Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Μιχάλης Χαραλάμπους, Αρ. Υπόθεσης: 7250/2013, 5/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:B127 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7250/2013 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. Μιχάλης Χαραλάμπους Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 05.12.13 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Για τον κατηγορούμενο: κος Γ. Δημητριάδης(η κα. Ε. Μιχαήλ για ν' ακούσει απόφαση) Κατηγορούμενος: παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, στις κατηγορίες της παράνομης κατοχής και χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως 'Β' κατά παράβαση των σχετικών άρθρων του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμον, Ν. 29/77μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, ο κατηγορούμενος στις 05.01.11 στην Πάφο είχε στην κατοχή του κάνναβη βάρους 0.1838 και 0.0838 γραμμαρίων αντίστοιχα χωρίς άδεια του Υπουργού Υγείας, ενώ στις 04.01.11 στην Πάφο ο κατηγορούμενος κάπνισε κάνναβη (πρώτη, δεύτερη και τρίτη κατηγορία). Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως έχουν εκτεθεί από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, είναι τα ακόλουθα: Στις 05.01.11 ο αστυφύλακας 2986 Λουκά (Μ9) μετέβηκε μαζί με άλλους συναδέλφους του στην οικία του κατηγορουμένου για έρευνα κατόπιν έκδοσης σχετικού εντάλματος. Κατά τη διάρκεια της έρευνας εντοπίστηκε κλειστό νάϋλο διαφανές σακουλάκι στο οποίο υπήρχε ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής ύλης. Επίσης, ανευρέθηκε ακόμη ένα διαφανές σακουλάκι χρώματος ροζ, το οποίο περιείχε ποσότητα πράσινης φυτικής ύλης με σπόρους. Αμέσως υποδείχτηκαν στον κατηγορούμενο και πληροφορήθηκε από τον αστυφύλακα 2986 Λουκά ότι επρόκειτο για κάνναβη, της οποίας η κατοχή και χρήση απαγορευόταν από τη νομοθεσία. Του επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο και αφού συνελήφθηκε μεταφέρθηκε σε αστυνομικό σταθμό. Τα δύο τεκμήρια συσκευάστηκαν και σφραγίστηκαν στην παρουσία του κατηγορουμένου, ο οποίος και υπέγραψε τη σχετική σφράγιση. Σε θεληματική κατάθεση του την ίδια ημέρα, ο κατηγορούμενος είπε ότι οι ανευρεθέντες ναρκωτικές ουσίες προορίζονταν για δική του χρήση και ότι στις 04.01.11 ήταν η τελευταία φορά που έκανε τέτοια χρήση. Τα ανευρεθέντα τεκμήρια αποστάληκαν για επιστημονικές εξετάσεις στο Κρατικό Χημείο, τα αποτελέσματα των οποίων στις 28.06.11 έδειξαν ότι επρόκειτο για ναρκωτικές ουσίες και συγκεκριμένα σε σχέση με το πρώτο σακουλάκι κάνναβη βάρους 0.1838 γραμμαρίων ενώ αναφορικά με το δεύτερο σακουλάκι κάνναβη βάρους 0.0838 γραμμαρίων. Ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς στις 19.07.11. Καταλήγοντας, η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες ενώ παράλληλα ζήτησε από το Δικαστήριο όπως τα ανευρεθέντα τεκμήρια που παραλήφθηκαν κατασχεθούν και καταστραφούν. Χωρίς να αμφισβητήσει επί της ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθηκαν από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης, αφού απολογήθηκε για την αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου και υποσχέθηκε ότι ο κατηγορούμενος θα είναι περισσότερο προσεχτικός στο μέλλον, αναγνώρισε τη σοβαρότητα των αδικημάτων που ο πελάτης του παραδέχτηκε ότι διέπραξε. Εκθέτοντας τους μετριαστικούς παράγοντες στην υπόθεση αυτή με παραπομπή σε νομολογία ο κύριος Δημητριάδης επισήμανε ότι ο κατηγορούμενος είναι περιστασιακός χρήστης ναρκωτικών, ο οποίος στη συγκεκριμένη περίπτωση είχε στην κατοχή του μικρή ποσότητα ναρκωτικών ουσιών τάξεως 'Β' που προορίζονταν για δική του χρήση, χωρίς έτσι να υπάρχει το στοιχείο της εμπορίας. Περαιτέρω, ο εν λόγω συνήγορος αναφέρθηκε στο λευκό ποινικό μητρώο του πελάτη του, στη συνεργασία που ο κατηγορούμενος είχε με τις αστυνομικές αρχές κατά τον έλεγχο της οικίας του καθώς και στην άμεση παραδοχή του τόσο στην αστυνομία όσο και στο Δικαστήριο. Σύμφωνα με τον κύριο Δημητριάδη, ο κατηγορούμενος έχει ήδη ξεκινήσει προσπάθειες για απεγκλωβισμό του από τα ναρκωτικά και ζητεί όπως του επιτραπεί να συνεχίσει το εγχείρημα του αυτό. Ερχόμενος στις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του πελάτη του ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης δήλωσε ότι ο κατηγορούμενος είναι νυμφευμένος και προσπαθεί να δημιουργήσει την δική του οικογένεια. Εδώ και δύο μήνες εργάζεται σε ιδιωτική εταιρεία με μηνιαίες απολαβές €900,00 περίπου. Η δε σύζυγος του είναι άνεργη χωρίς να λαμβάνει οποιοδήποτε βοήθημα με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να είναι ο μόνος που συντηρεί οικονομικά τον εαυτό του και την σύζυγο του. Επιπλέον, ο εν λόγω συνήγορος έθεσε θέμα χρόνου που διέρρευσε για την προώθηση και καταχώρηση της υπόθεσης αυτής στο Δικαστήριο. Όπως εξήγησε ο κύριος Δημητριάδης, ενώ οι έρευνες των αρχών ολοκληρώθηκαν στις 28.06.11 και κατηγορήθηκε στις 19.07.11, η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε μετά πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος δίνοντας έτσι την ευκαιρία στον κατηγορούμενο να προχωρήσει με τη ζωή του. Επ' αυτού η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής απέδωσε την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στη γραφειοκρατική διαδικασία που διεξάγεται στο αρχηγείο αστυνομίας και στη νομική υπηρεσία αλλά και στο γεγονός ότι υπήρχε αδυναμία επίδοσης του κατηγορητηρίου ένεκα αλλαγής διεύθυνσης οικίας από τον κατηγορούμενο στο μεσοδιάστημα. Τέλος, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως εισηγήθηκε πως σε περίπτωση που το Δικαστήριο προσανατολίζεται να επιβάλει ποινή στερητικής της ελευθερίας του πελάτη του συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του για αναστολή της. Αναμφίβολα τα αδικήματα που διέπραξε ο κατηγορούμενος είναι σοβαρά. Ενδεικτική δε της σοβαρότητας τους είναι οι προβλεπόμενες στο νόμο ποινές. Συγκεκριμένα, το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως 'Β', ήτοι κάνναβη, τιμωρείται, με βάση το άρθρο 6
(2)και τον Τρίτο Πίνακα του άρθρου 30 του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου, Ν. 29/77μετά των συναφών τροποποιήσεων, σε ποινή φυλάκισης 8 ετών ή σε πρόστιμο ή και στις δύο αυτές ποινές. Το δε αδίκημα καπνίσματος κάνναβης, υπόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 10(α) και τον Τρίτο Πίνακα του άρθρου 30 του ιδίου με το πιο πάνω αδίκημα νόμου, σε δια βίου φυλάκιση ή πρόστιμο ή και στις δύο αυτές ποινές. Βέβαια επειδή τα εν λόγω αδικήματα δικάζονται συνοπτικά το μέγιστο της ποινής που θα έχει υπόψη του το παρόν Δικαστήριο θα είναι, με βάση το άρθρο 24
(1)του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60μετά των συναφών τροποποιήσεων, σε 5 έτη φυλάκισης ή πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τα €85.430,00 ή και τις δύο αυτές ποινές. Αδικήματα που σχετίζονται με τα ναρκωτικά έχουν όντως λάβει τρομακτικές διαστάσεις στην Κύπρο. Αποτελούν κοινωνική μάστιγα και θανάσιμη πληγή για τον τόπο μας. Σπέρνουν πόνο, δυστυχία και αργό θάνατο στα θύματα τους αλλά και στις οικογένειες τους. Στα θύματα τους περιλαμβάνονται άτομα από όλες τις ηλικίες. Η κυπριακή κοινωνία έχει περάσει από το στάδιο της ανησυχίας στο στάδιο της αγωνίας τρέμοντας για την δραματική εξάπλωση των εγκλημάτων αυτών και τις καταστροφικές συνέπειες που επιφέρουν. Το φαινόμενο αυτό πήρε ήδη τρομαχτικές διαστάσεις με θύματα όπως έχω πει σχεδόν από όλες τις ηλικίες. Η συχνότητα διάπραξης αυτών των αποτρόπαιων αδικημάτων έχει ξεφύγει από τα όρια της λογικής επηρεάζοντας άμεσα και πολλές φορές καταλυτικά, όχι μόνο τη ζωή του χρήστη αλλά της οικογένειας και του φιλικού περιβάλλοντος του ενώ ταυτόχρονα φθείρει γενικότερα τον ιστό της κοινωνίας (Τρύφωνος v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 197 και Beyki v. Αστυνομίας
(2008)2 A.A.Δ. 60). Σήμερα τα ναρκωτικά έχουν διεισδύσει, μεταξύ άλλων, σε οικίες και σχολεία διαλύοντας οικογένειες και φιλίες και συνθλίβοντας στο πέρασμα τους ατομικά όνειρα και προσδοκίες. Υπό αυτές τις συνθήκες δεν επιτρέπεται εφησυχασμός αλλά αντίθετα καλούνται οι αρμόδιοι φορείς της κοινωνίας να εντατικοποιήσουν την εκστρατεία τους κατά των ναρκωτικών. Παράλληλα, η πολιτεία οφείλει να εφαρμόζει μηχανισμούς προστασίας και ευρύτερης βοήθειας προς τους χρήστες ναρκωτικών. Το Δικαστήριο αντιμετωπίζει τέτοιας φύσεως αδικήματα με πάσα αυστηρότητα και επιβάλλει ποινές αποτρεπτικές, σε μια προσπάθεια να αναχαιτίσει την ολοένα αυξανόμενη τάση διάπραξης τέτοιων εγκλημάτων και παράλληλα να περάσει το μήνυμα της κοινωνίας σε νέους επίδοξους παραβάτες ότι τέτοιες συμπεριφορές δεν θα γίνονται ανεκτές από την κοινωνία. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Παγιαβλάς v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 240, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η ανάγκη για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου δικαιολογείται, όλως ιδιαίτερα, όπου συγκεκριμένη κατηγορία εγκλημάτων προσλαμβάνει ανησυχητικές διαστάσεις, γεγονός που οριοθετεί και το πλαίσιο αντιμετώπισης τους - (βλ. Κάττου και άλλος v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 498, 515. Βλ. επίσης, El-Beyrouty and Another v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 543). Η χρήση ναρκωτικών έχει, όντως, προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, γεγονός που επιβάλλει, κατά κανόνα, την επιβολή αποτρεπτικών ποινών, όπως και πρόσφατα διαπιστώθηκε στην Παυλίδης κ.α. v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις 6161 και 6162, 15/7/96. Η χρήση ναρκωτικών έχει ποικιλόμορφα χαρακτηριστεί ως κοινωνική μάστιγα και ως νάρκη στο θεμέλιο της κοινωνίας. Αποτελούν τα ναρκωτικά κίνδυνο, τόσο για τη φυσική, όσο και για την κοινωνική ευημερία του κοινού. Η έξαρση, η οποία παρατηρείται στη χρήση ναρκωτικών, καθιστά την αποτροπή κυρίαρχο στοιχείο στον καθορισμό της φύσης της ποινής, γεγονός που καθιστά τη φυλάκιση εμφανή επιλογή." Μέσα από την υπόθεση αυτή το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε πως παρόλο που γίνεται διάκριση μεταξύ εμπόρων και χρηστών ναρκωτικών αναφορικά με το ύψος της επιβολής ποινής, εντούτοις και στην περίπτωση των χρηστών συντρέχουν λόγοι για την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Ειδικότερα, παρατίθεται αυτούσιο το πιο κάτω απόσπασμα που επιβεβαιώνει την πιο πάνω θέση του Δικαστηρίου: "Πράγματι, γίνεται διάκριση μεταξύ εμπόρων και χρηστών ναρκωτικών. Στην περίπτωση των πρώτων, η ανάγκη για την επιβολή αποτρεπτικών ποινών είναι κατάδηλη. Αποζούν από τη διασπορά της καταστροφής. Η διάκριση, όμως, μεταξύ των δύο κατηγοριών παραβατών, αμβλύνεται σε μεγάλο βαθμό, αναλογιζόμενοι ότι είναι οι χρήστες που συντηρούν την εμπορία ναρκωτικών. Χωρίς τους χρήστες, δεν θα υπήρχε αγορά για τα ναρκωτικά. Η καταπολέμηση του κακού στη γένεση του διέρχεται μέσα από την καταπολέμηση της κατανάλωσης ναρκωτικών. Έτσι και στην περίπτωση των χρηστών, συντρέχουν ισχυροί λόγοι για την επιβολή αποτρεπτικών ποινών." Η πιο πάνω θέση όμως δεν διαγράφει την προαναφερόμενη διάκριση μεταξύ εμπόρων και χρηστών και ούτε πρέπει να στέκεται εμπόδιο στην κατανόηση και βοήθεια που οι τελευταίοι πρέπει να εισπράττουν σε μια προσπάθεια απεξάρτησης τους από τα ναρκωτικά και ομαλής επανένταξης τους στο κοινωνικό σύνολο. Στην υπόθεση Κυπριανίδης και άλλος v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 246 το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε πως τα κυπριακά δικαστήρια ακολουθούν τις κατευθυντήριες γραμμές που τέθηκαν στην σχετική επί του θέματος αγγλική υπόθεση R v. Aramah [1982] 4 Cr. App. R(S) 407 και έτσι επιβάλλονται ελαφρότερες ποινές σε περίπτωση απλής κατοχής για ιδιωτική χρήση. Ωστόσο, μέσα από την ίδια υπόθεση επισημάνθηκε ότι δεν θα πρέπει να παραγνωριστεί το γεγονός ότι με την τροποποίηση του Ν.29/77 για κατοχή ελεγχόμενων φαρμάκων με το Ν.20(Ι)/92, οι ποινές αυξήθηκαν σε 8 χρόνια φυλάκισης, το οποίο δείχνει τη σοβαρότητα που ο νομοθέτης επιθυμεί να αποδώσει σε αδικήματα αυτού του είδους. Χαρακτηριστικό είναι ακόμη το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Beyki v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 60, που υπενθυμίζει την περιορισμένη διάκριση μεταξύ έμπορα και χρήστη ναρκωτικών: "Είναι θεμελιωμένο ότι τα ναρκωτικά αποτελούν σοβαρότατο κίνδυνο για τον άνθρωπο, ο οποίος κίνδυνος πρέπει να καταπολεμηθεί. Οι αυστηρές ποινές που επιβάλλονται για αδικήματα σχετιζόμενα με ναρκωτικά είναι το μέσο που έχουν τα δικαστήρια για την επίτευξη του σκοπού αυτού. Γι' αυτό και οι ποινές που συνήθως επιβάλλονται για τέτοια αδικήματα ενέχουν και το στοιχείο της αποτροπής. Όμως, θεμελιωμένη είναι και η αρχή της διάκρισης της σοβαρότητας των αδικημάτων που αφορούν σε εμπορία ναρκωτικών και εκείνων που αφορούν σε κατοχή και χρήση. Οι έμποροι ναρκωτικών, όπως λέχθηκε στην Afroughi (ανωτέρω), καθιστούν επάγγελμα τους τη διασπορά του θανάτου και ως εκ τούτου είναι δύσκολο να ανευρεθούν ερείσματα για μετριασμό των ποινών που επιβάλλονται σ' αυτούς. Για τους χρήστες ναρκωτικών, όμως, υπάρχει κάποιο περιορισμένο περιθώριο για επίδειξη επιεικείας, το οποίον (περιθώριο) σχετίζεται με την αδυναμία του ανθρώπου και ειδικά των χρηστών ναρκωτικών, ανάλογα βέβαια με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης." Η ανάγκη επιβολής αυστηρής και αποτρεπτικής ποινής δημιουργεί τις συνθήκες για επιβολή ποινής στερητικής ελευθερίας του παραβάτη. Στην πιο πάνω υπόθεση Παγιαβλάς v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 240 ποινή 3 και 2 μηνών που επιβλήθηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο σε κατηγορούμενο για αδικήματα κατοχής ρητίνης κάνναβης 0,094 γραμμάρια και καπνίσματος τσιγάρου που περιείχε ποσότητα ρητίνης κάνναβης αντίστοιχα, ο οποίος κατηγορούμενος προέβηκε σε παραδοχή, είχε λευκό ποινικό μητρώο, συνεργάστηκε με την αστυνομία άνευ όρων και εκδήλωσε πρόθεση να παύσει πλήρως τη χρήση κάνναβης στο μέλλον, μειώθηκε κατ' έφεση σε ποινή άμεσης φυλάκισης 45 ημερών σε κάθε μια από τις δύο κατηγορίες. Επίσης, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Σατανάς κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 ποινής φυλάκισης 4 μηνών με αναστολή που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο για μικρή ποσότητα κάνναβης επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Περαιτέρω, στην προαναφερόμενη υπόθεση Κυπριανίδης και άλλος v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 246 ποινή φυλάκισης 6 μηνών και 2 μηνών που επιβλήθηκαν σε κατηγορούμενο που βρέθηκε ένοχος για αδικήματα κατοχής ινδικής κάνναβης και κατοχής ξηρών φύλλων ινδικής κάνναβης, προσωπικής χρήσης με λευκό ποινικό μητρώο επικυρώθηκε από το Εφετείο. Το ίδιο έγινε για την επιβολή ποινής φυλάκισης 10 μηνών και 2 μηνών που επιβλήθηκαν σε συγκατηγορούμενο που βρέθηκε ένοχος για τα ίδια αδικήματα. Η διαφορετική ποινή που επιβλήθηκε στον δεύτερο κατηγορούμενο οφείλεται στο ότι είχε μία προηγούμενη καταδίκη για παρόμοιο αδίκημα, γεγονός που στέρησε στον εν λόγω κατηγορούμενο να ζητήσει την επιείκεια του Δικαστηρίου. Παρόλα αυτά μελέτη από νομικά συγγράμματα επισημαίνουν ότι όταν υπάρχει μεμονωμένο περιστατικό προσωπικής χρήσης πολύ μικρής ποσότητας ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως 'Β' η ποινή φυλάκισης δεν είναι πάντοτε η αρμόζουσα ποινή. Σε τέτοιες περιπτώσεις ενδέχεται η χρηματική ποινή να είναι καταλληλότερη από αυτή της στερητικής της ελευθερίας. Βέβαια εδώ θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι η μικρή ποσότητα ναρκωτικών λαμβάνεται υπόψη, πλην όμως από μόνο του το γεγονός αυτό δεν έχει αναγκαστικά αποφασιστική σημασία (Σελλής ν. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 215). Στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice, έκδοση 2000, σελ. 789 λέχθηκαν τα εξής: "When only small amounts are involved being for personal use, the offence can often be met by a fine. If the history shows however a persisting flouting of the law, imprisonment may become necessary." Στη δε αγγλική υπόθεση Re v. Aramah
(1982)4 CrApp RS 407 τονίστηκαν τα εξής: "Simple possession of small amounts of cannabis for personal use, guidelines indicate that a fine will often be an appropriate penalty, unless there is repetition involving 'floating of the law'." Περαιτέρω, στο κυπριακό νομικό σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, του κ. Γ. Πική, 2η έκδοση, σελ. 218 σημειώνονται τ' ακόλουθα: "Drug addicts in possession of drugs for their own use deserve special consideration. In their case, the need for punishment must be balanced to an extent by the need to help them rid themselves of their destructive addiction. For them imprisonment is not invariably the answer." Και στη σελ. 220 του ιδίου συγγράμματος αναφέρονται τα πιο κάτω: "Where the quantity of narcotics possessed is small and intended for personal use, suspension of the sentence cannot be ruled out." Τα πιο πάνω σχόλια βρήκαν έρεισμα στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 288 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο, ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση, επέβαλε για τα αδικήματα κατοχής και χρήσης ινδικής κάνναβης χρηματική ποινή Λ.Κ.100,00 και Λ.Κ.200,00 αντίστοιχα επειδή επρόκειτο για ελάχιστη ποσότητα και επειδή είχε παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι η υπόθεση να φτάσει στο Δικαστήριο. Συνεπώς, το είδος, η ποσότητα των ναρκωτικών, ο σκοπός για τον οποίον τα ναρκωτικά κατέχονται και η ηλικία του κατηγορουμένου είναι μεταξύ των παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά τον καθορισμό της ποινής, χωρίς αυτό σε καμία περίπτωση να εξουδετερώνει το στοιχείο αποτρεπτικότητας που χαρακτηρίζει την αντιμετώπιση που οι υποθέσεις ναρκωτικών τυγχάνουν από τα Δικαστήρια. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής του κατηγορουμένου στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου ως επιβαρυντικό στοιχείο τη σοβαρότητα των αδικημάτων, όπως αυτή έχει σημειωθεί πιο πάνω αλλά και από τη συχνότητα και ευκολία με την οποία αυτά διαπράττονται. Προς όφελος του κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Την άμεση παραδοχή του τόσο στην αστυνομία όσο και στο Δικαστήριο. (β) Τη συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές στη διερεύνηση και εξιχνίαση της υπόθεσης αυτής. (γ) Το ότι δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. (δ) Το είδος του ναρκωτικού που χρησιμοποιήθηκε από τον κατηγορούμενο που είναι κάνναβη, η οποία, με βάση το Ν.29/77, κατατάσσεται ως ελεγχόμενο φάρμακο τάξης ΄Β΄ και δεν θεωρείται από τα σκληρότερα είδη ναρκωτικών, χωρίς αυτό βέβαια να υποβαθμίζει το στοιχείο της σοβαρότητας που ενέχεται στο αδίκημα. (ε) Η πολύ μικρή ποσότητα κάνναβης που ο κατηγορούμενος κατείχε και μέρος της οποίας χρησιμοποίησε για προσωπική του χρήση. (στ) Το ότι ο κατηγορούμενος αποτάθηκε για βοήθεια σε μια προσπάθεια του να απεξαρτηθεί από τα ναρκωτικά, πράγμα που δείχνει αναγνώριση του λάθους του και ταυτόχρονα στοιχείο έμπρακτης μεταμέλειας. (ζ) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, όπως αυτές εκτέθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο υπεράσπισης στο Δικαστήριο και ειδικότερα ότι: · Είναι νυμφευμένος. · Εδώ και δύο μήνες εργάζεται σε ιδιωτική εταιρεία με μηνιαίες απολαβές €900,00 περίπου. · Η σύζυγος του είναι άνεργη χωρίς να λαμβάνει οποιοδήποτε βοήθημα. · Είναι ο μόνος που συντηρεί οικονομικά τον εαυτό του και την σύζυγο του. · Αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα. Ένα άλλο στοιχείο που προσμετρά προς όφελος του κατηγορουμένου είναι το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την ημερομηνία ολοκλήρωσης της διερεύνησης της υπόθεσης μέχρι την καταχώρηση της στο Δικαστήριο σε συνδυασμό με τις αλλαγές που σημειώθηκαν στο μεσοδιάστημα στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου. Ειδικότερα, ενώ η παρούσα υπόθεση φαίνεται να εξιχνιάστηκε πλήρως στις 28.06.11 και ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς από την αστυνομία στις 19.07.11 η παρούσα υπόθεση προωθήθηκε και καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο στις 07.06.13, δηλαδή μετά πάροδο σχεδόν 2 ετών. Για την ολιγωρία αυτή που παρατηρήθηκε η κατηγορούσα αρχή, δια της εκπροσώπου της, ανέλαβε εξ' ολοκλήρου την ευθύνη. Παράλληλα, το Δικαστήριο δεν μπορεί να παραγνωρίσει ότι στο μεσοδιάστημα ο κατηγορούμενος προέβηκε σε μέτρα για αποθεραπεία του ενώ κάτω από τις δύσκολες συνθήκες της οικονομικές κρίσης κατάφερε να εξεύρει εργασία από την οποία συντηρείται ο ίδιος και η σύζυγος του, προσπαθώντας έτσι να κάνει μια νέα αρχή στη ζωή του. Γενικά, λαμβάνω υπόψη μου οτιδήποτε άλλο έχει αναφερθεί ή τεθεί ενώπιον μου και αποτελεί ελαφρυντικό στοιχείο για τον κατηγορούμενο. Καθοδηγούμενος από τα νομικά συγγράμματα και την σχετική επί του θέματος νομολογία και συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, κρίνω ότι η αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο είναι αυτή της χρηματικής. Πιστεύω ότι στην προκειμένη περίπτωση ο σκοπός της αποτροπής, στο βαθμό που αυτή υφίσταται υπό το φως του χρόνου που διέρρευσε, μπορεί να επιτελεστεί επαρκώς με την επιβολή των κατάλληλων χρηματικών ποινών. Εξάλλου οι προαναφερόμενες προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου έχουν μεταβληθεί ουσιαστικά ως απόρροια του διαρρεύσαντος χρόνου καθιστώντας έτσι ανεπιθύμητη οποιαδήποτε σκέψη για επιβολή ποινή στερητικής της ελευθερίας του κατηγορουμένου. Ταυτόχρονα δίδεται μία δεύτερη ευκαιρία στον κατηγορούμενο να ολοκληρώσει το πρόγραμμα απεξάρτησης του από τα ναρκωτικά και να προσχωρήσει με τη ζωή του και δίπλα στην οικογένεια του, επιτρέποντας του έτσι να αφήσει πίσω στο παρελθόν του τον εφιάλτη αυτό. Καταληκτικά επιβάλλονται στον κατηγορούμενο οι ακόλουθες ποινές: Πρώτη κατηγορία - χρηματική ποινή ύψους €400,00 Δεύτερη κατηγορία - χρηματική ποινή ύψους €400,00 Τρίτη κατηγορία - χρηματική ποινή ύψους €600,00 Επιπλέον, ασκώντας τις εξουσίες που μου παρέχονται από το άρθρο 31 του Ν.29/77, διατάζω όπως τα επίδικα ναρκωτικά δημευθούν και καταστραφούν. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence Αναφορά: Ποινικό/Παράνομη κατοχή και χρήση ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως 'Β'/Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο