Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Nεκτάριος Ιορδάνους, Αρ. Υπόθεσης: 6456/10, 9/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:B130 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6456/10 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Kατηγορούσας Αρχής v Nεκτάριος Ιορδάνους Κατηγορούμενος ----------------------- Ημερομηνία: 09/12/
- Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χρ. Περγαντή. Για τον κατηγορούμενο: κ. Μ. Βασιλειάδης. Κατηγορούμενος: παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες, αυτή της διασάλευσης της ειρήνης σε δημόσιο μέρος κατά παράβαση του άρθρου 186Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορία 1) και αυτή της επίθεσης προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε τις πιο πάνω κατηγορίες και η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Η κατηγορούσα αρχή για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της κάλεσε πέντε μάρτυρες, τον κ. Νεόφυτο Μακρίδη (Μ.Κ.1), την κα Λία Ζαμπά (Μ.Κ.2), τον κ. Ιωάννη Σιαμπάνια (Μ.Κ.3), την Δρ. Άντρη Χ΄΄Μιτσή (Μ.Κ.4) και τον Αστ. 3486 Α. Μαλεκκίδη (Μ.Κ.5). Ο κατηγορούμενος, μετά που κρίθηκε ένοχος εκ πρώτης όψεως με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Επίσης, κάλεσε ως Μ.Υ.1 την κα Ιωάννα Παυλίδου από το Ποινικό Τμήμα του Δικαστηρίου Πάφου. Ολόκληρη η μαρτυρία που έχει προσφερθεί στο Δικαστήριο έχει καταγραφεί στο πρακτικά, λαμβάνεται υπόψη και δεν κρίνω απαραίτητο να την επαναλάβω αυτολεξεί για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Θα αναφερθώ κατωτέρω κατά την αξιολόγηση της στα κυριότερα μέρη αυτής για να διαφανούν και οι εκδοχές των διαδίκων. Από την ενώπιον του Δικαστηρίου προσαχθείσα μαρτυρία όμως, προκύπτει ότι η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής είναι ότι ο παραπονούμενος (Μ.Κ.1), είναι ο αδελφός της μητέρας και θείος, της εν διαστάσει συζύγου, κατά τον ουσιώδη χρόνο, του κατηγορούμενου. Οι σχέσεις του με την αδελφή του ήταν και είναι πολύ καλές και επισκεπτόταν συχνά την οικία της. Στις 25/02/2009 έκανε μια τέτοια επίσκεψη και ενώ βρισκόταν έξω από την οικία της αδελφής του και πλησίασε να ανοίξει την πόρτα της εισόδου, ο κατηγορούμενος κατέβηκε από το αυτοκίνητο του και άρχισε να φωνάζει και να τον απειλεί με συγκεκριμένες φράσεις. Του ζήτησε να σταματήσει να φωνάζει και την ώρα που ήταν έτοιμος να γυρίσει να φύγει, ο κατηγορούμενος τον κτύπησε στο πρόσωπο δίνοντας του μια γροθιά στο στόμα με αποτέλεσμα να αιμορραγεί και στην προσπάθεια του να τον απωθήσει τον έσπρωξε, πιάστηκαν στα χέρια και πιθανόν να τον κτύπησε. Επίσης, από την μαρτυρία προκύπτει ότι ο παραπονούμενος επισκέφθηκε στο Νοσοκομείο στις 28/02/2009 όπου διαπιστώθηκε εκδορά στο εσωτερικό του άνω χείλους αριστερά. Αντίθετη ήταν η εκδοχή του κατηγορουμένου, ο οποίος ανέφερε ότι την 25ην/02/2009 και περί ώρα 18:00, αφού προηγουμένως πήρε τηλέφωνο την εν διαστάσει σύζυγο του, πήγε στην οικία της για να πάρει τα ανήλικα τέκνα του. Πάρκαρε το αυτοκίνητο του έξω από την είσοδο της πολυκατοικίας και αφού περίμενε για περίπου δέκα λεπτά και τα παιδιά του δεν κατέβαιναν, την πήρε ξανά τηλέφωνο και του είπε να περιμένει λίγο. Άλλες φορές που έπαιρνε τα παιδιά του, όταν πήγαινε σε 2 - 3 λεπτά ήταν κάτω και τα έπαιρνε. Ακολούθως, ήρθε ο παραπονούμενος και πάρκαρε το αυτοκίνητο του 20 μέτρα πίσω από το δικό του και πήγε δίπλα από το αυτοκίνητο του, στην πόρτα του οδηγού και προσπαθούσε να την ανοίξει χωρίς να τα καταφέρει διότι ήταν κλειδωμένη. Τότε ο κατηγορούμενος τον ρώτησε την τον ήθελε και άνοιξε την πόρτα και κατέβηκε από το αυτοκίνητο από μόνος του. Ο παραπονούμενος του είπε να ανεβεί πάνω για να μιλήσουν για το διαζύγιο του, κάτι το οποίο αρνήθηκε ο κατηγορούμενος λέγοντας του ότι αν θέλει να του πει κάτι να του το πει εκεί. Στη συνέχεια άρχισε να του λέει κάποια πράγματα που αφορούσε το διαζύγιο του με την σύζυγο του και στην συνέχεια άρχισε να του φωνάζει και να τον απειλεί. Στη συνέχεια του επιτέθηκε κτυπώντας τον στο πρόσωπο και σε διάφορα άλλα μέρη του σώματος του και ταυτόχρονα βρίζοντας τον. Μετά κατέβηκαν κάτω η Λία Ζαμπά μαζί με τον Γιαννάκη Σιαμπάνια και τη σύζυγο του και έπιασαν τον κατηγορούμενο και τον τράβηξαν πίσω και δεν τον άφησαν να συνεχίσει να τον κτυπά. Στη διάρκεια που γινόταν αυτό ο παραπονούμενος συνέχιζε να φωνάζει και να βρίζει και ακολούθως του επιτέθηκε και δεύτερη φορά κτυπώντας τον στο πρόσωπο. Εκείνη τη στιγμή στη σκηνή βρισκόταν και κάποιος Ιβαν Ιβάνοφ, ο οποίος διέμενε στην οικία στον τρίτο όροφο της πολυκατοικίας Μετά από αυτό, ο κατηγορούμενος πήρε τα παιδιά του και τα μετέφερε στη μητέρα του και στη συνέχεια πήγε στην Αστυνομία και κατάγγειλε το επεισόδιο αναφέροντας επίσης και τα άτομα που βρίσκονταν στη σκηνή, συμπεριλαμβανομένου και του Ιβαν Ιβανοφ. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι ο ίδιος ουδέποτε κτύπησε τον παραπονούμενο και ότι ο ίδιος δεν τον είδε να έχει οποιαδήποτε αίματα στο πρόσωπο ή οπουδήποτε αλλού. Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω εκδοχές των μερών, επιβάλλεται να προχωρήσω σε αξιολόγηση ολόκληρης της μαρτυρίας που έχει προσφερθεί ενώπιον του Δικαστηρίου με σκοπό να καταλήξω σε συγκεκριμένα ευρήματα γεγονότων. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Επίσης, λαμβάνω υπόψη μου ότι σε τέτοιου είδους υποθέσεις το ζητούμενο είναι η αξιοπιστία των μαρτύρων και η αποτελεσματικότητα της μαρτυρίας τους με γνώμονα την ασφάλεια της καταδίκης (βλ. Δημήτρης Χρυσοστόμου v. Αστυνομίας, Ποιν.Έφεση Αρ. 235/12, Ημερ. 13/11/2013). Ο Μ.Κ.1 ήταν ο παραπονούμενος ο οποίος ανέφερε στο Δικαστήριο ότι στις 25/02/2009 και περί ώρα 18:25 πήγε να επισκεφθεί την αδελφή του Λία Ζαμπά στην οικία της. Καθώς πλησίασε να ανοίξει την πόρτα, κατέβηκε από το αυτοκίνητο ο κατηγορούμενος και άρχισε να τον απειλεί αυτόν και την οικογένεια του. Του ζήτησε να σταματήσει τις απειλές και την ώρα που γύρισε να φύγει τον κτύπησε στο πρόσωπο δίνοντας του μια γροθιά στο στόμα με αποτέλεσμα να αιμορραγεί. Ο ίδιος προσπάθησε να τον απωθήσει σπρώχνοντας τον και ακολούθως πιάστηκαν στα χέρια και στην προσπάθεια του αυτή πιθανόν να κτύπησε τον κατηγορούμενο. Έχω διεξέλθει με πολλή προσοχή τη μαρτυρία του παραπονούμενου και έλαβα υπόψη μου ολόκληρο το περιεχόμενο αυτής σε συνδυασμό με την υπόλοιπη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Επίσης, έλαβα υπόψη μου και την εντύπωση που απεκόμισα από τον παραπονούμενο κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα. Θα πρέπει να αναφερθεί όμως, ότι η εντύπωση που αφήνει ένας μάρτυρας στο Δικαστήριο δεν μπορεί να είναι ο αποκλειστικός κριτής της αξιοπιστίας του. Αυτό θα πρέπει να γίνεται σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της μαρτυρίας του. Στην παρούσα περίπτωση, εκείνο το οποίο διαπιστώνω από τη μαρτυρία του παραπονούμενου, κρίνοντας την στην ολότητα της, είναι ότι αυτός δεν ανέφερε στο Δικαστήριο ολοκληρωμένα τα γεγονότα τα οποία έλαβαν χώρα τη συγκεκριμένη μέρα αλλά ούτε και τις ακριβείς συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το εν λόγω επεισόδιο. Επίσης, παρόλο που ο ίδιος παραδέχτηκε και καταδικάστηκε για το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση πραγματική σωματική βλάβη εναντίον του κατηγορούμενου, στη μαρτυρία του στο Δικαστήριο προσπαθούσε να μειώσει αυτή τη συμπεριφορά του λέγοντας ότι το μόνο που έκανε ήταν να σπρώξει και να απωθήσει τον κατηγορούμενο. Γενικά, θεωρώ ότι υπάρχουν κενά στην εξιστόρηση των γεγονότων καθώς και αναφορές του παραπονούμενου που δεν είναι πειστικές, τα οποία καταδεικνύουν ότι ο παραπονούμενος δεν ανέφερε στο Δικαστήριο όλα τα γεγονότα που έλαβαν χώρα και τον τρόπο που αυτά έλαβαν χώρα. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι την ώρα που πήγε να ανοίξει την πόρτα του σπιτιού, ο κατηγορούμενος κατέβηκε από το αυτοκίνητο και άρχισε να τον βρίζει. Πώς ο μάρτυρας γνώριζε από πού ο κατηγορούμενος ήρθε και βρέθηκε εκεί που τον τοποθετεί, αφού ο ίδιος ανέφερε ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν τον είχε δει, ούτε αυτόν ούτε και το αυτοκίνητο του να ήταν παρκαρισμένο. Η απάντηση που έδωσε ο μάρτυρας είναι ότι αυτό το υπολόγισε, διότι δεν τον είχε δει προηγουμένως. Αυτή δεν είναι ικανοποιητική απάντηση όμως, δεδομένης και της θέσης του κατηγορούμενου αλλά και αυτή της Μ.Κ.2, η οποία ανέφερε ότι το όχημα του κατηγορουμένου ήταν σταματημένο μπροστά από την πολυκατοικία. Επομένως, το ενδεχόμενο ο μάρτυρας να είχε δει τον κατηγορούμενο προηγουμένως εντός του αυτοκινήτου του και προτού αυτός εξέλθει από αυτό να έλαβε χώρα και κάτι άλλο, είναι πολύ πιθανόν δεδομένης και της απάντησης του μάρτυρα ότι πριν τον κτυπήσει, ο κατηγορούμενος κατέβηκε από το αυτοκίνητο του. Επίσης, πειστικές δεν είναι ούτε και οι απαντήσεις του σε σχέση με τον Βούλγαρο Ιβάν Ιβανόφ, ο οποίος διέμενε στον τρίτο όροφο της πολυκατοικίας που διέμενε η αδελφή του. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν τον γνώριζε και ούτε έτυχε να τον είχε ξαναδεί πριν από το επεισόδιο. Η πιο πάνω θέση του φαίνεται να μην ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ή τουλάχιστον εγείρει εύλογες αμφιβολίες για το κατά πόσο ισχύει, δεδομένης της σχέσης που ο ίδιος είχε με την αδελφή του και τις συχνές επισκέψεις που έκανε στην οικία της. Το εν λόγω πρόσωπο ήταν ενοικιαστής της αδελφής του και ενοικίαζε ένα από τα τρία σπίτια τα οποία υπήρχαν στην πολυκατοικία. Επίσης, εργαζόταν στον αδελφό του παραπονούμενου με τον οποίο δεν διαφάνηκε να μην έχει σχέσεις. Η προσπάθεια αυτή του παραπονουμένου να καταδείξει ότι ούτε καν φατσικώς δεν γνώριζε το εν λόγω πρόσωπο κρίνω ότι σκοπό είχε να αναδείξει τη σχέση του εν λόγω προσώπου με τον κατηγορούμενο και άρα είχε κάθε λόγο να καταθέσει υπέρ του. Επίσης, ο μάρτυρας ανέφερε ονομαστικά ποια άτομα ήρθαν μετά στη σκηνή καθώς επίσης είπε ότι πέραν αυτών ήρθαν και άλλο άτομα τα οποία δεν θυμάται. Ποια άλλα άτομα ήρθαν στη σκηνή που δεν θυμάται; Μήπως μεταξύ αυτών ήρθε και ο εν λόγω Βούλγαρος και δεν θυμάται ή δεν αναφέρει τη παρουσία του εν λόγω προσώπου διότι δεν τον γνώριζε, όπως είπε. Στη συνέχεια ανέφερε στο Δικαστήριο πότε το εν λόγω πρόσωπο ήρθε στη σκηνή και πού βρισκόταν. Αναφορικά με το τραύμα που έφερε, αυτός ανέφερε ότι είχε τραυματιστεί από τη γροθιά εσωτερικά και εξωτερικά των χειλιών του και αιμορραγούσε. Επίσης, ανέφερε ότι είχε επισκεφθεί και τον οδοντίατρο του πριν την ημερομηνία που έδωσε κατάθεση. Κάτι τέτοιο όμως, δεν το αναφέρει στην κατάθεση του ούτε το ανέφερε στον Αστυνομικό. Επίσης, η ιατρική μαρτυρία που προσφέρθηκε στο Δικαστήριο δεν υποστηρίζει τα πιο πάνω τραύματα. Να σημειωθεί ότι η ιατρός του Νοσοκομείου που τον εξέτασε δεν ήταν σε θέση να αναφέρει κατά πόσο η εκδορά στο εσωτερικό του χειλιού του ήταν πρόσφατη ή παλαιά. Περαιτέρω, εύλογες αμφιβολίες κατά πόσο τελικά δέχθηκε απρόκλητα επίθεση από τον κατηγορούμενο, όπως την περιέγραψε στο Δικαστήριο, εγείρει και το γεγονός ότι ο ίδιος δεν προβαίνει σε καταγγελία στην Αστυνομία μετά το συμβάν αλλά τρείς μέρες μετά όταν η Αστυνομία εξετάζει καταγγελία του κατηγορούμενου εναντίον του. Η εξήγηση που δίνει είναι ότι δεν ήθελε μπλεξίματα με την Αστυνομία και τα Δικαστήρια διότι γνωρίζει ότι σε τέτοιες περιπτώσεις είναι και τα δύο άτομα κατηγορούμενοι. Γιατί όμως να είναι και τα δύο άτομα κατηγορούμενοι αφού η θέση του ήταν ότι ο ίδιος δεν κτύπησε τον κατηγορούμενο αλλά τον έσπρωξε με σκοπό να τον απωθήσει και να μην τον κτυπά. Δηλαδή, προβάλει την οποιαδήποτε ενέργεια του ως αυτοάμυνα άρα δεν υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος ο ίδιος να είχε διαπράξει οποιοδήποτε αδίκημα. Έχοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω, κρίνω ότι η εκδοχή που πρόβαλε ο παραπονούμενος στο Δικαστήριο δεν είναι μια ολοκληρωμένη εικόνα όλων των γεγονότων που διαδραματίστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο. Το γεγονός αυτό καθιστά τη μαρτυρία του παραπονούμενου ακροσφαλή βάση για την ανεύρεση των πραγματικών γεγονότων που έλαβαν χώρα. Επίσης, κρίνω ότι οι θέσεις του μάρτυρα αναφορικά με τον τρόπο που δέχθηκε επίθεση από τον κατηγορούμενο και οι υπόλοιπες του αναφορές παρουσιάζουν αδυναμίες και εγείρουν εύλογες αμφιβολίες στο Δικαστήριο κατά πόσο τελικά εκτυλίχθηκαν με αυτόν τον τρόπο τα γεγονότα. Επομένως, κρίνω ότι είναι επικίνδυνο για το Δικαστήριο να βασιστεί στην μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και να προβεί σε οποιαδήποτε ασφαλή γεγονότα γι αυτό δεν την αποδέχομαι. Η Μ.Κ.2 είναι η μητέρα της εν διαστάσει συζύγου του κατηγορουμένου και τη συγκεκριμένη ημέρα βρισκόταν στο σπίτι της στο 1ον όροφο της πολυκατοικίας που υπάρχει στην οδό Ρόδου μαζί με την κόρη της Χαρά και τον νονό και νονά της κόρης της. Σε κάποια στιγμή, η κόρη της η Χαρά της φώναξε ότι ο παραπονούμενος μαζί με τον κατηγορούμενο συζητούσαν έντονα. Τότε αυτή βγήκε έξω, είδε τα πιο πάνω πρόσωπα να βρίσκονται στο μέσο του δρόμου σχεδόν σε απόσταση ένα μέτρο περίπου ο ένας από τον άλλο και να συζητούν έντονα. Μπήκε στη μέση για να τους απομακρύνει. Η ίδια δεν διέκρινε ποιος φώναζε και ανέφερε επίσης ότι μετά κατέβηκαν και τα άλλα άτομα που βρίσκονταν στο σπίτι της και μετά από αυτούς και η κόρη της με τα ανήλικα τέκνα της. Στη σκηνή επίσης, ήρθε και ένα πρόσωπο το οποίο κατάγεται από τη Βουλγαρία και το οποίο διαμένει στον τρίτο όροφο της πολυκατοικίας. Περαιτέρω, είπε ότι είδε τον παραπονούμενο να είναι ματωμένος στο στόμα. Κατά την ώρα που η ίδια ήταν στη σκηνή δεν είδε κανένα από τους εμπλεκόμενους να επιτίθεται εναντίον του άλλου και να κτυπά. Ούτε επίσης, διέκρινε ποιος φώναζε και τι έλεγε. Η μαρτυρία της μάρτυρος αυτής θα πρέπει να αντικριστεί και να αξιολογηθεί από το Δικαστήριο με ιδιαίτερη προσοχή λαμβάνοντας υπόψη τη σχέση που αυτή έχει με τον παραπονούμενο καθώς επίσης και με την πρώην σύζυγο του κατηγορούμενου. Πρόκειται περί μιας πολύ στενής οικογενειακής σχέσης και έχει κάθε λόγο με τη μαρτυρία της να θέλει να βοηθήσει την εκδοχή του παραπονούμενου. Εκείνο το οποίο διαπιστώνεται από προσεκτική μελέτη της μαρτυρίας της είναι ότι προσπάθησε να καταδείξει στο Δικαστήριο ότι την ώρα που η ίδια κατέβηκε στο δρόμο δεν είδε κανένα να κτυπά και ενώ παραπονούμενος και κατηγορούμενος ήταν σε απόσταση ένα μέτρο ο ένας από τον άλλο και φώναζα, αυτή μπήκε στη μέση τους και έπιασε τον αδελφό της. Η θέση της επί του σημείου τούτου και τι οι εμπλεκόμενοι έκαναν τη στιγμή εκείνη και ποιος ήταν ο λόγος που η ίδια τράβηξε πίσω τον αδελφό της παρουσιάζει σοβαρές αδυναμίες και ανακρίβειες σε βαθμό που εγείρει εύλογες αμφιβολίες στο Δικαστήριο κατά πόσο πράγματι τη στιγμή εκείνη η ίδια δεν είδε ένα εκ των δύο να κτυπά τον άλλο. Προς υποστήριξη της θέσης μου αυτής θα αναφερθώ σε κάποια μέρη της μαρτυρίας της κατά το στάδιο της αντεξέτασης. Όταν ερωτάται τι έκανε όταν κατέβηκε κάτω, είπε ότι «πήγα και έπιασα τον αδελφό μου για να μεν έρτουν στα χέρια και είπα τους σταματήστε, μην φωνάζετε». Πιο κάτω ερωτούμενη να πει γιατί έπιασε τον αδελφό της απάντησε λέγοντας «Ε, έπιασα τον να τον...ας πούμε να μην δέρνει ο ένας τον άλλο, ας πούμε να μεν.». Συνεχίζοντας, ανέφερε ότι δεν τράβηξε τον αδελφό της ούτε τον έπιασε αλλά μπήκε στη μέση τους κοντά σε αυτόν. Τα πιο πάνω καταδεικνύουν ότι η μάρτυρας δεν ανέφερε στο Δικαστήριο ξεκάθαρα και με την απαραίτητη σαφήνεια τι ακριβώς έκαναν οι εμπλεκόμενοι τη στιγμή εκείνη και η μαρτυρία της στο σημείο αυτό είναι αδύνατη, περιλαμβάνει ανακρίβειες αλλά είναι και αντιφατική. Αυτό κλονίζει τη θέση της ότι δεν είδε κανένα κτυπά και δεν παρέχει ασφαλές υπόβαθρο στο Δικαστήριο να καταλήξει σε ένα τέτοιο συμπέρασμα. Πιο κάτω όταν της υποβάλλεται ότι ο αδελφός της κτύπησε τον κατηγορούμενο και ότι του έδωσε μια γροθιά το αρνήθηκε λέγοντας «Όχι όχι.» και στη συνέχεια είπε «Δεν είδα εγώ». Εφόσον δεν είδε γιατί αρνείται ότι αυτό μπορεί να συνέβηκε; Πέραν τούτου, ενώ σε κάποια μέρη της μαρτυρίας της αναφέρει ότι τη στιγμή εκείνη η ίδια ήταν συγχυσμένη και αναφέρει ότι η Μαριλένα δεν κατέβηκε στη σκηνή ενώ πιο κάτω είπε ότι δεν θυμάται κατά πόσο κατέβηκε τελευταία, εντούτοις η μαρτυρία της σε σχέση με τον Βούλγαρο Ιβάν Ιβάνοφ είναι σαφέστατη, τόσο σε σχέση με το πότε αυτός κατέβηκε στη σκηνή όσο και το τι είδε. Τοποθετεί την κάθοδο του εν λόγω προσώπου τελευταία στη σκηνή και όταν το επεισόδιο είχε λήξει και αναφέρει ότι το συγκεκριμένο άτομο δεν πρέπει να είδε τίποτε. Το ερώτημα είναι πώς μπορεί να καθορίζει με τόση σαφήνεια το πότε το εν λόγω πρόσωπο κατέβηκε στη σκηνή, δεδομένης της θέσης της ότι ήταν συγχυσμένη και όταν ο σκοπός της ήταν να χωρίσει τους εμπλεκόμενους; Eνώ επίσης αναφέρει ότι η ίδια ήταν γυρισμένη προς την είσοδο και είδε τον Βούλγαρο που κατέβηκε, σε άλλο μέρος της μαρτυρίας της αναφέρει ότι το εν λόγω πρόσωπο αποκλείεται να είδε τον παραπονούμενο να κτυπά τον κατηγορούμενο διότι αυτός ήταν πίσω από τον Σιαμπάνια ο οποίος ήταν πίσω από την ίδια. Αν ήταν έτσι ο τρόπος που βρίσκονταν στη σκηνή τα εν λόγω άτομα, εξ' όσων προκύπτει, δεν μπορεί η ίδια να ήταν γυρισμένη προς την είσοδο. Και πέραν τούτου, είναι αυτός ο λόγος που δεν είδε τίποτε ο Βούλγαρος ή διότι ήρθε μετά; Eκείνο το οποίο παρατηρείται στο ζήτημα του προσώπου αυτού είναι ότι η μάρτυρας αυτή προσπάθησε να διαψεύσει τη κατάθεση την οποία το πρόσωπο αυτό έδωσε στην Αστυνομία με την οποία ανέφερε ότι είδε τον παραπονούμενο να κτυπά τον κατηγορούμενο. Επίσης, προσπάθησε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο ότι ο εν λόγω Βούλγαρος είχε σχέση με τον κατηγορούμενο γι αυτό είπε αυτά που είπε στην Αστυνομία, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος ήταν ενοικιαστής της ίδιας για περίοδο δύο χρόνων μέχρι το επεισόδιο. Η ίδια δηλαδή ισχυρίστηκε ότι είπε στην κατάθεση της ότι ο Βούλγαρος δεν είδε τίποτε διότι είχε αυτές τις σχέσεις με τον κατηγορούμενο. Πιο κάτω ανέφερε ότι δεν μπορεί να είδε τίποτε διότι ήρθε μετά από αυτή στο επεισόδιο. Εδώ θα πρέπει να αναφερθεί ότι η μάρτυρας αυτή δίνει κατάθεση στην Αστυνομία στις 15/05/2009, 2 ½ περίπου μήνες μετά το συμβάν και σε αυτήν επικεντρώνεται στο γεγονός ότι είδε τραυματισμένο τον παραπονούμενο και ότι ο εν λόγω Βούλγαρος δεν νομίζει ότι είδε τίποτε. Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες δίνει αυτήν την κατάθεση και μετά από πάροδο τόσου χρονικού διαστήματος δεν έχουν διευκρινιστεί από τον εξεταστή της υπόθεσης, όπως θα διαφανεί και κατωτέρω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του και για ποίο λόγο χρειάστηκε να λάβει αυτήν την κατάθεση τότε, όταν αυτός είχε ήδη κατηγορήσει τον κατηγορούμενο προ πολλού. Οι πιο πάνω αδυναμίες στην μαρτυρία της μάρτυρος αυτής εγείρουν προς το Δικαστήριο εύλογες αμφιβολίες κατά πόσο τελικά τα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και είναι όλα τα γεγονότα που περιήλθαν στην αντίληψη της ή κατά πόσο σκοπός της ήταν να βοηθήσει την εκδοχή του παραπονουμένου και αδελφού της. Ως εκ τούτου είναι επικίνδυνο για το Δικαστήριο να βασιστεί στην μαρτυρία της και να εξάξει ασφαλή ευρήματα γεγονότων και επομένως απορρίπτεται στην ολότητα της. Ο Μ.Κ.3 ήταν ο νονός της εν διαστάσει συζύγου του κατηγορούμενου και περιέγραψε και αυτός στο Δικαστήριο τι είδε όταν κατέβηκε από την οικία της Μ.Κ.2. Ο μάρτυρας αυτός επίσης ανέφερε ότι παρά τη σχέση που έχει με την εν διαστάσει σύζυγο του κατηγορούμενου εντούτοις έχει και διατηρεί ακόμη και σχέσεις με τον κατηγορούμενο. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, μου έχει δημιουργηθεί η εντύπωση ότι αυτός δεν ήθελε να έχει σχέση με τη διαφορά των εμπλεκόμενων και η προσπάθεια του ήταν με την μαρτυρία του να μην ενοχοποιήσει οποιοδήποτε από αυτούς, προφανώς εν όψει και των σχέσεων που έχει με αυτούς. Προσπάθησε να υποστηρίξει τις αναφορές του στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία χωρίς όμως επιτυχία. Η μαρτυρία του ήταν ασαφής και πολλές από τις απαντήσεις του ήταν ότι δεν θυμάται συγκεκριμένα γεγονότα να τα περιγράψει με ακρίβεια και τι τελικά είδε και αντιλήφθηκε αλλά και πότε ο ίδιος κατέβηκε στη σκηνή. Συγκεκριμένα, δεν θυμόταν να πει πώς κατέβηκε από την οικία στη σκηνή του επεισοδίου και κατά πόσο κατέβηκε πρώτα η Μ.Κ.2 και μετά αυτός. Επίσης, δεν θυμόταν αν κατέβηκε η γυναίκα του κάτω ή όχι. Δεν μπορούσε να πει αν στη σκηνή ήταν και ο Βούλγαρος που έμενε στην πολυκατοικία ή όχι. Περαιτέρω, ερωτούμενος να πει τι έκαναν οι εμπλεκόμενοι όταν αυτός κατέβηκε κάτω είπε ότι ήταν σε φιλονικία, συζητούσαν. Πιο κάτω είπε ότι δεν θυμάται αν τη στιγμή εκείνη ήταν κάτω η κυρία Λία ενώ πιο κάτω είπε ότι ήταν στη μέση τους. Ακόμα και όταν ρωτάται να πεί κατά πόσο άκουγε φωνές όταν ήταν στη σκηνή δεν έδωσε μια σαφή απάντηση. Είπε ότι νομίζω ήταν ακόμα..σε φωνές, μιλούσαν δυνατά και ούτε θυμόταν να πει τι έλεγαν. Κρίνω ότι δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στην μαρτυρία αυτή του μάρτυρα και ούτε μπορεί από αυτή να προκύψουν ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Ως εκ τούτου απορρίπτεται στην ολότητα της. Η Μ.Κ.4. κατέθεσε ως η ιατρός του Νοσοκομείου η οποία εξέτασε τον παραπονούμενο στις 28/02/2009 και αναγνώρισε στο Δικαστήριο το τεκμήριο 2. Σε αυτό αναφέρει ότι εντόπισε εκδορά στο εσωτερικό του άνω χείλους αριστερά, του παραπονούμενου. Εξήγησε πώς μπορεί να προκληθεί ένα τέτοιο τραύμα και ανέφερε ότι είναι από πίεση που εξασκείται στα χείλη και λόγω του ότι από μέσα είναι οι κοπτήρες προκαλείται σχίσιμο. Αυτό μπορεί να λάβει χώρα και μετά από μπουνιά στο συγκεκριμένο σημείο των χειλιών. Κατ' αρχή κρίνω ότι η μάρτυρας αυτή ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και να το βοηθήσει να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα. Κατέθεσε λόγω της ιδιότητας της ως ιατρός του Νοσοκομείου Πάφου που εξέτασε τον παραπονούμενο και δεν είχε οποιοδήποτε συμφέρον στην υπόθεση ούτε οποιαδήποτε σχέση με ένα εκ των μερών. Πέραν τούτου, η μάρτυρας αυτή θεωρείται ως ειδικός ή εμπειρογνώμονας επί του θέματος το οποίο αναφέρθηκε στο Δικαστήριο. Είναι γνωστές οι αρχές στο Δικαστήριο πώς αξιολογείται μια τέτοια μαρτυρία (βλ. Κωνσταντίνα Σιακόλα v. Aστυνομίας Ποιν. Εφεση Αρ. 53/11, Ημερομηνίας 24/01/2013, Θεοσκέπαστη Φαρμ v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ. 534, Evagelou & Another v. Ambizas & Another
(1982)1 C.L.R. 41, Φιλίππου v. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1 και Μάριος Νικολάου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 841). Ανέφερε ότι είναι ιατρός και εργάζεται για 10 περίπου χρόνια στο Νοσοκομείο Πάφου. Το γεγονός αυτό αλλά και γενικότερα ότι η μάρτυρας αυτή είναι ειδική να αναφερθεί στο θέμα που αναφέρθηκε στο Δικαστήριο, δεν έτυχε αμφισβήτησης από την υπεράσπιση. Επίσης, κρίνω ότι αυτή διαθέτει τα απαραίτητα προσόντα. Ως εκ τούτου κρίνεται ως ειδική - εμπειρογνώμονας από το Δικαστήριο. Πέραν τούτου, διαπιστώνεται ότι τα ευρήματα της που αναφέρονται στο τεκμήριο 2 δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την υπεράσπιση. Εκείνο το οποίο ρωτήθηκε η μάρτυρας είναι κατά πόσο η εκδορά αυτή ήταν πρόσφατη, κάτι το οποίο η μάρτυρας δεν μπορούσε να θυμηθεί και να απαντήσει. Τον τρόπο που δύναται να προκληθεί ένα τέτοιο τραύμα τον εξήγησε δεόντως στο Δικαστήριο και επίσης υπέδειξε που ακριβώς ήταν το τραύμα που εντόπισε και αναφέρεται στο ιατρικό της πιστοποιητικό. Δεδομένων των πιο πάνω και των εξηγήσεων που η μάρτυρας αυτή έδωσε στο Δικαστήριο σε σχέση με το τραύμα που διαπίστωσε ότι είχε ο παραπονούμενος, κρίνω ότι μπορώ να αποδεκτώ τη μαρτυρία της και τη αποδέχομαι. Από αυτή προκύπτει ότι στις 28/02/2009 που εξέτασε τον παραπονούμενο, αυτός έφερε εκδορά στο εσωτερικό άνω χείλος αριστερά η οποία μπορεί να προκληθεί από άσκηση πίεσης στο σημείο. Επίσης, προκύπτει ότι η εξέταση έλαβε χώρα τρεις μέρες μετά το επεισόδιο και ότι η μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να πει κατά πόσο το τραύμα ήταν πρόσφατο ή όχι. Ο Μ.Κ.5 ήταν ο Αστυνομικός που εξέτασε το επεισόδιο που έγινε μεταξύ κατηγορούμενου και παραπονούμενου, μετά από καταγγελία του κατηγορούμενου στις 25/02/
