← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Χρυστάλλα Μπογιατζιή, Αρ.Υπόθεσης:2270/2012, 9/10/2013

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Χρυστάλλα Μπογιατζιή, Αρ.Υπόθεσης:2270/2012, 9/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2013:B13 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΜΗΛΙΩΤΟΥ, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης:2270/2012 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου -ν- Χρυστάλλα Μπογιατζιή Κατηγορουμένης Ημερομηνία: 9 Οκτωβρίου 2013 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Χ" Μιχαήλ. Για την Κατηγορουμένη: κ. Π. Κωνσταντίνου (για ν' ακούσει απόφαση η κα. Πάτσαλου) Κατηγορουμένη: Παρούσα. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Κατηγορουμένη στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει Κατηγορία αμελούς οδήγησης, κατά παράβαση του Άρθρου 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, Ν.86/72, όπως τροποποιήθηκε. Ειδικότερα, κατηγορείται ότι στις 23/11/2011 στην οδό 25ης Μαρτίου στην Ορμήδεια της Επαρχίας Λάρνακας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής KKP277 μη καταβάλλων την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Μαρτυρία Για να αποδείξει την υπόθεσή της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε συνολικά δύο μάρτυρες, ενώ η Κατηγορουμένη, όταν κλήθηκε να προβάλει την υπεράσπισή της, προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση και δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα προς υποστήριξη της υπεράσπισής της. Πρώτη μάρτυρας κατηγορίας ήταν η Γ/Αστυφύλακας 930, Ιωάννα Δημητρίου, (Μ.Κ.1), η οποία υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Αμμοχώστου και στις 23/11/2011 υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Ξυλοτύμπου. Η Μ.Κ.1 κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της γραπτή κατάθεση της ιδίας (Τεκμήριο «1»). Σύμφωνα με το Τεκμήριο 1, η Μ.Κ.1 στις 23/11/2011 και περί ώρα 13:00, κατόπιν πληροφορίας, επισκέφτηκε την σκηνή τροχαίου δυστυχήματος που επεσυνέβηκε την ίδια ημέρα και περί ώρα 12:50 στην οδό 25ης Μαρτίου στην Ορμήδεια με ενεχόμενα οχήματα το σαλούν επιβατικό αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής KKP277 (στο εξής «το Αυτοκίνητο») και τη μοτοσυκλέτα με αρ. εγγραφής KMZ702 (στο εξής «η Μοτοσυκλέτα»). Οδηγός του Αυτοκινήτου ήταν η Κατηγορουμένη και οδηγός της Μοτοσυκλέτας ο Πέτρος Παπαϊωάννου, από την Ορμήδεια. Φτάνοντας στην σκηνή του δυστυχήματος, η Μ.Κ.1 διαπίστωσε ότι τα ενεχόμενα οχήματα βρίσκονταν στις τελικές θέσεις που πήραν μετά το δυστύχημα και ο οδηγός της Μοτοσυκλέτας λάμβανε τις Α΄ Βοήθειες από νοσηλευτικό προσωπικό ασθενοφόρου των Βρετανικών Βάσεων και ακολούθως μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας. Ακολούθως, η Μ.Κ.1 έλεγξε τη σκηνή του δυστυχήματος, έλαβε διάφορες μετρήσεις, ετοίμασε πρόχειρο σχεδιαγράφημα (Τεκμήριο «4») και διαπίστωσε, μεταξύ άλλων, ότι:

  1. Η οδός 25ης Μαρτίου είναι άσφαλτος καλής επιφάνειας και παρουσιάζει ελάχιστη ανηφορική κλίση. Είναι δρόμος ευθύς και ήταν στεγνός κατά την ώρα του δυστυχήματος. Βρίσκεται εντός κατοικημένης περιοχής με ανώτατο όριο ταχύτητας 50 χ.α.ώ. Παρουσιάζει στένωση στο ύψος της προς την οδό Μακαρίου Γ' και το οδόστρωμα δεν διαχωρίζεται με κάποια γραμμή και δεν υπάρχουν γραμμές στις δύο πλευρές του δρόμου. Αριστερά και δεξιά του δρόμου δεν υπάρχουν πεζοδρόμια ή χωμάτινα παγκέτα. Επίσης, δεν υπήρχε τοποθετημένο σήμα ΑΛΤ στο σημείο που ενώνεται η οδός Μακαρίου Γ΄ με την οδό 25ης Μαρτίου. Κατά μήκος της πρώτης υπήρχε άσπρη συνεχής γραμμή, η οποία γινόταν διακεκομμένη στο ύψος της συμβολής. Στο οδόστρωμα της 25ης Μαρτίου βρέθηκαν ίχνη τροχοπέδησης της Μοτοσυκλέτας και μαυρίσματα από τριβή ελαστικού, τα οποία η Μ.Κ.1 σημείωσε στο Τεκμήριο 4 με τα ψηφία Β1 και Β
  2. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 1, από επί τόπου εξετάσεις και ανεξάρτητη μαρτυρία που συνέλεξε, η Μ.Κ.1 διαπίστωσε ότι τόσο η Κατηγορούμενη όσο και ο οδηγός της Μοτοσυκλέτας είχαν περιορισμένη ορατότητα κατά μήκος του οδοστρώματος που είχαν χρησιμοποιήσει τη δεδομένη στιγμή καθότι υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα δεξιά και αριστερά εντός του δρόμου και λόγω της στένωσης του δρόμου. Διαφορετικά, η ορατότητα υπολογίστηκε στα 109 μέτρα και για τους δύο οδηγούς. Τα αυτοκίνητα που ήταν σταθμευμένα είχαν μετακινηθεί κατά την άφιξη της Μ.Κ.
  3. Ο καιρός ήταν αίθριος.
  4. Το Αυτοκίνητο είναι μάρκας Mercedes E200K, ιπποδύναμης 1769 cc, αργυρού χρώματος, ενώ η Μοτοσυκλέτα είναι μάρκας SUZUKI GSXR 1300R HAYABUSA, ιπποδύναμης 1289 cc, κόκκινου χρώματος. Η Μοτοσυκλέτα υπέστη ανεπανόρθωτες ζημιές. Συγκεκριμένα, αποκόπηκε ολοσχερώς από τις δύο πλευρές στο σημείο που ενώνεται ο κύριος σκελετός με τις μπροστινές περόνες στο ύψος του τιμονιού.
  5. Το σημείο σύγκρουσης σημειώθηκε με το σημείο Χ επί του Τεκμηρίου 4 και, σύμφωνα με το Τεκμήριο 1, αυτό είναι ολοφάνερο διότι εκεί καταλήγει το ίχνος τροχοπέδησης της Μοτοσυκλέτας. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 1, η Μ.Κ.1 εξήγησε στην Κατηγορουμένη το Τεκμήριο 4, με το οποίο η Κατηγορουμένη συμφώνησε και το υπέγραψε στην παρουσία της Μ.Κ.
  6. Σύμφωνα, περαιτέρω, με το Τεκμήριο 1, την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 15:20 και 15:45 στον Αστυνομικό Σταθμό Ξυλοτύμπου, η Μ.Κ.1 έλαβε ανακριτική κατάθεση από την Κατηγορουμένη, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο «2». Στις 3/12/2011 στον Αστυνομικό Σταθμό Ξυλοτύμπου, η Μ.Κ.1 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον οδηγό της Μοτοσυκλέτας. Στις 17/12/2011 στον Αστυνομικό Σταθμό Ξυλοτύμπου, η Μ.Κ.1 έλαβε εκ νέου ανακριτική κατάθεση από την Κατηγορουμένη, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο «3». Την ίδια ημέρα, η Μ.Κ.1 κατηγόρησε γραπτώς την Κατηγορουμένη για το αδίκημα της αμελούς οδήγησης και η τελευταία απάντησε «Ό,τι έχω να πω, θα το πω στο Δικαστήριο.» Την ίδια ημέρα στον Αστυνομικό Σταθμό Ξυλοτύμπου, η Μ.Κ.1 έλαβε εκ νέου ανακριτική κατάθεση από τον οδηγό της Μοτοσυκλέτας, επεξήγησε σε αυτόν το Τεκμήριο 4, το οποίο ο τελευταίος αρνήθηκε να υπογράψει αν και συμφώνησε με το σημείο Χ. Τέλος, στο Τεκμήριο 1 καταγράφεται ότι με βάση το Τεκμήριο 4, η Μ.Κ.1 ετοίμασε συμμετρικό σχεδιαγράφημα, το οποίο κατέθεσε ως Τεκμήριο «5». Μετά την ανάγνωση του Τεκμηρίου 1, η Μ.Κ.1 υποβλήθηκε σε διάφορες ερωτήσεις και, μεταξύ άλλων, υιοθέτησε όλες τις μετρήσεις και τις σημειώσεις της στα Τεκμήρια 4 και
  7. Ανέφερε ότι η Κατηγορουμένη ήταν συγχυσμένη ως προς τα γεγονότα και ότι η πορεία του οδηγού της Μοτοσυκλέτας, την οποία σημείωσε με το ψηφίο «Β», διαφάνηκε από τα ίχνη τροχοπέδησης, τα μαυρίσματα στην σκηνή, την τελική θέση της Μοτοσυκλέτας και την κατάθεση του οδηγού της Μοτοσυκλέτας. Κατέληξε στην πορεία της Κατηγορουμένης, την οποία σημείωσε με το ψηφίο «Α», από την κατάθεση της Κατηγορουμένης και την τελική θέση του Αυτοκινήτου. Επεξήγησε διάφορες μετρήσεις που κατέγραψε στα Τεκμήρια 4 και 5, ανέφερε ότι μέτρησε την ορατότητα των 109 μέτρων με ταχύμετρο, ως και ότι από ανεξάρτητη μαρτυρία και τους οδηγούς των ενεχόμενων οχημάτων προέκυψε ότι υπήρχε ένα αυτοκίνητο στη λωρίδα κυκλοφορίας της Κατηγορουμένης, το οποίο σημείωσε με το ψηφίο «Γ», και ένα άλλο αυτοκίνητο εντός του δρόμου στη λωρίδα κυκλοφορίας του οδηγού της Μοτοσυκλέτας, το οποίο σημείωσε με το ψηφίο «Δ». Κατά την αντεξέτασή της, η Μ.Κ.1 ανέφερε την πείρα και την εκπαίδευση που είχε στη διερεύνηση τροχαίων ατυχημάτων. Ακολούθως, ανέφερε ότι στο έδαφος υπήρχαν σπασμένα φανάρια και πλαστικά, αλλά δεν σημείωσε τούτα οπουδήποτε και δεν θυμόταν πού ακριβώς τα βρήκε. Η Μοτοσυκλέτα ήταν μεγάλου κυβισμού και αγωνιστική. Ως ανέφερε, η ίδια δεν είναι εμπειρογνώμονας και δεν μπορεί να πει, με βάση τις ζημιές, κατά πόσον η σύγκρουση ήταν σφοδρή. Δεν πρόκειτο, όμως, για μια απλή επαφή. Ανέφερε, επίσης, ότι είναι τυπογραφικό λάθος η αναφορά της στο Τεκμήριο 1 ότι το ίχνος τροχοπέδησης καταλήγει στο σημείο σύγκρουσης και διευκρίνισε ότι τα ίχνη τροχοπέδησης σημειώθηκαν με το γράμμα Β1 και τα μαυρίσματα από την τριβή του ελαστικού της Μοτοσυκλέτας σημειώθηκαν με το γράμμα Β
  8. Ανέφερε, επίσης, ότι δεν βρήκε πλαστικά και σπασμένα γυαλιά. Σε υποβολή ότι υπήρχαν λάδια και άλλα πράγματα που δεν τοποθέτησε, η Μ.Κ.1 ανέφερε ότι δεν βρήκε κάτι. Σύμφωνα με τη Μ.Κ.1, τα ίχνη τροχοπέδησης της Μοτοσυκλέτας ήταν 21,80 μέτρα και η ίδια δεν γνωρίζει τί είναι το «thinking distance», προσθέτοντας ότι δεν είναι εμπειρογνώμονας και δεν έκανε εξετάσεις για να βρει την ταχύτητα της Μοτοσυκλέτας. Ανέφερε, επίσης, ότι το πλάτος του δρόμου στο σημείο που έγινε η σύγκρουση είναι 5,70 μέτρα, όπως στην αρχή του από την πλευρά της οδού Μακαρίου Γ΄ και διαφώνησε ότι είναι πιο πλατύς ο δρόμος στο εν λόγω σημείο. Διαφώνησε, επίσης, ότι οι μετρήσεις και υπολογισμοί της δεν συνάδουν με το σημείο σύγκρουσης, όπως το τοποθέτησε. Ανέφερε, επίσης, ότι δεν υπάρχει πάροδος στο δρόμο και ότι η ίδια εξέτασε την σκηνή που βρέθηκε η πορεία των δύο οχημάτων. Δεν υπάρχει, επίσης, στροφή στο δρόμο, όπως τον αποτύπωσε. Ανέφερε, επίσης, ότι και οι ίδιοι οι οδηγοί των ενεχόμενων οχημάτων δέχθηκαν ότι υπήρχαν σταθμευμένα αυτοκίνητα, ως η πορεία τους, αλλά δεν υπέδειξαν ακριβώς το σημείο που αυτά βρίσκονταν. Η ίδια τοποθέτησε τα σταθμευμένα αυτοκίνητα σύμφωνα με την μαρτυρία που πήρε από τον κόσμο που ήταν παρών. H τοποθέτηση όμως των σταθμευμένων οχημάτων ήταν φανταστική. Η Μ.Κ.1 δεν ήταν σε θέση να πει πού είναι κάποιο μηχανουργείου που της είπε η Κατηγορουμένη. Δεν ήταν, επίσης, σε θέση να πει κατά πόσον το Αυτοκίνητο ήταν σταματημένο όταν έγινε η σύγκρουση. Ανέφερε, επίσης, ότι μέτρησε την ορατότητα από την αρχή του δρόμου μέχρι το τέλος του. Η ανηφορική κλίση που έχει ο δρόμος είναι μηδαμινή και δεν επηρεάζει την ορατότητα. Δεν γνωρίζει πόσο επηρεάστηκε η ορατότητα του Κατηγορουμένου με το εμπόδιο που υπήρχε στο δρόμο ούτε και πόση απόσταση στο δρόμο κάλυπταν τα σταθμευμένα αυτοκίνητα. Η Μ.Κ.1 είπε, επίσης, ότι έγιναν συστάσεις και εισηγήσεις από τον Σταθμό Ξυλοτύμπου σε σχέση με την επικινδυνότητα της οδού 25ης Μαρτίου. Ως δεύτερος μάρτυρας κατηγορίας κλήθηκε και κατέθεσε ο κ. Πέτρος Παπαϊωάννου (Μ.Κ.2), από την Ορμήδεια. Ο Μ.Κ.2 κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του τις δύο γραπτές καταθέσεις του στην Αστυνομία, ημερομηνίας 3/12/2011 και 17/12/2011 (Τεκμήρια «6» και «7»). Στο Τεκμήριο 6 καταγράφεται ότι στις 23/11/2011 και περί ώρα 12:50, ο Μ.Κ.2 οδηγούσε την Μοτοσυκλέτα και εισήλθε από πάροδο κάνοντας Αλτ στο δρόμο του δυστυχήματος, η οποία πάροδος απήχε περίπου 40 μέτρα από το χώρο του δυστυχήματος. Ο δρόμος είχε ελαφριά στροφή. Μπαίνοντας στο δρόμο του δυστυχήματος κατευθυνόμενος προς την εκκλησία του χωριού και κρατώντας την λωρίδα του, σε απόσταση περίπου είκοσι μέτρων ο Μ.Κ.2 αντιλήφθηκε το Αυτοκίνητο να κατευθύνεται από την αντίθετη κατεύθυνση στη δική του λωρίδα για το λόγο ότι το Αυτοκίνητο προσπερνούσε σταματημένο όχημα. Ο Μ.Κ.2 προσπάθησε να σταματήσει την Μοτοσυκλέτα, την οποία οδηγούσε με ταχύτητα 60 χ.α.ώ περίπου, αλλά βλέποντας ότι το Αυτοκίνητο που ήταν στην πορεία του εξακολουθούσε να έρχεται πάνω του και βλέποντας αναπόφευκτη τη σύγκρουση, ο Μ.Κ.2 εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας προσπαθώντας να αποφύγει τη σύγκρουση. Ο Μ.Κ.2 είδε τον οδηγό του Αυτοκινήτου να στρίβει το όχημα αριστερά προσπαθώντας να εισέλθει ξανά στην κανονική του πορεία και κατευθύνθηκε προς τα πάνω του Μ.Κ.2, με αποτέλεσμα να συγκρουστούν στην κατεύθυνση του Αυτοκινήτου. Στο Τεκμήριο 7 καταγράφεται ότι διευκρινιστικά του Τεκμηρίου 6, μετά που η Κατηγορουμένη προσπέρασε το αυτοκίνητο που ήταν παρκαρισμένο μπροστά της στην δική της λωρίδα κατεύθυνσης, το Αυτοκίνητο οδηγείτο και κατευθύνετο προς την λωρίδα κατεύθυνσης της Κατηγορουμένης ξανά, όπως και ο Μ.Κ.2 άρχισε να οδηγεί την Μοτοσυκλέτα στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας σε απόσταση περίπου δέκα με δεκαπέντε μέτρων σύμφωνα με την κατεύθυνση του Μ.Κ.
  9. Σκοπός του Μ.Κ.2 ήταν να αποφύγει τη σύγκρουση, αλλά δεν ήταν δυνατόν να επαναφέρει τη Μοτοσυκλέτα στην λωρίδα κυκλοφορίας του. Καταγράφεται, επίσης, ότι από τη σύγκρουση, ο Μ.Κ.2 τραυματίστηκε και μεταφέρθηκε την ίδια ώρα με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας. Καταγράφεται, επίσης, ότι η Μ.Κ.1 υπέδειξε στον Μ.Κ.2 το Τεκμήριο 4 και ο τελευταίος αρνήθηκε να το υπογράψει αν και συμφωνεί με το σημείο «Χ». Καταγράφεται, επίσης, ότι στη λωρίδα του Μ.Κ.2 υπήρχαν παρκαρισμένα αυτοκίνητα, τα οποία κάλυπταν μερικώς το δρόμο σύμφωνα με την κατεύθυνση του Μ.Κ.
  10. Ένα από αυτά ήταν ένα σαλούν γκρίζο, μάρκας Ford, το οποίο είναι του Πέτρου που έχει το γυμναστήριο στο δρόμο που έγινε το δυστύχημα. Μετά την ανάγνωση των Τεκμηρίων 6 και 7, ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι όταν αντίκρισε την Κατηγορουμένη, αυτή ήταν στην πορεία του και ερχόταν προς τα πάνω του. Τα αυτοκίνητα που ήταν παρκαρισμένα στη δική του πορεία κρατούσαν πολύ ελαφριά το δρόμο και δεν ανέκοπταν την πορεία του. Δηλαδή κρατούσαν 30 εκατοστά μέσα στο δρόμο επειδή είχε και χωματόδρομο. Ο Μ.Κ.2 δεν υπέγραψε το Τεκμήριο 4, επειδή σε αυτό υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης που τα μέτρησαν ως δικά του. Ανέφερε, επίσης, ότι η σύγκρουση ήταν μετωπική και η ζημιά της Μοτοσυκλέτας ήταν μόνο το μούτρο. Με τη σύγκρουση, ο Κατηγορούμενος πετάχτηκε από πάνω, δεν σύρθηκε στο έδαφος. Ανέφερε, παραιτέρω, ότι η πάροδος από την οποία βγήκε απέχει πιο πολύ από 40 μέτρα απ' ό,τι είπε στην κατάθεσή του και βρίσκεται πιο κάτω από το δρόμο που αποτυπώθηκε στα Τεκμήρια 4 και
  11. Μόλις ο Μ.Κ.2 είδε το Αυτοκίνητο, ήτοι σε απόσταση 20 μέτρων περίπου, το τελευταίο ήταν στην δική του λωρίδα και ήταν κλειστός όλος ο δρόμος. Η Κατηγορουμένη κατευθυνόταν προς τα πάνω του και βρισκόταν στη δική του λωρίδα. Ο Μ.Κ.2 ξεκίνησε να πηγαίνει προς τα δεξιά ως η πορεία του, και τότε κατευθύνθηκε και η Κατηγορουμένη προς την λωρίδα κυκλοφορίας της και πήγαιναν μετωπικά μαζί. Ακολούθως, ανέφερε ότι από το δυστύχημα έσπασε τον καρπό και τη λεκάνη του. Κατά την αντεξέτασή του, ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι η ελαφριά στροφή βρίσκεται στο σημείο που έμπαινε στην οδό 25ης Μαρτίου από την πάροδο και βρίσκεται σε απόσταση 60 μέτρων περίπου από το σημείο της σύγκρουσης. Ήταν αριστερόστροφη όπως έβγαινε για να μπει στην οδό 25ης Μαρτίου και όταν έκανε ΑΛΤ για να βγει στην 25η Μαρτίου, ο Μ.Κ.2 είχε ορατότητα μέχρι το τέλος αυτής. Δεν τον επηρέαζε η στροφή επειδή ήταν πολύ ελαφριά. Όταν έβγαινε από το ΑΛΤ δεν είδε την Κατηγορουμένη, εφόσον η τελευταία δεν ήταν εκεί. Κληθείς να διευκρινίσει τί εννοεί με την αναφορά του σε 10-15 μέτρα στο Τεκμήριο 7, ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι είναι ουσιαστικά η ίδια απόσταση όπως είπε και στο Τεκμήριο
  12. Αρνήθηκε υποβολή ότι δεν υπάρχει χωματόδρομος στα αριστερά του δρόμου ως η πορεία του. Ήταν δύο τα αυτοκίνητα που ήταν σταματημένα στη δική του κατεύθυνση, αλλά δεν περιόριζαν την ορατότητά του. Είδε ένα αυτοκίνητο σταματημένο στη λωρίδα της Κατηγορουμένης, το οποίο βρισκόταν στο δρόμο και η τελευταία το προσπερνούσε. Όταν αντίκρυσε την Κατηγορουμένη, η τελευταία προσπερνούσε το εν λόγω αυτοκίνητο και ήταν απέναντι του Μ.Κ.
  13. Ακολούθως, ο Μ.Κ.2 αρνήθηκε ότι είναι δικά του τα ίχνη τροχοπέδησης που σημειώθηκαν στα Τεκμηρια 4 και 5, προσθέτοντας ότι τα ίχνη τροχοπέδησής του είναι αυτά που σημειώθηκαν με το γράμμα Β2 και είναι η λοξοδρόμηση που έκανε για να αποφύγει τη σύγκρουση. Ανέφερε, επίσης, ότι η Μοτοσυκλέτα δεν τρίφτηκε στο έδαφος. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, τότε θα έπεφτε και ο Μ.Κ.2 στο έδαφος, κάτι που δεν έγινε εφόσον αυτός εκσφενδονίστηκε. Ο Μ.Κ.2 αρνήθηκε ότι η δική του η ορατότητα ήταν περιορισμένη, αλλά η πορεία της Κατηγορουμένης εμποδίζετο από το σταματημένο αυτοκίνητο. Ανέφερε, επίσης, ότι από το σημείο που βρίσκεται το Αλτ, η Μοτοσυκλέτα χρειάστηκε 10-15 μέτρα για να στρίψει και να ισιώσει. Ο ίδιος κατηγορήθηκε μόνο για το κράνος που δεν φορούσε, αλλά δεν θυμόταν αν κατηγορήθηκε και για την ταχύτητά του. Αρνήθηκε υποβολή ότι έχασε τον έλεγχο της Μοτοσυκλέτας ένεκα της μεγάλης ταχύτητας, με την οποία οδηγούσε, και πήγε και κτύπησε την Κατηγορουμένη. Η Κατηγορουμένη στην ανώμοτη δήλωσή της ανέφερε ότι υιοθετεί την κατάθεσή της και δεν φταίει για το δυστύχημα. Στην ανακριτική της κατέθεση, Τεκμήριο 2, η Κατηγορουμένη ανέφερε ότι στις 23/11/2011 και περί ώρα 12:50 αυτή εισήλθε στην οδό 25ης Μαρτίου στην Ορμήδεια με κατεύθυνση από την εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου του Αλαμάνου προς το Ξυλοφάγου. Η ταχύτητά της ήταν γύρω στα 30 χ.α.ώ. και στα 15-20 μέτρα της οδού 25ης Μαρτίου και καθώς κρατούσε την αριστερή λωρίδα του δρόμου που αναλογούσε στην κατεύθυνσή της, η Κατηγορουμένη είδε απέναντί της στα 30-35 μέτρα περίπου την Μοτοσυκλέτα να κρατά την μέση του δρόμου και να έρχεται προς το μέρος της από την αντίθετη κατεύθυνση με μεγάλη ταχύτητα. Η Κατηγορουμένη κράτησε τη λωρίδα της και είδε την Μοτοσυκλέτα να την πλησιάζει σε ελάχιστα δευτερόλεπτα και διέκρινε ότι οδηγός της Μοτοσυκλέτας ήταν ο Μ.Κ.
  14. Η Κατηγορουμένη ακινητοποίησε σχεδόν το Αυτοκίνητο και πήρε εντελώς την άκρια της δικής της πλευράς γιατί είδε τον Μ.Κ.2 να γυρνάει το κεφάλι του δεξιά και αριστερά σαν να μην μπορούσε να ελέγξει τη Μοτοσυκλέτα και να μην ήξερε από που έπρεπε να περάσει καθώς κατά μήκος της λωρίδας του βρίσκονταν σταθμευμένα αυτοκίνητα και στένευαν τον δρόμο. Ο Μ.Κ.2 συνέχισε να κρατάει τη μέση του δρόμου και η Κατηγορουμένη τον είδε να γυρνάει το τιμόνι της Μοτοσυκλέτας αριστερά και να κτυπά στην αριστερή μπροστινή πλευρά του Αυτοκινήτου. Από την σύγκρουση, το Αυτοκίνητο τραντάχτηκε μπρος πίσω και η Κατηγορουμένη είδε τον Μ.Κ.2 να πέφτει στα αριστερά στο έδαφος μαζί με την Μοτοσυκλέτα, όπως ήταν καθισμένος σε αυτή. Αμέσως, η Κατηγορουμένη κατέβηκε από το Αυτοκίνητο και είδε τον Μ.Κ.2 στο έδαφος μπροστά από την αριστερή πλευρά του Αυτοκινήτου. Η Κατηγορουμένη δεν τραυματίστηκε από το δυστύχημα, αλλά ο Μ.Κ.2 μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Νοσοκομείο. Στο Τεκμήριο 2 καταγράφεται, επίσης, ότι η Κατηγορουμένη ήταν παρούσα κατά την λήψη μέτρων που έλαβε η Μ.Κ.1 και συμφωνεί με το σημείο Χ που της υπεδείχθη. Στο Τεκμήριο 3 καταγράφεται, διευκρινιστικά του Τεκμηρίου 2, ότι όταν η Κατηγορουμένη εισήλθε στην οδό 25ης Μαρτίου, με κατεύθυνση από την οδό Μακαρίου Γ', ήταν παρκαρισμένο μπροστά της σε απόσταση 7-8 μέτρων περίπου εντός του δρόμου στην λωρίδα τροχαίας κατεύθυνσής της, ένα σαλούν αυτοκίνητο, το οποίο είναι του χωριανού της του Φιλή. Το σπίτι του Φιλή είναι εκεί και πάντα έχει το αυτοκίνητό του παρκαρισμένο σε εκείνο το σημείο για να μπαίνει κατ' ευθείαν στο σπίτι του. Η Κατηγορουμένη είδε την Μοτοσυκλέτα να έρχεται από την αντίθετη κατεύθυνση και να κρατάει τη μέση του δρόμου όπως έβλεπε τον οδηγό να την οδηγεί και να την κατευθύνει λοξώς διαγωνίως προς την πλευρά της με αποτέλεσμα να συγκρουστούν, όπως είπε στο Τεκμήριο
  15. Η Κατηγορουμένη δεν μπορεί να υπολογίσει την απόσταση που είχε από το σημείο που προσπέρασε το αυτοκίνητο που ήταν παρκαρισμένο μπροστά της και εισήλθε στη λωρίδα και τότε είδε την Μοτοσυκλέτα, αλλά ήταν λίγο πριν το μηχανουργείο του Φιλή. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων, η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, με ανάλυση της μαρτυρίας, εισηγήθηκε ότι η Κατηγορουμένη έχει κάποια ευθύνη για το δυστύχημα εφόσον παρέλειψε μόλις προσπέρασε να μπει αμέσως στη δική της λωρίδα. Επίσης, υπήρχε γνωστό σε αυτή εμπόδιο στην πορεία της και όφειλε είτε να το προσπεράσει με ασφάλεια είτε να περιμένει να περάσει η Μοτοσυκλέτα και μετά να επιχειρήσει να προσπεράσει το εμπόδιο. Εισηγήθηκε, επίσης, ότι στην κατάθεση της η Κατηγορούμενη είπε ότι είδε την Μοτοσυκλέτα πριν προσπεράσει. Εισηγήθηκε ότι η Κατηγορουμένη με την οδική της συμπεριφορά δεν ξεκαθάρισε τί ήθελε να κάνει, εξ ου και επεσυνέβη η σύγκρουση. Στην αντίπερα όχθη, η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορουμένης, κατ' αρχάς εισηγήθηκε ότι υπήρξαν αντιφάσεις στη μαρτυρία της Μ.Κ.1 σε σχέση κυρίως με τον προσδιορισμό του σημείου σύγκρουσης και του τί βρήκε στον δρόμο. Επίσης, ήταν γενική και αόριστη η αναφορά της σε σχέση με την περιορισμένη ορατότητα των οδηγών. Επίσης, η μαρτυρία της Μ.Κ.1 ανατρέπεται από τη μαρτυρία του Μ.Κ.2, ο οποίος περιέπεσε σε αντιφάσεις, και αντίστροφα. Εισηγήθηκε, επίσης, ότι με βάση τα ίχνη τροχοπέδησης προκύπτει ότι ο Μ.Κ.2 είδε την Κατηγορουμένη από τα 40 μέτρα. Ανέφερε, επίσης, ότι ήδη από τα 9 μέτρα που προσπέρασε το σταθμευμένο αυτοκίνητο, η Κατηγορουμένη ήταν ήδη στη δική της πλευρά στο δρόμο. Η Κατηγορούμενη είδε τη Μοτοσυκλέτα όταν θα μπορούσε να την δει και δεν μπορούσε να κάνει κάτι άλλο, η δε σύγκρουση οφείλεται στο ότι ο Μ.Κ.2 έχασε τον έλεγχο της Μοτοσυκλέτας, πλαγιολίσθησε, πήγε στην πλευρά της Κατηγορουμένης και κτύπησε. Θέση της υπεράσπισης, λοιπόν, ήταν όπως αθωωθεί η Κατηγορουμένη. Αξιολόγηση-Ευρήματα Έχω παρακολουθήσει με κάθε δυνατή και επιβαλλόμενη προσοχή όλους τους μάρτυρες, τον τρόπο, το ύφος, τη συμπεριφορά, τις αντιδράσεις και γενικά την παρουσία τους στο Δικαστήριο και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους με σκοπό να καταλήξω στα αναγκαία ευρήματα και συμπεράσματα για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Η Μ.Κ.1, ήτοι η εξετάστρια του δυστυχήματος, μου έκανε μέτρια εντύπωση. Ομολογουμένως το επίδικο δυστύχημα είχε λάβει χώρα πέραν του ενάμισυ χρόνου πριν την ένορκη κατάθεσή της στο Δικαστήριο, και είναι αναμενόμενο αυτή να μην ήταν σε θέση να θυμηθεί όλες τις λεπτομέρειες, πλην των όσων καταγράφονται ή αποτυπώνονται στην γραπτή της κατάθεση, Τεκμήριο 1, και στο πρόχειρο σχεδιαγράφημα, Τεκμήριο
  16. Αυτή, όμως, δεν επικαλέστηκε την πάροδο του χρόνου για να δικαιολογήσει κάποιες αναφορές της και υπέπεσε σε σοβαρές αντιφάσεις σε σχέση με ουσιώδεις διαπιστώσεις κατά τη διερεύνηση ενός τροχαίου δυστυχήματος. Επί παραδείγματι, σε αρχικό σημείο της αντεξέτασής της ανέφερε ότι στην άσφαλτο υπήρχαν πλαστικά και λάδια, τα οποία, όμως, δεν σημειώσε κάπου, ενώ σε άλλο σημείο ανέφερε ότι δεν βρήκε ο,τιδήποτε στη σκηνή από τις διάφορες ζημιές των ενεχόμενων οχημάτων. Εφόσον οι ζημιές των δύο ενεχόμενων οχημάτων ήταν αυτές που καταγράφονται στο πρόχειρο σχεδιαγράφημα, Τεκμήριο 4, ήτοι, μεταξύ άλλων, έσπασαν τα μπροστινά αριστερά φανάρια του Αυτοκινήτου, ως και το μπροστινό φανάρι της Μοτοσυκλέτας, δεν αντέχει τη βάσανο της λογικής η μη ανεύρεση στη σκηνή έστω σπασμένων γυαλιών την ώρα που μετέβη στη σκηνή η Μ.Κ.1, ήτοι 10 λεπτά μετά το δυστύχημα, εφόσον δεν διαπιστώθηκε ότι μετακινήθηκε ο,τιδήποτε μέχρι να φτάσει η Αστυνομία. Σε κάθε περίπτωση, είναι προφανές ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στην επί του προκειμένου αντιφατική εκδοχή της Μ.Κ.
  17. Επίσης, η Μ.Κ.1 δεν έπεισε σε σχέση με τους λόγους που την οδήγησαν να τοποθετήσει το σημείο σύγκρουσης εκεί που το τοποθέτησε. Δέχομαι την εξήγησή της ότι πρόκειται για τυπογραφικό λάθος η αναφορά της στο Τεκμήριο 1 πως το σημείο Χ τοποθετήθηκε εκεί που καταλήγει το ίχνος τροχοπέδησης της Μοτοσυκλέτας, εφόσον με το σημείο Β2 σημείωσε τα μαυρίσματα από την τριβή του ελαστικού της Μοτοσυκλέτας, τα οποία δεν ήταν ίχνη τροχοπέδησης. Και πάλιν, όμως, αδυνατώ να αντιληφθώ πώς θεώρησε, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, ότι το σημείο σύγκρουσης είναι ολοφάνερο διότι εκεί καταλήγουν τα ίχνη από τα μαυρίσματα του ελαστικού της Μοτοσυκλέτας, εφόσον όπως ξεκάθαρα προκύπτει από το συμμετρικό σχέδιο, Τεκμήριο 5, τα μαυρίσματα από το ελαστικό της Μοτοσυκλέτας, τα οποία σημειώθηκαν με το σημείο Β2, δεν καταλήγουν στο σημείο Χ, αλλά στο τελικό σημείο της Μοτοσυκλέτας μετά τη σύγκρουση. Δηλαδή, αυτά απέχουν πέριξ των 3 μέτρων, σύμφωνα με τις μετρήσεις της Μ.Κ.1, από το σημείο σύγκρουσης. Το ότι η Κατηγορουμένη υπέγραψε το πρόχειρο σχεδιαγράφημα και στην πρώτη της κατάθεση, Τεκμήριο 2, ανέφερε ότι συμφωνεί με το σημείο Χ που της υπέδειξε η Μ.Κ.1 κατά την λήψη των μέτρων στη σκηνή, δεν διαφοροποιεί το ζητούμενο εφόσον εξακολουθεί να παραμένει αναπάντητο το πώς προσδιορίστηκε το σημείο σύγκρουσης από την Μ.Κ.
  18. Ενδεχομένως, τα πράγματα να ήταν αλλιώς σε περίπτωση που η Μ.Κ.1 μας έλεγε ότι το σημείο σύγκρουσης της υπεδείχθη από τους οδηγούς ή κάποιο από αυτόν. Δεν έχουν, όμως, έτσι τα πράγματα. Βεβαίως, αποτέλεσε κοινό υπόβαθρο γεγονότων στην παρούσα ότι η σύγκρουση έγινε στην πορεία κατεύθυνσης της Κατηγορουμένης. Δεν μπορώ, όμως, να βασιστώ στη μαρτυρία της Μ.Κ.1 σε σχέση με το ακριβές σημείο της σύγκρουσης. Δεν με έπεισε, επίσης, η εκδοχή της Μ.Κ.1 ότι στο σημείο που έγινε η σύγκρουση το πλάτος του δρόμου ήταν το ίδιο με το πλάτος αυτού στο σταθερό σημείο που σημείωσε με το γράμμα Ο. Κατ' αρχάς, η ίδια η Μ.Κ.1 δέχθηκε ότι μέτρησε το πλάτος του δρόμου στο ύψος του σταθερού σημείου (Ο), το οποίο απέχει 9.10 μέτρα από το σημείο της σύγκρουσης, σύμφωνα με τις μετρήσεις της, και στο σημείο που τελείωναν τα ίχνη τροχοπέδησης της Μοτοσυκλέτας, τα οποία σημειώθηκαν με το γράμμα Β1, σημείο το οποίο απέχει πέριξ των 6 μέτρων από το σημείο σύγκρουσης και 15 μέτρα από το σταθερό σημείο (Ο). Στο πρώτο σημείο το πλάτος του δρόμου είναι 5.70 μέτρα και στο δεύτερο σημείο το πλάτος αυτού είναι 7.10 μέτρα. Ναίμεν στο Τεκμήριο 1 καταγράφεται ότι ο δρόμος παρουσιάζει στένωση στο ύψος του προς την οδό Μακαρίου Γ', αλλά δεν αναφέρθηκε από ποιό σημείο ξεκινά να παρουσιάζεται η στένωση αυτή και πώς δικαιολογείται, με βάση τις προαναφερθείσες μετρήσεις, να έχουμε την ίδια στένωση ή πλάτος στο ύψος του σημείου της σύγκρουσης με το πλάτος στο ύψος του σταθερού σημείου. Σε κάθε περίπτωση, ήταν εμφανές κατά την ένορκη κατάθεση της Μ.Κ.1 ότι αυτή δεν ήξερε ποιό ήταν το πλάτος του δρόμου στο ύψος που τοποθέτησε το σημείο σύγκρουσης και πως επέλεξε απλώς να δώσει κάποια απάντηση όταν προφανώς αντιλήφθηκε ότι παρέλειψε να μετρήσει το πλάτος του δρόμου στο ύψος που σημείωσε το σημείο σύγκρουσης. Όσον αφορά την αναφορά της για μη ύπαρξη παρόδου στην οδό 25ης Μαρτίου ως και κάποιας κλίσης στο δρόμο, είναι εμφανές ότι η Μ.Κ.1 αναφερόταν στο μέρος του δρόμου, για το οποίο έκανε μετρήσεις και αποτύπωσε στα σχεδιαγραφήματά της, Τεκμήρια 4 και
  19. Βεβαίως, οι υπόλοιπες μετρήσεις και διαπιστώσεις της Μ.Κ.1 δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση. Σε κάθε περίπτωση, θεωρώ ότι αυτή ήταν σε θέση να προβεί σε αυτές και δεν έχω διαπιστώσει ο,τιδήποτε το οποίο να ήταν ικανό να κλονίσει ή αμφισβητήσει τις εν λόγω αναφορές της. Θα πρέπει, βεβαίως, να σημειωθεί ότι η Μ.Κ.1, ως η ίδια ανέφερε, δεν τοποθέτησε τα σταθμευμένα αυτοκίνητα, τα οποία σημείωσε με τα γράμματα Δ και Γ, στην ακριβή θέση που βρίσκονταν την ώρα του δυστυχήματος, εφόσον αυτά είχαν μετακινηθεί μέχρι να φτάσει στη σκηνή, αλλά τοποθέτησε τούτα σε φανταστικά σημεία σύμφωνα με την πορεία των ενεχόμενων οχημάτων. Δεν έχει, βεβαίως, αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση ότι το αυτοκίνητο Γ ήταν σταματημένο πριν το σταθερό σημείο ως η πορεία της Κατηγορουμένης. Τουναντίον, η ίδια η Κατηγορουμένη στην δεύτερη κατάθεσή της, Τεκμήριο 3, ανέφερε ότι το αυτοκίνητο Γ ήταν παρκαρισμένο σε απόσταση 7-8 μέτρων περίπου από την αρχή της οδού 25ης Μαρτίου ως η πορεία της, δηλαδή από το σημείο που ενώνεται η οδός 25ης Μαρτίου με την οδό Μακαρίου. Επίσης, δεν αμφισβητήθηκε ότι τα σταματημένα αυτοκίνητα Γ και Δ περιόριζαν την ορατότητα και των δύο οδηγών ως η πορεία τους. Με τις διαφοροποιήσεις και τις διευκρινίσεις, λοιπόν, στις οποίες προβαίνω ανωτέρω, αποδέχομαι την υπόλοιπη μαρτυρία της Μ.Κ.1 σε σχέση με τα αντικειμενικά ευρήματα στα οποία προέβη, το τί διαπίστωσε και τί της ελέχθη κατά την εξέταση του επίδικου δυστυχήματος. Ερχόμενη τώρα στον Μ.Κ.2, δηλαδή τον οδηγό της Μοτοσυκλέτας, οφείλω εξ αρχής να αναφέρω ότι αυτός δεν μου έδωσε την εικόνα ειλικρινούς και αξιόπιστου μάρτυρα. Ήταν ξεκάθαρο με τον τρόπο που απαντούσε, αλλά πρωτίστως με τα όσα κατέθεσε ότι αυτός ήρθε στο Δικαστήριο με μοναδικό σκοπό να πείσει ότι ο ίδιος δεν ευθύνεται για το δυστύχημα. Ο Μ.Κ.2 δεν απαντούσε ευθέως στις ερωτήσεις που του ετίθονταν κατά την αντεξέτασή του και δεν ήταν σταθερός και συνεπής στην ένορκη εκδοχή του, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν συνάδει με την αποδεκτή μαρτυρία της Μ.Κ.1, ήτοι τα αντικειμενικά ευρήματα στη σκηνή του δυστυχήματος, τις καταθέσεις του στην Αστυνομία, Τεκμήρια 6 και 7 ως και με την λογική των πραγμάτων. Θα δώσω κάποια παραδείγματα. Κατ' αρχάς, η εκδοχή του Μ.Κ.1 ότι είδε για πρώτη φορά απέναντί του το Αυτοκίνητο στη δική του λωρίδα κυκλοφορίας σε απόσταση πέριξ των 20 μέτρων από αυτόν δεν συνάδει με τα αντικειμενικά ευρήματα στη σκηνή και δη τα ίχνη τροχοπέδησης της Μοτοσυκλέτας, τα οποία κάλυψαν μια απόσταση πέριξ των 21,80 μέτρων. Όπως πολύ ορθά σημείωσε ο κ. Κωνσταντίνου και έχει σχετικώς νομολογηθεί, από την απόσταση των ιχνών τροχοπέδησης κάποιος μπορεί να εκλάβει ως δεδομένο ότι πριν τη χρήση φρένων προηγείται και μια απόσταση σκέψης, η οποία αυξάνει την απόσταση που ο οδηγός συνειδητοποίησε την ανάγκη να πατήσει φρένο. Δηλαδή, στην προκειμένη περίπτωση, ο Μ.Κ.2 πρέπει να είδε το Αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης τουλάχιστον σε κάποια σημαντική απόσταση πριν το σημείο που ξεκινούν τα ίχνη τροχοπέδησης της Μοτοσυκλέτας. Είναι προφανές ότι ο Μ.Κ.2 επιχείρησε τόσο κατά την πρώτη κατάθεσή του, Τεκμήριο 6, όσο και κατά την ένορκη εκδοχή του, να αμβισβητήσει τα ίχνη τροχοπέδησης της Μοτοσυκλέτας που εντοπίστηκαν και σημειώθηκαν στο πρόχειρο σχεδιαγράφημα, Τεκμήριο 4, απλούστατα γιατί γνώριζε πολύ καλά ότι αυτά δεν βοηθούσαν την εκδοχή που ήθελε να προβάλει σε σχέση με τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος. Απέφυγε, επίσης, κατά την αντεξέτασή του να απαντήσει κατά πόσον κατηγορήθηκε για υπέρβαση του ορίου ταχύτητας δίδοντας μάλιστα την εικόνα ότι θεωρεί απόλυτα φυσιολογικό κάποιος να οδηγεί στο συγκεκριμένο δρόμο με την ταχύτητα που ανέφερε ότι οδηγούσε, ήτοι 60 χ.α.ώ. Βεβαίως, δεν υπάρχει ενώπιόν μου μαρτυρία ότι ο Μ.Κ.2 οδηγούσε με ταχύτητα πέραν των 60 χ.α.ώ., ούτε και το Δικαστήριο μπορεί να μετατραπεί σε εμπειρογνώμονα για να καθορίσει με βάση τα ίχνη τροχοπέδησης την ακριβή ταχύτητα του Μ.Κ.
  20. Η μεγάλη έκταση, όμως, των ιχνών τροχοπέδησης παραπέμπουν στο ότι η Μοτοσυκλέτα οδηγείτο με μεγάλη ταχύτητα, η οποία δεν θα μπορούσε να είναι της τάξης που ανέφερε ο Μ.Κ.
  21. Περαιτέρω, η εκδοχή του Μ.Κ.2, ότι δηλαδή αυτός ουσιαστικά ξεκίνησε να εισέρχεται δεξιά ως η πορεία του και εντός της κανονικής πορείας κατεύθυνσης της Κατηγορουμένης όταν συνειδητοποίησε ότι το Αυτοκίνητο που ερχόταν κατά πάνω του στην δική του πορεία εξακολουθούσε να εισέρχεται κατά πάνω του, δεν συνάδει με την εκδοχή που έδωσε στην συμπληρωματική του κατάθεση, Τεκμήριο 7, όπου ουσιαστικά ανέφερε ότι μετά που το Αυτοκίνητο προσπέρασε το αυτοκίνητο που ήταν παρκαρισμένο στην πορεία της Κατηγορουμένης, η τελευταία οδήγησε και κατεύθυνε αυτό ξανά προς την λωρίδα κατεύθυνσής της και είναι τότε που ο Μ.Κ.2 εισήλθε στην λωρίδα κυκλοφορίας της Κατηγορουμένης για να αποφύγει τη σύγκρουση. Μάλιστα, τα μαυρίσματα από την τριβή του λαστίχου της Μοτοσυκλέτας στην άσφαλτο, τα οποία ξεκινούν από το σημείο που σταματούν τα ίχνη τροχοπέδησης της Μοτοσυκλέτας με κατεύθυνση λοξώς δεξία και καταλήγουν στο τελικό σημείο της Μοτοσυκλέτας μετά τη σύγκρουση εντός της κανονικής πορείας κατεύθυνσης της Κατηγορουμένης, παραπέμπουν σε πλαγιολίσθηση και απώλεια του ελέγχου της Μοτοσυκλέτας από τον Μ.Κ.2 και όχι σε συνειδητή απόφασή του να εισέλθει εντός της κανονικής πορείας του Αυτοκινήτου για να αποφύγει τη σύγκρουση, όπως ο Μ.Κ.2 επιχείρησε να προβάλει. Δεν μπορώ, επίσης, να δεχθώ την θέση του Μ.Κ.2, ότι δηλαδή τα σταθμευμένα στα αριστερά του αυτοκίνητα, ως η πορεία του, κάλυπταν μόνο μέρος της ασφάλτου, εφόσον έχει ήδη αποτελέσει εύρημά μου ότι αριστερά και δεξιά της οδού 25ης Μαρτίου δεν υπήρχαν είτε χωμάτινα παγκέτα είτε πεζοδρόμια. Ο Μ.Κ.2 είδε το Αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης, όταν η τελευταία επιχειρούσε να προσπεράσει το αυτοκίνητο στην δική της πορεία, σε απόσταση τουλάχιστον 40 μέτρων από το σημείο που σταματούν τα ίχνη τροχοπέδησης της Μοτουσκλέτας γιατί απλούστατα, όπως διαφαίνεται και από την πορεία των εν λόγω ιχνών, αυτός οδηγούσε τη Μοτοσυκλέτα πλησίον της μέσης του δρόμου. Παρακολουθώντας, λοιπόν, την όλη συμπεριφορά του Μ.Κ.2 να καταθέτει και έχοντας δώσει κάποια παραδείγματα, δεν μπορώ να βασιστώ στην μαρτυρία του Μ.Κ.2 σε σχέση με τα ουσιώδη της υπόθεσης θέματα. Όπως προανέφερα, η Κατηγορουμένη επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, επιλογή η οποία αποτελεί απόλυτο δικαίωμά της και σε καμία περίπτωση μπορεί η επιλογή αυτή να ληφθεί εναντίον της. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία της, είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι η δήλωση κατηγορούμενου χωρίς όρκο εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πώς ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Είναι υποχρέωση του Δικαστηρίου να της δώσει τη βαρύτητα που της αρμόζει και να την λάβει υπόψη του πριν φθάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεσή της. Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είπε με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται με ένορκη μαρτυρία η οποία υπόκειται σε έλεγχο με την αντεξέταση. Επίσης, δεν είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το Δικαστήριο ως αξιόπιστη. (Βλ. Vrakas v. Republic

(1972)2 CLR 139, Themistocleous v. The Police
(1981)2 CLR 200, Anastassiades v. Republic
(1977)2 CLR 97, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, Δημοσθένους ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Συμιανός ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22, Αχτάρ ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 397). Μπορεί, όμως, να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως. Σε καμιά περίπτωση, όμως, δεν θεωρείται ότι συμπληρώνει τυχόν κενά στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία παραμένει με την υποχρέωση να αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου με την παρουσίαση αξιόπιστης μαρτυρίας και ταυτόχρονα ικανοποιητικής για να αποδείξει την κατηγορία. Όσον αφορά το περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης της Κατηγορουμένης, θα πρέπει να σημειωθεί ότι είχα αυτό υπόψη κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας και θα της δοθεί η αρμόζουσα βαρύτητα κατά την απόφασή μου κατά πόσον η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεσή της εναντίον της Κατηγορουμένης. Όσον αφορά τις γραπτές καταθέσεις κατηγορουμένου, υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα, την οποία τα Δικαστήρια μπορεί να αποδώσουν σε αυτές. Βλ., μεταξύ άλλων, Δημοσθένους κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Ιωάννου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Findlay Duncan 73 Crim. App. R. 359. Στην υπόθεση Κωνσταντίνου (ανωτέρω), υιοθετήθηκε η Αγγλική υπόθεση Findlay Duncan (ανωτέρω), στην οποία αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και το Δικαστήριο προβαίνει σε εκτίμηση των ισχυρισμών που προβάλλονται. Μπορεί, όμως, να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο της κατάθεσης που συνθέτει παραδοχή σε αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια στο συμφέρον του κατηγορουμένου. Το βάρος που θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης κατηγορουμένου αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως κριτή των γεγονότων της υπόθεσης. Το Δικαστήριο είναι ελεύθερο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης, για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές πράξεις. Σύμφωνα, περαιτέρω, με την Αγγλική υπόθεση R v. Stovey [1968] 52 Cr. App. Rep. 334, όταν μια τέτοια κατάθεση παρουσιάζεται από την Κατηγορούσα Αρχή, δεν αποτελεί απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου της, αλλά απόδειξη της αντίδρασης του κατηγορουμένου όταν για πρώτη φορά αντιμετωπίζεται με τα ενοχοποιητικά γεγονότα ως και απόδειξη της συνέπειας του κατηγορουμένου όταν αργότερα καταθέσει ενόρκως στη δίκη και δώσει μαρτυρία στην ίδια γραμμή, όπως η κατάθεσή του. Το ζητούμενο είναι κατά πόσον θα δοθεί από το Δικαστήριο οποιαδήποτε βαρύτητα στις γραπτές καταθέσεις της Κατηγορουμένης (Τεκμήρια 2 και 3). Με βάση τις πιο πάνω αρχές και υπό το φως της αξιολόγησης της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας, θεωρώ ότι οι γραπτές καταθέσεις της Κατηγορουμένης δεν περιέχουν ο,τιδήποτε που να συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα της αμελούς οδήγησης. Ούτε, επίσης, έχω εντοπίσει οποιαδήποτε αναφορά που να αποτελεί δήλωση ενάντια στα συμφέροντά της. Σημειώνω, βεβαίως, ότι στην πρώτη κατάθεσή της (Τεκμήριο 2), η Κατηγορουμένη ανέφερε ότι είδε την Μοτοσυκλέτα στα 30-35 μέτρα περίπου καθώς αυτή κρατούσε την αριστερή λωρίδα του δρόμου που αναλογούσε στην κατεύθυνσή της και όταν έγινε τούτο η Μοτοσυκλέτα κρατούσε την μέση του δρόμου και ερχόταν προς το μέρος της. Ανέφερε, επίσης, ότι επειδή είδε πως ο Μ.Κ.2 ενεργούσε σαν να μην μπορούσε να ελέγξει τη Μοτοσκλέτα, αυτή ακινητοποίησε το Αυτοκίνητο και πήρε εντελώς την άκρια της δικής της πλευράς, ως και ότι από τη σύγκρουση το Αυτοκίνητο τραντάχτηκε μπρος πίσω. Επίσης, στην συμπληρωματική της κατάθεση, Τεκμήριο 3, ανέφερε ότι το αυτοκίνητο Γ ήταν παρκαρισμένο σε απόσταση 7-8 μέτρων από την αρχή της οδού 25ης Μαρτίου στο σημείο που αυτή ενώνεται με τη οδό Μακαρίου Γ΄. Χρήζει αναφοράς ότι στην συμπληρωματική της κατάθεση η Κατηγορούμενη δεν προσδιωρίζει σε μέτρα την απόσταση από το σημείο που προσπέρασε το αυτοκίνητο μέχρι που είδε τη Μοτοσυκλέτα όταν είχε ήδη εισέλθει στη λωρίδα της, παρά μόνο αναφέρει ότι τούτο έγινε λίγο πριν το μηχανουργείο του Φιλή. Δεν υπάρχει, όμως, μαρτυρία πού βρίσκεται αυτό το μηχανουργείο του Φιλή, παρά μόνο η αναφορά της Κατηγορουμένης σε σχέση με το σημείο που βρίσκεται το σπίτι του Φιλή. Νομική πτυχή και συμπεράσματα Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφοβολίας. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του αδικήματος, αντικείμενο της κατηγορίας, και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και αν είναι. Βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363. Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής. Βλ. Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401. Όπως τονίστηκε στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ. 264 «οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής.» Όπως καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτή θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και απαλλαγεί από την κατηγορία. Το Άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, Ν.86/72(στο εξής «ο Νόμος»), προνοεί ότι όποιος οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή, ή χωρίς να επιδεικνύει εύλογη μέριμνα για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την οδό, είναι ένοχο αδικήματος. Το τί συνιστά αμέλεια έχει επανειλημμένα κριθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου της χώρας. Στην υπόθεση Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, τονίζονται τα εξής στη σελ. 73: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ίδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο. Το τί διαφέρει είναι το βάρος απόδειξης. Όπως τονίστηκε στην Σωκράτους ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), σελ. 4: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκο προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υπόθεσης για να αποφασισθεί- (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξή του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια.» Όπως προκύπτει και από τη σχετική νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας, πάντοτε κάτω από όλες τις περιστάσεις. Βλ. Constantinou v. Katsouri
(1975)1 C.L.R. 188. Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες και παράλειψη να δει κανείς ό,τι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια. Βλ. Nicolaides v. Economides
(1963)2 C.L.R. 78. Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια. Βλ. Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 378. Περαιτέρω, στις υποθέσεις Κυριάκου ν. Κανάρη
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1436 και Ξυπτερά ν. Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1696 σημειώθηκε ότι η ανακοπή πορείας, εφόσον συνδέεται ευθέως με το δυστύχημα, συνιστά αμέλεια. Πράξεις, οι οποίες δυνατόν να διακόψουν τούτη την αλυσίδα είναι η ορατότητα και η ταχύτητα του οδηγού, του οποίου η πορεία ανακόπτεται. Βλ., μεταξύ άλλων, τα όσα αποφασίστηκαν στην υπόθεση Ζίκκου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 18. Είναι γι' αυτό άλλωστε που στην υπόθεση Κανάρη (ανωτέρω) τονίστηκε ότι η απόφραξη του δρόμου, αλόγιστη όσο και αν είναι, δεν προσδίδει αυτόματα ευθύνη στον οδηγό για οποιοδήποτε επακόλουθο δυστύχημα, ανεξάρτητα από τα αίτιά του. Περαιτέρω, στην υπόθεση Knell v. Aστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, επαναδιατυπώθηκε η αρχή ότι απόφραξη της πορείας επερχόμενου οχήματος καθιστά εξ αντικειμένου την αμέλεια του προσώπου το οποίο παρεμβαίνει, τη γενεσιουργό αιτία της σύγκρουσης. Στην εν λόγω υπόθεση κρίθηκε ότι η απόφραξη της πορείας επερχόμενου αυτοκινήτου από τον εκεί εφεσείοντα στην προσπάθειά του να παρακάμψει τούβλο που βρισκόταν στη μέση του δρόμου αποτέλεσε τη γενεσιουργό αιτία της σύγκρουσης. Λέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η έλλειψη προσοχής και φροντίδας συνίστατο στην παράλειψη του εφεσείοντα να εκπληρώσει το καθήκον του προς τον εφεσίβλητο και να αποφύγει προβλεπτές ενέργειες που θα έθεταν σε κίνδυνο την ασφάλειά του και εκείνη της περιουσίας του. Η ύπαρξη του τούβλου στην μέση του δρόμου ήταν ορατή από τέτοια απόσταση που επέτρεπε στον εφεσείοντα είτε να το παρακάμψει χρησιμοποιώντας εν μέρει το χρησιμοποιήσιμο κράσπεδο ή να ακινητοποιήσει το όχημά του μέχρις ότου περάσει το επερχόμενο όχημα του παραπονουμένου. Έχοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας και δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης, καταλήγω ότι δεν υπάρχει ενώπιόν μου επαρκής, άμεση και αξιόπιστη μαρτυρία σε σχέση με την οδική συμπεριφορά της Κατηγορουμένης ώστε να μπορούσα με ασφάλεια να αποφανθώ κατά πόσον αυτή επέδειξε έλλειψη της δέουσας προσοχής και παρατηρητικότητας ή απέφραξε την πορεία της Μοτοσυκλέτας. Κατ' αρχάς, δεν υπάρχει ενώπιόν μου αξιόπιστη μαρτυρία, από την οποία να προκύπτει ότι η Κατηγορουμένη δεν μερίμνησε, μόλις προσπέρασε το αυτοκίνητο που βρισκόταν σταθμευμένο ως η πορεία της σε απόσταση 7-8 μέτρων από την αρχή της οδού 25ης Μαρτίου, να εισέλθει αμέσως στη δική της λωρίδα κυκλοφορίας. Στην απουσία εξακρίβωσης του ακριβούς σημείου της σύγκρουσης, ως και του πλάτους του δρόμου εκεί που έγινε η σύγκρουση, το ότι το αριστερό πίσω μέρος του Αυτοκινήτου κατά την τελική του θέση μετά τη σύγκρουση βρισκόταν σε απόσταση 1,80 μέτρων από την αριστερή άκρη της ασφάλτου, ως η πορεία της Κατηγορουμένης, δεν είναι αρκετό, σε συνδυασμό με την απόσταση που υπήρχε μεταξύ του σημείου που ήταν σταματημένο το αυτοκίνητο Γ μέχρι έστω του σημείου σύγκρουσης που εισηγήθηκε η Κατηγορούσα Αρχή, να οδηγήσει σε ασφαλές εύρημα ως προς την πορεία της Κατηγορουμένης μετά που η τελευταία προσπέρασε το αυτοκίνητο Γ. Υπενθυμίζω ότι η επί του προκειμένου εκδοχή του Μ.Κ.2, ότι δηλαδή αντίκρισε την Κατηγορουμένη απέναντί του στα 20 μέτρα έχει απορριφθεί. Συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει καν εύρημα ότι η Κατηγορουμένη απέφραξε την πορεία της Μοτοσυκλέτας. Επίσης, παρά το ότι η Κατηγορουμένη είπε ότι είδε τη Μοτοσυκλέτα μετά που προσπέρασε το σταθμευμένο αυτοκίνητο Γ και εισήλθε στη λωρίδα κατεύθυνσής της, στην απουσία αξιόπιστης μαρτυρίας σε σχέση με την ταχύτητα της Μοτοσυκλέτας και με δεδομένη την περιορισμένη ορατότητα της Κατηγορουμένης πριν επιχειρήσει να προσπεράσει, δεν μπορώ να καταλήξω σε εύρημα ότι η Κατηγορουμένη θα μπορούσε να δει ενωρίτερα την Μοτοσυκλέτα και πως, αν έβλεπε τούτη ενωρίτερα, τότε θα μπορούσε να αποφύγει τη σύγκρουση αν ενεργούσε με συγκεκριμένο τρόπο. Ως εκ των ανωτέρω, αποτελεί αναπόδραστη κατάληξή μου ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Συνεπώς, η Κατηγορουμένη αθωώνεται και απαλλάσσεται από την Κατηγορία που αντιμετωπίζει. Τα έξοδα της Κατηγορούσας Αρχής, εξ €90,00, να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.) ............. Μ. Μηλιώτου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.