Δήμος Παραλιμνίου ν. Γεώργιου Κωνσταντίνου, Αρ. Υπόθεσης: 1749/2012, 20/5/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2013:B5 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ AMMOΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΜΗΛΙΩΤΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1749/2012 Δήμος Παραλιμνίου -v- Γεώργιου Κωνσταντίνου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 20 Μαϊου 2013 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. A. Κουμής (για ν' ακούσει απόφαση η κα. Κουμή). Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ντ. Καλλής (για ν' ακούσει απόφαση ο κ. Κυρμίτσης). Κατηγορούμενος: Παρών. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει Κατηγορία για παρακοή διατάγματος Δικαστηρίου. Παραθέτω αυτολεξεί τις Λεπτομέρειες Αδικήματος της Κατηγορίας: «Ο κατηγορούμενος από την 19/4/1999 στο Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου, παρακούσετε στο Διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου στη υπόθεση 1168/1998, με το οποίο διαταχθήκατε, όπως κατεδαφιστεί, η οικοδομή ήτοι τζαμαρία εντός του τεμαχίου 896 του Φύλλου/Σχεδίου 42/8 Ε1 (τεμάχιο 133, Τμήμα 16, Αρ.Σχ. 2-296-376) στο Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου, εκτός εάν εξασφαλίσετε, την αναγκαία άδεια οικοδομής εντός 2 μηνών από σήμερα, ήτοι την 18.2.1999, τέτοια άδεια οικοδομής, δεν εξασφαλίστηκε μέχρι σήμερα από την Αρμόδια Αρχήν.» Η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στις 28/3/2012 και ορίστηκε για Απάντηση στην Κατηγορία στις 21/5/
- Στις 21/5/2012, η Κατηγορούσα Αρχή ζήτησε νέα ημερομηνία για επίδοση και η υπόθεση ορίστηκε για να επιδοθεί στο μεταξύ στον Κατηγορούμενο στις 25/6/
- Στις 25/6/2012, ο Κατηγορούμενος εμφανίστηκε στη διαδικασία, αρνήθηκε ενοχή στην Κατηγορία και η υπόθεση ορίστηκε για Ακρόαση στις 15/10/
- Στις 15/10/2012, λόγω ελλείψεως χρόνου του Δικαστηρίου, η Ακρόαση αναβλήθηκε και η υπόθεση επαναορίστηκε για Ακρόαση στις 17/1/
- Στις 17/1/2013, η υπεράσπιση υπέβαλε αίτημα για αναβολή ενόψει προβλημάτων υγείας του Κατηγορουμένου, ο οποίος δεν μπορούσε να εμφανιστεί στο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο, συναινούντος και του συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, ενέκρινε το αίτημα και επαναόρισε την υπόθεση για Ακρόαση στις 15/3/
- Στις 15/3/2013, η υπεράσπιση υπέβαλε και πάλιν αίτημα για αναβολή ενόψει της κατάστασης της υγείας του Κατηγορουμένου, η οποία δεν του επέτρεπε να εμφανιστεί στο Δικαστήριο. Δεν υπήρξε ένσταση από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής, το Δικαστήριο ενέκρινε το αίτημα και επαναόρισε την υπόθεση για Ακρόαση στις 25/4/
- Στις 25/4/2013, η υπεράσπιση υπέβαλε εκ νέου αίτημα για αναβολή ένεκα του ότι ο κ. Καλλής, ο οποίος χειρίζεται προσωπικά την υπόθεση για τον Κατηγορούμενο, ήταν απασχολημένος σε συνεχιζόμενη ακρόαση ενώπιον της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Δεν υπήρξε ένσταση εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής, το Δικαστήριο ενέκρινε το αίτημα και η υπόθεση επαναορίστηκε για Ακρόαση στις 10/5/
- Στις 10/5/2013, ο κ. Κουμής επέβαλε αίτημα για τροποποίηση των Λεπτομερειών Αδικήματος της Κατηγορίας ώστε να συμπεριληφθούν σε αυτή τα νέα στοιχεία του ακινήτου, όπου κατ' ισχυρισμόν βρίσκεται η παράνομη οικοδομή, για την οποία ο Κατηγορούμενος κατηγορείται ότι δεν κατεδάφισε παρακούοντας έτσι το διάταγμα του Δικαστηρίου, για το οποίο γίνεται λόγος στις Λεπτομέρειες Αδικήματος. Ο κ. Καλλής δεν προέβαλε ένσταση στο αίτημα για τροποποίηση και το Δικαστήριο το ενέκρινε. Ο Κατηγορούμενος επανακατηγορήθηκε μετά την τροποποίηση και αρνήθηκε ενοχή στην Κατηγορία. Ακολούθως, ο κ. Καλλής πήρε το λόγο και ανέφερε ότι η πλευρά του υποβάλλει προδικαστική ένσταση στην Κατηγορία. Εισηγήθηκε ότι η ποινική δίωξη του Κατηγορουμένου διενεργείται έξω από τα πλαίσια του Συντάγματος και συνεπώς η δίωξη θα πρέπει να ανασταλεί και ο Κατηγορούμενος να απαλλαγεί, ενόψει της υπέρμετρης καθυστέρησης που παρατηρήθηκε στην δίωξή του, εφόσον, σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος, κατηγορείται για ένα αδίκημα που κατ' ισχυρισμό έλαβε χώρα τον Απρίλιο του 1999 και η ποινική δίωξη καταχωρήθηκε τον Μάρτιο του
- Προς υποστήριξη της θέσης του, ο κ. Καλλής αναφέρθηκε σε νομολογία που πραγματεύεται το ζήτημα της καθυστέρησης και της κατάχρησης της διαδικασίας, την οποία με επιμέλεια έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Ήταν η θέση του ότι η καθυστέρηση στην δίωξη είναι αυταπόδεικτη. Παραιτέρω, εισηγήθηκε ότι στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει αδυναμία διεξαγωγής δίκαιης δίκης, εφόσον ο πρώτος και βασικός μάρτυρας υπεράσπισης του Κατηγορουμένου θα ήταν ο πρώην Δήμαρχος Παραλιμνίου, κ. Βλίττης, ο οποίος απεβίωσε στο μεταξύ. Εξέφρασε, επίσης, την θέση ότι η υπόθεση που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος δεν είναι περίπλοκη και ουδόλως δύναται έτσι να δικαιολογηθεί η σημειωθείσα καθυστέρηση στην δίωξη και την διάγνωση της ποινικής ευθύνης του Κατηγορουμένου. Σε ερώτηση του Δικαστηρίου κατά πόσον η Κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος αφορά συνεχιζόμενο και διαρκές αδίκημα, ο κ. Καλλής ανέφερε πως, όπως είναι διατυπωμένες οι Λεπτομέρειες Αδικήματος, δεν πρόκειται για συνεχιζόμενο αδίκημα. Αλλά και να είναι συνεχιζόμενο, εισηγήθηκε ότι υπάρχει καθυστέρηση για την εύλογη δίκη, εφόσον απεβίωσε ο βασικός μάρτυρας υπεράσπισης. Εισηγήθηκε, τέλος, ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αναστείλει την διαδικασία ως καταχρηστική. Απαντώντας στην εισήγηση του κ. Καλλή, ο κ. Κουμής εισηγήθηκε ότι το στάδιο που υποβάλλεται το αίτημα για απαλλαγή του Κατηγορουμένου είναι πρόωρο εφόσον δεν υπάρχει οποιοδήποτε μαρτυρικό υλικό ενώπιον του Δικαστηρίου. Ανέφερε, επίσης, ότι η Κατηγορία αφορά συνεχιζόμενο αδίκημα παρακοής διατάγματος Δικαστηρίου, εφόσον η παρακοή του διατάγματος από τον Κατηγορούμενο συνεχίζεται μέχρι και σήμερα. Σε ερώτηση του Δικαστηρίου κατά πόσον προκύπτει ξεκάθαρα από τις Λεπτομέρειες Αδικήματος ότι πρόκειται για συνεχιζόμενο αδίκημα παρακοής διατάγματος Δικαστηρίου, ο