← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Γεώργιος Δημητρίου, Αρ. Υπόθεσης: 12524/2010, 12/12/2013

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Γεώργιος Δημητρίου, Αρ. Υπόθεσης: 12524/2010, 12/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2013:B134 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12524/2010 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. Γεώργιος Δημητρίου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 12.12.13 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Για Κατηγορούμενο: κος Δ. Νικόπουλος Κατηγορούμενος: παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, στην κατηγορία κλοπής υπό αντιπροσώπου κατά παράβαση του άρθρου 270 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής εκτίθενται αναλυτικά στην απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 26.11.13, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους για σκοπούς μετριασμού της ποινής και δεν χρειάζονται να επαναδιατυπωθούν. Η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε στο Δικαστήριο πως ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου ενώ δήλωσε πως έχουν δημιουργηθεί έξοδα ύψους €290,00 αναφορικά με την εκδίκαση της υπόθεσης αυτής. Επίσης, εκ μέρους του παραπονούμενου δηλώθηκε ότι ο ίδιος έχει αποζημιωθεί πλήρως από τον κατηγορούμενο σε σχέση με το ύψος του ποσού που ο τελευταίος παράνομα οικειοποιήθηκε. Επ' αυτού καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 'ΑΑ' σχετική γραπτή δήλωση ημερομηνίας 02.12.13 υπογραμμένη από τον παραπονούμενο με την οποία δηλώνεται ότι ο παραπονούμενος έχει αποζημιωθεί πλήρως από τον κατηγορούμενο σχετικά με το ποσό της δικαστικής απόφασης στην παρούσα υπόθεση και ως εκ τούτου ο πρώτος δεν έχει οποιοδήποτε παράπονο εναντίον του δεύτερου. Λόγω της σοβαρότητας του αδικήματος το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για ετοιμασία έκθεσης από το Γραφείο Ευημερίας. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 52 ετών, νυμφευμένος και πατέρας 5 παιδιών ηλικίας 30, 20, 18,5, 17 και 15 ετών αντίστοιχα. Ασκεί το επάγγελμα του γεωργού από την αποστράτευση του από την Εθνική Φρουρά μέχρι σήμερα ενώ παράλληλα κατέχει τη θέση του κοινοτάρχη Αμαργέτης της επαρχίας Πάφου, κοινότητα στην οποία διαμένει μαζί με την οικογένεια του σε ιδιόκτητη διώροφη κατοικία. Αναφορικά με την οικονομική κατάσταση του, ο κατηγορούμενος λαμβάνει από την εργασία του ετήσιο εισόδημα ύψους €12.000,00 καθώς και μηνιαίως το ποσό των €515,00 ως κοινοτάρχης που είναι. Είναι ο ιδιοκτήτης της κατοικίας στην οποία διαμένει καθώς και 4 αγροτικών τεμαχίων στην Αμαργέτη και στα Μανδριά. Είναι ακόμη ιδιοκτήτης ενός αυτοκινήτου αγοραίας αξίας €6.500,00 αλλά και κάτοχος 2000 μετοχών στη Δήμητρα Επενδυτική και 1.500 μετοχών στην Απόλλων Επενδυτική. Σε σχέση με την οικογενειακή κατάσταση του, σημειώνεται ότι ο κατηγορούμενος προέρχεται από πολυμελή οικογένεια χαμηλής οικονομικής κατάστασης. Έζησε την παιδική ηλικία του σε φιλήσυχο οικογενειακό περιβάλλον και οι σχέσεις του με την πατρική οικογένεια του ήταν πάντοτε αρμονικές. Οι διαπροσωπικές σχέσεις των μελών της οικογένειας του χαρακτηρίζονται πολύ καλές. Υπάρχει μεταξύ τους αλληλοκατανόηση και αλληλοσεβασμός. Ο κατηγορούμενος περιγράφεται ως φιλήσυχο άτομο και νομοταγής πολίτης, ο οποίος δεν απασχόλησε στο παρελθόν την δικαιοσύνη. Περαιτέρω, σημειώνεται ότι ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας για τα οποία υποβάλλεται σε συνεχείς εξετάσεις για τελική διάγνωση. Κατά την αγόρευση του για μετριασμό της ποινής ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος χαίρει εκτίμησης και αγάπης πρωτίστως από τους συγχωριανούς του, ένδειξη των οποίων αποτελεί η επανεκλογή του στο αξίωμα του κοινοτάρχη Αμαργέτης για τρίτη συνεχή θητεία, αλλά και από κατοίκους άλλων κοινοτήτων. Όπως ο κύριος Νικόπουλος εξήγησε, χωρίς να έχει ροπή προς την παρανομία ο κατηγορούμενος αναλώνει τις δυνάμεις του για την ανάπτυξη και πρόοδο της κοινότητας του χαρακτηρίζοντας τον ως άνθρωπο με φιλάνθρωπα αισθήματα, άτομο της προσφοράς, της προόδου και του καλού οικογενειάρχη. Ο εν λόγω συνήγορος επίσης χαρακτήρισε τον κατηγορούμενο νομοταγή, ο οποίος ουδέποτε απασχόλησε το Δικαστήριο στο παρελθόν για οποιασδήποτε φύσεως αδίκημα. Αντίθετα, είπε ο ευπαίδευτος συνήγορος, ο κατηγορούμενος βοήθησε την αστυνομία σε υποθέσεις λαθροθηρίας και ναρκωτικών. Παράλληλα, ο κατηγορούμενος υπηρετεί στην πρώην ΣΠΕ Αμαργέτης και Περιχώρων Λτδ (νυν Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ) εδώ και 25 χρόνια από τη θέση του μέλους του συμβουλίου. Προς υποστήριξη των πιο πάνω ο εν λόγω συνήγορος κατάθεσε τα πιο κάτω έγγραφα που αφορούν το χαρακτήρα και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου: (α) Επιστολή ημερομηνίας 29.11.13 από τα μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου Αμαργέτης ως Τεκμήριο 'ΑΒ', (β) Επιστολή ημερομηνίας 28.11.13 από τον Γραμματέα/Διευθυντή της πρώην ΣΠΕ Αμαργέτης και Περιχώρων Λτδ (νυν Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ) ως Τεκμήριο 'ΑΓ', (γ) Επιστολή ημερομηνίας 30.11.13 από τους κοινοτάρχες του Συμπλέγματος Σκυβάλων Αμαργέτης και Περιχώρων ως Τεκμήριο 'ΑΔ', (δ) Επιστολή ημερομηνίας 30.11.13 από τα μέλη της Επιτροπής της Εκκλησίας της Ζωοδόχου Πηγής Αμαργέτης ως Τεκμήριο 'ΑΕ', (ε) Επιστολή ημερομηνίας 29.11.13 από τον πρόεδρο και το γραμματέα της Επιτροπής Κοινοτικού Εθελοντισμού Αμαργέτης ως Τεκμήριο 'ΑΖ', (στ) Επιστολή ημερομηνίας 01.12.13 από τον πρόεδρο του Συνδέσμου Αποδήμων και Κατοίκων Αμαργέτης ως Τεκμήριο 'ΑΗ'. Ακολούθως, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει πρόβλημα υγείας, το οποίο χρονολογείται από το 1981 όταν υπεβλήθηκε σε ορχεκτομή δεξιά λόγω καρκίνου του όρχεος μέσα από την οποία έτυχε ογκολογικής παρακολούθησης. Στις 21.06.13 παραπέμφθηκε από το Κέντρο Υγείας Παναγιάς για ουρολογική εκτίμηση λόγω αυξημένης τιμής στο PSA (Prostatic Specific Antigen). Στις 12.07.13, μετά από ολοκλήρωση των εξετάσεων του, υπεβλήθηκε σε διορθικό υπερηχογράφημα και βιοψία προστάτου η οποία ανέδειξε υψηλόβαθμη προστατική ενδοεπιθηλειακή νεοπλασία και στους δύο λοβούς του προστάτη στον κατηγορούμενο, για την οποία έχει αυξημένο κίνδυνο εξέλιξης της υπάρχουσας κατάστασης του σε αδενοκαρκίνωμα του προστάτη. Ένεκα του προβλήματος αυτού έχει τεθεί σε αυστηρή και στενή ιατρική παρακολούθηση, μέσα από την οποία θα προβαίνει σε ανάλυση του PSA και σε επαναληπτικές βιοψίες του προστάτη ανά 3-6 μήνες από την προηγούμενη βιοψία για τα επόμενα 2 χρόνια. Για να στηρίξει τη θέση του αυτή ο κύριος Νικόπουλος κατάθεσε ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 02.12.13 του Δρ. Κώστα Μαυρομμάτη, Βοηθού Διευθυντή Ουρολογικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου ως Τεκμήριο 'ΑΘ', το περιεχόμενο του οποίου αντικατοπτρίζει την πιο πάνω περιγραφή. Περαιτέρω, ο κύριος Νικόπουλος έκανε ιδιαίτερη μνεία στα παιδιά του κατηγορουμένου. Συγκεκριμένα ο εν λόγω συνήγορος ευσεβάστως επισήμανε ότι από την ημέρα της κράτησης του κατηγορουμένου ο ψυχικός κόσμος τους έχει διαλυθεί. Φοβούνται, νιώθουν ανασφάλεια και κλαίγουν. Η δε μικρότερη θυγατέρα αρνείται πλέον να πηγαίνει στο σχολείο επειδή φοβάται το χλευασμό. Όσον αφορά την μεγαλύτερη θυγατέρα του κατηγορουμένου, η οποία βρίσκεται στον τρίτο μήνα εγκυμοσύνης και προγραμματίζει την περίοδο των Χριστουγέννων να πραγματοποιήσει τους αρραβώνες της, φοβάται για το μέλλον της σχέσης της ένεκα της αρνητικής κατάστασης που δημιουργήθηκε με τον πατέρα της. Γραπτή ιατρική βεβαίωση ημερομηνίας 02.12.13 του Δρ. Χάρη Κοντού με την οποία δηλώνεται 11 εβδομάδων εγκυμοσύνη της μεγαλύτερης θυγατέρας του κατηγορουμένου, η οποία αναμένεται να γεννήσει περί τις 20.06.14, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 'ΑΜ'. Ο συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε ακόμη το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του το μεγάλο χρονικό διάστημα των 5 ετών και 4 μηνών που διέρρευσε από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι σήμερα, ως αποτέλεσμα του οποίου σημειώθηκαν μεταβολές στις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου. Επιπλέον, είναι η θέση του εν λόγω συνηγόρου ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο προσανατολίζεται στην επιβολή ποινής φυλάκισης, αυτή θα πρέπει να ανασταλεί διαφορετικά θα υπάρξουν ολέθριες συνέπειες για τον ίδιο τον κατηγορούμενο και πολύ δε περισσότερο για την οικογένεια του. Όπως εξήγησε ο κύριος Νικόπουλος, εάν επιβληθεί ποινή άμεσης φυλάκισης: 1) Τα εισοδήματα του κατηγορούμενου που προέρχονται από την εργασία του θα παύσουν να υπάρχουν αφού δεν θα είναι σε θέση πλέον να διεκπεραιώνει τις απαραίτητες για το επάγγελμα του εργασίες τη στιγμή που 2 από τα παιδιά του είναι φοιτητές και δύο άλλα είναι ανήλικα. 2) Την ίδια στιγμή τα έξοδα του θα συνεχίζουν να υπάρχουν, μεταξύ των οποίων, η πληρωμή του ενοικίου και όλων των εξόδων που σχετίζονται με τη φοίτηση των δύο θυγατέρων του, για τα οποία προσκομίστηκαν σχετικές επιστολές ημερομηνίας 02.12.13 και 29.11.13 από την εταιρεία Yiangos Shiakallis & Sons Ltd και The Limassol College-T.L.C. ως Τεκμήρια 'ΑΙ' και 'ΑΚ' αντίστοιχα. 3) Η μείωση των εισοδημάτων της οικογένειας θα αποτελέσει ορατό κίνδυνο διακοπής των σπουδών των δύο παιδιών του κατηγορουμένου. 4) Τα χρέη, που όπως ανάφερε ο συνήγορος υπεράσπισης, ανέρχονται σήμερα στα €240.000,00 και όχι στις €200.000,00 που λανθασμένα σημειώνεται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, θα διογκωθούν με αποτέλεσμα να υπάρχει ο κίνδυνος εκποίησης της περιουσίας του. Σε σχέση με το ακριβές ύψος του χρέους του κατηγορουμένου κατατέθηκε ως Τεκμήριο 'ΑΛ' κατάσταση δύο κοινών λογαριασμών του κατηγορουμένου και της συζύγου του καθώς και ενός λογαριασμού του κατηγορουμένου που διατηρούνται στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ. 5) Ο κατηγορούμενος θα απολέσει το αξίωμα του κοινοτάρχη, γεγονός που θα του αποφέρει οικονομικές και ψυχολογικές ζημιές. 6) Θα θέσει την υγεία και κατ' επέκταση τη ζωή του κατηγορουμένου σε άμεσο κίνδυνο. Καταλήγοντας, αναφορικά με τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας υπό το φως της μοναδικής διόρθωσης στην οποία προέβηκε και βέβαια υπό το φως των επιπρόσθετων τοποθετήσεων σε σχέση με το θέμα αυτό. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το αδίκημα για το οποίο κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος είναι ιδιαίτερα σοβαρό. Η σοβαρότητα του εν λόγω αδικήματος φαίνεται, κατ' αρχήν, από την προβλεπόμενη στο νόμο ποινή. Η διάπραξη το αδικήματος κλοπής υπό υπαλλήλου επισύρει, με βάση το άρθρο 270 του Κεφ.154, ποινή φυλάκισης 14 ετών. Την περίοδο όμως που το αδίκημα αυτό διαπράχτηκε η ποινή φυλάκισης που καθοριζόταν από την νομοθεσία ήταν 10 χρόνια. Βέβαια επειδή το εν λόγω αδίκημα δικάζεται συνοπτικά το μέγιστο της ποινής που θα έχει υπόψη του το παρόν Δικαστήριο θα είναι, με βάση το άρθρο 24

(1)του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60μετά των συναφών τροποποιήσεων, σε 5 έτη φυλάκισης ή πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τα €85.430,00 ή και τις δύο αυτές ποινές. Ωστόσο η αύξηση του ορίου ποινής φυλάκισης από 10 σε 14 έτη μέσω του τροποποιητικού Ν.84(Ι)/2012δείχνει τη σοβαρότητα που ο ίδιος ο νομοθέτης αποδίδει στο αδίκημα αυτό. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Το αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου είναι σοβαρό για τον επιπλέον λόγο ότι η διάπραξη του περιλαμβάνει κατάχρηση ανθρώπινης εμπιστοσύνης. Επίσης, η σοβαρότητα του εν λόγω αδικήματος έγκειται στο γεγονός ότι ενέχει το στοιχείο του οικονομικού εγκλήματος με κοινωνικές και οικονομικές προεκτάσεις στο νησί, το οποίο οικονομικό έγκλημα βρίσκεται σε έξαρση στην Κύπρο, πράγμα που διαπιστώνεται μέσα από την εκδίκαση μεγάλου αριθμού παρόμοιων υποθέσεων. Η φύση τέτοιων αδικημάτων σε συνδυασμό με την συχνότητα που έχει προσλάβει η διάπραξη τους τα εντάσσει στην κατηγορία αδικημάτων που χρήζουν αντιμετώπισης με αποτρεπτικές ποινές (Sydenham v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 210). Μέσα από τέτοιες υποθέσεις τα Δικαστήρια καλούνται να επιβάλουν τέτοιες ποινές έτσι ώστε από τη μια να προστατέψουν την κοινωνία από φαινόμενα παραβίασης εμπιστευτικής σχέσης και από την άλλη να πατάξουν το οικονομικό έγκλημα. Θεώρηση της νομολογίας υποδεικνύει ότι η κατάλληλη ποινή είναι εκείνη της φυλάκισης (Αθανασιάδης v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 701). Στην υπόθεση Αθανασιάδης v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 701 ποινή φυλάκισης 12 μηνών που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα που ήταν λογιστής και είχε οικειοποιηθεί χρήματα ύψους €15.377,41 (ισότιμο σε Λ.Κ.£9.064,11) που του εμπιστεύτηκαν πελάτες του για εξόφληση δικών του υποχρεώσεων, κατόπιν παραδοχής και πλήρης αποζημίωσης του παραπονούμενου, καθώς και παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη του αδικήματος το έτος 1997 μέχρι την επιβολή ποινής που ήταν στις 05.07.01 για την οποία καθυστέρηση αποφασίστηκε ότι δεν θα μπορούσε να αποδοθεί ευθύνη στην κατηγορούσα αρχή ή στις δικαστικές αρχές, επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Επίσης, στην υπόθεση Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 602 όπου ο εφεσείοντας ομολόγησε στην αστυνομία ότι διέπραξε το αδίκημα κλοπής υπό αντιπροσώπου οικειοποιούμενος ποσό ύψους €5.528,04 (ισότιμο σε Λ.Κ.3.235,42) με την οποία συνεργάστηκε για την εξιχνίαση της υπόθεσης, αργότερα παραδέχτηκε αμέσως στο Δικαστήριο, κατέβαλε στους δικαιούχους το σύνολο των χρημάτων που παρανόμως οικειοποιήθηκε, με λευκό ποινικό μητρώο, νυμφευμένος και πατέρας δύο παιδιών με τη σύζυγο του να αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας για τα οποία απαιτείτο η υποβολή της σε χειρουργική επέμβαση, το πρωτόδικο δικαστήριο επέβαλε ποινή φυλάκισης 6 μηνών, η οποία επικυρώθηκε κατ' έφεση κρινόμενη ως η αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή που θα μπορούσε να είχε επιβληθεί. Περαιτέρω, στην υπόθεση Χαραλαμπίδης v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 109 ποινή φυλάκισης 12 μηνών που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα που οικειοποιήθηκε ποσό ύψους €5.125,80 (ισότιμο σε Λ.Κ.£3.000) επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Στην ίδια υπόθεση αποφασίστηκε ότι η μεγάλη καθυστέρηση στη διεκπεραίωση της εις βάρος του εφεσείοντα υπόθεσης οφειλόταν αποκλειστικά στον ίδιο, ο οποίος, προφανώς απέφευγε τον εντοπισμό του από τις αρχές. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Εν πάσει περιπτώσει, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι το υπό εκδίκαση αδίκημα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Σε σοβαρά αδικήματα όπου η αντιμετώπιση τους επιβάλλει την επιβολή αυστηρής ποινής αποτρεπτικής φύσεως οι προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου είναι ήσσονος σημασίας. Προέχει το δημόσιο συμφέρον και η αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου (Κλεοβούλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 57). Για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής του κατηγορουμένου στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου τα ακόλουθα που επιβαρύνουν τη θέση του: (α) Τη σοβαρότητα του αδικήματος όπως αυτή διαφαίνεται από τα πιο πάνω αλλά και από τα γεγονότα και τις συνθήκες που περιβάλλουν τη διάπραξη του. (β) Το μεγάλο ποσό των €101.167,86 που ο κατηγορούμενος παράνομα οικειοποιήθηκε εις βάρος του παραπονούμενου. (γ) Το ότι μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης η αξιόποινη πράξη του κατηγορουμένου και η συμπεριφορά που αυτός επέδειξε έγινε στη βάση μελετημένου σχεδίου. Η μη ενημέρωση του παραπονούμενου από τη μια ως προς τα στοιχεία του πωλητή αλλά τις λεπτομέρειες πώλησης του επιδίκου ακινήτου του για το ποσό των €25.630 πλέον η πληρωμή του ποσού που αναλογούσε στο φόρο κεφαλαιουχικών κερδών, η εμφάνιση του κατηγορουμένου στο κτηματολόγιο για δήλωση και μεταβίβαση του ακινήτου στην Τροοδία Ηλία έναντι τιμήματος πώλησης του ιδίου ακινήτου για το ποσό των €153.770,00 και η μεταγενέστερη υπογραφή συμφωνίας για πώληση του ιδίου ακινήτου στην εταιρεία Adin Properties Limited έναντι του ποσού των €29.900,00, δηλαδή σε πρόσωπο διαφορετικό και σε διαφορετική τιμή από αυτή που δηλώθηκε προηγουμένως στο κτηματολόγιο, αποδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος ενέργησε προσχεδιασμένα. (δ) Το ότι ο κατηγορούμενος καταχράστηκε την σχέση φιλίας που είχε με τον παραπονούμενο καθώς και εμπιστοσύνη που ο τελευταίος του έδειξε σχετικά με την πώληση του επιδίκου τεμαχίου οικειοποιούμενος παράνομα ποσό ύψους €101.167,86 που δικαιωματικά προοριζόταν για τον παραπονούμενο. Προς όφελος του κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Το λευκό ποινικό μητρώο του. (β) Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος αποζημίωσε πλήρως τον παραπονούμενο, στοιχείο που δείχνει έμπρακτη μεταμέλεια από μέρους του κατηγορουμένου έστω και αν αυτή έγινε αργοπορημένα. (γ) Το γεγονός ότι ο παραπονούμενος δεν έχει οποιοδήποτε παράπονο από τον κατηγορούμενο. (δ) Το πρόβλημα υγείας που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει και έχει περιγραφεί πιο πάνω. (ε) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, όπως αυτές αναφέρονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και ειδικότερα ότι: · Είναι ηλικίας 52 ετών, νυμφευμένος και πατέρας 5 παιδιών εκ των οποίων τα δύο είναι ανήλικα και άλλα δύο είναι φοιτητές. · Προέρχεται από πολυμελή οικογένεια χαμηλής οικονομικής κατάστασης. · Φέρει την εικόνα του φιλήσυχου ατόμου, του νομοταγή πολίτη, πρόσωπο με φιλάνθρωπα αισθήματα, άτομο της προσφοράς, της βοήθειας και της προόδου για το καλό της κοινότητας στην οποία διαμένει καθώς και του καλού οικογενειάρχη. · Το ότι χαίρει εκτίμησης και αγάπης τόσο από τους συγχωριανούς του όσο και από κατοίκους άλλων κοινοτήτων. Επίσης, το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει τις συνέπειες που ο κατηγορούμενος ενδεχομένως να έχει ως κοινοτάρχης του χωριού Αμαργέτη με ότι αυτό συνεπάγεται, αξίωμα στο οποίο έχει εκλεγεί για τρεις συνεχόμενες θητείες, πλην όμως αυτό δεν μπορεί να εξουδετερώσει τη σοβαρότητα του αδικήματος που διέπραξε. Επί του σημείου αυτού το Δικαστήριο επισημαίνει ότι σαφώς ανάμενε διαφορετική συμπεριφορά από αυτή που ο κοινοτάρχης Αμαργέτης επέδειξε μέσα από τα γεγονότα και τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος στην υπόθεση αυτή και ασφαλώς θα έπρεπε να ήταν συμπεριφορά του επιπέδου που οι συγχωριανοί αλλά και κάτοικοι άλλων κοινοτήτων του αποδίδουν. Το Δικαστήριο ακόμη δεν μένει απαθές μπροστά στις δυσκολίες και τον κλονισμό που η οικογένεια του κατηγορουμένου βιώνει, ιδιαίτερα τα ανήλικα τέκνα του, σε σχέση με το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος. Αντίθετα τα κατανοεί απόλυτα και εκφράζει την αμέριστη συμπάθεια του. Την ίδια στιγμή όμως δεν μπορεί να διαγράψει τη διάπραξη του σοβαρού αυτού αδικήματος. Ούτε το Δικαστήριο αγνοεί ή υποτιμά τις οικονομικές ζημιές που ο κατηγορούμενος πιθανόν να έχει υποστεί συνεπεία της έκβασης που είχε η εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης, διογκώνοντας έτσι τα μεγάλα οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει, τις οποίες οικονομικές ζημιές λαμβάνει υπόψη του, αλλά σε καμία περίπτωση μπορούν να απαλείψουν τη σοβαρότητα του αδικήματος που ο κατηγορούμενος διέπραξε. Ένα ζήτημα που ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης έθιξε και το Δικαστήριο προχωρεί αμέσως στην εξέταση του είναι ο χρόνος που διέρρευσε από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι σήμερα που θα επιβληθεί ποινή. Αποτελεί πάγια θέση της νομολογίας ότι η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης με την καταχώρηση της υπόθεσης λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής. Ο λόγος για τον οποίο προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του παραβάτη. Όπου όμως ο κατηγορούμενος ευθύνεται για την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης δεν μπορεί να την επικαλείται ως ελαφρυντικό παράγοντα (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Πεγειώτη και άλλης (Αρ.2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 617). Παρόλα αυτά, η παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι την ημερομηνία επιβολής ποινής, είναι ένας παράγοντας που από μόνος του λαμβάνεται σοβαρά υπόψη στην επιβολή της ποινής, ιδιαίτερα αν η σοβαρότητα του αδικήματος δικαιολογεί την επιβολή ποινής φυλάκισης (Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδης
(1993)2 Α.Α.Δ. 358 και Μυροφόρα ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 84). Η πάροδος μακρού χρόνου από το χρόνο της διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον κατηγορούμενο. Εκτός από τις περιπτώσεις όπου θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος (Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 Α.Α.Δ. 5, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 77, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 Α.Α.Δ. 267, Γενικός Εισαγγελάς κ.ά. ν. Πότση κ.ά.
(2000)2 Α.Α.Δ. 252, Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαρνάβα
(1999)2 Α.Α.Δ. 638 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 272). Μια προσεκτική εξέταση των γεγονότων όπως προκύπτουν από το σχετικό φάκελο του Δικαστηρίου δείχνει ότι ενώ το αδίκημα διαπράχτηκε στις 07.07.08 η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στις 26.10.10, δηλαδή μετά πάροδο σχεδόν 28 μηνών. Το Δικαστήριο δεν αγνοεί το βαθμό δυσκολίας που ενέχει η διερεύνηση τέτοιου είδους υπόθεση, όμως είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτός ο λόγος που ενώ η σχετική καταγγελία του παραπονούμενου υπεβλήθηκε στις 18.07.08 οι ανακριτικές αρχές χρειάστηκαν 19 μήνες για να λάβουν 12 καταθέσεις και συγκεκριμένα μέχρι τις 10.02.10 που ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς στην αστυνομία. Για την υπέρμετρη αυτή καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στη διερεύνηση της υπόθεσης αυτής ουδεμία εξήγηση δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Επιπλέον, δεν μπορεί να γίνει αντιληπτό ο λόγος που ενώ ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε από την αστυνομία στις 10.02.10 η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο στις 26.10.10, δηλαδή μετά πάροδο 8,5 μηνών. Για την επίσης υπέρμετρη αυτή καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην προώθηση της παρούσας υπόθεσης ενώπιον της δικαιοσύνης ουδεμία δικαιολογία δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Η παρούσα υπόθεση τέθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου στις 29.11.10 και αφού εκείνη την ημέρα ο κατηγορούμενος δήλωσε μη παραδοχή στις κατηγορίες του κατηγορητηρίου, ως ήταν δικαίωμα του, η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 31.03.
  1. Έκτοτε δόθηκαν στην υπόθεση διάφορες ημερομηνίες ακρόασης. Με το που τέθηκε στις 30.09.13 η εν λόγω υπόθεση για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, σημειώθηκε έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας της, η οποία αφού οριζόταν για συνέχιση σε τακτά και σύντομα χρονικά διαστήματα ολοκληρώθηκε στις 06.11.
  2. Η απόφαση δόθηκε στις 26.11.13, στις 03.12.13, η υπόθεση ορίστηκε για αγόρευση από το συνήγορο υπεράσπισης για μετριασμό της ποινής που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο ενώ σήμερα 12.12.13 το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή στον κατηγορούμενο. Στη βάση των πιο πάνω γεγονότων διαπιστώνεται μία μεγάλη καθυστέρηση, για την οποία δεν ευθύνεται ο κατηγορούμενος. Η παρέλευση 5 ετών και 5 μηνών από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή στον κατηγορούμενο είναι ένας παράγοντας που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη πολύ σοβαρά. Γενικά, λαμβάνω υπόψη μου οτιδήποτε άλλο έχει αναφερθεί ή τεθεί ενώπιον μου και αποτελεί ελαφρυντικό στοιχείο για τον κατηγορούμενο. Καθοδηγούμενος από τη σχετική επί του θέματος νομολογία και συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα του αδικήματος και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα του αδικήματος όπως αυτή πηγάζει μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής σε συνδυασμό με την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στον κατηγορούμενο ποινή στερητικής της ελευθερίας του. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας του αδικήματος όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω, για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Καταληκτικά, στην δεύτερη κατηγορία επιβάλλεται στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 15 μηνών. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα εάν η ποινή που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο θα πρέπει να οδηγήσει στην άμεση φυλάκιση του ή δύναται να ανασταλεί δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/
  3. Εξάλλου αυτό ήταν και αίτημα του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος είναι άτομο λευκού ποινικού μητρώου. Παρόλο ότι έχουν περάσει περίπου 5 χρόνια και 5 μήνες από τότε που διέπραξε το αδίκημα του παρόντος κατηγορητηρίου εντούτοις δεν απασχόλησε ξανά την δικαιοσύνη. Δεν διαφεύγει ακόμη της προσοχής του Δικαστηρίου ότι έχει διαρρεύσει χρονικό διάστημα 5 ετών και 5 μηνών από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι σήμερα, για το οποίο ουδεμία ευθύνη φέρει ο κατηγορούμενος. Ως αποτέλεσμα της χρονικής διαρροής αυτής το Δικαστήριο δεν μπορεί να παραγνωρίσει ότι:
(1)Η υγεία του κατηγορουμένου έχει παρουσιάσει αρνητική μεταβολή στην ήδη επιβαρυμένη κατάσταση του που χρονολογείται από το 1981 όταν υπεβλήθηκε σε ορχεκτομή δεξιά λόγω καρκίνου του όρχεος μέσα από την οποία έτυχε ογκολογικής παρακολούθησης, καθότι διορθικό υπερηχογράφημα και βιοψία προστάτου στα οποία υπεβλήθηκε στις 12.07.13 ανέδειξαν συγκεκριμένο ιατρικό πρόβλημα, για το οποίο έχει αυξημένο κίνδυνο εξέλιξης της υπάρχουσας κατάστασης του σε αδενοκαρκίνωμα του προστάτη, συνεπεία του οποίου προβλήματος έχει τεθεί υπό αυστηρή και στενή ιατρική παρακολούθηση από τον θεράπον ιατρό του και για το οποίο απαιτούνται εξειδικευμένες ιατρικές εξετάσεις που περιλαμβάνουν ανάλυση του PSA και σε επαναληπτικές βιοψίες του προστάτη ανά 3-6 μήνες από την προηγούμενη βιοψία για τα επόμενα 2 χρόνια.
(2)Δύο από τα πέντε παιδιά του είναι ανήλικα που πλέον έχουν φθάσει στην τρυφερή ηλικία της εφηβείας, στην οποία η πατρική παρουσία είναι αναγκαία για την παροχή βοήθειας, συμπαράστασης και στήριξης στα πλαίσια συνέχισης μιας υγιής πορείας προς την ενηλικίωση και την οικογενειακή αλλά και οικονομική τους αποκατάσταση.
(3)Δύο άλλα από τα πέντε παιδιά του είναι πλέον φοιτητές, όλα τα έξοδα των οποίων τα επωμίζεται ήδη αποκλειστικά ο κατηγορούμενος μέσα από την καθημερινή άσκηση του απαιτητικού επαγγέλματος του γεωργού, το οποίο ασκεί χωρίς βοήθεια από οποιοδήποτε, με αποτέλεσμα η συνέχιση της φοίτησης τους να εξαρτάται από τη δυνατότητα είσπραξης εισοδημάτων κυρίως μέσα από το επάγγελμα του κατηγορουμένου.
(4)Ο κατηγορούμενος πρόκειται να αρραβωνιάσει την μεγαλύτερη θυγατέρα του την περίοδο των Χριστουγέννων και σύντομα αναμένεται να γίνει παππούς αφού το εν λόγω παιδί του βρίσκεται στη ενδέκατη εβδομάδα εγκυμοσύνης. Αυτό προϋποθέτει την ανάληψη από μέρους του κατηγορουμένου τουλάχιστο μέρους των καθηκόντων οργάνωσης του αρραβώνα και οικονομική συνεισφορά στη διεξαγωγή του με αποτέλεσμα η ξαφνική απουσία του κατηγορουμένου να δημιουργεί ορατό κίνδυνο ματαίωσης του αρραβώνα και ταυτόχρονα πρόκληση ψυχολογικής αναστάτωσης στο νεανικό ζεύγος, τη στιγμή που κάτι τέτοιο θα πρέπει να αποφεύγεται ένεκα της εγκυμονούσα κατάστασης της θυγατέρας του κατηγορουμένου. Στη βάση των πιο πάνω, διαπιστώνω ότι η παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι σήμερα, για την οποία επαναλαμβάνω ότι ο κατηγορούμενος ουδεμία ευθύνη φέρει, συνοδεύεται από μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του. Επιπλέον, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αγνοήσει την πλήρη αποζημίωση του παραπονούμενου από τον κατηγορούμενο σχετικά με το ποσό της δικαστικής απόφασης, γεγονός που δείχνει εμπράκτως τη μεταμέλεια του κατηγορουμένου και ταυτόχρονα αποτελεί ένδειξη της θετικής διαγωγής του μετά τη διάπραξη του αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας, έστω και αν αυτή επιδείχτηκε σε καθυστερημένο στάδιο και συγκεκριμένα λίγες ημέρες πριν από την επιβολή της ποινής. Κάτω από αυτές τις συνθήκες και δεδομένα, συντρέχουν τέτοιες προϋποθέσεις που συνηγορούν στην αναστολή της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο. Ως εκ τούτου, διατάσσεται όπως η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο ανασταλεί για περίοδο τριών ετών από σήμερα. Έπεται ότι το αίτημα του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης εγκρίνεται. (Εξηγείται στον κατηγορούμενο η έννοια της αναστολής της ποινής φυλάκισης). Έξοδα ύψους €290,00 να καταβληθούν από τον κατηγορούμενο. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence Αναφορά: Ποινικό/Κλοπή υπό αντιπροσώπου/Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.