← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ευάνθης Γεωργίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 4515/2010, 10/12/2013

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ευάνθης Γεωργίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 4515/2010, 10/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:B132 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4515/2010 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v.

  1. Ευάνθης Γεωργίου
  2. Αρέστης Λουκά
  3. Ανδριανός Αντωνίου
  4. Κυριάκος Θεοφάνους
  5. Αντρέας Κωνσταντίνου
  6. Δημήτρης Φιλίππου
  7. Χρυσοβαλάντης Νικολάου Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 10.12.13 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Για Κατηγορούμενο 1: κα Λεμονάρη Κατηγορούμενος 1: παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (ΔΙΚΗ ΕΝΤΟΣ ΔΙΚΗΣ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟ 1) Ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει κατηγορίες επίθεσης προκαλούσα βαριά σωματική βλάβη, επίθεσης προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη, μεταφοράς επιθετικού όπλου ή οργάνου και συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος και πλημμελήματος, στις οποίες δήλωσε σε όλες μη παραδοχή. Κατά την ακροαματική διαδικασία ο πρώτος μάρτυρας κατηγορίας αρχιαστυφύλακας 2639 Ζήνωνας Ζήνωνος (ΜΚ1) επιχείρησε να καταθέσει ως τεκμήριο το αστυνομικό έντυπο γραπτής καταγγελίας του κατηγορουμένου 1 στο οποίο παραδέχεται τη διάπραξη των κατ' ισχυρισμό αδικημάτων του κατηγορητηρίου. Αυτή η προσπάθεια προσέκρουσε στην ένσταση της υπεράσπισης, η οποία ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι το συγκεκριμένο έγγραφο δεν πρέπει να κατατεθεί επειδή: (α) Ο κατηγορούμενος 1 δεν πληροφορήθηκε ότι είχε δικαίωμα επικοινωνίας με δικηγόρο και (β) Το επίμαχο έγγραφο έχει ληφθεί χωρίς την ελεύθερη βούληση του κατηγορουμένου 1 αλλά με υποκίνηση του ΜΚ1 δίδοντας του αβάσιμες υποσχέσεις ότι στην περίπτωση που δήλωνε παραδοχή δεν θα οδηγείτο σε αίτηση προσωποκράτησης, διαφορετικά θα ζητείτο από το Δικαστήριο η οκταήμερη κράτηση του. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο διέταξε τη διεξαγωγή δίκης εντός δίκης για να διευκρινιστούν οι συνθήκες συμπλήρωσης και υπογραφής του εν λόγω εγγράφου. Το συγκεκριμένο έγγραφο κατατέθηκε ως Τεκμήριο Α
  8. Στη διαδικασία δίκης εντός δίκης που ακολούθησε η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε ένα μάρτυρα ενώ η υπεράσπιση κανένα. Μοναδικός μάρτυρας της κατηγορούσας αρχής ήταν ο αρχιαστυφύλακας 2639 Ζήνωνας Ζήνωνος (ΜΚΑ1) και ΜΚ1 στην ακρόαση της κυρίως υπόθεσης. Στην κυρίως εξέταση του ο ΜΚ1 ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι στις 14.09.09 και ώρα 06:10 συνέλαβε τον κατηγορούμενο 1 κατόπιν δικαστικού εντάλματος, το οποίο κατατέθηκε στην παρούσα διαδικασία δίκης εντός δίκης ως Τεκμήριο Α
  9. Σύμφωνα με τον ΜΚΑ1, αμέσως μετά τη σύλληψη του κατηγορουμένου 1 ο αστυφύλακας 3144 Πλαστήρας Σιμιλλίδης του εξήγησε τα δικαιώματα του ως κρατούμενος επιδίδοντας του παράλληλα σχετικό έγγραφο υπό τον τίτλο 'Δικαιώματα Επικοινωνίας Κρατουμένων-Παράρτημα 'Α' Α.Δ.5/3' στο οποίο αναφέρονται τα δικαιώματα του. Όπως ο μάρτυρας εξήγησε, ο κατηγορούμενος 1 αφού διάβασε το εν λόγω έντυπο εξέφρασε την επιθυμία του να μην ασκήσει τα δικαιώματα του, όπως αυτά περιέχονται στο συγκεκριμένο έντυπο, το οποίο και υπέγραψε. Το έγγραφο αυτό κατατέθηκε στην παρούσα διαδικασία δίκης εντός δίκης ως Τεκμήριο Α
  10. Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος 1 μεταφέρθηκε στα κρατητήρια και νωρίς το βράδυ της ίδιας ημέρας ο ΜΚΑ1 τον κατηγόρησε γραπτώς με το επίμαχο έγγραφο (Τεκμήριο Α3) και αφού πρώτα του διαβάστηκε το περιεχόμενο του και το αντιλήφθηκε το υπέγραψε. Ο ΜΚΑ1 δήλωσε κατηγορηματικά ότι δεν υποσχέθηκε οτιδήποτε στον κατηγορούμενο 1 για να υπογράψει το επίμαχο έγγραφο επειδή δεν γνώριζε οποιοδήποτε εμπλεκόμενο μέρος και λόγω του ότι δεν θα είχε όφελος μέσα από μια τέτοια προσπάθεια. Σύμφωνα με το μάρτυρα το ότι ο ίδιος δεν υποσχέθηκε οτιδήποτε στον κατηγορούμενο 1 αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι οι μισοί από τους υπόλοιπους συγκατηγορουμένους του κατηγορουμένου 1 δήλωσαν μη παραδοχή στις ανακριτικές αρχές και ουδείς οδηγήθηκε σε αίτηση προσωποκράτησης. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚΑ1, ανάμεσα σ' άλλα, επανέλαβε ότι αμέσως μετά τη σύλληψη του κατηγορουμένου 1 ο αστυφύλακας 3144 του εξήγησε τα δικαιώματα του, όπως αυτά καταγράφονταν στο Τεκμήριο Α
  11. Περαιτέρω, ο εν λόγω μάρτυρας δήλωσε ότι πριν από τη λήψη κατάθεσης από τον κατηγορούμενο 1 ο αστυφύλακας 3144 πληροφόρησε τον κατηγορούμενο 1 ότι μπορούσε να επικοινωνήσει εκείνη την ώρα με δικηγόρο, τον οποίο και να συμβουλευτεί σχετικά με την κατάθεση που θα έδινε, εξηγώντας του έτσι τα δικαιώματα του σε σχέση με δικηγόρο. Ο κατηγορούμενος 1 όμως απάντησε ότι δεν επιθυμούσε κάτι τέτοιο. Ο ΜΚΑ1 αρνήθηκε κατηγορηματικά τις υποβολές της συνηγόρου υπεράσπισης ότι σε καμία περίπτωση δεν είχαν εξηγηθεί τα δικαιώματα του συλληφθέντα στον κατηγορούμενο 1 περιλαμβανομένου του δικαιώματος να έχει δικηγόρο, ότι αρνήθηκε στον κατηγορούμενο 1 να επικοινωνήσει με δικηγόρο πράγμα που ο ίδιος ζητούσε επανειλημμένα, ότι σε καμία περίπτωση δεν είχε διαβαστεί το έντυπο με τα δικαιώματα στον κατηγορούμενο 1, ότι ο κατηγορούμενος 1 υπέγραψε το συγκεκριμένο έντυπο μετά από εκβιασμούς και απειλές που δέχθηκε τόσο από τον εν λόγω μάρτυρα όσο και από τον αστυφύλακα 3144 λέγοντας του ότι αν δεν το υπέγραφε θα τον έστελλαν σε οκταήμερη κράτηση και ότι ο κατηγορούμενος 1 αναγκάστηκε να απαντήσει στις γραπτές κατηγορίες με το συγκεκριμένο τρόπο ακριβώς επειδή υπεβλήθηκε σε εκβιασμούς και απειλές από τον εν λόγω μάρτυρα αλλά και από τον αστυφύλακα
  12. Συγκεκριμένα, ο ΜΚΑ1 αντίκρουσε τις πιο πάνω υποβολές της κυρίας Λεμονάρη λέγοντας πως ο κατηγορούμενος 1 ενημερώθηκε σχετικά με το δικαίωμα του για επικοινωνία με δικηγόρο αλλά ότι δεν επιθυμούσε να το ασκήσει, ότι του εξηγήθηκαν όλα τα δικαιώματα του και όταν του επιδόθηκε το σχετικό έντυπο το υπέγραψε αφού πρώτα το διάβασε, ότι ουδεμία απειλή ή εκβιασμό δέχτηκε ο κατηγορούμενος 1 για να απαντήσει με τον τρόπο που απάντησε είτε από τον ίδιο είτε από τον αστυφύλακα 3144 επειδή δεν υπήρχε λόγος να γίνει κάτι τέτοιο αφού το διάταγμα προσωποκράτησης εκδίδεται από το Δικαστήριο και όχι από την αστυνομία και επιπλέον τη στιγμή σκοπός της αστυνομίας ήταν να αφεθούν ελεύθεροι όλοι οι κατηγορούμενοι λόγω της Αγίας Εβδομάδας. Κατά την αγόρευση της η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι έχει αποδειχτεί ότι το Τεκμήριο Α3 λήφθηκε με τη θέληση του κατηγορουμένου
  13. Παράλληλα, είναι η θέση της κυρίας Παπαλαζάρου ότι δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να δείχνει ότι ο κατηγορούμενος 1 υπήρξε θύμα καταπιεστικής συμπεριφοράς αλλά μόνο αόριστες υποβολές. Περαιτέρω, η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής επισήμανε ότι δεν παραβιάστηκαν οποιαδήποτε δικαιώματα του κατηγορουμένου 1 αλλά ότι το επίμαχο έγγραφο λήφθηκε νομότυπα. Αντίθετη ήταν η θέση της συνηγόρου υπεράσπισης η οποία επέμεινε στις τοποθετήσεις της καλώντας το Δικαστήριο να μην επιτρέψει την κατάθεση του συγκεκριμένου εγγράφου ως μέρος του μαρτυρικού υλικού στην διαδικασία ακρόασης της κυρίως υπόθεσης. Όταν η κατηγορούσα αρχή επιχειρεί να παρουσιάσει στο Δικαστήριο μια κατάθεση κατηγορούμενου ή έγγραφα τύπου όπως το επίμαχο (τεκμήριο Α3) ως μέρος του μαρτυρικού υλικού, τότε φέρει το βάρος απόδειξης ότι αυτό λήφθηκε με τη θέληση του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Επομένως, η κατηγορούσα αρχή οφείλει να αποδείξει ότι το σκοπούμενο προς κατάθεση έγγραφο είναι προϊόν ελεύθερης βούλησης του κατηγορούμενου και ότι δεν λήφθηκε κάτω από συνθήκες που επέδρασαν δυσμενώς στη θέληση του κατηγορούμενου, όπως η άσκηση εξουσίας αστυνομικού οργάνου που έκδηλα θέτει τον κατηγορούμενο σε δυσμενή θέση έναντι αυτού, η άσκηση άμεσης ή έμμεσης βίας ή απειλής ή η άμεση ή έμμεση υπόσχεση για αποκόμιση πλεονεκτήματος. Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις R. v. Sfongaras 22 C.L.R. 113, Kokkinos v. Police

(1967)2 C.L.R. 217, Petri v. The Police
(1968)2 C.L.R. 1, Ioannides v. The Republic
(1968)2 C.L.R. 169 και Psaras & Another v. Police
(1987)2 C.L.R. 132. H υπόθεση Fournides v. The Republic
(1986)2 C.L.R. 73, συνοψίζει τις αρχές που διέπουν τη δεκτότητα μιας κατάθεσης αλλά και οποιουδήποτε εγγράφου τύπου όπως το επίμαχο στη συγκεκριμένη περίπτωση, στο ακόλουθο χαρακτηριστικό απόσπασμα: "Είναι αλήθεια ότι σειρά αποφάσεων της Κυπριακής Νομολογίας αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να απορρίψει μια κατάθεση αν λήφθηκε κάτω από ύποπτες συνθήκες. Η ουσία αυτών των αποφάσεων έγκειται εις το ότι ένα Δικαστήριο που καλείται να αποφασίσει τη δεκτότητα μιας κατάθεσης πρέπει να υιοθετεί μια ευρεία θεώρηση των γεγονότων που περιβάλλουν και συνθέτουν τη λήψη της κατάθεσης και δεν πρέπει να διστάζει να απορρίψει μια κατάθεση αν λήφθηκε κάτω από ύποπτες συνθήκες. Αυτές οι αρχές, αντανακλούν τη δέσμευση μας για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τη διατήρηση του κράτους δικαίου. Ωστόσο καμιά από αυτές τις αυθεντίες στοχεύει στην αλλαγή της βασικής αρχής ότι η θεληματικότητα είναι το κριτήριο της δεκτότητας. Αυτό επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 ΑΑ..Δ. Επίσης οι Δικαστικοί Κανόνες, όπως έχει τονισθεί, δεν αποτελούν από μόνοι τους Κανόνες Δικαίου, παράβαση των οποίων καθιστά μη αποδεκτή την κατάθεση. Αποτελούν, ωστόσο, σημαντικά βοηθήματα για να αποφασισθεί κατά πόσο μια κατάθεση είναι θεληματική." Παρόλο που επίσης πρέπει να καταδεικνύεται ότι το επίμαχο έγγραφο λήφθηκε σύμφωνα με τους Δικαστικούς Κανόνες, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να αποδεκτεί κατάθεση όπου υπήρξε παρέκκλιση από τους κανόνες, η οποία ασκείται με γνώμονα τη θεληματικότητα αυτής, όπως αναφέρεται στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Ονησίλλου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 556: "Παρέκκλιση από τους Δικαστικούς Κανόνες κατά τη λήψη κατάθεσης υπόπτου από τις αστυνομικές αρχές, δε συνεπάγεται και την απόρριψη της κατάθεσης ως μαρτυρίας. Η αρχή δικαίου η οποία ισχύει είναι τούτη: Παρέκκλιση από τους Δικαστικούς Κανόνες παρέχει διακριτική ευχέρεια στο εκδικάζον την υπόθεση δικαστήριο να τις απορρίψει με έρεισμα τις επιπτώσεις που ενέχει άμεσα ή έμμεσα στο εκούσιο της κατάθεσης που συνιστά και το κύριο εχέγγυο για την ορθότητα και την ακρίβεια του περιεχομένου της ." Το Δικαστήριο οφείλει να αποδεχθεί κατάθεση όταν είναι βέβαιο στον απαιτούμενο βαθμό ότι οι συνθήκες που περιβάλλουν τη λήψη του επίμαχου εγγράφου είναι ελεύθερες από κάθε υποψία και οποιονδήποτε βαθμό καταπίεσης και βέβαια απουσιάζουν συνθήκες άμεση ή έμμεση υπόσχεση για αποκόμιση πλεονεκτήματος. Η λέξη 'καταπίεση' επεξηγήθηκε στην υπόθεση R. v. Priestley
(1965)51 Cr. App. R. 1 ως: ".to my mind this word, in the context of the principles under consideration, imports something which tends to sap, and has sapped, that free will which must exist before a confession is voluntary .. Whether or not there is oppression in an individual case depends upon many elements. I am not going into all of them. They include such things as the length of time of any individual period of questioning, the length of time intervening between periods of questioning, whether the accused person had been given proper refreshment or not, and the characteristics of the person who makes the statement. What may be oppressive as regards a child, an invalid, or an old man, or somebody inexperienced in the ways of this world may turn out not to be oppressive when one finds that the accused person is of a tough character and an experienced man of the world." Στην υπόθεση R. v. Prayer
(1972)56 Cr. App. R. 151 αποφασίστηκε ότι 'καταπιεστική ανάκριση' είναι ανάκριση που από τη φύση της, τη διάρκεια της ή άλλα περιστατικά (περιλαμβανομένης και της κράτησης) δημιουργεί ελπίδες (όπως την ελπίδα απόλυσης) ή φόβους ή επηρεάζει με τέτοιο τρόπο το μυαλό του κατηγορουμένου έτσι που η θέση του να μειώνεται και να ανοίγει το στόμα του όταν στην αντίθετη περίπτωση θα έμενε σιωπηλός. Στην υπόθεση R. v. Houghton
(1979)68 Cr. App. R. 197 έχει λεχθεί ότι το Δικαστήριο πρέπει να θέσει το ερώτημα τι οδήγησε τον κατηγορούμενο να πει αυτά που είπε. Αναμφίβολα, η θεληματικότητα μιας κατάθεσης οδηγεί στη διαπίστωση ευρημάτων. Η αξιολόγηση όμως της μαρτυρίας σε μια δίκη εντός δίκης πρέπει να περιορίζεται σε όσο το δυνατό στενότερα πλαίσια για να καλύψουν μόνο τα επίδικα θέματα της δίκης εντός δίκης. Η διατύπωση ευρημάτων για την αξιολόγηση μαρτύρων αποφεύγεται όσο είναι δυνατό, ώστε να μην επηρεαστεί η ευρύτερη αξιοπιστία των μαρτύρων στο πλαίσιο της κυρίως δίκης (Petri v. Police
(1968)2 C.L.R. 40 και Ioannides v. The Republic
(1968)2 C.L.R. 169). Δεν πρέπει ακόμη να εξάγονται συμπεράσματα τα οποία δυνατόν να επηρεάσουν δυσμενώς την υπεράσπιση του κατηγορούμενου. Έχοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας που προσκομίστηκε στο πλαίσιο της δίκης εντός δίκης και χωρίς να μου διαφεύγει ότι το θέμα γενικά της αξιοπιστίας του μοναδικού μάρτυρα στη διαδικασία αυτή πρέπει να παραμείνει ανοικτό, αρχικώς κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή, μέσω του μάρτυρα αυτού παρουσίασε μια ολοκληρωμένη, σταθερή και συνεπή εκδοχή των γεγονότων αναφορικά με τις συνθήκες λήψης του επίδικου εγγράφου. Σημείο αναφοράς είναι η έκδοση εντάλματος σύλληψης (Τεκμήριο Α1) του κατηγορουμένου 1 στις 14.04.09 και περί ώρα 06:00, πράγμα που δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Η θέση του ΜΚΑ1 ότι στις 14.04.09 και ώρα 06:10 συνέλαβε τον κατηγορούμενο 1 στη βάση του πιο πάνω δικαστικού εντάλματος επίσης δεν αμφισβητήθηκε από τον κατηγορούμενο. Σ' αυτά προστίθεται η επίδοση στον κατηγορούμενο 1 αμέσως μετά τη σύλληψη του του εγγράφου υπό τον τίτλο 'Δικαιώματα Επικοινωνίας Κρατουμένων-Παράρτημα 'Α' Α.Δ.5/3' (Τεκμήριο Α2), στο οποίο αναφέρονται τα δικαιώματα του, μεταξύ των οποίων ότι δικαιούται να επικοινωνήσει με δικηγόρο της δικής του επιλογής. Ο κατηγορούμενος 1 φέρεται να υπέγραψε το έντυπο αυτό στις 14.04.09 και περί ώρα 06:15 με το οποίο δηλώνεται η επιθυμία του να μην ασκήσει οποιοδήποτε από τα δικαιώματα που περιέχονται στο Τεκμήριο Α
  1. Το πότε, τι ώρα και από ποιον υπογράφτηκε το Τεκμήριο Α2 δεν αμφισβητείται από τον κατηγορούμενο
  2. Αυτό όμως που αμφισβητείται από την υπεράσπιση είναι ότι χωρίς να του έχουν διαβαστεί τα δικαιώματα του κατηγορουμένου 1, του στερήθηκε επικοινωνία με δικηγόρο. Δεν έχω αντιληφθεί να είχαν δημιουργηθεί τέτοιες συνθήκες. Ο ΜΚΑ1 επί του θέματος αυτού ήταν σταθερός και συνεπής. Τα χρονικά δεδομένα από της υπογραφής του Τεκμηρίου Α1, της σύλληψης του κατηγορουμένου 1, της θέσης ότι ο αστυφύλακας 3144 αμέσως μετά τη σύλληψη του εξήγησε τα δικαιώματα μέχρι την υπογραφή του Τεκμηρίου Α2 τον δικαιώνουν τόσο χρονικά όσο και σε γεγονότα. Από την άλλη οι πιο πάνω τοποθετήσεις της συνηγόρου υπεράσπισης παρέμειναν απλά γενικές υποβολές χωρίς να συνοδεύονται από συγκεκριμένη μαρτυρία που θα δημιουργούσαν σκηνικό ύποπτων συνθηκών γύρω από την υπογραφή του Τεκμηρίου Α2, σε αντίθεση με τη αταλάντευτη στάση που ο ΜΚΑ1 επέδειξε στο εν λόγω ζήτημα μέσα από την ένορκη κατάθεση του. Επιπλέον, οι θέσεις της υπεράσπισης αναφορικά με τη λήψη του επίμαχου εγγράφου, ήτοι του Τεκμηρίου Α3, δεν είναι σταθερές. Συγκεκριμένα, ενώ τα επίδικα θέματα της δίκης εντός δίκης στη βάση των οποίων διεξάγεται η παρούσα διαδικασία είναι ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν πληροφορήθηκε ότι είχε δικαίωμα επικοινωνίας με δικηγόρο, γεγονός που δεν φαίνεται να υποστηρίζεται υπό το φως της εξήγησης των δικαιωμάτων που ο κατηγορούμενος 1 έτυχε από τον αστυφύλακα 3144 αμέσως μετά τη σύλληψη του και ένεκα της υπογραφής του Τεκμηρίου Α2, καθώς επίσης ότι το επίμαχο έγγραφο έχει ληφθεί χωρίς την ελεύθερη βούληση του κατηγορουμένου 1 αλλά με υποκίνηση του ΜΚΑ1 δίδοντας του αβάσιμες υποσχέσεις ότι στην περίπτωση που δήλωνε παραδοχή δεν θα οδηγείτο σε αίτηση προσωποκράτησης, διαφορετικά θα ζητείτο από το Δικαστήριο η οκταήμερη κράτηση του, στην πορεία το ζήτημα 'αβάσιμες υποσχέσεις' εγκαταλείφτηκε και προστέθηκε ως νέο πλέον θέμα η κατ' ισχυρισμό απειλή και εκβιασμός προς το πρόσωπο του κατηγορουμένου 1 από μέρους του ΜΚΑ1 και αστυφύλακα
  3. Βέβαια και εδώ όλες οι υποβολές της υπεράσπισης επί του ζητήματος αυτού παρέμειναν απλά γενικές υποβολές χωρίς να συνοδεύονται από συγκεκριμένη μαρτυρία που θα δημιουργούσαν σκηνικό ύποπτων συνθηκών γύρω από την συμπλήρωση και υπογραφή του Τεκμηρίου Α3, σε αντίθεση με τη σταθερή και συνεπή στάση του ΜΚΑ1 όπου μέσα από ένορκη μαρτυρία έδωσε 5 λόγους που αντικρούουν κάτι τέτοιο:
  4. Δεν υπήρχε λόγος να υποσχεθεί οτιδήποτε επειδή δεν σχετιζόταν με κανένα εμπλεκόμενο μέρος.
  5. Δεν θα είχε οποιοδήποτε όφελος μέσα από μια υπόσχεση άρα ποιο το κίνητρο για κάτι τέτοιο.
  6. Μια τέτοια υπόσχεση θα ήταν εμφανή στον κατηγορούμενο 1 ότι θα ήταν κενού περιεχομένου και άνευ σημασίας αφού το διάταγμα προσωποκράτησης εκδίδεται από το Δικαστήριο και όχι από τον ΜΚΑ1 ή από τον αστυφύλακα 3144 ή από τις αστυνομικές αρχές.
  7. Έτσι και αλλιώς οι μισοί από τους συγκατηγορουμένους του κατηγορουμένου 1 δήλωσαν μη παραδοχή στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν ή αντιμετώπιζαν και ουδείς οδηγήθηκε σε διαδικασία αίτησης προσωποκράτησης και επομένως τι θα δικαιολογούσε η κατ' ισχυρισμό ενδεχόμενη διαφορετική προσέγγιση σε σχέση με τον κατηγορούμενο
  8. Σκοπός των ανακριτικών αρχών ήταν να αφεθούν ελεύθεροι όλοι οι κατηγορούμενοι ενόψει Αγίας Εβδομάδας. Το πότε, τι ώρα και από ποιον υπογράφτηκε το Τεκμήριο Α3 δεν αμφισβητείται από τον κατηγορούμενο
  9. Εδώ ας σημειωθεί ότι η υπεράσπιση δεν επιχείρησε καθ' οιονδήποτε τρόπο να καταρρίψει τους προαναφερόμενους λόγους που ο ΜΚΑ1 πρόταξε με αποτέλεσμα αυτοί να παραμένουν αλώβητοι στο προσκήνιο. Με βάση όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, καταλήγω ότι οι συνθήκες λήψης του επίμαχου εγγράφου είναι όπως τις ανέφερε στο Δικαστήριο ο μοναδικός μάρτυρας κατηγορίας. Η εκδοχή ότι αμέσως μετά τη σύλληψη του κατηγορουμένου 1 του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του ως κρατούμενος και αφού του δόθηκε σχετικό έντυπο δικαιωμάτων ο ίδιος το διάβασε και υπέγραψε ότι δεν επιθυμούσε να τα ασκήσει και ότι αργότερα προτού δώσει κατάθεση στην αστυνομία του λέχθηκε ότι δικαιούταν να επικοινωνήσει με δικηγόρο για να τύχει συμβουλής σε σχέση με αυτή πράγμα που ούτε και τότε επιθυμούσε και στη συνέχεια προχώρησε και δήλωσε συνειδητά και ελεύθερα παραδοχή στα αδικήματα που αντιμετωπίζει χωρίς οποιαδήποτε πίεση, απειλή, εκβιασμό ή υποσχέσεις είναι καθόλα πειστική και γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Θεωρώ ότι η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι το επίδικο έγγραφο λήφθηκε κάτω από συνθήκες ελεύθερης βούλησης με τον κατηγορούμενο 1 να θέτει την υπογραφή του σ' αυτό ως προϊόν ελεύθερης βούλησης του και χωρίς πίεση, απειλή, επηρεασμό ή υπόσχεση για απόκτηση πλεονεκτήματος. Ως εκ τούτου, καταλήγω ότι τα γεγονότα έχουν ως ακολούθως: Στις 14.04.09 και ώρα 06:00 εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του κατηγορουμένου 1 (Τεκμήριο Α1) για τα αδικήματα που αντιμετωπίζει μέσα από το παρόν κατηγορητήριο ενώ η ώρα 06:10 της ίδιας ημέρας ο ΜΚΑ1 συνέλαβε τον κατηγορούμενο 1 στη βάση του εν λόγω δικαστικού εντάλματος. Αμέσως μετά τη σύλληψη του κατηγορουμένου 1 ο αστυφύλακας 3144 Πλαστήρας Σιμιλλίδης του εξήγησε τα δικαιώματα του ως κρατούμενος επιδίδοντας του παράλληλα σχετικό έγγραφο υπό τον τίτλο 'Δικαιώματα Επικοινωνίας Κρατουμένων-Παράρτημα 'Α' Α.Δ.5/3' (Τεκμήριο Α2), στο οποίο αναφέρονται τα δικαιώματα του, μεταξύ των οποίων και το δικαίωμα του να επικοινωνήσει με δικηγόρο. Ο κατηγορούμενος 1 αφού διάβασε το εν λόγω έντυπο εξέφρασε την επιθυμία του να μην ασκήσει τα δικαιώματα του, όπως αυτά περιέχονται στο συγκεκριμένο έντυπο και προς το σκοπό αυτό το υπέγραψε περί ώρα 06:15 της ίδιας ημέρας. Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος 1 μεταφέρθηκε στα κρατητήρια. Ο κατηγορούμενος 1 έδωσε κατάθεση στην αστυνομία αλλά προτού τη δώσει ο αστυφύλακας 3144 τον πληροφόρησε ότι μπορούσε να επικοινωνήσει εκείνη την ώρα με δικηγόρο, τον οποίο και να συμβουλευτεί σχετικά με την κατάθεση που θα έδινε, εξηγώντας του έτσι τα δικαιώματα του σε σχέση με δικηγόρο. Ο κατηγορούμενος 1 όμως απάντησε ότι δεν επιθυμούσε κάτι τέτοιο. Ακολούθως και συγκεκριμένα νωρίς το βράδυ της ίδιας ημέρας δόθηκε στον κατηγορούμενο 1 το επίμαχο έγγραφο (Τεκμήριο Α2), τα οποίο αφού πρώτα διάβασε και αντιλήφθηκε το περιεχόμενο του το υπέγραψε με την θέληση του απαντώντας με τον τρόπο που αυτός ελεύθερα απάντησε. Το επίδικο έγγραφο είναι προϊόν ελεύθερης βούλησης του κατηγορούμενου 1 χωρίς απειλή ή εκβιασμό ή πίεση ή άσκηση άμεσης ή έμμεσης βίας ή άμεσης ή έμμεσης υπόσχεσης για αποκόμιση πλεονεκτήματος. Κατά συνέπεια, το επίμαχο τεκμήριο που είναι το αστυνομικό έντυπο γραπτής καταγγελίας του κατηγορουμένου 1 ημερομηνίας 14.04.09 και λήφθηκε μεταξύ των ωρών 21:00 και 21:05 (Τεκμήριο Α2) γίνεται αποδεκτό ως τεκμήριο και κατατίθεται ως Τεκμήριο
  10. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Interim Αναφορά: Ποινικό/Ενδιάμεση Απόφαση/Δίκη εντός δίκης/Επίθεση προκαλούσα πραγματική και βαριά σωματική βλάβη, μεταφορά επιθετικού όπλου ή οργάνου και συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος και πλημμελήματος cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.