. Αυτό συμπαρασύρει και τη γραπτή κατάθεση του που είναι το Τεκμήριο 7, την οποία ούτε αυτή αποδέχομαι. Η πιο πάνω κατάληξη σε σχέση με τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης οδηγεί το Δικαστήριο στο να προσδώσει μηδενική αξία βαρύτητας και στο Τεκμήριο 14. Σύμφωνα με την πιο πάνω αξιολόγηση του συνόλου της μαρτυρίας που προσάχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και έχοντας απορρίψει τη μαρτυρία τόσο του παραπονούμενου όσο και του κατηγορούμενου αλλά και του ΜΥ1, που ήταν οι βασικοί μάρτυρες που κατέθεσαν για τα επίδικα γεγονότα της υπόθεσης αυτής, αδυνατώ να καταλήξω σε οποιαδήποτε ευρήματα αναφορικά με το επεισόδιο. Το Δικαστήριο αισθάνθηκε, μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία αλλά και από την όλη συμπεριφορά των μαρτύρων στο εδώλιο καθώς και με τον τρόπο που αυτοί κατέθεσαν ενώπιον του, ότι τόσο ο παραπονούμενος όσο και ο κατηγορούμενος αλλά και ο ΜΥ1 γνώριζαν περισσότερα από όσα ανάφεραν αναφορικά με την υπόθεση αυτή. Παράλληλα, το Δικαστήριο αποκόμισε την εντύπωση ότι και οι δύο πλευρές δεν αποκάλυψαν την αλήθεια στο Δικαστήριο για να εξυπηρετήσουν και βοηθήσουν τη δική τους θέση και εκδοχή. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (βλέπε Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (βλέπε Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε πιο πάνω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω εάν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Όπως έχει προαναφερθεί ο κατηγορούμενος κατηγορείται για τη διάπραξη του αδικήματος της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης. Το αδίκημα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης διέπεται από το άρθρο 231 του Κεφ.154, το οποίο ρητά προνοεί κατά λέξη τα εξής: " Όποιος προκαλεί παράνομα βαριά σωματική βλάβη σε άλλο είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή σε χρηματική ποινή ή και στις δύο αυτές ποινές. " Μελέτη των προνοιών του πιο πάνω άρθρου καθιστά σαφές ότι τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) Ο κατηγορούμενος, (β) να προκαλέσει, (γ) βαριά σωματική βλάβη στον παραπονούμενο. Στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει μαρτυρία που αποδεικνύει ότι ο παραπονούμενος είχε υποστεί βαριά σωματική βλάβη. Συγκεκριμένα, ο εντοπισμός σκαφοειδούς κατάγματος καθώς επίσης και κατάγματος της κερκίδος αποδεικνύει το συστατικό στοιχείο της ύπαρξης βαριάς σωματικής βλάβης στον παραπονούμενο. Ωστόσο δεν υπάρχει ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία που να αποδεικνύει το συστατικό στοιχείο ότι η εν λόγω βαριά σωματική βλάβη προκλήθηκε από το κατ' ισχυρισμό σπρώξιμο του κατηγορουμένου στον παραπονούμενο στις 27.02.10 και περί ώρα 22:00 στο κέντρο 'Τυρίμος' στην Κάτω Πάφο. Ούτε καν αποδεκτή μαρτυρία υπάρχει ότι ο κατηγορούμενος έσπρωξε ή κτύπησε τον παραπονούμενο. Η μοναδική αποδεκτή μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αυτή της Δρ. Χατζημιτσή, η οποία όμως όχι μόνο δεν συνδέει χρονικά την πρόκληση των καταγμάτων του παραπονούμενου με την ημέρα της κατ' ισχυρισμό διάπραξης του αδικήματος αλλά αντίθετα δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να μπορούσαν αυτά να είχαν προκληθεί λίγες μέρες πριν από την ουσιώδη ημερομηνία του κατηγορητηρίου. Η μαρτυρία αυτή της Μ.Κ. 2 δεν θα διαφοροποιούσε την πιο πάνω κατάσταση ακόμη και στην περίπτωση που η μαρτυρία του παραπονούμενου γινόταν δεκτή ως αξιόπιστη. Εφόσον η κατηγορούσα αρχή φέρει το βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, καταλήγω ότι αυτή απέτυχε να το πράξει. Η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει σωρευτικά όλα τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος. Το κενό που παρατηρείται στα γεγονότα δεν μπορεί να συμπληρωθεί μέσω εικασιών και υποθέσεων όσο εύλογες και αν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Στις υποθέσεις Τούμπας ν. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R.110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος ν. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 υποδείχθηκε πως εάν στο τέλος της εκδίκασης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας που αντιμετωπίζει. Στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο διατηρεί τέτοιες αμφιβολίες αναφορικά με την αξιοπιστία του παραπονούμενου έτσι ώστε να αδυνατεί να προβεί σε τελικά ευρήματα με ασφάλεια και βεβαιότητα για τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, πέραν της έλλειψης μαρτυρίας που να συνδέει χρονικά τα κατάγματα με την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος. Ως εκ τούτου, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Έξοδα €295,00 να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: General/Criminal/Final Judgment Αναφορά: Ποινικό/Πρόκληση Βαριάς Σωματικής Βλάβης/Άρθρο 231 Κεφ.154/Τελική Απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο