← Κύπρος

Διευθυντής Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων ν. G & M VARNAVAS ENTERPRISES LTD. κ.α., Αρ. Υπόθεσης 7288/12, 11/11/2013

Διευθυντής Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων ν. G & M VARNAVAS ENTERPRISES LTD. κ.α., Αρ. Υπόθεσης 7288/12, 11/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2013:B17 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ). Ενώπιον:- Λ. Μουγή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 7288/12 Διευθυντής Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων -ν-

  1. G & M VARNAVAS ENTERPRISES LTD.
  2. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΒΑΡΝΑΒΑ Κατηγορουμένων 11 Νοεμβρίου,
  3. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κα Ουρ. Σαββίδου. Για τους κατηγορούμενους 1 και 2: Ο κ. Χ"Στερκώτης. Κατηγορούμενος 2 παρών. A Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν επτά κατηγορίες που αφορούν την παράλειψη πληρωμής εισφορών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, πρόσθετο τέλος εισφορών ετησίων αδειών, εισφορών πλεονάζοντος προσωπικού, τέλος ανάπτυξης ανθρώπινου δυναμικού, εισφοράς κοινωνικής συνοχής και πληρωμής πρόσθετου τέλους αναφορικά με την εισφορά κοινωνικής συνοχής. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων οι κατηγορούμενοι μεταξύ των ημερομηνιών 3/10/12 και 22/10/12 στη Δερύνεια παρέλειψαν να πληρώσουν τις ως άνω αναφερόμενες εισφορές και πρόσθετα τέλη που όφειλαν για τους μήνες Ιανουάριο 2012 μέχρι Αύγουστο
  4. Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσής της κάλεσε ένα μάρτυρα και μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον των κατηγορουμένων, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, ο κατηγορούμενος 2 επέλεξε να καταθέσει από τη θέση του εξεταζόμενου μάρτυρα. Κατατέθηκαν δε συνολικά και τρία τεκμήρια. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων βρίσκεται καταχωρημένο στα πρακτικά και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό τους χωρίς το Δικαστήριο στο παρόν σημείο να προβαίνει σε παράθεση περίληψής της αλλά αναφορά θα γίνει εκεί που κριθεί αναγκαίο. Είχα την ευκαιρία μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνειά τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεών τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποινική Έφεση 9163 ημερ. 24.09.1997, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποινική Έφεση 9041 ημερ. 29.05.1997 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποινική Έφεση 9161, ημερ. 24.05.1997). Η Γεωργία Ιωάννου (Μ.Κ.), επιθεωρήτρια στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, δημιούργησε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και αυτό έπραξε. Η αξιοπιστία της δεν κλονίσθηκε καθ΄ οιονδήποτε στάδιο της αντεξέτασης της. Κατάθεσε δέσμη καταστάσεων αποδοχών και εισφορών, τεκ.1, που αφορούσε τους μήνες Ιανουάριο 2012 μέχρι τον Αύγουστο 2012 το οποίο τεκμήριο και επεξήγησε. Κατάθεσε επίσης κατάσταση οφειλών ποινικών διώξεων υπό εκδίκαση, τεκ.2, στο οποίο υπάρχει ανάλυση οφειλής για κάθε ταμείο ξεχωριστά αλλά και για πρόσθετα τέλη ως επίσης καταγράφεται και το τελικό οφειλόμενο ποσό το οποίο ως και η Μ.Κ. ανέφερε ανέρχεται σε €17.212,23 και για το οποίο δεν έχει γίνει οιαδήποτε πληρωμή. Η Μ.Κ. ανάφερε επίσης ότι στην κατηγορουμένη 1 εταιρεία υπήρχε λογίστρια, η Δέσπω Κυριάκου, η οποία παραδίδει τις καταστάσεις αποδοχών και σύμφωνα με τη λογίστρια η υπογραφή στο τέλος της 1ης σελίδας του τεκ.1 είναι η υπογραφή του διευθυντή. Η ίδια όμως δεν είχε δει τον διευθυντή να υπογράφει αλλά ούτε και να συμπληρώνει τα έντυπα. Είπε, τέλος, ότι ουδέποτε αμφισβητήθηκαν τα ποσά, τα οποία ελέγχθηκαν από την ίδια και είναι ορθά. Σε σχέση τώρα με τον κατηγορούμενο 2 Χριστόδουλο Βαρνάβα θα πρέπει να πω ότι το εν λόγω πρόσωπο δημιούργησε στο Δικαστήριο την χειρίστη εντύπωση. Τα όσα είπε στο Δικαστήριο ήταν διάτρητα από ψεύδη και αντιφάσεις και δεν μπορούσαν να αντέξουν τη βάσανο της λογικής. Ο κατηγορούμενος 2 ήρθε στο Δικαστήριο όχι για να πει την αλήθεια αλλά μοναδικό σκοπό είχε την αποποίηση των ευθυνών του. Τα όσα ανάφερε ενώπιον του Δικαστηρίου είναι ψευδή και αναληθή. Ενώ παραδέχθηκε ότι είναι ο μοναδικός διευθυντής της κατηγορουμένης 1 εταιρείας εντούτοις όχι μόνο δεν γνώριζε αν το τεκ.1 είναι οι καταστάσεις αποδοχών των εργοδοτουμένων της κατηγορουμένης 1 εταιρείας αλλά δεν αναγνώρισε ούτε τα ονόματα των ατόμων που καταγράφονται στο τεκ.1 πλην φυσικά του δικού του και της συζύγου του. Δεν ήξερε επίσης αν το τεκ.1 συμπληρώνεται από την εταιρεία παρά το γεγονός ότι στο εν λόγω τεκμήριο αναγράφεται το όνομα και η διεύθυνση της κατηγορουμένης 1 εταιρείας της οποίας είναι διευθυντής. Σε κατοπινό στάδιο και ερωτώμενος αν επισκέφθηκε το γραφείο των Κοινωνικών Ασφαλίσεων για να υποβάλει παράπονο απάντησε αρνητικά λέγοντας ότι δεν προβληματίστηκε σε σχέση με το εν λόγω έγγραφο παρά τη θέση του ότι δεν το συμπλήρωσε αλλά ούτε και το υπόγραψε. Συμφώνησε περαιτέρω ότι η Μαρούλλα Βαρνάβα λαμβάνει μηνιαίο μισθό €1000 αλλά δεν γνώριζε αν το τεκ.1 συμπληρώθηκε από άτομο το οποίο είχε γνώση αυτού του δεδομένου. Τέλος ένα ακόμη σημείο το οποίο καταδεικνύει την αναλήθεια των όσων ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε είναι και το γεγονός ότι ενώ δέχθηκε ότι υπάρχει λογιστήριο στην εταιρεία που ο ίδιος είναι μοναδικός διευθυντής, εν τούτοις δεν γνώριζε να πει αν συμπληρώνεται και ποιος αποστέλλει στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων τις καταστάσεις αποδοχών και εισφορών. Ενόψει των πιο πάνω κρίνω τον κατηγορούμενο 2 αναξιόπιστο και τα όσα ανέφερε, που έρχονται σε αντίθεση με τις θέσεις της Κατηγορούσας Αρχής, είναι αναληθή. Ερχόμενος τώρα να εξετάσω κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την υπόθεση της εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2 πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το πρώτο ζήτημα το οποίο χρήζει εξέτασης είναι το κατά πόσο το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπό κρίση υπόθεση. Ήταν η θέση του κ. Χ"Στερκώτη ότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την υπόθεση καθ΄ ότι έχει υποβληθεί ιεραρχική προσφυγή στον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Η εν λόγω κατ΄ ισχυρισμό ιεραρχική προσφυγή κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως τεκμήριο 3. Δεν θεωρώ σκόπιμο να υπεισέλθω στο περιεχόμενο του τεκ.3 και στους λόγους οι οποίοι προβάλλονται. Είναι νομολογημένο και δεδομένο το οποίο δεν είναι δυνατό να αμφισβητηθεί ότι αρμοδιότητα για έλεγχο των πράξεων ή παραλείψεων της διοίκησης δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος έχει το Ανώτατο Δικαστήριο (βλ. Αγρόκτημα Λανίτης Λτδ. κ.α. ν. Γενικός Εισαγγελέας κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 225). Φυσικά το Δικαστήριο στην υπό κρίση υπόθεση σε καμιά περίπτωση εξετάζει το βάσιμο της κατ΄ ισχυρισμό ιεραρχικής προσφυγής και των λόγων οι οποίοι προβάλλονται. Επανερχόμενος στην εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης περί έλλειψης δικαιοδοσίας θεωρώ ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Κατ΄ αρχήν το τεκ.3 φέρει ημερομηνία την 11/3/13 και επιδόθηκε αυθημερόν, ως η ένορκη δήλωση επίδοσης, στο γραφείο του υπουργού εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Η υπό εκδίκαση υπόθεση όμως καταχωρίστηκε την 1/11/12 και επιδόθηκε στον κατηγορούμενο 2 τόσο προσωπικά όσο και για την κατηγορουμένη 1 εταιρεία στις 11/12/12 δηλαδή 3 μήνες προ της υποβολής του τεκ.3. Η απόφαση για ποινική δίωξη καθώς και οι πράξεις προπαρασκευαστικές της δίωξης δεν συνιστούν εκτελεστέες ή διοικητικές πράξεις με την έννοια που ενέχουν οι αντίστοιχοι όροι στο άρθρο 146 του Συντάγματος (Βλ. Αναθ. Εφ.1005 Γ.Ιωάννου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας κ.α.
(1991)3 Α.Α.Δ. 493). Το άρθρο 83
(1)του Νόμου που τροποποιεί και ενοποιεί τους περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμους 1980 μέχρι του 2009 Ν.59(Ι)/2010προβλέπει τα ακόλουθα: 83.-
(1)Όποιος δεν ικανοποιείται από απόφαση του Διευθυντή, η οποία εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, δύναται, μέσα σε δεκαπέντε
(15)ημέρες από τη γνωστοποίηση σ΄ αυτόν της απόφασης, να την προσβάλει με γραπτή αίτησή του στον Υπουργό, στην οποία να εκθέτει τους λόγους στους οποίους στηρίζει την προσφυγή Επίσης το άρθρο 82
(1)του ως άνω νόμου προβλέπει ότι: 82.-
(1)Σε κάθε δικαστική διαδικασία- (α) για αδίκημα που προβλέπεται στον παρόντα Νόμο, ή (β) που σχετίζεται με ζήτημα καταβολής οποιασδήποτε εισφοράς δυνάμει του παρόντος Νόμου, ή (γ) για τη διεκδίκηση ποσών που οφείλονται στο Ταμείο, η απόφαση του Διευθυντή πάνω σε οποιοδήποτε ζήτημα που ορίζεται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 81 είναι τελεσίδικη για τους σκοπούς της εν λόγω διαδικασίας εάν εναντίον της απόφασης δεν εκκρεμεί ιεραρχική προσφυγή δυνάμει του άρθρου 83 ή παρήλθε η προβλεπόμενη για την υποβολή της προσφυγής προθεσμία: Νοείται ότι, σε περίπτωση ιεραρχικής προσφυγής εναντίον της απόφασης του Διευθυντή, η απόφαση του Υπουργού είναι επίσης τελεσίδικη για τους εν λόγω σκοπούς, εάν δεν εκκρεμεί προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου εναντίον της απόφασης αυτής ή παρήλθε η προβλεπόμενη προθεσμία για τέτοια προσφυγή. Με βάση τις πιο πάνω διατάξεις, ακόμα και αν γίνει δεκτό από το Δικαστήριο ότι το τεκ.3 είναι ιεραρχική προσφυγή εναντίον απόφασης του διευθυντή, αυτή δεν υποβλήθηκε εντός των καθορισμένων υπό του νόμου χρονικών πλαισίων αφού εν πάση περιπτώσει υποβλήθηκε 3 μήνες μετά την καταχώρηση του κατηγορητηρίου με αποτέλεσμα η οιαδήποτε ισχυριζόμενη από πλευράς υπεράσπισης και προσβαλλόμενη απόφαση του διευθυντή να έχει καταστεί τελεσίδικη. Η πλευρά της υπεράσπισης επικαλέστηκε μεταξύ άλλων και την υπόθεση Κυριάκος Παντελή ν. Διευθυντή Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(2006)2 Α.Α.Δ. 22 για υποστήριξη των θέσεων της. Θεωρώ όμως ότι τα γεγονότα της εν λόγω υπόθεσης διαφοροποιούνται με την παρούσα αφού σε εκείνη κατά την καταχώρηση της ποινικής δίωξης εκκρεμούσε ιεραρχική προσφυγή. Ενόψει των πιο πάνω κρίνω ότι το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση και αυτό που απομένει προς κρίση είναι η στοιχειοθέτηση των αδικημάτων από πλευράς Κατηγορούσας αρχής πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Έχει αναφερθεί προηγουμένως κατά την αξιολόγηση της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας ότι η μοναδική Μ.Κ. έχει κριθεί αξιόπιστη. Η εν λόγω μάρτυρας προχώρησε στην κατάθεση των τεκ.1 και 2 και τα οποία επεξήγησε. Στο τεκ.2 που είναι η κατάσταση οφειλών καταγράφονται αναλυτικά τα οφειλόμενα ποσά. Αντεξεταζόμενη η Μ.Κ. της είχε υποβληθεί η θέση ότι τα ποσά είναι λανθασμένα και δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα υποβολή με την οποία η Μ.Κ. διαφώνησε. Θεωρώ ότι από μόνη της αυτή η αόριστη θέση χωρίς οιαδήποτε άλλα στοιχεία δεν μπορεί να καταρρίψει τα όσα η Μ.Κ. ανέφερε αλλά και επεξήγησε με κάθε λεπτομέρεια ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με τα οφειλόμενα ποσά. Τα όσα καταγράφονται στα τεκ.1 και 2 έχουν παραμείνει ουσιαστικά αναντίλεκτα και χωρίς φυσικά να αναιρείται σε οιανδήποτε περίπτωση η αρχή ότι το βάρος απόδειξης των κατηγοριών πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας βρίσκεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής. Αναφορικά με τον κατηγορούμενο 2 διευθυντή της κατηγορουμένης 1 εταιρείας το άρθρο 85
(9)του Ν.59(Ι)/2010 προνοεί ότι: 85.-
(1)......... ............
(9)Σε περίπτωση που διαπράττεται ποινικό αδίκημα, κατά παράβαση του παρόντος Νόμου και των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού, από νομικό πρόσωπο ή από πρόσωπο που ενεργεί εκ μέρους νομικού προσώπου και αποδεικνύεται είτε ότι έχει διαπραχτεί με τη συγκατάθεση ή συνενοχή ή αμέλεια φυσικού προσώπου, που κατά το χρόνο διάπραξης του ποινικού αδικήματος κατέχει θέση συμβούλου, διευθυντή, γραμματέα ή άλλη παρόμοια θέση στο νομικό πρόσωπο ή εμφανίζεται ότι ενεργεί με τέτοια ιδιότητα, τότε τόσο το εν λόγω φυσικό πρόσωπο όσο και το νομικό πρόσωπο είναι ένοχοι του ίδιου ποινικού αδικήματος και υπόκεινται στην ποινή που προβλέπεται για το αδίκημα αυτό. Δεδομένο αλλά και εύρημα του Δικαστηρίου είναι ότι ο κατηγορούμενος 2 είναι διευθυντής της κατηγορουμένης 1 εταιρείας. Η μαρτυρία του ότι δεν γνώριζε για τις αποδοχές και εισφορές των εργοδοτουμένων της εταιρεία της οποίας ο ίδιος είναι διευθυντής έχει απορριφθεί ως αναξιόπιστη. Το ίδιο και τα λεχθέντα του περί άγνοιας το τι γινόταν στο λογιστήριο της κατηγορουμένης 1 εταιρείας. Θεωρώ ότι με την αποδεκτή ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία ο κατηγορούμενος 2 όχι μόνο γνώριζε για τις αποδοχές των εργοδοτουμένων της εταιρείας αλλά ήταν αυτός ο οποίος τις καθόριζε και ήταν αυτός που έδιδε οδηγίες για να συμπληρώνονται οι καταστάσεις αποδοχών και εισφορών. Δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτή η θέση ότι στο λογιστήριο της εταιρείας του προχωρούσαν σε συμπλήρωση εντύπων προς τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις χωρίς ο ίδιος να γνωρίζει αλλά και να συμμετέχει τη στιγμή μάλιστα που ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για τα ποσά αυτά. Κατάληξη του Δικαστηρίου είναι τα υπό κρίση αδικήματα έχουν διαπραχθεί από την κατηγορουμένη 1 εταιρεία με τη συναίνεση και συνενοχή του διευθυντή της κατηγορούμενου 2. Ως εκ τούτου κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της εναντίον και των δύο κατηγορουμένων πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και τους οποίους βρίσκω ένοχους σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. (Υπ.) .............. Λ. Μουγής, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.