κ. Κουμής ανέφερε ότι υπάρχει τυπογραφικό λάθος στη σύνταξη των Λεπτομερειών Αδικήματος. Σε σχέση με το ζήτημα της κατ' ισχυρισμόν αδυναμίας διεξαγωγής δίκαιης δίκης, ο κ. Κουμής ανέφερε ότι ο κ. Βλίττης απεβίωσε τον Μάρτιο του 2013 και η όποια καθυστέρηση στην έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας της υπόθεσης μέχρι σήμερα δεν οφείλεται στην Κατηγορούσα Αρχή, η οποία ουδέποτε ζήτησε αναβολή. Τέλος, ο κ. Κουμής μετά από σχετικές ερωτήσεις του Δικαστηρίου, υπέβαλε αίτημα για τροποποίηση των Λεπτομερειών Αδικήματος της Κατηγορίας ώστε να προστεθεί στην πρώτη γραμμή των Λεπτομερειών η φράση «μέχρι σήμερα» μεταξύ της ημερομηνίας «19/4/1999» και της λέξης «στο», ως επίσης να αντικατασταθεί στην δεύτερη γραμμή η λέξη «παρακούσατε» με την λέξη «παρακούει». Προς περαιτέρω υποστήριξη του αιτήματός του, ο κ. Κουμής ανέφερε ότι δεν είχε αντιληφθεί προηγουμένως το εν λόγω τυπογραφικό λάθος και πως δεν θα επηρεαστούν δυσμενώς τα δικαιώματα του Κατηγορουμένου από την σκοπούμενη τροποποίηση. Ο κ. Καλλής προέβαλε ένσταση στο αίτημα για τροποποίηση, λέγοντας ότι είναι πρωτάκουστος ο τρόπος με τον οποίο υποβλήθηκε το αίτημα, ήτοι στα πλαίσια της αγόρευσης του κ. Κουμή και μετά από υποδείξεις του Δικαστηρίου. Εισηγήθηκε ότι αυτό είναι άδικο για τον πελάτη του. Σε ερώτηση του Δικαστηρίου πώς επηρεάζονται τα δικαιώματα του Κατηγορουμένου σε περίπτωση που εγκριθεί το αίτημα για τροποποίηση, ο κ. Καλλής ανέφερε ότι το Δικαστήριο παρενέβη και μετά υπέβαλε το αίτημα για τροποποίηση ο κ. Κουμής, ως και ότι με τον τρόπο αυτό θα επηρεαστεί η υπεράσπιση που προέβαλε ο Κατηγορούμενος με την προδικαστική ένσταση. Θα ξεκινήσω με το αίτημα για τροποποίηση. Αδιαμφισβήτητα, ο περί Ποινικής Δικονομίας Νόμος, Κεφ. 155, δίδει ευρείες εξουσίες στο Δικαστήριο να μεταβάλλει κατηγορητήριο, δηλαδή είτε να τροποποιεί τις κατηγορίες και τις λεπτομέρειες του ή να αντικαθιστά ή να προσθέτει νέες κατηγορίες, όπου τούτο είναι αναγκαίο. Επιπρόσθετα, υπάρχουν πρόνοιες που επιτρέπουν στο Δικαστήριο, στις κατάλληλες περιπτώσεις, την καταδίκη κατηγορουμένων σε αδικήματα που δεν περιέχονται στο κατηγορητήριο. Πρέπει να σημειωθεί ότι το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια και όχι υποχρέωση να τροποποιήσει το κατηγορητήριο με βάση τα Άρθρα 83
(1)και 85
(4)ή να καταδικάσει χωρίς τροποποίηση. Βλ. Γενικός Εισαγγελέας -v- Ανδρέας Στυλιανού, άλλως «Αβυσσινός»
(1993)2 Α.Α.Δ. 104. Στην υπόθεση Fatma Mehmet -v- The Police
(1970)2 C.L.R. 62 λέχθηκε ότι σκοπός των προνοιών των Άρθρων 83 και 85 του Κεφ. 155 είναι να παρέχουν στα Δικαστήρια τη δυνατότητα να απονέμουν δικαιοσύνη στην περίπτωση κατά την οποία απλές παρατυπίες μπορούσαν να οδηγήσουν στην αθώωση του κατηγορουμένου, παρά την απόδειξη των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, όπως είχε συμβεί σε πολλές υποθέσεις πριν την θέσπιση των εν λόγω άρθρων. Στην προκειμένη περίπτωση χρήζει εξέτασης μόνο η εξουσία του Δικαστηρίου για τροποποίηση στη βάση του Άρθρου 83
(1)του Κεφ. 155, το οποίο διαλαμβάνει τα εξής: «Όταν, σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης φαίνεται στο Δικαστήριο ότι το κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο είναι ελαττωματικό, είτε ουσιαστικά είτε τυπικά, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει τέτοιο διάταγμα για τη μεταβολή του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο είτε με τροποποίηση του ή με υποκατάστασή του ή με προσθήκη σε αυτό νέας κατηγορίας ως το Δικαστήριο κρίνει αναγκαίο ώστε να ανταποκρίνεται στα περιστατικά της υπόθεσης.» Προκύπτει, συνεπώς, από το ίδιο το λεκτικό του εν λόγω Άρθρου, ότι με βάση αυτό το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική και αδιαμφισβήτητη ευχέρεια να τροποποιεί, μεταβάλλει ή προσθέτει κατηγορίες σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει διάταγμα για τη μεταβολή του κατηγορητηρίου είτε κατόπιν αίτησης εκ μέρους ενός από τους διαδίκους στην υπόθεση, είτε αυτεπάγγελτα. Η τροποποίηση κατηγορητήριου συνιστά ενάσκηση διακριτικής ευχέρειας μέσα στα πλαίσια των συμφερόντων της δικαιοσύνης. Από το ίδιο το λεκτικό του Άρθρου 83
(1)προκύπτει, επίσης, ότι για να έχει εξουσία το Δικαστήριο να τροποποιήσει κατηγορητήριο ως ανωτέρω, θα πρέπει να προηγηθεί διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι το κατηγορητήριο είναι ελαττωματικό, είτε τυπικά είτε ουσιαστικά, προϋπόθεση η οποία αποτελεί δικαιοδοτικό όρο για την άσκηση της εν λόγω, κατά τα άλλα, ευρείας εξουσίας του Δικαστηρίου. Βλ., μεταξύ άλλων, Lanitis Bros Ltd -v- Ιατρικών Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
(1995)2 Α.Α.Δ. 266, όπου τονίστηκε η δυνατότητα μεταβολών στο κατηγορητήριο εφ΄ όσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τίθενται στο κείμενο του εν λόγω Άρθρου. Το ζήτημα του κατά πόσον ένα κατηγορητήριο («charge» or «information») είναι ή όχι ελαττωματικό, ώστε να δύναται να γίνεται επίκληση των εξουσιών του Δικαστηρίου δυνάμει του Άρθρου 83
(1)έχει εξεταστεί, μεταξύ άλλων, από το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας στις υποθέσεις Pouris -v- The Republic
(1983)2 C.L.R. 148, Leonidou -v- The Police
(1987)2 C.L.R. 96, Κυριάκου -v- Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 458 και Άκη Φάντη
(1995)1 Α.Α.Δ. 714. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι το κατά πόσον ένα κατηγορητήριο («charge» or «information») είναι ή όχι ελαττωματικό, αποτελεί θέμα που δεν συναρτάται μόνο με τα εξωτερικά γνωρίσματα του κατηγορητηρίου και ειδικότερα με τη διατύπωση των κατηγοριών, αλλά και με το πώς η Κατηγορούσα Αρχή αντικρίζει τις κατηγορίες, έχοντας ως κριτήριό της το αποδεικτικό υλικό το οποίο έχει στη διάθεσή της, ή, σε μεταγενέστερο στάδιο, δηλαδή στην εξέλιξη της δίκης, τη μαρτυρία που προσκομίστηκε. Παραπέμπω, επίσης, στο σύγγραμμα Archbold, Pleading, Evidence and Practice in Criminal Cases, 1993, σελ. 1/87 και επ. ως προς το πότε θεωρείται ελαττωματικό κατηγορητήριο με την έννοια που εξηγείται ανωτέρω. Βλ., επίσης, τις κλασσικές επί του θέματος αποφάσεις R -v- Ronald George Radley et al
(1974)58 Cr. App. R. 394 και Martin
(1961)45 Cr. App. R.
- Από την προαναφερθείσα νομολογία και το εν λόγω σύγγραμμα προκύπτει ότι ο όρος «ελαττωματικό» επιδέχεται φιλελεύθερης ερμηνείας («liberal meaning») και το ζητούμενο είναι κατά πόσον το κατηγορητήριο «makes an accusation of crime without case when it should have made one with cause». Απαιτείται, βεβαίως, όπως το αντικείμενο της τροποποίησης να έχει κάποια σχετικότητα ή συνάφεια ως προς τα γεγονότα με τις υφιστάμενες κατηγορίες. Βλ. Criminal Procedure in Cyprus των κ.κ. Λοΐζου και Πικής, σελ.
- Εξ άλλου, το ίδιο το Άρθρο 83
(1)αναφέρεται σε αναγκαίες μεταβολές ή προσθήκες ώστε το κατηγορητήριο να ανταποκρίνεται στα περιστατικά της υπόθεσης. Είναι σαφές, επίσης, από το ίδιο το λεκτικό του Άρθρου 83
(1)του Κεφ. 155, ως και την προαναφερθείσα νομολογία, ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία να μεταβάλλει το κατηγορητήριο σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης, δηλαδή κάθε στάδιο της διαδικασίας μέχρι την έκδοση της ετυμηγορίας του Δικαστηρίου. Βλ., μεταξύ άλλων, Leonidou (ανωτέρω) και Μαραγκού
(1999)1 (Β) Α.Α. Δ.890. Βασικό κριτήριο στην μεταβολή ενός κατηγορητήριου, βεβαίως, είναι η απουσία δυσμενούς επηρεασμού των δικαιωμάτων του κατηγορούμενου και γενικά δυσμενούς επηρεασμού στην υπεράσπισή του. Συνήθως η τροποποίηση γίνεται εύκολα στα αρχικά στάδια της δίκης και δυσκολότερη όσο αυτή προχωρεί γιατί τότε η πιθανότητα επηρεασμού της υπεράσπισης και του κατηγορουμένου αυξάνεται. Βλ., μεταξύ άλλων, Συμβούλιο Βελτιώσεως Ξυλοφάγου -v- Γιαννάκη Κούμα
(1997)2 Α.Α.Δ. 99. Όπως, επίσης, τονίζεται στο σύγγραμμα των κ.κ. Λοΐζου και Πικής (ανωτέρω), κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των Άρθρων 83, 84 και 85 του Κεφ. 155 δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι οι διαδικαστικές διατάξεις υπάρχουν για την προστασία του κατηγορούμενου και είναι συνήθως υποχρεωτικές («mandatory»). Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές, ως και τις θέσεις των μερών, θα προχωρήσω να εξετάσω την ουσία του υπό κρίση αιτήματος τροποποίησης. Κατ΄ αρχάς, θα πρέπει να τονιστεί εξ αρχής ότι ουδέν δικονομικό κώλυμα υφίσταται στην υποβολή του αιτήματος από την Κατηγορούσα Αρχή στο στάδιο που ο συνήγορός της αγόρευε με σκοπό να αντικρούσει την προδικαστική ένσταση που υποβλήθηκε από την υπεράσπιση. Αδυνατώ, επίσης, να αντιληφθώ τις αναφορές του ευπαιδεύτου συνηγόρου της υπεράσπισης περί παρέμβασης και υποδείξεων του Δικαστηρίου. Το λεκτικό του Άρθρου 83
(1)του Κεφ. 155 ως και η νομολογία επί του προκειμένου είναι σαφής. Αρκεί απλώς να σημειωθεί ότι και το ίδιο το Δικαστήριο θα μπορούσε αυτεπάγγελτα να εξέταζε το ζήτημα ενόψει της σαφής θέσης του κ. Κουμή, ότι δηλαδή η αποδιδόμενη στον Κατηγορούμενο Κατηγορία αφορά συνεχιζόμενο αδίκημα παρακοής διατάγματος Δικαστηρίου, ως και ότι, σύμφωνα με την μαρτυρία στη διάθεση της Κατηγορούσας Αρχής, ο Κατηγορούμενος παραλείπει να συμμορφωθεί με το διάταγμα του Δικαστηρίου, το οποίο αναφέρεται στις Λεπτομέρειες της Κατηγορίας, μέχρι και σήμερα. Δεν χωρεί, επίσης, αμφιβολίας ότι το Κατηγορητήριο είναι ελαττωματικό τόσο στην όψη του, όσο και με βάση τη μαρτυρία στη διάθεση της Κατηγορούσας Αρχής. Παρά τη χρήση των λέξεων «από την 19/4/1999» στην αρχή των Λεπτομερειών Αδικήματος, από την μη αναφορά στη συνέχεια κάποιας άλλης χρονικής περιόδου, ως και από την χρήση του ρήματος «παρακούσατε», δεν προκύπτει ότι η αποδιδόμενη στον Κατηγορούμενο Κατηγορία αφορά συνεχιζόμενο αδίκημα παρακοής, αλλά ένα αδίκημα που συντελέστηκε στις 19/4/1999. Εφόσον, λοιπόν, το Κατηγορητήριο είναι ελαττωματικό, αποτελεί κατάληξή μου ότι το Δικαστήριο στα περιστατικά της παρούσας κέκτηται εξουσίας για να προβεί στην αιτούμενη τροποποίηση. Αυτό που απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσον το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έγκρισης του αιτήματος της Κατηγορούσας Αρχής. Το ότι ο Κατηγορούμενος βασίστηκε, μεταξύ άλλων, στον τρόπο, με τον οποίο είναι διατυπωμένες οι Λεπτεμέρειες Αδικήματος, για να προβάλει την προδικαστική ένσταση που προέβαλε δεν ισοδυναμεί αφ΄ εαυτού με δυσμενή επηρεασμό του. Αυτός, εξ άλλου, είναι ο σκοπός της τροποποίησης. Αν γινόταν δεκτή η εν λόγω εισήγηση του κ. Καλλή, τότε θα καθίσταντο ανενεργείς οι πρόνοιες του Άρθρου 83
(1). Ακόμη, όμως, και να μην εγκρίνω το αίτημα για τροποποίηση, θεωρώ ότι, στα περιστατικά της παρούσας, είναι πρόωρο για το Δικαστήριο να διαπιστώσει την ενδεχόμενη παραβίαση του θεμελιώδους δικαιώματος του Κατηγορουμένου για δίκη εντός ευλόγου χρόνου. Παρά το ότι στην υπόθεση της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Λώρη Ηρακλέους (Αρ.2)
(1994)2 Α.Α.Δ. 225, στην οποία με παρέπεμψε ο κ. Καλλής, αποφασίστηκε ότι το Άρθρο 113
(2)του Συντάγματος δεν περιορίζει τις εξουσίες του Δικαστηρίου να εξετάζει σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης θέματα που άπτονται των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου βάσει του Άρθρου 30
(2)του Συντάγματος, εντούτοις αποτελεί πάγια αρχή της νομολογίας ότι η διαπίστωση της ενδεχόμενης παραβιάσης του θεμελιώδους δικαιώματος ενός κατηγορουμένου για δίκη εντός ευλόγου χρόνου δεν εξετάζεται in abstracto. Σχετικές επί του προκειμένου είναι οι υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας ν. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευσταθίου
(2009)2 Α.Α.Δ. 376. Στην Ευσταθίου (ανωτέρω), αποφασίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι από μόνη της η καθυστέρηση, χωρίς την συνύπαρξη άλλων παραγόντων, που να καθιστούν την δίκη που θα διεξαχθεί μη δίκαιη, δεν μπορεί να οδηγήσει σε τερματισμό της δικαστικής διαδικασίας και συνακόλουθη απαλλαγή του κατηγορουμένου. Η διαπίστωση της ενδεχόμενης παραβίασης του εν λόγω θεμελιώδους δικαιώματος τίθεται κάτω από τη βάσανο του συνυπολογισμού ύπαρξης και άλλων παραμέτρων που να δείχνουν ότι, υπό τις περιστάσεις, δεν μπορεί να διεξαχθεί δίκαιη δίκη, όπως της απώλειας μαρτυρίας, της δυσκολίας στην εξασφάλιση μαρτυρικού υλικού, της χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορουμένου κ.λ.π. Το πλαίσιο, όμως, διαπίστωσης των εγγενών αδυναμιών ή των δυσμενών επιπτώσεων είναι η δίκη. Είναι γι΄ αυτό που το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε στην εν λόγω υπόθεση ότι το εκεί πρωτόδικο Δικαστήριο έσφαλε όταν προχώρησε σε εύρημα παραβίασης του δικαιώματος του εκεί κατηγορουμένου εντός ευλόγου χρόνου, μόνο με γνώμονα τον παράγοντα χρόνο και κατέληξε σε τούτο, απαλλάσοντας τον κατηγορούμενο, χωρίς να προχωρήσει στην ακρόαση της υπόθεσης. Όπως εμφαντικά τονίστηκε, είναι απαραίτητο να ξεκινήσει η διαδικασία ακρόασης μιας υπόθεσης και εκεί, κατά τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας, να εξεταστούν τα εγειρόμενα θέματα. Με δεδομένη, λοιπόν, την αρχή ότι η καθυστέρηση από μόνη της δεν μπορεί να οδηγήσει σε διαπίστωση ενδεχόμενης παραβίασης του θεμελιώδους δικαιώματος ενός κατηγορουμένου για δίκη εντός ευλόγου χρόνου, είναι πρόδηλο ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί στο στάδιο τούτο να εξετάσει την εισήγηση της υπεράσπισης περί αδυναμίας διεξαγωγής δίκαιης δίκης υπό το φως του θανάτου που επήλθε στο μεταξύ του βασικού, ως αναφέρθηκε, μάρτυρα υπεράσπισης. Μόνο κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας θα είναι δυνατή η διαπίστωση των όποιων τυχόν εγγενών αδυναμιών ή των τυχόν δυσμενών επιπτώσεων στον Κατηγορούμενο ενόψει του χρόνου που καταχωρήθηκε η παρούσα ποινική υπόθεση. Συνεπώς, ουδόλως επηρεάζεται από τυχόν έγκριση του αιτήματος τροποποίησης, η τύχη της προδικαστικής ένστασης που προέβαλε η υπεράσπιση, η οποία ούτως ή άλλως δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ενόψει του προώρου σταδίου στη διαδικασία που υποβάλλεται. Συνεπώς, δεν έχει τεθεί ο,τιδήποτε ενώπιόν μου από το οποίο να προκύπτει ο όποιος δυσμενής επηρεασμός των δικαιωμάτων ή της υπεράσπισης του Κατηγορουμένου από τυχόν έγκριση του αιτήματος τροποποίησης, υπό το φως, μάλιστα, και του σταδίου στη διαδικασία που αυτό υποβάλλεται. Σημειωτέον ότι έχω, επίσης, συνυπολογίσει το χρόνο που μεσολάβησε από την καταχώρηση της παρούσας μέχρι και σήμερα, ως και το ιστορικό της διαδικασίας, όπως αυτό προκύπτει από τα πρακτικά του Δικαστηρίου, αναζητώντας τους λόγους της μέχρι σήμερα εκκρεμοδικίας της υπόθεσης, η οποία πρωτίστως οφείλεται στα αιτήματα αναβολής που υποβάλλονταν από την πλευρά του Κατηγορουμένου. Συνεπώς, δεν θεωρώ ότι η μικρή επιπλέον καθυστέρηση που θα προστεθεί ως αποτέλεσμα της τροποποίησης θα επηρεάσει δυσμενώς τα δικαιώματα του Κατηγορουμένου για τη διάγνωση της ποινικής του ευθύνης εντός ευλόγου χρόνου. Σταθμίζοντας, λοιπόν, τα ανωτέρω, κρίνω ότι η ορθή απονομή της δικαιοσύνης δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης του αιτήματος τροποποίησης. Συνεπώς, εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης των Λεπτομερειών Αδικήματος της Κατηγορίας ως το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής. Επίσης, για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, η προδικαστική ένσταση του Κατηγορουμένου απορρίπτεται. (Υπ.) ...................................... Μ. Μηλιώτου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής . cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο