← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Νίκος Πολυβίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 10015/2010, 12/12/2013

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Νίκος Πολυβίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 10015/2010, 12/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:B133 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10015/2010 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v.

  1. Νίκος Πολυβίου
  2. Νίκος Αντωνίου Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 12.12.13 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Σ. Συμεού Για Κατηγορουμένους 1 και 2: κα Μ. Παπαδημήτρη Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος 1 βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, στην κατηγορία πρόκλησης κακόβουλης ζημιάς κατά παράβαση του άρθρου 324 του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος 1 στις 31.01.10 στην Τροχαία Πάφου εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσε κακόβουλη ζημιά σε γυάλινο παράθυρο στην είσοδο των γραφείων του Τμήματος Τροχαίας ύψους €20,00, περιουσία της Κυπριακής Δημοκρατίας (δεύτερη κατηγορία). Ο δε κατηγορούμενος 2 επίσης βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, στις κατηγορίες επίθεσης που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του Κεφ.154 και πρόκλησης κακόβουλης ζημιάς κατά παράβαση του άρθρου 324 του Κεφ.
  3. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, ο κατηγορούμενος 2 στον ίδιο με πιο πάνω τόπο και χρόνο επιτέθηκε εναντίον του αστυφύλακα 2872 Γ. Κωνσταντίνου και του ειδικού αστυφύλακα 5694 Στ. Σωτηρίου προκαλώντας τους πραγματική σωματική βλάβη ενώ παράλληλα εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσε κακόβουλη ζημιά στα γυαλιά μυωπίας του ειδικού αστυφύλακα 5694 Στ. Σωτηρίου ύψους €130,00, περιουσία του εν λόγω αστυνομικού (τρίτη, τέταρτη και έκτη κατηγορία). Αναφορικά με την πρώτη και πέμπτη κατηγορία του κατηγορητηρίου η κατηγορούσα αρχή προέβηκε στη διακοπή τους και ως εκ τούτου ο μεν κατηγορούμενος 1 απαλλάχτηκε στην πρώτη κατηγορία και ο δε κατηγορούμενος απαλλάχτηκε στην πέμπτη κατηγορία. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως εκτέθηκαν από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, έχουν ως εξής: Στις 31.01.10 και στα πλαίσια διεξαγωγής συνήθους ελέγχου από μέλη της τροχαίας σε διερχόμενα αυτοκίνητα, ο αστυφύλακας 166 Ν. Πούλου σταμάτησε για έλεγχο όχημα που οδηγείτο από τον κατηγορούμενο 1 με συνοδηγό τον κατηγορούμενο
  4. Ο εν λόγω αστυφύλακας ανάφερε στον κατηγορούμενο 1 ότι προτίθετο να τον υποβάλει σε προκαταρκτική εξέταση αλκοόλης. Επειδή προέκυψε διαφωνία μεταξύ τους, ο κατηγορούμενος 1 οικειοθελώς δέχτηκε να μεταφερθεί στην Τροχαία Πάφου για περαιτέρω εξετάσεις, στην οποία μετέβηκε και ο κατηγορούμενος
  5. Εκεί προέκυψε παρεξήγηση μεταξύ των κατηγορουμένων και των αστυνομικών με αποτέλεσμα αρχικά να διαπληκτιστούν και στη συνέχεια να ξεσπάσει καβγάς. Συνεπεία του επεισοδίου αυτού, ο κατηγορούμενος 1, ενώ ήταν νευριασμένος, έσπασε με το χέρι του ένα γυάλινο παράθυρο στην είσοδο των γραφείων του Τμήματος Τροχαίας ύψους €20,00, ενώ ο κατηγορούμενος 2 επιτέθηκε εναντίον του αστυφύλακα 2872 Γ. Κωνσταντίνου και του ειδικού αστυφύλακα 5694 Στ. Σωτηρίου προκαλώντας τους εκδορές και μώλωπες. Επίσης, μέσα από το ίδιο περιστατικό ο κατηγορούμενος 2 έσπασε τα γυαλιά μυωπίας του ειδικού αστυφύλακα 5694 Στ. Σωτηρίου ύψους €130,
  6. Όπως περαιτέρω ανάφερε ο κύριος Συμεού, για τους δύο παραπονούμενους αστυφύλακες το περιστατικό έχει λήξει και οι ίδιοι δεν προτίθενται να προβούν ή να κινηθούν σε οποιαδήποτε αστική διαδικασία εναντίων των κατηγορουμένων. Επίσης, ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι οι και οι δύο κατηγορούμενοι είναι λευκού ποινικού μητρώου ενώ παράλληλα δήλωσε ότι έχουν δημιουργηθεί έξοδα ύψους €220,00 σε σχέση με την υπόθεση αυτή. Όσον αφορά τα σπασμένα γυαλιά μυωπίας, ο κύριος Συμεού ευσεβάστως εισηγήθηκε να επιστραφούν στο νόμιμο δικαιούχο τους. Χωρίς να αμφισβητήσει επί της ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθηκαν από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης, αφού ανάφερε ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 2 είναι λευκού ποινικού μητρώου και απολογούνται για την αξιόποινη συμπεριφορά τους, κάλεσε το Δικαστήριο να αντικρύσει την υπόθεση αυτή ως μεμονωμένο περιστατικό. Επιπλέον, η κυρία Παπαδημήτρη επισήμανε ότι οι σχέσεις των μερών έχουν πλέον αποκατασταθεί και το περιστατικό για όλα τα εμπλεκόμενα μέρη θεωρείται λήξαν. Ερχόμενη στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, η εν λόγω συνήγορος ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος 1 αντέδρασε στιγμιαία και πάνω στην ένταση, από την οποία τραυματίστηκε και ο ίδιος αφού είχε αποκοπεί ο τένοντας του. Σε σχέση με τη ζημιά ύψους €20,00 που ο κατηγορούμενος 1 προκάλεσε, η κυρία Παπαδημήτρη ανάφερε ότι ο πελάτης της δέχεται την έκδοση διατάγματος αποζημίωσης. Όσον αφορά τον κατηγορούμενο 2, απέδωσε τους τραυματισμούς των αστυνομικών σε διαπληκτισμό που έγινε μεταξύ αυτών και του πελάτη της, από το οποίο επεισόδιο τραυματίστηκε και ο κατηγορούμενος 2 έχοντας αποκομίσει εκδορές και ερυθρότητα, για τα οποία κατατέθηκε σχετικό πιστοποιητικό. Αναφορικά με τη ζημιά ύψους €130,00 που ο κατηγορούμενος 2 προκάλεσε, η εν λόγω συνήγορος δήλωσε ότι ο πελάτης της δέχεται την έκδοση διατάγματος αποζημίωσης. Ακολούθως η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης αναφέρθηκε στις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες των πελατών της. Αναφορικά με τον κατηγορούμενο 1, η κυρία Παπαδημήτρη δήλωσε ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος την ημέρα διάπραξης του αδικήματος ήταν 29 ετών και ασχολείτο με τις μεταλλικές κατασκευές αναλαμβάνοντας οικογενειακή επιχείρηση σιδηρουργείου. Διαμένει στο σπίτι της μητέρας του και τα Χριστούγεννα θα μετακομίσει εκεί και η μέλλουσα αρραβωνιαστικιά του. Ο πατέρας του είναι ανίκανος για εργασία λόγω σοβαρού καρδιακού προβλήματος ενώ η μητέρα του εργάζεται ως πωλήτρια. Από τα εισοδήματα του ο κατηγορούμενος 1 βοηθούσε οικονομικά την μητέρα του και τις δύο αδελφές του. Σε σχέση με τον κατηγορούμενο 2, η κυρία Παπαδημήτρη δήλωσε ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος την ημέρα διάπραξης του αδικήματος ήταν 19 ετών. Είναι παιδί διαζευγμένων γονιών, οι οποίοι χώρισαν όταν αυτός ήταν ηλικίας 3 ετών. Οι γονείς του δημιούργησαν τις δικές τους οικογένειες. Από τον καινούργιο γάμο τους η μητέρα του απέκτησε άλλα δύο παιδιά ενώ ο πατέρας του άλλα 3 παιδιά. Ο δε πατέρας του δεν είχε καμία συμμετοχή στην ανατροφή του εν λόγω κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος 2 διέμενε και διαμένει με τον παππού και την γιαγιά του αλλά την οικονομική στήριξη του την ανέλαβε η μητέρα του. Όπως εξήγησε η συνήγορος υπεράσπισης, ο κατηγορούμενος 2 έζησε δύσκολα παιδικά χρόνια αφού εκτός από το διαζύγιο των γονιών του και την εγκατάλειψη του από τον πατέρα του, βίωσε το θάνατο δύο αδελφών της μητέρας του μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα. Ο κατηγορούμενος 2, ο οποίος αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα, εργάζεται περιστασιακά στα χωράφια έναντι του ημερήσιου ποσού των €10,00-€15,
  7. Αναμένεται σύντομα να γίνει πατέρας. Η συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε ακόμη το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα Καταλήγοντας, η κυρία Παπαδημήτρη σημείωσε πως σε περίπτωση που το Δικαστήριο προσανατολίζεται να επιβάλει ποινές στερητικής της ελευθερίας των κατηγορουμένων συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την αναστολή τους. Αναμφίβολα τα αδικήματα που οι κατηγορούμενοι διέπραξαν είναι σοβαρά. Η σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων αντανακλάται, κατ' αρχήν, μέσα από τις προβλεπόμενες από το νόμο ποινές. Συγκεκριμένα, το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης επισύρει, με βάση το άρθρο 243 του Κεφ.154, ποινή φυλάκισης 3 ετών. Το δε αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς τιμωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 324 του Κεφ.154, με ποινή φυλάκισης δύο ετών ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €2.562,90 ή και τις δύο αυτές ποινές. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας

(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Επίσης, η σοβαρότητα των αδικημάτων της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης και της πρόκλησης κακόβουλης ζημιάς έγκειται στο γεγονός ότι ενέχει πράξεις που προκαλούν βία και πόνο στο θύμα και ταυτόχρονα δημιουργούν αίσθημα φόβου και ανασφάλειας σ' αυτό, καταρρακώνουν την προσωπικότητα και αξιοπρέπεια ατόμων, πλήττουν το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας και γενικότερα διασαλεύουν την ειρηνική διαβίωση πολιτών. Τα αδικήματα αυτά θεωρούνται ακόμη σοβαρά για τον επιπλέον λόγο της συχνότητας και ευκολίας με την οποία αυτά διαπράττονται, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν τέτοια περιστατικά με τη δέουσα σοβαρότητα και αυστηρότητα σε μια προσπάθεια να διαβιβάσουν το μήνυμα στους παραβάτες ότι τέτοιου είδους συμπεριφορές δεν είναι ανεκτές και δεν έχουν χώρο στην κυπριακή κοινωνία. Οι πολίτες δεν μπορούν κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες να επιλύουν τις διαφορές τους με βία και ένταση. Σίγουρα οι παλικαρισμοί και η επίδειξη ισχύος δεν εξυπηρετούν κανένα λογικό σκοπό και ο νόμος οπωσδήποτε δεν τους αποδέχεται. Ουδείς έχει το δικαίωμα, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, να παίρνει το νόμο στα χέρια του και να επιτίθεται σε άλλο συνάνθρωπο του, αλλά να επιδεικνύει αυτοσυγκράτηση και να εφαρμόζει μηχανισμό αυτοελέγχου έστω και αν προκαλείται ή εξωθείται για κάτι τέτοιο. Με ειρηνικό τρόπο και πνεύμα αλληλοκατανόησης οι πολίτες θα πρέπει να καταλήγουν σε μια φιλική συνεννόηση μεταξύ τους. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95 το Ανώτατο Δικαστήριο εξέφρασε την αποδοκιμασία του στη χρήση βίας από ένα άτομο σε συνάνθρωπο του μέσω του πιο κάτω αποσπάσματος: "Η χρήση βίας κατά των συνανθρώπων συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας. Πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το άρθρο 7.1 του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπεια του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης είτε ως μέσο εκδίκησης είτε ως μέσο τιμωρίας δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωση της πρέπει να τιμωρείται με αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς." Το πιο πάνω απόσπασμα υιοθετήθηκε στην υπόθεση Χριστοφή v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 504. Θεώρηση της νομολογίας επισημαίνει ότι η ποινή που επιβάλλεται είναι ανάλογη της σοβαρότητας που χαρακτηρίζει την κάθε υπόθεση ξεχωριστά στη βάση των γεγονότων και περιστατικών που την περιβάλουν. Ο βαθμός της σοβαρότητας αυξάνεται όταν η επίθεση είναι σφοδρή ή διεξαχθεί σε δημόσιο χώρο και στην παρουσία άλλων προσώπων ή στην παρουσία άλλων μελών της οικογένειας. Σε τέτοιες περιπτώσεις ενδεικνυόμενη ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Στην υπόθεση Γεώργιος Βασιλειάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 409 επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο που διέπραξε το αδίκημα της κοινής επίθεσης ποινή φυλάκισης 3 μηνών, η οποία επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Επίσης, στην υπόθεση Αιμίλιος Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 327 όπου το ίδιο αδίκημα διαπράχτηκε σε δημόσιο χώρο και στην παρουσία άλλων παρευρισκομένων επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο, μετά από παραδοχή, με λευκό ποινικό μητρώο και κατόπιν συμφιλίωσης με τον παραπονούμενο, ποινή φυλάκισης ενός μηνός. Περαιτέρω, στην υπόθεση Ευθυμίου v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 581 ποινή φυλάκισης ενός μηνός που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα που επιτέθηκε στο θύμα του προκαλώντας του πραγματική σωματική βλάβη σε δημόσιο χώρο στην απουσία στοιχείου προσχεδιασμού, κατόπιν πρόκλησης και με παραδοχή, δεν κρίθηκε έκδηλα υπερβολική και επικυρώθηκε κατ' έφεση. Ωστόσο έχει λεχθεί ότι δεν επιβάλλεται ποινή φυλάκισης σε κάθε περίπτωση επίθεσης. Εξαρτάται πάντοτε από τις ιδιαίτερες περιστάσεις, την ένταση της επίθεσης και τις επιπτώσεις στο θύμα. Ο βαθμός της σοβαρότητας αυξάνεται όταν η επίθεση είναι σφοδρή ή διεξαχθεί σε δημόσιο χώρο και στην παρουσία άλλων προσώπων ή στην παρουσία άλλων μελών της οικογένειας. Σε τέτοιες περιπτώσεις ενδεικνυόμενη ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Σε αντίθετη περίπτωση η χρηματική ποινή εμφανίζεται ως καταλληλότερη από αυτή της στερητικής της ελευθερίας (Θεοχάρους ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575 και Staripavlova v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 72/2012, ημερομηνίας 19.10.12). Θεώρηση της νομολογίας για το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς καταδεικνύει ότι συνήθως επιβάλλονται ποινές φυλάκισης, χωρίς βέβαια να αποκλείεται οποιοδήποτε άλλο είδος ποινής. Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις Francis Kenneth Smith and another v. The Police
(1969)2 C.L.R. 189, Yiannakou v. The Police
(1982)2 C.L.R. 37, Nicolaou and another v. The Republic
(1982)2 C.L.R. 156. Charitou v. The Republic
(1987)2 C.L.R. 170 και Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας
(1993)2 C.L.R. σελ. 158. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστάκη Αναστασίου
(2005)2 Α.Α.Δ. 125 τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι « επιβάλλεται αποτρεπτική ποινή στο αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς σε περιουσίας» και ενδείκνυται η επιβολή τέτοιας αποτρεπτικής ποινής όχι μόνο για προστασία του κοινού αλλά και για καταστολή των αισθημάτων ανασφάλειας στους πολίτες και του φόβου για επικράτηση της παρανομίας. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αντώνη Χαραλαμπίδη
(2001)2 Α.Α.Δ. 753, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 2 μηνών στο αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς. Στην υπόθεση Michal Bukowski ν. Αστυνομίας κ.α. Ποινική Έφεση 142/10 και 147/10 ημερομηνίας 04.03.2011 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 3 μηνών. Στην υπόθεση Μάμας Προκοπίου Κίτας ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 11/2011, ημερομηνίας 06.07.2012 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης ενός έτους και ομοίως στην Τσιλικίδης ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 7/13, ημερομηνίας 26.03.2013. Υπήρξαν όμως και περιπτώσεις όπου επιβλήθηκε χρηματική ποινή για το εν λόγω αδίκημα (Μελανίτης ν. Κυπριακή Δημοκρατία
(2004)2 Α.Α.Δ. 309) η ποινή που κρίθηκε ως αρμόζουσα ήταν αυτή της χρηματικής. Εν πάσει περιπτώσει, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής. Για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής των κατηγορουμένων 1 και 2 στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου τα ακόλουθα που επιβαρύνουν τη θέση τους: (α) Τη σοβαρότητα των αδικημάτων, όπως αυτή έχει σημειωθεί πιο πάνω καθώς και από τη συχνότητα και ευκολία με την οποία αυτά διαπράττονται ιδίως το αδίκημα της επίθεσης προκαλούσας πραγματικής σωματικής βλάβης, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις ενώπιον μου υποθέσεις. (β) Το ότι ο κατηγορούμενος 2 επιτέθηκε και κτύπησε δύο άτομα προκαλώντας και στους δύο πραγματική σωματική βλάβη αλλά και κακόβουλη ζημιά σε περιουσία του ενός από αυτούς. Προς όφελος των κατηγορουμένων 1 και 2 για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Την παραδοχή τους έστω και αν αυτή έγινε σ' αυτό το στάδιο. (β) Το λευκό ποινικό μητρώο τους. (γ) Την απολογία τους όπως αυτή εκφράστηκε δια της συνηγόρου τους. (δ) Το γεγονός ότι για τους δύο παραπονούμενους αστυφύλακες το περιστατικό έχει λήξει και οι ίδιοι δεν προτίθενται να προβούν ή να κινηθούν σε οποιαδήποτε αστική διαδικασία εναντίων των κατηγορουμένων. (ε) Η αποδοχή των κατηγορουμένων στο να εκδοθούν διατάγματα αποζημίωσης για τα ποσά των €20,00 και €130,00 αντίστοιχα με τα οποία οι παραπονούμενοι αποζημιώνονται πλήρως. (στ) Η μεταμέλεια από μέρους των κατηγορουμένων, όπως αυτή έμπρακτα εκδηλώθηκε με την αποδοχή για εναντίον τους έκδοση διαταγμάτων αποζημίωσης. (ζ) Το ότι οι επιθέσεις δεν φαίνεται να διεξήχθηκαν στην παρουσία τρίτων προσώπων και ούτε φαίνεται, ένεκα των ελαφριών τραυμάτων που προκλήθηκαν, να ήταν σφοδρές. (η) Το λευκό ποινικό μητρώο των κατηγορουμένων σε συνδυασμό με την έμπρακτη μεταμέλεια των κατηγορουμένων επιτρέπει στο Δικαστήριο να εκλάβει το συγκεκριμένο περιστατικό ως μεμονωμένο. (θ) Το ότι οι αντιδράσεις και κατ' επέκταση η αξιόποινη συμπεριφορά των κατηγορουμένων 1 και 2 χαρακτηρίζονται στιγμιαίες λόγω στιγμιαίας απώλειας της ψυχραιμίας και του αυτοελέγχου τους, χωρίς έτσι να ενέχεται στοιχείο προμελέτης ήπροσχεδιασμού. (ι) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις των κατηγορουμένων, όπως αυτές εκτέθηκαν από την συνήγορο υπεράσπισης και ειδικότερα: (i) Σε σχέση με τον κατηγορούμενο 1 ότι: · Την ημέρα που διέπραξε το αδικήματα ήταν ηλικίας 29 ετών, πρόκειται να αρραβωνιαστεί και ανέλαβε οικογενειακή επιχείρηση σιδηρουργείου. · Ο πατέρας του είναι ανίκανος για εργασία λόγω σοβαρού καρδιακού προβλήματος ενώ η μητέρα του εργάζεται ως πωλήτρια. · Από τα εισοδήματα του ο κατηγορούμενος 1 βοηθούσε οικονομικά την μητέρα του και τις δύο αδελφές του. (ii) Σε σχέση με τον κατηγορούμενο 2 ότι: · Την ημέρα που διέπραξε το αδικήματα ήταν ηλικίας 29 ετών. · Τα δύσκολα παιδικά χρόνια που είχε και σημάδεψαν τη ζωή του, περιλαμβανομένου το διαζύγιο των γονιών του και την απόρριψη και εγκατάλειψη που βίωσε από τον πατέρα του. · Ο θάνατος των δύο αδελφών της μητέρας του. · Τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει. · Το ότι εργάζεται περιστασιακά στα χωράφια έναντι του ημερήσιου ποσού των €10,00-€15,00. · Αναμένεται σύντομα να γίνει πατέρας. Γενικά, λαμβάνω υπόψη μου οτιδήποτε άλλο έχει αναφερθεί ή τεθεί ενώπιον μου και αποτελεί ελαφρυντικό στοιχείο για τους κατηγορουμένους. Περαιτέρω, η κυρία Παπαδημήτρη επικαλείται μεγάλο χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την ημέρα διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα. Αποτελεί πάγια θέση της νομολογίας ότι η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης με την καταχώρηση της υπόθεσης λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής. Ο λόγος για τον οποίο προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του παραβάτη. Όπου όμως ο κατηγορούμενος ευθύνεται για την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης δεν μπορεί να την επικαλείται ως ελαφρυντικό παράγοντα (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Πεγειώτη και άλλης (Αρ.2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 617). Παρόλα αυτά, η παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι την ημερομηνία επιβολής ποινής, είναι ένας παράγοντας που από μόνος του λαμβάνεται σοβαρά υπόψη στην επιβολή της ποινής, ιδιαίτερα αν η σοβαρότητα του αδικήματος δικαιολογεί την επιβολή ποινής φυλάκισης (Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδης
(1993)2 Α.Α.Δ. 358 και Μυροφόρα ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 84). Η πάροδος μακρού χρόνου από το χρόνο της διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον κατηγορούμενο. Εκτός από τις περιπτώσεις όπου θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος (Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 Α.Α.Δ. 5, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 77, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 Α.Α.Δ. 267, Γενικός Εισαγγελάς κ.ά. ν. Πότση κ.ά.
(2000)2 Α.Α.Δ. 252, Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαρνάβα
(1999)2 Α.Α.Δ. 638 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 272). Κατόπιν εξέτασης του δικαστηριακού φακέλου της υπόθεσης παρατηρώ ότι σε κάποιες περιπτώσεις οι κατηγορούμενοι απουσίαζαν με αποτέλεσμα να εκδοθούν εντάλματα σύλληψης εναντίον τους, αιτήθηκαν αναβολές σε προγραμματισμένες ακροάσεις της υπόθεσης ενώ υπήρξε και αλλαγή δικηγόρου από τον κατηγορούμενο 2. Παρά ταύτα, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του το γεγονός ότι όλα τα αδικήματα διαπράχτηκαν στις 31.01.10 και σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να τους επιβάλει ποινή έχει διαρρεύσει χρονικό διάστημα 3 ετών και 10,5 μηνών περίπου. Παρόλο που εκ της φύσης τους τα αδικήματα που αφορούν την παρούσα υπόθεση είναι σοβαρά, εντούτοις θεωρώ ότι τα γεγονότα και οι συνθήκες διάπραξης τους, όπως εκτίθενται πιο πάνω, οι ελαφρύ τραυματισμοί που υπήρξαν στοιχείο που δείχνει ότι οι επιθέσεις δεν ήταν σφοδρές, ότι δεν έγιναν στην παρουσία τρίτων προσώπων, η αποδοχή τους για έκδοση διαταγμάτων αποζημίωσης, το ότι οι παραπονούμενοι δεν έχουν παράπονο, η σχετικά χαμηλή αξία της κακόβουλης ζημιάς σε συνδυασμό με το χρονικό διάστημα των 3 ετών και 10,5 μηνών περίπου συνοδευόμενο από μεταβολή των προσωπικών συνθηκών των κατηγορουμένων καθιστούν ανεπιθύμητη την επιβολή ποινής φυλάκισης σε οποιονδήποτε από τους κατηγορουμένους. Ειδικότερα, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος πρόκειται να αρραβωνιαστεί καθώς και το ότι ο κατηγορούμενος 2 αναμένεται σύντομα να γίνει πατέρας δείχνει ότι και οι δύο κατηγορούμενοι έχουν προχωρήσει με τη ζωή τους προσπαθώντας να την ξαναφτιάξουν. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ο συνδυασμός χρηματικής ποινής και υπογραφής προσωπικής εγγύησης να εμφανίζεται, υπό τις περιστάσεις, ως τα καταλληλότερα είδη ποινών, το ύψος των οποίων θα αντικατοπτρίζει τη σοβαρότητα των αδικημάτων καθώς και τους ελαφρυντικούς παράγοντες. Κρίνω επίσης σκόπιμο να αναφέρω ότι στα πλαίσια επιβολής ποινής λαμβάνω υπόψη ότι το αδίκημα της τρίτης κατηγορίας διαπράχθηκε μέσα από τα ίδια γεγονότα του αδικήματος της τέταρτης κατηγορίας. Καθοδηγούμενος από τη σχετική επί του θέματος νομολογία και συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση, επιβάλλω στους κατηγορουμένους τις εξής ποινές: Κατηγορούμενος 1: Δεύτερη κατηγορία - χρηματική ποινή ύψους €150,00 Κατηγορούμενος 2: Τρίτη κατηγορία - Να υπογράψει προσωπική εγγύηση ύψους €500,00 για να τηρεί την τάξη, τους νόμους και κανονισμούς της Κυπριακής Δημοκρατίας για περίοδο 2 ετών. Κατηγορούμενος 2: Τέταρτη κατηγορία - χρηματική ποινή ύψους €400,00 Κατηγορούμενος 2: Έκτη κατηγορία - χρηματική ποινή ύψους €150,00 Περαιτέρω, εναντίον του κατηγορούμενου 1 εκδίδεται διάταγμα αποζημίωσης του ποσού των €20,00 προς όφελος της Κυπριακής Δημοκρατίας, το οποίο να πληρωθεί εντός 15 ημερών από σήμερα. Επίσης, εναντίον του κατηγορούμενου 1 εκδίδεται διάταγμα αποζημίωσης του ποσού των €130,00 προς όφελος του ειδικού αστυφύλακα 5694 Στ. Σωτηρίου, το οποίο να πληρωθεί εντός ενός μηνός από σήμερα. Επιπλέον, €220,00 έξοδα να καταβληθούν εξ' ημισείας από τους κατηγορουμένους. Τα σπασμένα γυαλιά να επιστραφούν στο νόμιμο δικαιούχο τους. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence Αναφορά: Ποινικό/Επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη και Πρόκληση κακόβουλης ζημιάς/Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.