- Αναφέρθηκε στις ενέργειες που έκανε και ότι κατηγόρησε τον κατηγορούμενο στις 04/03/
- Eπίσης, κατά την αντεξέταση του κατέθεσε και την γραπτή κατάθεση του Ιβάν Ιβανοφ την οποία ο ίδιος του έλαβε στις 25/02/2009 (βλ. τεκμήριο 6 Α και Β). Παρά την προσπάθεια της υπεράσπισης να καταδείξει αλλότριο κίνητρο στον μάρτυρα αυτό και ότι πρόθεση του ήταν να βοηθήσει την κατηγορούσα αρχή στην υπόθεση της, εντούτοις κάτι τέτοιο δεν διακρίνεται ούτε προκύπτει από τη μαρτυρία του. Δεν παραγνωρίζω ότι ανέφερε ότι για να κατηγορήσει τον κατηγορούμενο βασίστηκε στις καταθέσεις του παραπονουμένου αλλά και των Μ.Κ.2 και 3, οι οποίες όμως όπως έχει διαφανεί λήφθηκαν αρκετά μετά που αυτός κατηγόρησε τον κατηγορούμενο. Εντούτοις όμως, ο ίδιος αναφέρθηκε ότι θυμάται τις μαρτυρίες του παραπονούμενου και κατηγορούμενου διότι είναι σε αυτές που δίδει βαρύτητα. Τα πιο πάνω, θεωρώ ότι δεν μπορούν να κλονίσουν την αξιοπιστία του και θεωρώ ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Άλλωστε η μαρτυρία του μάρτυρα αυτού επικεντρώθηκε στις δικές του ενέργειες στα πλαίσια της διερεύνησης της υπόθεσης αφού ο ίδιος δεν ήταν αυτόπτης μάρτυρας στο επεισόδιο και δεν είχε ιδίαν γνώση για τα γεγονότα. Θεωρώ ότι μπορώ να αποδεκτώ τη μαρτυρία του σε σχέση με τις ενέργειες τις οποίες έκανε αλλά και τη θέση του ότι ο παραπονούμενος του έδειξε το τραύμα που έφερε και γι αυτό του έδωσε παραπεμπτικό για να εξεταστεί από ιατρό. Πέραν τούτου, κατέθεσε στο Δικαστήριο και τη γραπτή κατάθεση που έλαβε από τον Ιβαν Ιβάνοφ, στην οποία ο τελευταίος αναφέρει ότι είδε τον παραπονούμενο στην παρούσα υπόθεση να δίνει μια γροθιά στον κατηγορούμενο και μετά να τους χωρίζει η Μ.Κ.
- Το περιεχόμενο της εν λόγω κατάθεσης αποτελεί εξ' ακοής μαρτυρία, η αξιολόγηση της οποίας θα πρέπει να γίνει με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 27 του Περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9, όπως έχει τροποποιηθεί με το Νόμο 32
(1)/2004. Στην παρούσα περίπτωση ο εν λόγω Ιβάν Ιβανοφ, δεν κλήθηκε να καταθέσει ως μάρτυρας ενώπιον του Δικαστηρίου, είτε από την κατηγορούσα αρχή είτε από την υπεράσπιση χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση ή λόγος γι αυτό. Επίσης, ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχουν εκατέρωθεν ισχυρισμοί αναφορικά με τη σχέση που το εν λόγω πρόσωπο είχε, τόσο με την πλευρά του παραπονουμένου και της αδελφή του όσο και με την πλευρά του κατηγορουμένου. Με αυτά τα δεδομένα το Δικαστήριο δεν μπορεί να δώσει οποιαδήποτε βαρύτητα στην εν λόγω μαρτυρία και ούτε μπορεί να γνωρίζει αν ο μάρτυρας τελικά είχε οποιοδήποτε κίνητρο να πει αυτά που είπε στην κατάθεση του. Επομένως, το περιεχόμενο της κατάθεσης του δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη και δεν λαμβάνεται. Aπό την αντίπερα όχθη ο κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως και παράθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τη δική του εκδοχή για το επεισόδιο που έλαβε χώρα κατά τον ουσιώδη χρόνο. Έχω διεξέλθει με πολλή προσοχή τη μαρτυρία του κατηγορούμενου και έλαβα υπόψη μου και τον τρόπο που αυτός απαντούσε τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν και το περιεχόμενο των απαντήσεων του. Ο κατηγορούμενος μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα, ήταν σταθερός στην εκδοχή του και απαντούσε με ευκρίνεια και αμεσότητα τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν. Η θέση του αναφορικά με το πού είχε σταθμεύσει το όχημα του, πόση ώρα περίμενε σε αυτό και τι ακολούθησε στη συνέχεια καθώς και το πού στάθμευσε το όχημα του ο παραπονούμενος όταν ήρθε στο μέρος, δεν έτυχαν αμφισβήτησης κατά την αντεξέταση του. Επίσης, η θέση του για τις επιθέσεις που δέχθηκε και τον τρόπο που αυτές έλαβαν χώρα δεν έχουν κλονιστεί κατά την αντεξέταση του. Εξήγησε ακριβώς τον τρόπο που δέχθηκε τόσο την πρώτη επίθεση από τον κατηγορούμενο όσο και τη δεύτερη και τι ακριβώς επακολούθησε, ποίοι ήταν στη σκηνή και πότε ήρθαν. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου και τις περαιτέρω ενέργειες του μετά το επίδικο συμβάν και το γεγονός ότι αμέσως επισκέφθηκε την Αστυνομία όπου κατάγγειλε το επεισόδιο, κάτι το οποίο προκύπτει και από την υπόλοιπη μαρτυρία που προσκομίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και η οποία έγινε αποδεκτή. Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω και το υπόλοιπο περιεχόμενο της μαρτυρίας του κατηγορουμένου καθώς επίσης και την εντύπωση που απεκόμισα από αυτόν κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του και να εξάξω ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Επομένως, την αποδέχομαι στην ολότητα της. Η Μ.Υ.1 κατέθεσε ως υπάλληλος του ποινικού τμήματος του Ε.Δ.Πάφου, η οποία είχε στην κατοχή της το φάκελο της Ποιν. Υπόθεσης Αρ. 6457/10 και κατέθεσε στο Δικαστήριο αντίγραφο του κατηγορητηρίου της εν λόγω υπόθεσης (βλ. τεκμήριο 7). Στην υπόθεση εκείνη κατηγορούμενος ήταν ο παραπονούμενος στην παρούσα υπόθεση και αντιμετώπιζε τις κατηγορίες της απειλής βιαιοπραγίας και επίθεσης προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη. Επίσης, κατέθεσε και ιατρικό πιστοποιητικό του κατηγορούμενου στην παρούσα υπόθεση (βλ. τεκμήριο 8) το οποίο κατατέθηκε στα πλαίσια εκδίκασης της άλλης υπόθεσης. Πέραν τούτου, ανέφερε ότι από το φάκελο φαίνεται ότι η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση στις 10/11/2010 και στις 11/11/2010 για συνέχιση της ακρόασης οπόταν έγινε αλλαγή απάντησης και επιβλήθηκε πρόστιμο στον κατηγορούμενο στην κατηγορία της επίθεσης ενώ η κατηγορία της απειλής βιαιοπραγίας διακόπηκε. Η μάρτυρας αυτή δεν έτυχε αντεξέτασης ούτε υπάρχει κάτι μεμπτό στη μαρτυρία της. Αυτή περιορίστηκε στο να αναφερθεί στην άλλη υπόθεση που αντιμετώπιζε ο παραπονούμενος και ανέφερε την πορεία της και το αποτέλεσμα στο βαθμό που ήταν σε θέση να το πράξει. Επομένως, αποδέχομαι τη μαρτυρία της στην ολότητα της. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας και αυτή η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη και/ή αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων τα κάτωθι αποτελούν τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης: Ο κατηγορούμενος ήταν παντρεμένος με την ανιψιά του παραπονούμενου και κατά τον ουσιώδη χρόνο βρίσκονταν σε διάσταση και είχαν συμφωνήσει ο κατηγορούμενος να βλέπει τα ανήλικα τέκνα του. Στις 25/02/2009 ο κατηγορούμενος είχε πάρει τηλέφωνο την τότε εν διαστάσει σύζυγο του για να πάει να πάρει τα ανήλικα τέκνα του κάτι με το οποίο η τελευταία συμφώνησε. Πήγε με το αυτοκίνητου του και στάθμευσε το όχημα του μπροστά από την είσοδο της πολυκατοικίας όπου διέμενε η εν διαστάσει σύζυγος του μαζί με τα ανήλικα τέκνα του. Την πήρε τηλέφωνο να του φέρει τα ανήλικα τέκνα του και αφού περίμενε γύρω στα δέκα λεπτά και αυτά δεν έρχονταν, πήρε εκ νέου τηλέφωνο τη σύζυγο του και του είπε να περιμένει. Μετά από αυτό, ήρθε ο παραπονούμενος με το όχημα του και στάθμευσε το όχημα του 20 περίπου μέτρα πίσω από το όχημα του κατηγορουμένου. Κατέβηκε από αυτό και κινήθηκε προς την πόρτα του οδηγού του οχήματος του κατηγορουμένου και προσπάθησε να την ανοίξει χωρίς αποτέλεσμα αφού ήταν κλειδωμένη. Τότε ο κατηγορούμενος τον ρώτησε τι τον ήθελε και από μόνος του εξήλθε του οχήματος. Ο παραπονούμενος του ζήτησε να ανέβουν πάνω στην οικία για να συζητήσουν για το διαζύγιο του με την εν διαστάσει σύζυγο του κάτι το οποίο απέρριπτε ο κατηγορούμενος καθότι ήταν θέμα που δεν αφορούσε τον παραπονούμενο και ότι αν ήθελε να του πει κάτι, να του το έλεγε εκεί. Ο παραπονούμενος άρχισε να του φωνάζει, να τον απειλεί και ακολούθως του επιτέθηκε κτυπώντας τον στο πρόσωπο και σε άλλα μέρη του σώματος του και αυτός για να προστατευτεί έβαλε τα χέρια του μπροστά από το πρόσωπο του. Μετά από αυτό κατέβηκαν στη σκηνή η μητέρα, ο νονός και η νονά της εν διαστάσει συζύγου του οι οποίοι βρίσκονταν στην οικία της μητέρας της συζύγου του καθώς επίσης και ένα Βούλγαρος επ' ονόματι Ιβαν Ιβαναφ ο οποίος διέμενε στην οικία στον τρίτο όροφο που ενοικίαζε από τη μητέρα της συζύγου του. Μπήκαν στη μέση τους η μητέρα και ο νονός της συζύγου του και τράβηξαν πίσω τον παραπονούμενο για να σταματήσει να τον κτυπά. Στη διάρκεια αυτού, ο παραπονούμενος συνέχιζε να φωνάζει και να βρίζει και σε κάποια στιγμή κτύπησε εκ νέου τον κατηγορούμενο στο πρόσωπο, περνώντας διαμέσου της μητέρας και του νονού της εν διαστάσει συζύγου του, οι οποίοι στέκονταν μπροστά του. Μετά από αυτό ο κατηγορούμενος πήρε τηλέφωνο την εν διαστάσει σύζυγο του η οποία του έφερε τα ανήλικα τέκνα του, τα πήρε και έφυγαν. Πήγε στο σπίτι της μητέρας όπου τα άφησε εκεί και αφού ενημέρωσε τον δικηγόρο του για το τι έγινε, ακολούθως, πήγε στην Αστυνομία και κατάγγειλε το επεισόδιο αναφέροντας και ποια άτομα ήταν παρόντα στη σκηνή. Ο παραπονούμενος στις 28/02/2009 κλήθηκε στην Αστυνομία για να δώσει κατάθεση σε σχέση με την καταγγελία που είχε εναντίον του και παραπέμφθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου για εξέταση όπου διαπιστώθηκε ότι έφερε εσωτερική εκδορά του άνω αριστερού χείλους η οποία μπορεί να προκληθεί από άσκηση πίεσης στο εν λόγω σημείο. Η ιατρός που τον εξέτασε δεν ήταν σε θέση να καθορίσει κατά πόσο η εν λόγω εκδορά ήταν πρόσφατη. Πέραν των πιο πάνω, προκύπτει ότι ο παραπονούμενος γι αυτό το επεισόδιο, στην Ποινική Υπόθεση Αρ. 6457/10 Ε.Δ.Πάφου, αντιμετώπισε τις κατηγορίες της απειλής βιαιοπραγίας και της επίθεσης προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη εναντίον του κατηγορούμενου. Μετά από μερική ακρόαση, η κατηγορία της απειλής βιαιοπραγίας διακόπηκε και ο κατηγορούμενος παραδέκτηκε τη κατηγορία της επίθεσης προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη και του επιβλήθηκε ποινή προστίμου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Το άρθρο 186Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοεί τα ακόλουθα: « Ο συμπεριφερόμενος σε δηµόσιο χώρο κατά τρόπο που προκαλεί διασάλευση της ειρήνης είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός µηνός ή σε χρηµατική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εβδομήντα πέντε λίρες ή και στις δύο ποινές.» Όσον αφορά την έννοια του δηµόσιου χώρου, αυτή καθορίζεται στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα ως ακολούθως: «δηµόσιος χώρος ή δηµόσιο υποστατικό περιλαµβάνει δηµόσια διάβαση και κτήριο, µέρος ή τόπο φυσικής άνεσης όπου το κοινό έχει δικαίωµα ή άδεια εισόδου είτε χωρίς όρους είτε µε όρο πληρωµής καθώς και κτήριο που χρησιµοποιείται κάθε φορά για δηµόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δηµόσια συνεδρίαση.» Σε σχέση με το αδίκημα της επίθεσης προκαλούσας πραγματικής σωματικής βλάβης, το άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα αναφέρει ότι όποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί πραγματική σωµατική βλάβη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων. Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή με μεγάλη αδιαφορία (recklessly) να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλ. R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788). Η μεγάλη αδιαφορία στην οποία μπορεί να στοιχειοθετηθεί εναλλακτικά το συστατικό στοιχείο της πρόθεσης στο αδίκημα, έχει περιγραφεί στη Νομολογία του κοινοδικαίου ότι καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, αφού συνειδητοποιήσει την ύπαρξη του κινδύνου, παρά ταύτα προβαίνει στις ενέργειες του (βλ. R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974 και R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 964). Πραγματική σωματική βλάβη περιλαμβάνει οποιοδήποτε τραύμα εξωτερικό ή εσωτερικό (συμπεριλαμβανομένης και υστερικής νευρικής κατάστασης) που επέρχεται ως αποτέλεσμα της επίθεσης. Στην υπόθεση Georghiades v. Police
(1985)2 C.L.R. 56, επιφανειακή εκδορά στο πρόσωπο με ερέθισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243 (βλ. επίσης R. v. Miller
(1954)2 All E.R. 529. 534 και Αστυνομία v. Ιωάννου
(1989)2 Α.Α.Δ. 61). Δεν χρειάζεται το τραύμα να είναι σοβαρό ή μόνιμου χαρακτήρα (βλ. σύγγραμμα Archbold, 36η έκδοση, παρ. 2634). Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω νομικές αρχές και τα ευρήματα του Δικαστηρίου θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Αναφορικά με την πρώτη κατηγορία, προκύπτει ότι το όλο επεισόδιο έλαβε χώρα επί του πεζοδρομίου δίπλα από δημόσιο δρόμο, την οδό Ρόδου 2 στην Πάφο και θεωρώ ότι το συστατικό στοιχείο αυτό του αδικήματος έχει αποδειχθεί. Πέραν τούτου, από τα ευρήματα του Δικαστηρίου κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό ότι ο κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε με τέτοιο τρόπο που προκάλεσε διασάλευση της ειρήνης. Σκοπός της παρουσίας του στο συγκεκριμένο τόπο ήταν για να παραλάβει τα ανήλικα τέκνα του. Το τι επακολούθησε στο εν διάμεσο δεν προκύπτει να προκλήθηκε από τον κατηγορούμενο ούτε έχει καταδειχθεί τέτοια συμπεριφορά από τον κατηγορούμενο η οποία να καταδεικνύει ότι συνέβαλε στην πρόκληση του επεισοδίου ή ότι φώναζε καθοιονδήποτε τρόπο. Σε σχέση με τη δεύτερη κατηγορία, κρίνω ότι το τραύμα το οποίο έφερε ο παραπονούμενος συνιστά πραγματική σωματική βλάβη εν τη έννοια του Νόμου. Πέραν τούτου, με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, δεν έχει αποδειχθεί το συστατικό στοιχείο της επίθεσης από τον κατηγορούμενο εναντίον του παραπονούμενου ούτε έχει συνδεθεί ο τραυματισμός του τελευταίου ότι ήταν το αποτέλεσμα μιας τέτοιας επίθεσης. Αντιθέτως, από τα ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει ότι είναι ο παραπονούμενος που επιτέθηκε στον κατηγορούμενο. Εν όψει των πιο πάνω, η κατάληξη είναι ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον του κατηγορούμενου στον απαιτούμενο βαθμό και ως εκ τούτου αυτός αθωώνεται και απαλλάσσεται και από τις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ........... Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο