← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Γιώργος Χαραλάμπους κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7028/2013, 9/12/2013

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Γιώργος Χαραλάμπους κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7028/2013, 9/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:B129 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7028/2013 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v.

  1. Γιώργος Χαραλάμπους
  2. Ανδρέας Κουνιαήδης Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 09.12.13 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Για Κατηγορουμένους 1 και 2: κος Κ. Σιαηλής Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος 1 βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, στις κατηγορίες της κατοχής και μεταφοράς πυροβόλου όπλου κατηγορίας 'Δ' χωρίς άδεια κατοχής, κατά παράβαση των άρθρων 2, 28

(1)και 51 του Ν.113(Ι)/2004 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, μεταξύ των ημερομηνιών 10.05.12 και 11.05.12 στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού-Πάφου ο κατηγορούμενος 1 είχε στην κατοχή του και μετέφερε το πυροβόλο όπλο κατηγορίας 'Δ' με αριθμό κατασκευής LB359245 και αριθμό εγγραφής Ν441011 χωρίς να διαθέτει άδεια κατοχής (πρώτη και δεύτερη κατηγορία). Ο δε κατηγορούμενος 2 βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, στις κατηγορίες της παροχής συνδρομής στον κατηγορούμενο 1 για να διαπράξει τα αδικήματα της κατοχής και μεταφοράς του προαναφερόμενου πυροβόλου όπλου κατηγορίας 'Δ' κατά τον ίδιο με πιο πάνω χρόνο και τόπο κατά παράβαση του άρθρου 20 του Κεφ.154 (τρίτη και τέταρτη κατηγορία). Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως έχουν εκτεθεί από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, είναι τα ακόλουθα: Μεταξύ των ημερομηνιών 10.05.12 και 11.05.12 ανακόπηκε από μέλος της τροχαίας Πάφου όχημα που οδηγείτο από τον κατηγορούμενο 1 στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού-Πάφου και από έρευνα που έγινε ανευρέθηκε ένα αποσυναρμολογημένο πυροβόλο όπλο τύπου ΔΟΚΟ, στη θαλάμη του οποίου υπήρχε ένα φυσίγγιο. Τότε ήταν κλειστή περίοδος κυνηγιού. Κατόπιν εξετάσεων που διεξήχθηκαν από μέλη της αστυνομίας, διαπιστώθηκε ότι το εν λόγω πυροβόλο όπλο ήταν σε καλή κατάσταση και ιδιοκτήτης του ήταν ο κατηγορούμενος 2, ο οποίος είναι φίλος με τον κατηγορούμενο 1 και τη δεδομένη επίδικη στιγμή ήταν συνεπιβάτης στο όχημα που ο κατηγορούμενος 1 οδηγούσε. Οι κατηγορούμενοι έδωσαν ανακριτικές καταθέσεις μέσα από τις οποίες έδωσαν τους δικούς τους ισχυρισμούς. Ανάμεσα σ' αυτούς, ο κατηγορούμενος 1 είπε ότι δεν γνώριζε ότι δεν δικαιούνταν να μεταφέρουν το συγκεκριμένο πυροβόλο όπλο. Καταλήγοντας, η κυρία Παπαλαζάρου ζήτησε το ΔΟΚΟ να επιστραφεί στο νόμιμο δικαιούχο του ενώ το χρησιμοποιημένο φυσίγγιο να κατασχεθεί και να καταστραφεί. Η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ακόμη ότι και οι δύο κατηγορούμενοι είναι λευκού ποινικού μητρώου ενώ παράλληλα δήλωσε ότι δεν έχουν δημιουργηθεί οποιαδήποτε έξοδα σε σχέση με την υπόθεση αυτή. Λόγω της εξ' αντικειμένου σοβαρότητας των αδικημάτων το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για ετοιμασία εκθέσεων από το Γραφείο Ευημερίας. Σε σχέση με τον κατηγορούμενο 1, αυτός είναι ηλικίας 35 ετών, νυμφευμένος και εργάζεται ως σκυβαλοσυλλέκτης έχοντας μηνιαίο εισόδημα €942,
  1. Η σύζυγος του δεν εργάζεται ενώ διαμένουν μαζί σε κατοικία δύο υπνοδωματίων που τους παραχωρήθηκε από συγγενικό του άτομο. Από μικρή ηλικία έμεινε ορφανός και από τους δύο γονείς του. Συγκεκριμένα έχασε την μητέρα του σε ηλικία 5 ετών και τον πατέρα του σε ηλικία 7 ετών. Μεγάλωσε με δύο θείες του. Πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια λόγω της απουσίας των γονιών του αλλά και των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζαν οι θείες του, οι οποίες εργάζονταν στα χωράφια. Παράλληλα με τη φοίτηση του στο σχολείο από ηλικία 14 ετών εργαζόταν και στις οικοδομές. Η σύζυγος του σταμάτησε να εργάζεται το 2009 λόγω προβλημάτων υγείας. Παρακολουθείται από ρευματολόγο και ακολουθεί φαρμακευτική αγωγή. Το 2008 η σύζυγος του είχε μία αποτυχημένη εγκυμοσύνη, γεγονός που στοίχησε συναισθηματικά τόσο στην ίδια όσο και στον κατηγορούμενο
  2. Επειδή τον Ιούνιο του 2013 η θεία του που του παραχώρησε την οικία στην οποία σήμερα ο κατηγορούμενος 1 διαμένει μαζί με τη σύζυγο του, ασθένησε σοβαρά, ο κατηγορούμενος 1, αισθανόμενος ευγνωμοσύνη απέναντι της που τον μεγάλωσε, σύναψε δάνειο για κάλυψη ιατρικών εξόδων ύψους €5.000,
  3. Η οικονομική κατάσταση του κατηγορουμένου 1 δεν είναι καθόλου καλή. Έχει διάφορα χρέη που αναλύονται στην έκθεση ενώ δεν έχει καθόλου αποταμιεύσεις. Μοναδικά περιουσιακά στοιχεία που διαθέτει είναι δύο δεκάρια ακαλλιέργητης γης στην Τρεμιθούσα άγνωστης αξίας και ένα αυτοκίνητο αξίας €7.000,
  4. Ο κατηγορούμενος 1 περιγράφεται από τον περιβάλλον του εργατικός, καλός χαρακτήρας, πρόθυμος να εξυπηρετήσει, χαίρει εκτίμησης από την κοινότητα στην οποία διαμένει και τυγχάνει συμπαράστασης τόσο από το στενό όσο και το ευρύτερο περιβάλλον. Γραπτή πιστοποίηση ημερομηνίας 10.10.13 του Κοινοτικού Συμβουλίου Τρεμιθούσας που επιβεβαιώνει τα πιο πάνω συνοδεύει την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Αναφορικά με τον κατηγορούμενο 2, αυτός είναι ηλικίας 38 ετών, νυμφευμένος, πατέρας δύο ανήλικων παιδιών και ασκεί το επάγγελμα του γεωργοκτηνοτρόφου έχοντας μηνιαίο εισόδημα €1.200,
  5. Ταυτόχρονα κατέχει το αξίωμα του κοινοτάρχη Χρυσοχούς από το οποίο λαμβάνει μηνιαίο εισόδημα €515,
  6. Προέρχεται από πολυμελή οικογένεια και το 1997 έχασε τον πατέρα του, ο οποίος απεβίωσε από ανίατη ασθένεια. Η σύζυγος του πρόσφατα απολύθηκε από ιδιωτική εταιρεία λόγω μείωσης εργασιών και σήμερα είναι άνεργη. Η οικονομική κατάσταση του κατηγορουμένου 2 δεν είναι καλή. Έχει χρέη ύψους €330.000,00 ενώ δεν έχει καθόλου αποταμιεύσεις. Μοναδικά περιουσιακά στοιχεία που διαθέτει είναι μία υπό ανέγερση κατοικία αξίας €220.000,00, ένα γεωργικό ελκυστήρα αξίας €50.000,00 και δύο αυτοκίνητα αξίας €5.000,
  7. Ο κατηγορούμενος 2 περιγράφεται ως εργατικό και δραστήριο άτομο και χαίρει εκτίμησης από την κοινότητα. Χωρίς να αμφισβητήσει επί της ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθηκαν από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης, αφού αναγνώρισε τη σοβαρότητα των αδικημάτων που οι πελάτες του έχουν παραδεχτεί και ταυτόχρονα σημείωσε την απολογία των κατηγορουμένων 1 και 2 σχετικά με την αξιόποινη συμπεριφορά τους αλλά και την υπόσχεση τους να είναι περισσότερο προσεχτικοί στο μέλλον, ευσεβάστως επισήμανε ότι η άμεση παραδοχή τους τόσο στις ανακριτικές αρχές όσο και στο Δικαστήριο θα πρέπει να εκληφθεί ως έμπρακτη μεταμέλεια. Ερχόμενος στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, ο κύριος Σιαηλής ανάφερε ότι μέσα από αυτές φαίνεται ότι η μεταφορά του συγκεκριμένου πυροβόλου όπλου δεν συνδέεται με παράνομη πράξη. Το δε φυσίγγιο που εντοπίστηκε στη θαλάμη βρισκόταν σε σκουριασμένη κατάσταση και είχε παραμείνει εκεί για περίοδο 4 μηνών όταν η περίοδος κυνηγιού ήταν ανοικτή, μέχρι που αφαιρέθηκε από οπλουργό που κλήθηκε από την αστυνομία. Όπως εξήγησε ο εν λόγω συνήγορος, το όπλο ιδιοκτησίας του κατηγορουμένου 2 θα μεταφερόταν σε οπλουργό για επιδιόρθωση και ο κατηγορούμενος 1 προθυμοποιήθηκε να το μεταφέρει. Το όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος 1 ανακόπηκε στην έξοδο της Γεροσκήπου και προς τον αυτοκινητόδρομο από αστυνομικό, ο οποίος πρόσεξε τη θήκη του όπλου σε περίοπτη θέση. Σε σχέση με τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες των κατηγορουμένων 1 και 2, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης υιοθέτησε το περιεχόμενο των εκθέσεων του Γραφείου Ευημερίας. Τέλος, ο εν λόγω συνήγορος προβάλλοντας το λευκό ποινικό μητρώο των πελατών του σε συνδυασμό με τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, κάλεσε το Δικαστήριο να εξαντλήσει κάθε δυνατή επιείκεια. Αναμφίβολα όλα τα αδικήματα που και οι δύο κατηγορούμενοι παραδέχτηκαν ότι διέπραξαν είναι πολύ σοβαρά, γεγονός που αναγνώρισε χωρίς περιστροφές και ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης. Ενδεικτική δε της σοβαρότητας τους είναι η προβλεπόμενη στο νόμο ποινή. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632, Παπαγεωργίου (Γιάγκος) v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 646 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Συγκεκριμένα, τα αδικήματα της κατοχής και μεταφοράς πυροβόλου όπλου κατηγορίας 'Δ' εντός της Δημοκρατίας χωρίς να έχει εκ των προτέρων εξασφαλίσει ειδική άδεια από τον Αρχηγό Αστυνομίας τιμωρούνται έκαστο, με βάση το άρθρο 51
(1)σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 15 έτη ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τα €42.715,04 (ισότιμο σε Λ.Κ.25.000,00) ή και στις δύο αυτές ποινές. Βέβαια επειδή τα εν λόγω αδικήματα δικάζονται συνοπτικά το μέγιστο της ποινής που θα έχει υπόψη του το παρόν Δικαστήριο θα είναι, με βάση το άρθρο 24
(1)του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60μετά των συναφών τροποποιήσεων, σε 5 έτη φυλάκισης. Η σοβαρότητα των αδικημάτων αυτών έγκειται επίσης στο γεγονός ότι η διάπραξη τους όταν η χρήση τους συνοδεύεται με παράνομη πράξη υπονομεύει την έννομη τάξη, οδηγεί στην αναρχία, καταρρακώνει την προσωπικότητα ατόμων, δημιουργεί αισθήματα φόβου και ανασφάλειας στους νομιμόφρονες πολίτες και γενικότερα διασαλεύει την ειρηνική διαβίωση πολιτών, στοιχεία που δεν έχουν θέση σε μια δημοκρατική κοινωνία. Το Δικαστήριο αντιμετωπίζει τέτοιας φύσεως αδικήματα με αυστηρότητα επιβάλλοντας ποινές αποτρεπτικής φύσεως για προστασία των νομοταγών πολιτών. Οι οδυνηρές συνέπειες αυτών των αδικημάτων είναι γνωστές και πρέπει να αρχίσει μια γενική επαγρύπνηση και εκτός αν εξαπολυθεί ένας ανελέητος πόλεμος εναντίον όσων εμπλέκονται σε αυτού του είδους αδικήματα, η προστασία των φιλήσυχων και νομοταγών πολιτών και οι δημοκρατικές διαδικασίες σε αυτή την πολιτεία θα βρίσκονται σε συνεχή κίνδυνο (Παπαγεωργίου (Γιάγκος) v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 646 και Θεοδούλου v. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 206). Θεώρηση της νομολογίας καταδεικνύει ότι για τέτοιου είδους αδικήματα συνήθως επιβάλλεται ποινή φυλάκισης. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει ακόμη στις υποθέσεις Θεοδούλου v. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 206, Γενικός Εισαγγελέας v. Λεωνίδου
(1997)2 Α.Α.Δ. 300, Παπαγεωργίου (Γιάγκος) v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 646, Γρηγορίου v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 158, Ψωμάς v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α. Δ. 312, Καύκαρος κ.ά. v. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 51, Πέγκερος v. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 143, Σούτζιης v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 224, Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ.582 και Κλεάνθους v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 281, οι οποίες βέβαια διαχωρίζονται από την παρούσα υπόθεση καθότι εδώ το πυροβόλο όπλο και το ήδη εδώ και 4 μήνες χρησιμοποιημένο φυσίγγιο που εντοπίστηκε στη θαλάμη του δεν χρησιμοποιήθηκαν αλλά ούτε και έγινε απόπειρα χρήσης τους για παράνομο σκοπό όπως τραυματισμό ατόμου ή εκφοβισμό προσώπου ή κακόβουλης ζημιάς ή καταστροφής περιουσίας. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής των κατηγορουμένων 1 και 2 στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου ως επιβαρυντικό στοιχείο την εξ' αντικειμένου σοβαρότητα των αδικημάτων αυτών, όπως αυτή έχει σημειωθεί πιο πάνω, καθώς και την ανάγκη επιβολής αυστηρών ποινών. Προς όφελος των κατηγορουμένων 1 και 2 για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Την άμεση παραδοχή τους στην αστυνομία με την οποία συνεργάστηκαν για τη διερεύνηση και εξιχνίαση της υπόθεσης αυτής. (β) Την άμεση παραδοχή τους στο Δικαστήριο. (γ) Το λευκό ποινικό μητρώο τους. (δ) Το λευκό ποινικό μητρώο των κατηγορουμένων σε συνδυασμό με την άμεση παραδοχή τους στην αστυνομία και στο Δικαστήριο αλλά και τη συνεργασία τους με τις ανακριτικές αρχές στην διερεύνηση και εξιχνίαση της υπόθεσης αυτής, φανερώνει ότι πρόκειται για ένα μεμονωμένο περιστατικό προερχόμενο από μία απερίσκεπτη, πλην όμως καταδικαστέα, ενέργεια των κατηγορουμένων και για το οποίο επέδειξαν έμπρακτη μεταμέλεια. (ε) Αναφορικά με τις συνθήκες διάπραξης των γεγονότων, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι η παράνομη και χωρίς εξουσιοδότηση κατοχή και μεταφορά πυροβόλου όπλου τύπου ΔΟΚΟ δεν συνοδεύτηκε με οποιαδήποτε παράνομη πράξη συνεπεία χρήσης του με αποτέλεσμα η αξιόποινη συμπεριφορά των κατηγορουμένων να περιορίζεται στην παράλειψη τους να εξασφαλίσουν εκ των προτέρων τη σχετική από το νόμο άδεια στην προσπάθεια τους να μεταφέρουν το συγκεκριμένο όπλο σε οπλουργό για επιδιόρθωση του. (στ) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις των κατηγορουμένων 1 και 2, όπως αυτές περιέχονται στις σχετικές εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας και ειδικότερα: (
  1. i)Σε σχέση με τον κατηγορούμενο 1 ότι: · Είναι ηλικίας 35 ετών, νυμφευμένος και εργάζεται ως σκυβαλοσυλλέκτης με μηνιαίο εισόδημα €942,82. · Η σύζυγος του, η οποία αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας, παρακολουθείται από ιατρό και ακολουθεί φαρμακευτική αγωγή, δεν εργάζεται ενώ διαμένουν μαζί σε κατοικία δύο υπνοδωματίων που τους παραχωρήθηκε από τη θεία του κατηγορουμένου 1. · Από μικρή ηλικία έμεινε ορφανός και από τους δύο γονείς του. · Πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια λόγω της απουσίας των γονιών του αλλά και των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζαν οι θείες του που τον μεγάλωσαν. Ο ίδιος δε αναγκάστηκε παράλληλα με τη φοίτηση του στο σχολείο από ηλικία 14 ετών να εργάζεται και στις οικοδομές. · Το 2008 η σύζυγος του είχε μία αποτυχημένη εγκυμοσύνη, γεγονός που στοίχησε συναισθηματικά τόσο στην ίδια όσο και στον κατηγορούμενο 1. · Έχοντας μεγάλα χρέη και διάφορες άλλες οικονομικές εκκρεμότητες, η οικονομική κατάσταση του κατηγορουμένου 1 δεν είναι καθόλου καλή. · Περιγράφεται από τον περιβάλλον του εργατικός, καλός χαρακτήρας, πρόθυμος να εξυπηρετήσει, χαίρει εκτίμησης από την κοινότητα στην οποία διαμένει και τυγχάνει συμπαράστασης τόσο από το στενό όσο και το ευρύτερο περιβάλλον. (
  2. ii)Σε σχέση με τον κατηγορούμενο 2 ότι: · Είναι ηλικίας 38 ετών, νυμφευμένος, πατέρας δύο ανήλικων παιδιών και ασκεί το επάγγελμα του γεωργοκτηνοτρόφου έχοντας μηνιαίο εισόδημα €1.200,00. · Λαμβάνει ακόμη μηνιαίως το ποσό των €515,00 επειδή κατέχει το αξίωμα του κοινοτάρχη Χρυσοχούς. · Προέρχεται από πολυμελή οικογένεια και το 1997 έχασε τον πατέρα του, ο οποίος απεβίωσε από ανίατη ασθένεια. · Η σύζυγος του πρόσφατα απολύθηκε από ιδιωτική εταιρεία λόγω μείωσης εργασιών και σήμερα είναι άνεργη. · Έχοντας μεγάλα χρέη, η οικονομική κατάσταση του κατηγορουμένου 2 δεν είναι καλή. · Περιγράφεται ως εργατικό και δραστήριο άτομο και χαίρει εκτίμησης από την κοινότητα. Γενικά, λαμβάνω υπόψη μου οτιδήποτε άλλο έχει αναφερθεί ή τεθεί ενώπιον μου και αποτελεί ελαφρυντικό στοιχείο για τους κατηγορουμένους 1 και 2. Παρόλο που εκ της φύσης τους τα αδικήματα που αφορούν την παρούσα υπόθεση είναι πολύ σοβαρά, εντούτοις θεωρώ ότι τα γεγονότα και οι συνθήκες διάπραξης τους, όπως εκτίθενται πιο πάνω, ειδικότερα η μη χρήση του όπλου κατά τον ουσιώδη χρόνο και η κατάσταση αποσυναρμολόγησης στην οποία βρισκόταν, συνηγορούν υπέρ της αντιμετώπισης της παρούσας υπόθεσης με λιγότερη αυστηρότητα από τις συνήθεις υποθέσεις κατοχής και μεταφοράς πυροβόλου όπλου κατηγορίας 'Δ' που είτε χρησιμοποιήθηκαν για παράνομο σκοπό είτε επρόκειτο να χρησιμοποιηθούν σε οτιδήποτε που αντίκειται στη σχετική νομοθεσία ή οποιαδήποτε νομοθεσία. Σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη, κρίνω ότι η αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί και στους δύο κατηγορουμένους είναι αυτή της χρηματικής, το ύψος της οποίας θα αντανακλά όλα τα πιο πάνω περιλαμβανομένου των ελαφρυντικών παραγόντων. Κρίνω επίσης σκόπιμο να αναφέρω ότι το αδίκημα της κατοχής πυροβόλου όπλου που αφορά την δεύτερη και τέταρτη κατηγορία αντίστοιχα εμπεριέχεται στο αδίκημα της μεταφοράς αυτού που αφορά την πρώτη και τρίτη κατηγορία αντίστοιχα και έτσι θα επιβληθεί ποινή μόνο στην πρώτη και τρίτη κατηγορία καθότι τυχόν επιβολή ποινής και στις δύο άλλες κατηγορίες θα συνιστούσε διπλή τιμωρία για τους κατηγορουμένους, κατά παράβαση του άρθρου 12
(2)του Συντάγματος (Βασιλείου v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 385). Καταληκτικά επιβάλλονται στους κατηγορουμένους 1 και 2 οι ακόλουθες χρηματικές ποινές: Κατηγορούμενος 1: Πρώτη κατηγορία - χρηματική ποινή ύψους €200,00 Κατηγορούμενος 1: Δεύτερη κατηγορία - Καμία ποινή για το λόγο που έχει αναφερθεί πιο πάνω Κατηγορούμενος 2: Τρίτη κατηγορία - χρηματική ποινή ύψους €200,00 Κατηγορούμενος 2: Τέταρτη κατηγορία - Καμία ποινή για το λόγο που έχει αναφερθεί πιο πάνω. Το πυροβόλο όπλο κατηγορίας 'Δ' τύπου ΔΟΚΟ με αριθμό κατασκευής LB359245 και αριθμό εγγραφής Ν441011 να επιστραφεί στο νόμιμο δικαιούχο του ενώ το χρησιμοποιημένο φυσίγγιο που εντοπίστηκε στη θαλάμη του να κατασχεθεί και να καταστραφεί. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence Αναφορά: Ποινικό/Παράνομη κατοχή και μεταφορά πυροβόλου όπλου/Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.