ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ν. Ανδρέα Αντωνίου, Αρ. Υπόθεσης 8027/2012, 18/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2013:B21 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ). Ενώπιον:- Λ. Μουγή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 8027/2012 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ -ν- Ανδρέα Αντωνίου, από τη Σωτήρα Κατηγορούμενου 18 Δεκεμβρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Α. Αντωνίου. Για τον κατηγορούμενο: Ο κ. Κ. Ταμπούρλας. Κατηγορούμενος παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το αδίκημα της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και τροχαίας Κίνησης Νόμου 86/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος κατηγορείται ότι στις 20/8/12 στην οδό Ακροπόλεως στο Λιοπέτρι της Επαρχίας Αμμοχώστου οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής TJL499 μη καταβάλλων την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει ακόμα μια κατηγορία που αφορά το αδίκημα της οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος με φθαρμένα ελαστικά, κατηγορία στην οποία έχει δηλώσει παραδοχή. Για την απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου δύο μάρτυρες κατηγορίας και μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου, και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά του σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, αυτός επέλεξε να καταθέσει από τη θέση του εξεταζόμενου μάρτυρα. Προς υποστήριξη των θέσεών του κάλεσε ακόμα ένα μάρτυρα. Κατατέθηκαν, τέλος, και επτά τεκμήρια. Θα πρέπει να λεχθεί εξ αρχής ότι η πλευρά του κατηγορουμένου δεν αμφισβήτησε την ύπαρξη του δυστυχήματος αλλά η υπεράσπισή του περιστράφηκε στο γεγονός το οποίο ήταν η αιτία της πρόκλησης του δυστυχήματος και που πάντα κατά τη θέση του κατηγορουμένου οφείλεται σε μηχανικό πρόβλημα του οχήματος το οποίο ο τελευταίος οδηγούσε, και συγκεκριμένα στο τιμόνι, με αποτέλεσμα να ήταν αδύνατο για τον ίδιο να το ελέγξει. Ο Χριστόδουλος Χριστοφή (Μ.Κ.1), ο οποίος εργάζεται ως επιστάτης στο Τμήμα Ηλεκτρομηχανολογικών Υπηρεσιών, δημιούργησε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ήταν άμεσος στις απαντήσεις του και δεν προσπάθησε να αποκρύψει οτιδήποτε. Κρίνω ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Κατάθεσε την έκθεσή του τεκ.1 όπου καταγράφονται οι διαπιστώσεις του μετά την επιθεώρηση του οχήματος με αριθμούς εγγραφής TJL499 και που είναι ότι από οπτική εξέταση το σύστημα πέδησης ήταν σε καλή κατάσταση, σε καλή κατάσταση ήταν και το σύστημα διεύθυνσης. Δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο, παρά το δύσκολο του να μαγκώσει η βαλβίδα στο υδραυλικό σύστημα του τιμονιού έτσι ώστε αυτό να μην υπακούσει. Ήταν όμως η θέση του ότι δεν μπορεί να επανέλθει στην αρχική του θέση από μόνο του μετά το δυστύχημα. Σε υποβολή του συνηγόρου υπεράσπισης ότι κάποιοι επενέβησαν στο όχημα και το διόρθωσαν πριν τον έλεγχο είπε ότι αν ήταν στις υπόνοιες της Αστυνομίας και το έλεγχαν θα το έβλεπαν. Ήταν, τέλος, η θέση του ότι όταν έλεγξε το όχημα ήταν σε καλή κατάσταση και δεν υπήρχε κάτι που θα μπορούσε να μπλοκάρει. Ο Αστ.671 Μ. Σκουρουμούνης (Μ.Κ.2) δημιούργησε και αυτός καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η αξιοπιστία του παρέμεινε ακλόνητη παρά την αντεξέτασή του από τον συνήγορο υπεράσπισης. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής του τεκ.3 και προέβηκε στην κατάθεση του πρόχειρου και τελικού σχεδίου της σκηνής του δυστυχήματος, τεκ.4 και 5 αντίστοιχα, τα οποία και επεξήγησε. Κατάθεσε επίσης την κατάθεση, τεκ.6, που έλαβε από τον κατηγορούμενο αλλά και τη γραπτή κατηγορία, τεκ.7. Ο εν λόγω μάρτυρας αντεξετάστηκε πάνω στο ζήτημα της μεταφοράς και φύλαξης του επίδικου οχήματος σε ανοιχτό χώρο της Αστυνομικής Διεύθυνσης Αμμοχώστου στο Παραλίμνι για να εξεταστεί από την Ηλεκτρομηχανολογική Υπηρεσία. Του είχε υποβληθεί η θέση ότι μετά τη μεταφορά του εκεί είχε δεχθεί επέμβαση και διορθώθηκε το ισχυριζόμενο μηχανικό πρόβλημα που είχε και που ήταν η αιτία του δυστυχήματος. Παρά το γεγονός ότι ο Μ.Κ.2 δέχθηκε ότι δεν υπήρχε φρουρός στο χωράφι, εντούτοις οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί επέμβασης και διόρθωσης του οχήματος ενόσω αυτό βρισκόταν στο χώρο της Αστυνομικής Διεύθυνσης παρέμειναν γενικοί χωρίς κάτι τo συγκεκριμένο και αυτό έτσι ώστε το Δικαστήριο να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα ότι όντως υπήρξε τέτοια επέμβαση από οιονδήποτε. Η θέση ότι η ιδιοκτήτρια εταιρεία για δικούς της λόγους διόρθωσε το όχημα πριν τον έλεγχό του από τον Μ.Κ.1 πόρρω απέχει από τη στοιχειοθέτηση τέτοιου ισχυρισμού. Επιπρόσθετα όμως η πλευρά της υπεράσπισης κάλεσε μάρτυρα ο οποίος προσπάθησε να εξηγήσει ότι η ισχυριζόμενη βλάβη στο τιμόνι του επίδικου οχήματος μπορούσε να διορθωθεί και με άλλο τρόπο, ο οποίος τρόπος ουδεμία σχέση έχει με τη θέση της υπεράσπισης περί παρέμβασης της ιδιοκτήτριας εταιρείας ενόσω το όχημα βρισκόταν υπό την φύλαξη της Αστυνομίας. Αναφορικά τώρα με τον Μιχάλη Παλλουρτή (Μ.Υ.1) και παρά το γεγονός ότι τα όσα ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου παρέμειναν αναντίλεκτα, αφού δεν αντεξετάστηκε από τον συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, εντούτοις, η μαρτυρία του κινήθηκε σε ένα εντελώς θεωρητικό επίπεδο αφού ο ίδιος δεν έλεγξε το επίδικο όχημα για να έχει σαφή εικόνα των δεδομένων. Περαιτέρω, το μόνο που του αναφέρθηκε κατά την κυρίως εξέτασή του ήταν ότι επρόκειτο για λεωφορείο μάρκας BEDFORD ηλικίας 35-40 ετών, αγνώστων λοιπών στοιχείων. Ουσιαστικά δηλαδή η μαρτυρία του περιστράφηκε σε μια γενική θεώρηση προβλημάτων που μπορούν να προκύψουν σε υδραυλικά τιμόνια λεωφορείων, χωρίς όμως οιαδήποτε συγκεκριμενοποίηση που να αφορά την υπό κρίση περίπτωση, τονίζοντας ότι ο ίδιος δεν επιθεώρησε το επίδικο όχημα. Ερχόμενος τώρα στη μαρτυρία του κατηγορούμενου, έχει προαναφερθεί ότι η θέση του από την αρχή ήταν ότι το δυστύχημα οφείλεται σε μηχανική βλάβη και συγκεκριμένα ότι μάγκωσε το τιμόνι με αποτέλεσμα να μην μπορεί να το ελέγξει. Θα πρέπει να πω ότι ο κατηγορούμενος επέμεινε στη θέση του και κατά το στάδιο της αντεξέτασής του. Δεν μπορώ όμως να δεχθώ τις θέσεις του, τόσο ενόψει της αποδοχής της μαρτυρίας του Μ.Κ.1 ο οποίος προέβηκε σε μηχανικό έλεγχο του οχήματος με συγκεκριμένες διαπιστώσεις, όσο και της αξιολόγησης της μαρτυρίας του Μ.Υ.1 τον οποίο η πλευρά της υπεράσπισης κάλεσε. Να σημειωθεί επίσης εδώ ότι το βάρος απόδειξης εφόσον προβάλλεται η υπεράσπιση της μηχανικής βλάβης παραμένει στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής για ανατροπή της (βλ. Χρυσόστομος Χρυσοστόμου ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 300). Ο κατηγορούμενος όμως προέβη σε αναφορές ενώπιον του Δικαστηρίου και οι οποίες δεν μπορούν να λειτουργήσουν προς όφελός του ακόμα και αν δεχόμουν τις θέσεις του περί μηχανικής βλάβης και ότι από αυτή προκλήθηκε το δυστύχημα. Αντεξεταζόμενος είπε ότι το επίδικο λεωφορείο το οδηγούσε συνέχεια και πήγε και για τεχνικό έλεγχο (ΜΟΤ) 3-4 φορές πριν γίνει το δυστύχημα και δεν κρίθηκε κατάλληλο. Ο ίδιος δεν γνώριζε πώς πέρασε, αν τελικά το όχημα πέρασε τον έλεγχο αυτό. Είπε επίσης ότι παρουσίασε μηχανικά προβλήματα πολλές φορές και ότι έχανε συνέχεια το νιτρικέλαιο που βάζουν στο τιμόνι για να μπορεί να στρίβει κανονικά. Είπε τέλος ότι έτυχε και άλλες φορές να έχει μαζί του μπουκάλα από νιτρικέλαιο και του έβαζε. Από αυτά και μόνο συνάγεται ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι το όχημα είχε μηχανικά προβλήματα, και μάλιστα στο τιμόνι, για το οποίο ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι ήταν η αιτία του συμβάντος. Παρά το γεγονός ότι ο ίδιος δεν είναι ο ιδιοκτήτης και ως είπε το ανέφερε στην εργοδότρια χωρίς αποτέλεσμα, εντούτοις συνέχισε να το οδηγεί μεταφέροντας μάλιστα επιβάτες συμπεριλαμβανομένων και μαθητών. Θα έπρεπε ο ίδιος, εφόσον επρόκειτο και για τη δική του ασφάλεια αλλά και των επιβατών τους οποίους μετέφερε, να δράσει ανάλογα. Ανεξαρτήτως τούτου όμως, και χωρίς να παραγνωρίζω τις συνέπειες που ενδεχομένως θα προέκυπταν από την πρόκληση ενός σοβαρού δυστυχήματος συνεπεία του μηχανικού προβλήματος, ο ίδιος ο κατηγορούμενος γνώριζε από προηγουμένως για το εν λόγω πρόβλημα και είχε λάβει και μέτρα, όχι φυσικά τα ενδεικνυόμενα, όπως η μεταφορά επιπλέον νιτρικέλαιου έτσι ώστε να το τοποθετεί στο τιμόνι του οχήματος όποτε χρειαζόταν για να μπορεί το όχημα να κινείται. Ενόψει των ανωτέρω κρίνω ότι ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να επικαλεστεί την υπεράσπιση της μηχανικής βλάβης τη στιγμή που γνώριζε την ύπαρξή της πριν το υπό κρίση δυστύχημα (βλ. Χρυσοστόμου (ανωτέρω)). Mε βάση τα ανωτέρω καταλήγω στα κάτωθι ευρήματα: Ο κατηγορούμενος εργοδοτούμενος οδηγός στην εταιρεία OSEA BUSES στις 20/8/12 οδηγούσε το όχημα υπ' αρ. εγγραφής TJL499 στην οδό 28ης Οκτωβρίου στο Λιοπέτρι. Στην προσπάθειά του να εισέλθει στην οδό Ποταμό Λιοπετρίου οδήγησε το όχημά του στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και προσέκρουσε στο πεζοδρόμιο και σε τοίχο οικίας αλλά και πάσσαλο της Α.Η.Κ. Από τη σύγκρουση προκλήθηκαν ζημιές στο όχημα, τον τοίχο της οικίας αλλά και στον πάσσαλο της Α.Η.Κ. Σύμφωνα με το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν.86/72προβλέπεται ότι: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τις χίλιας λίρας - τα €1.708,00 - ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.» Εκείνο που προκύπτει από την πλούσια, ομολογουμένως, νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ότι κατά την οδήγηση κάθε οδηγός πρέπει να ασκεί προσήκουσα προσοχή και το ερώτημα που εγείρεται ως προς το κατά πόσο ένας οδηγός οδηγούσε αμελώς είναι κατά πόσο εκπλήρωσε την υποχρέωσή του εξασκώντας την απαραίτητη λογική φροντίδα και προσοχή για τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν τον δρόμο. Το εφαρμοστέο κριτήριο για τον έλεγχο αυτό είναι αντικειμενικό και οι παράμετροί του θα πρέπει να εξετάζονται σε συνάρτηση με τη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα οδηγού και όχι με τη συμπεριφορά ενός τέλειου οδηγού. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (Duty of Care) oφείλεται σε κάθε πρόσωπο που λογικά μπορεί να προβλεφθεί ότι μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις και ή ενέργειες του οδηγού. Σε ό,τι δε αφορά τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας, αυτά είναι τα ίδια που ισχύουν και στο αστικό δίκαιο. Το μόνο που διαφέρει είναι το βάρος απόδειξης. Για να συγκεκριμενοποιηθεί το απρόσωπα προσδιορισμένο καθήκον κάθε οδηγού προς κάθε πρόσωπο που είναι λογικά δυνατό να επηρεαστεί από τις πράξεις του πρώτου θα πρέπει να εξεταστεί στα πλαίσια των γεγονότων της κάθε υπόθεσης έτσι που να διασαφηνιστεί η φύση του καθήκοντος, και στην περίπτωση που διαπιστώνεται τέτοιο καθήκον, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Η πρόβλεψη για σκοπούς του ελέγχου αυτού συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια. Κάθε οδηγός οφείλει να τηρεί τη δέουσα παρατηρητικότητα και η αμέλεια είναι συνυφασμένη με τον χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες. Παράλειψη δε να δει κανείς ότι απλά είναι ορατό ή όπου η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή και ο οδηγός παραλείπει να λάβει μέτρα προφύλαξης αποτελούν αμέλεια (βλ. Νικολαϊδης ν. Οικονομίδη
(1963)2 C.L.R. 78). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 378). Επιπρόσθετα, αν η δυνατότητα εμφάνισης κινδύνου είναι εύλογα εμφανής, η μη λήψη προφυλάξεων αποτελεί αμέλεια. Αλλά αν η δυνατότητα εμφάνισης κινδύνου είναι μόνο μια δυνατότητα η οποία ουδέποτε θα εγειρόταν στη σκέψη ενός λογικού ανθρώπου, τότε δεν υπάρχει αμέλεια αν δεν πάρει ένας ασυνήθεις προφυλάξεις (βλ. Δημητράκης Σιλβέστρου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. σελ. 151, 158 και 159). Έχοντας υπόψη μου τα ανωτέρω, αλλά και τις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα της αμέλειας, κατάληξή μου είναι ότι ο κατηγορούμενος, με το να οδηγήσει το όχημά του στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας με αποτέλεσμα να συγκρουστεί πρώτα στο πεζοδρόμιο και μετά στον τοίχο οικίας αλλά και σε πάσσαλο της Α.Η.Κ., δεν επέδειξε συμπεριφορά ενός συνετού οδηγού. Συνεπώς ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............... Λ. Μουγής, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο