Θέκλα Γεωργίου ν. Αντωνάκη Ιωάννου, Αρ. Υπόθεσης: 1856/2012, 9/7/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2013:B8 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. MΗΛΙΩΤΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1856/2012 Θέκλα Γεωργίου -ν- Αντωνάκη Ιωάννου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 9 Ιουλίου
- Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Κουμής με κα. Κουμή. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Αδάμος Χατζηχριστοδούλου. Κατηγορούμενος: Παρών. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 2 Κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των Άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (Κατηγορίες 1 και 2), και 10 Κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της απάτης κατά την πώληση περιουσίας κατά παράβαση του Άρθρου 303 του Κεφ. 154 (Κατηγορίες 3 έως 12). Σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος της Πρώτης Κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος κατηγορείται ότι από την 9/12/1995 μέχρι 26/3/2012 στη Δερύνεια της Επαρχίας Αμμοχώστου, με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση της Παραπονουμένης, απέσπασε από την Παραπονουμένη στη Δερύνεια, το συνολικό ποσό των Λ.Κ.45.000,00 (€76.887,06) με σκοπό να της πωλήσει ένα τριπλό κατάστημα εντός του κτήματος με αριθμό εγγραφής 0/10585, τεμάχιο [παλαιό 296], νέο τεμάχιο 347, Τμήμα 7 του [Φ/Σχ. 33/45 παλαιό], νέο κτηματικό σχέδιο 2-288-381, του Δήμου Δερύνειας της Επαρχίας Αμμοχώστου, εν γνώσει του ότι τούτο ήταν ψευδές και δεν πίστευε ότι τούτο ήταν αληθές. Σύμφωνα, επίσης, με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος της Δεύτερης Κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος κατηγορείται ότι από την 9/12/1995 μέχρι 26/3/2012 στη Δερύνεια της Επαρχίας Αμμοχώστου, με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση της Παραπονουμένης, απέσπασε από την Παραπονουμένη στη Δερύνεια, το συνολικό ποσό των Λ.Κ.45.000,00 (€76.887,06) με σκοπό να της μεταβιβάσει ένα τριπλό κατάστημα εντός του κτήματος με αριθμό εγγραφής 0/10585, τεμάχιο [παλαιό 296], νέο τεμάχιο 347, Τμήμα 7 του [Φ/Σχ. 33/45 παλαιό], νέο κτηματικό σχέδιο 2-288-381, του Δήμου Δερύνειας της Επαρχίας Αμμοχώστου, εν γνώσει του ότι τούτο ήταν ψευδές και δεν πίστευε ότι τούτο ήταν αληθές. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος της Τρίτης Κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος από την 9/12/1995 μέχρι 26/3/2012 στη Δερύνεια της Επαρχίας Αμμοχώστου, με απάτη και με σκοπό την καταδολίευση της Παραπονουμένης, απέσπασε από την Παραπονουμένη στη Δερύνεια, το συνολικό ποσό των Λ.Κ.45.000,00 (€76.887,06) με σκοπό να της πωλήσει ένα τριπλό κατάστημα εντός του κτήματος με αριθμό εγγραφής 0/10585, τεμάχιο [παλαιό 296], νέο τεμάχιο 347, Τμήμα 7 του [Φ/Σχ. 33/45 παλαιό], νέο κτηματικό σχέδιο 2-288-381, του Δήμου Δερύνειας της Επαρχίας Αμμοχώστου, εν γνώσει του ότι αυτό ήταν υποθηκευμένο με την Υποθήκη Δ Κ Σ Υ 104/1992, ημερομηνίας 17/11/1992, του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου για το ποσό των €41.006,43, χωρίς να αποκαλύψει αυτό στην Παραπονουμένη, ότι ήταν υποθηκευμένο. Οι Λεπτομέρειες Αδικήματος της Τέταρτης έως και Έβδομης Κατηγορίας είναι πανομοιότυπες με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος της Τρίτης Κατηγορίας, με τη διαφοροποίηση ότι έκαση Κατηγορία αναφέρεται σε ξεχωριστή υποθήκη. Συγκεκριμένα, η Τέταρτη Κατηγορία αναφέρεται στην Υποθήκη Δ Κ Σ Υ 379/1991, ημερομηνίας 25/4/1991 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου για το ποσό των €102.516,
- Η Πέμπτη Κατηγορία αναφέρεται στην Υποθήκη Δ Κ Σ Υ 669/1993, ημερομηνίας 21/7/1993 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου για το ποσό των €39.297,
- Η Έκτη Κατηγορία αναφέρεται στην Υποθήκη Δ Κ Σ Υ 853/1991, ημερομηνίας 16/9/1991 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου για το ποσό των €73.469,
- Η Έβδομη Κατηγορία αναφέρεται στην Υποθήκη Δ Κ Σ Υ 993/1991, ημερομηνίας 25/10/1991 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου για το ποσό των €54.248,
- Σύμφωνα, επίσης, με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος της Όγδοης Κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος από την 9/12/1995 μέχρι 26/3/2012 στη Δερύνεια της Επαρχίας Αμμοχώστου, με απάτη και με σκοπό την καταδολίευση της Παραπονουμένης, απέσπασε από την Παραπονουμένη στη Δερύνεια, το συνολικό ποσό των Λ.Κ.45.000,00 (€76.887,06) με σκοπό να της μεταβιβάσει ένα τριπλό κατάστημα εντός του κτήματος με αριθμό εγγραφής 0/10585, τεμάχιο [παλαιό 296], νέο τεμάχιο 347, Τμήμα 7 του [Φ/Σχ. 33/45 παλαιό], νέο κτηματικό σχέδιο 2-288-381, του Δήμου Δερύνειας της Επαρχίας Αμμοχώστου, εν γνώσει του ότι αυτό ήταν υποθηκευμένο με την Υποθήκη Δ Κ Σ Υ 104/1992, ημερομηνίας 17/11/1992, του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου για το ποσό των €41.006,43, χωρίς να αποκαλύψει αυτό στην Παραπονουμένη, ότι ήταν υποθηκευμένο. Οι Λεπτομέρειες Αδικήματος της Έννατης έως και Δωδέκατης Κατηγορίας είναι πανομοιότυπες με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος της Όγδοης Κατηγορίας, με τη διαφοροποίηση ότι έκαση Κατηγορία αναφέρεται σε ξεχωριστή υποθήκη. Συγκεκριμένα, η Έννατη Κατηγορία αναφέρεται στην ίδια υποθήκη που αναφέρεται στις Λεπτομέρειες Αδικήματος της Τέταρτης Κατηγορίας. Η Δέκατη Κατηγορία αναφέρεται στην ίδια υποθήκη που αναφέρεται στις Λεπτομέρειες Αδικήματος της Πέμπτης Κατηγορίας. Η Ενδέκατη Κατηγορία αναφέρεται στην ίδια υποθήκη που αναφέρεται στις Λεπτομέρειες Αδικήματος της Έκτης Κατηγορίας. Τέλος, η Δωδέκατη Κατηγορία αναφέρεται στην ίδια υποθήκη που αναφέρεται στις Λεπτομέρειες Αδικήματος της Έβδομης Κατηγορίας. Για την απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου δύο μάρτυρες. Ήτοι η Παραπονούμενη, κα. Θέκλα Γεωργίου (Μ.Κ.1) και η κα. Μαρία Κουλουμή (Μ.Κ.2). Ο Μ.Κ.1, κα. Θέκλα Γεωργίου, κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της γραπτή δήλωση (Έγγραφο «Α»), όπου καταγράφεται ότι είναι πρώην σύζυγος του Φλουρέντζου Πασχάλη, από την Αχερίτου. Γνωρίζει τον Κατηγορούμενο, με τον οποίο συμφώνησε, δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου (στο εξής «το Αγοραπωλητήριο Έγγραφο»), ημερομηνίας 9/12/1995 (Τεκμήριο «1»), να αγοράσει και αγόρασε από αυτόν ένα τριπλό κατάστημα (στο εξής «το Κατάστημα») που βρίσκεται μέσα στο κτήμα (στο εξής «το Κτήμα») με αριθμό εγγραφής 0/10585, τεμάχιο [παλαιό 296], νέο τεμάχιο 347, Τμήμα 7 του Φ/Σχ. 33/45 παλαιό, νέο κτηματικό σχέδιο 2-288-381, του Δήμου Δερύνειας της Επαρχίας Αμμοχώστου για το ποσό των Λ.Κ.45.000,00, το οποίο πλήρωσε και εξόφλησε στις 23/6/
- Η απόδειξη είσπραξης, ημερομηνίας 23/6/1997, κατατέθηκε ως Τεκμήριο «3». Η Μ.Κ.1 κατέθεσε το Αγοραπωλητήριο Έγγραφο στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου στις 31/1/2012 και πήρε αριθμό ΠΩΕ 73/2012 (Τεκμήριο «2»). Σύμφωνα με την Μ.Κ.1, η μεταβίβαση και η εγγραφή του Καταστήματος θα γινόταν εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος από τις 9/12/
- Ακολούθως, στο Έγγραφο Α καταγράφεται ότι με επιστολή της ημερομηνίας 14/3/2012 (Τεκμήριο «4»), η Μ.Κ.1 κάλεσε τον Κατηγορούμενο να παρουσιαστεί στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου στις 26/3/2012 για να της μεταβιβάσει το Κατάστημα, αλλά ο Κατηγορούμενος δεν παρουσιάστηκε. Η Μ.Κ.1 έκανε έρευνα στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου και διαπίστωσε ότι στις 9/12/1995, το Κτήμα είχε πέντε υποθήκες, τις οποίες ο Κατηγορούμενος δεν της αποκάλυψε, παρόλον ότι αυτός τις γνώριζε. Πιστοποιητικό Έρευνας Ακίνητης Ιδιοκτησίας του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου, ημερομηνίας 15/10/2012, κατατέθηκε ως Τεκμήριο «5». Μετά, η Μ.Κ.1 πληροφορήθηκε ότι εναντίον του Κατηγορουμένου εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής και διατάγμα πτώχευσης. Πιστόν αντίγραφο Διατάγματος Παραλαβής που εξέδωσε το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου στις 7/4/2005 στα πλαίσια της Αίτησης 13/05 κατατέθηκε ως Τεκμήριο «6». Διάταγμα κήρυξης σε πτώχευση του ίδιου Δικαστηρίου, ημερομηνίας 1/12/2006, κατατέθηκε ως Τεκμήριο «7». Τέλος, στο Έγγραφο Α καταγράφεται ότι η Μ.Κ.1 έχει παράπονο από τον Κατηγορούμενο γιατί την εξαπάτησε, της απέκρυψε ότι το Κτήμα ήταν υποθηκευμένο προηγουμένως και της απέσπασε τα χρήματά της και μέχρι σήμερα δεν της έχει μεταβιβάσει το Κατάστημά της. Μετά την ανάγνωση του Εγγράφου Α, η Μ.Κ.1 ανέφερε ότι πάνω από το Κατάστημα έχει διαμερίσματα. Ζήτησε και προφορικά από τον Κατηγορούμενο να της μεταβιβάσει το Κατάστημα. Το ίδιο πρόβλημα είχαν και οι υπόλοιποι αγοραστές, δηλαδή δεν τους μεταβίβασε. Μέχρι σήμερα, ο Κατηγορούμενος δεν της μεταβίβασε το Κατάστημα και δεν της επέστρεψε τα χρήματά της. Κατά την αντεξέτασή της, η Μ.Κ.1 ανέφερε ότι μετά την υπογραφή του Τεκμηρίου 1 δεν κατέθεσε αυτό στο Κτηματολόγιο μέσα στην προθεσμία του τότε εν ισχύ νόμου. Τα έγγραφα για την αγορά του Καταστήματος έγιναν από τον πρώην σύζυγό της και τον Κατηγορούμενο. Η ίδια ήταν παρούσα κατά την υπογραφή του Τεκμηρίου
- Δεν ήξερε ποιός ετοίμασε το Τεκμήριο
- Ξέρει ο πρώην σύζυγός της. Με τον πρώην σύζυγό της ενοικίαζαν προηγουμένως το Κατάστημα και είπαν να το αγοράσουν. Ήξεραν τον Κατηγορούμενο και βασίστηκαν πάνω του. Ο πρώην σύζυγος της είπε ότι ήταν προς πώληση το Κατάστημα, ο οποίος το ενοικίαζε για 1-2 χρόνια πριν το 1995 και το λειτουργούσε ως καφενείο. Η Μ.Κ.1 δεν γνώριζε κατά πόσον είναι με τον Κατηγορούμενο που έκανε τις διαπραγματεύσεις ο πρώην σύζυγός της. Όταν, όμως, πήγε να υπογράψει η Μ.Κ.1, ο Κατηγορούμενος ήταν εκεί. Το κατάστημα κτίστηκε από κάποια εταιρεία. Δεν ήξερε από ποιόν ενοικίαζε το Κατάστημα ο πρώην σύζυγός της και σε ποιόν πλήρωνε ενοίκια. Η ίδια δεν ανακατευόταν. Απλώς της είπε ο πρώην σύζυγός της ότι είναι καλύτερα να το αγοράσουν. Επίσης, η Μ.Κ.1 ανέφερε ότι το τίμημα αγοράς του Καταστήματος το πλήρωσε ο πρώην σύζυγός της, ο οποίος έδωσε μετρητά σε 7-8 δόσεις. Δεν ξέρει πού έδινε τα χρήματα ο πρώην σύζυγός της. Η Μ.Κ.1 δεν έκανε κάποια πληρωμή και δεν έδωσε ούτε ένα σεντ στον Κατηγορούμενο. Ανέφερε, επίσης, ότι δεν αποτάθηκε στο διαχειριστή της περιουσίας του Κατηγορουμένου, αλλά μόνο σε Δικηγόρο. Μετά που έμαθε ότι δυνάμει κάποιου πρόσφατου νόμου θα μπορούσε να καταθέσει το Τεκμήριο 1 στο Κτηματολόγιο, η Μ.Κ.1 πήγε στο Κτηματολόγιο, όπου πλήρωσε τα χαρτόσημα, και εκεί της είπαν ότι δεν υπάρχει περίπτωση να εξασφαλίσει τίτλο στο όνομά της. Η Μ.Κ.1 ανέφερε, επίσης, ότι χώρισε με τον πρώην σύζυγό της το 2000 και το 2003-2004 της τηλεφώνησε κάποια κοπέλα που είχε διαμέρισμα πάνω από το Κατάστημα, η οποία της είπε ότι κανένας δεν πήρε τίτλο και προτίθονταν να λάβουν μέτρα. Κατέθεσε, επίσης, ότι η ίδια δεν γνώριζε για την ύπαρξη των υποθηκών όταν υπέγραφε το Τεκμήριο
- Έμαθε για αυτές όταν της τηλεφώνησαν οι υπόλοιποι. Δεν έχει ιδέα κατά πόσον ο σύζυγός της γνώριζε την ύπαρξη των υποθηκών κατά την υπογραφή του Τεκμηρίου
- Δέχθηκε, επίσης, ότι η ίδια δεν γνωρίζει τα γεγονότα και ότι αυτή απλώς πήγε και υπέγραψε το Τεκμήριο
- Η κα. Μαρία Κουλουμή (Μ.Κ.2), εργάζεται στο παράρτημα Παραλιμνίου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 1, προσθέτοντας ότι αυτό κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο στις 31/1/
- Αναγνώρισε, επίσης, το Τεκμήριο 5 και ανέφερε ότι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του Κτήματος είναι ο Κατηγορούμενος και η Καραγιάννη Γεωργίου Ελένη, κατά ½ μερίδιο έκαστος. Ακολούθως, η Μ.Κ.2 κατέθεσε ως τεκμήρια πιστά αντίγραφα πέντε υποθηκών, οι οποίες εξακολουθούν μέχρι σήμερα να βαρύνουν το Κτήμα. Συγκεκριμένα, την υποθήκη ΔΚΣΥ1104/92 (Τεκμήριο «8»), την υποθήκη ΔΚΣΥ379/91 (Τεκμήριο «9»), την υποθήκη ΔΚΣΥ669/93 (Τεκμήριο «10»), την υποθήκη ΔΚΣΥ853/91 (Τεκμήριο «11») και την υποθήκη ΔΚΣΥ993/91 (Τεκμήριο «11»). Σύμφωνα με την Μ.Κ.2, και οι πέντε υποθήκες είναι διαδοχικές και αφορούν το μερίδιο του Κατηγορουμένου. Κατά την αντεξέτασή της, η Μ.Κ.2 έδωσε την απάντησή της σε ερωτήσεις που της έγιναν σε σχέση με συγκεκριμένες πρόνοιες των εν λόγω υποθηκών. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση σύμφωνα με το Άρθρο 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, και ως εκ τούτου ο Κατηγορούμενος δεν θα πρέπει να κληθεί σε απολογία. Ο κος Χατζηχριστοδούλου ανέφερε συγκεκριμένα ότι δεν αποδείχθηκε το συστατικό στοιχείο της πληρωμής χρημάτων από την Μ.Κ.1 προς τον Κατηγορούμενο, εφόσον η ίδια ανέφερε ότι δεν έδωσε ούτε ένα σεντ στον Κατηγορούμενο. Επίσης, η Μ.Κ.1 δεν είχε γνώση των γεγονότων της υπόθεσης. Αντίθετη επί του προκειμένου ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχάς, ο οποίος, παραπέμποντας, μεταξύ άλλων, στις πρόνοιες του Τεκμηρίου 1, ανέφερε ότι είναι ξεκάθαρο ότι η Μ.Κ.1 πήρε διαβεβαίωση ότι ο Κατηγορούμενος ήταν σε θέση να μεταβιβάσει επ' ονόματί της το Κατάστημα αμέσως μετά την εξόφληση του τιμήματος πώλησης. Ανέφερε, επίσης, πως το ότι ο Κατηγορούμενος δεν ανταποκρίθηκε στην επιστολή, Τεκμήριο 4, καταδεικνύει την πρόθεσή του να εξαπατήσει την Μ.Κ.1. Σε ερώτηση του Δικαστηρίου, πότε είναι η θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι έγινε η ψευδής παράσταση από τον Κατηγορούμενο, ο κ. Κουμής ανέφερε ότι η ψευδής παράσταση ξεκίνησε από την ημερομηνία καταρτισμού του Τεκμηρίου 1, όπου δεν της αποκάλυψε την ύπαρξη των υποθηκών. Διεφάνη, επίσης, από την προσκομισθείσα μαρτυρία ότι η περίπτωση αφορά ένα προβληματικό ακίνητο και πως ποτέ δεν θα μπορούσε να μεταβιβάσει ο Κατηγορούμενος. Οι παράμετροι που καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον κατηγορουμένου έχουν τεθεί στην Azinas ν. The Police
(1981)2 Α.Α.Δ. 9, στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Αγγλική Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης, και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο για τον καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιόν του μαρτυρία ότι: Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή Η μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό, δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατόν αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Περαιτέρω, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, αναφέρθηκε πως: «Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορουμένου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση, το Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας». Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Καθοδήγηση Πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει της ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Η λογική υποψία δεν είναι αρκετή για να δημιουργήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση (βλ. Shaaban bin Hussien v. Chong Fook Kam [1970] 2 W.L.R. 441). Όπως τονίστηκε, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, σελ. 365-366: «Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες κι' αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Συνεπώς, εκείνο το οποίο έχει να επιτελέσει το Δικαστήριο σ΄αυτό το στάδιο είναι η αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης και κατ΄επέκταση εάν, αντικειμενικά, η μαρτυρία που παρουσιάστηκε δεν στοιχειοθετεί ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή εάν είναι τόσο αντινομική που κανένα λογικό Δικαστήριο θα βασιζόταν σε αυτή για να καταδικάσει τον Κατηγορούμενο. Κατ' αρχάς και παρά το ότι δεν έγινε σχετική προς τούτο εισήγηση, θα πρέπει να λεχθεί ότι έχοντας διεξέλθει το σύνολο του μαρτυρικού υλικού, δεν θεωρώ ότι η προσκομισθείσα μαρτυρία εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία την οποία το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να αντιπαρέλθει επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης στο σύνολό της. Συνεπώς, καταλήγω ότι η μαρτυρία δεν είναι αντινομική. Συνεπώς, αυτό που απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσον, κατά την αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων, έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των υπό κρίση αδικημάτων. Θα ξεκινήσω με το αδίκημα της Πρώτης και Δεύτερης Κατηγορίας, ήτοι της απόσπασης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις. Το Άρθρο 298 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως αυτό ίσχυε στις 9/12/1995 και στις 23/6/1997 διαλάμβανε τα εξής: «
- Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.» Ο όρος «ψευδής παράσταση» ερμηνεύεται από το Άρθρο 297 του Ποινικού Κώδικα ως εξής: «
- Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.» Από την ανάγνωση των πιο πάνω νομοθετικών διατάξεων προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις, είναι τα ακόλουθα: -Η ύπαρξη ψευδούς παράστασης∙ -Η απόκτηση περιουσίας ως αποτέλεσμα της ψευδούς παράστασης∙ -Η πρόθεση καταδολίευσης. Στο στάδιο αυτό χρήζουν ανάλυσης οι νομικές έννοιες της ψευδούς παράστασης, της πρόθεσης καταδολίευσης και της παράνομης απόκτησης περιουσίας, έννοιες που αποτελούν μέρος των συστατικών στοιχείων του υπο κρίση αδικήματος, προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον, κατά την αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων, έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Α.Ψευδής παράσταση Ψευδής παράσταση είναι η παρουσίαση γεγονότος σαν υφιστάμενου, ενώ στην πραγματικότητα αυτό δεν υφίσταται. Δεν είναι απαραίτητο όπως η ψευδής παράσταση γίνεται με λόγια, αλλά η συμπεριφορά και η πράξη του δράστη, χωρίς προφορική ή γραπτή παράσταση, είναι αρκετές. Από την άλλη, η δήλωση με αναφορά σε υφιστάμενο γεγονός είτε γίνεται προφορικά είτε γραπτά, δεν χρειάζεται να είναι ρητά εκπεφρασμένη, αλλά ικανοποιεί τις απαιτήσεις του Νόμου αν η δήλωση λογικά και φυσιολογικά μπορεί να εξαχθεί από τον προφορικό ή γραπτό τρόπο που έγινε. Είναι, όμως, αναγκαίο όπως ο δράστης γνωρίζει ότι η παράσταση ήταν όντως ψευδής. Η ερμηνεία του όρου «ψευδής παράσταση» δόθηκε από τον Δικαστή Buckey στην υπόθεση Re London and Globe Finance Corporation Ltd
(1903)1 Ch. 368, 370, ως εξής: «To induce a man to believe that a thing is true which is false and which the person practicing the deceit knows or believes to be false.» Περαιτέρω, σύμφωνα με το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2000, παρά. 5.6, σελ. 328, είναι αρκετό ο κατηγορούμενος με λόγια ή με συμπεριφορά να προκάλεσε στο μυαλό του θύματος μια ψεύτικη προσδοκία. Οι παραστάσεις που αποδίδονται στον κατηγορούμενο δεν είναι αρκετό να είναι ψευδείς, αλλά ο κατηγορούμενος, όταν προέβαινε σε αυτές, να γνώριζε ότι ήταν ψευδείς ή να μην πίστευε στο αληθές τους. Το βάρος απόδειξης των ψευδών παραστάσεων, βρίσκεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής, η οποία θα πρέπει να τις αποδείξει όπως τις επικαλείται στο κατηγορητήριο. Στην υπόθεση Μιχάλη Ζένιου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 65, η ψευδής παράσταση συνίστατο στο γεγονός πως όταν ο παραπονούμενος συμφώνησε στην αγορά διαμερισμάτων και πλήρωσε προκαταβολή, οι κατηγορούμενοι ανέλαβαν την υποχρέωση να παραδώσουν τα δύο διαμερίσματα ενώ γνώριζαν πως η πολυκατοικία δεν μπορούσε να αποπερατωθεί γιατί δεν υπήρχε άδεια οικοδομής ούτε και μπορούσε να εκδοθεί τέτοια άδεια οικοδομής για την υπό ανέγερση πολυκατοικία κάτω από το σχετικό Νόμο. Από την άλλη, η απλή παράβαση σύμβασης, παρά τις υποσχέσεις του κατηγορουμένου για εκπλήρωση των συμφωνηθέντων, δεν αποτελεί ψευδή παράσταση εντός της εννοίας του Άρθρου 297 του Ποινικού Κώδικα. Στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 861, τονίστηκε ότι το ψευδές της παράστασης, όπως και η πρόθεση καταδολίευσης για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος, ανάγεται στην εξ αρχής πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίνει και όχι στην εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Όπως χαρακτηριστικά τονίστηκαν στη σελίδα 866: «Όμως η παράλειψη τήρησης συμβατικών υποσχέσεων, και δη που έχουν κάποια έκταση σε αριθμό και χρόνο, συχνά συνοδευόμενη και από παράλληλες διαβεβαιώσεις εκπλήρωσης, αφ' εαυτής δεν μπορεί να παρέχει στίγμα σε ποινική ευθύνη αφού η υπόσχεση δεν συνιστά «παρόν» γεγονός που μόνο μπορεί να αποτελέσει «παράσταση». Το ψεύδος της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιστάσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington v. Fitzmaurice [1885] 29 Ch.D. 459, 483), «The state of a man's mind is as much a fact as the state of his digestion». Το ψευδώς περιστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά τον χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη.» Β. Απόκτηση περιουσίας ως αποτέλεσμα ψευδούς παράστασης Είναι αναγκαίο να αποδειχθεί ότι η περιουσία που αναφέρεται στο κατηγορητήριο ή κάποιο τμήμα της αποκτήθηκε σαν αποτέλεσμα της ισχυριζόμενης ψευδούς παράστασης. Δηλαδή, θα πρέπει η μαρτυρία να δείξει ότι η ψευδής παράσταση επέδρασε στο μυαλό του εξαπατηθέντος και ότι ήταν αυτή που τον ώθησε είτε πλήρως είτε μερικώς να αποξενωθεί από την περιουσία του. Σχετική είναι η υπόθεση R. v. Sullivan, 30 Cr. App. R. 132, όπου αποφασίστηκε ότι η απόδειξη ότι η ψευδής παράσταση όντως ενήργησε στο μυαλό του εξαπατηθέντος δεν χρειάζεται σε κάθε περίπτωση να προσφέρεται με άμεση μαρτυρία, εφόσον τα γεγονότα είναι τέτοια ώστε η ισχυριζόμενη ψευδής παράσταση να εμφανίζεται σαν μόνος λόγος, ο οποίος θα μπορούσε να προβληθεί ως ο αποφασιστικός παράγοντας για την τέλεση της πράξης. Είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος είτε για τον εαυτό του είτε για κάποιο άλλο πρόσωπο, κατόρθωσε ως αποτέλεσμα των ψευδών του παραστάσεων να αποσπάσει παράνομα ο,τιδήποτε μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, είτε αυτό είναι χρήματα ή άλλο αντικείμενο που πρέπει να περιγράφεται με ικανοποιητικό τρόπο στο κατηγορητήριο. Βλ., R. v. Smith
(1950)2 All E.R. 679. Γ. Πρόθεση καταδολίευσης Η πρόθεση καταδολίευσης κατά κανόνα τεκμαίρεται μέσα από τα γεγονότα της κρινόμενης υπόθεσης. Η πρόθεση δεν είναι πάντοτε δεκτική θετικής και άμεσης μαρτυρίας, αλλά ανευρίσκεται συνήθως ως εξυπακουόμενο γεγονός από τα γεγονότα της υπόθεσης. Επί παραδείγματι, στην περίπτωση όπου λαμβάνονται χρήματα με παραστάσεις που εκ πρώτης όψεως είναι ψευδείς, τότε η πρόθεση καταδολίευσης τεκμαίρεται εκ πρώτης όψεως. Βλ. R. v. Hammerson, 10 Cr. App. R. 121). H χρήση ψευδών δηλώσεων ή εγγράφων για απόκτηση χρημάτων, παρά το ότι τα χρήματα θα μπορούσαν να είχαν ληφθεί χωρίς αυτά, είναι μαρτυρία από την οποία δυνατό να εξαχθεί πρόθεση για καταδολίευση. Βλ. R. v. Kritz
(1949)2 All E.R. Παραπέμπω, επίσης, στην σχετικά πρόσφατη υπόθεση Μαργαρίτα Ιωάννου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 130/2012, ημερομηνίας 3/7/2012, όπου επαναδιατυπώθηκαν οι πιο πάνω αρχές. Ομολογουμένως, από τις Λεπτομέρειες Αδικήματος της Πρώτης και Δεύτερης Κατηγορίας, δεν είναι ξεκάθαρο ποιά είναι η ψευδής παράσταση για την οποία παραπονείται η Κατηγορούσα Αρχή. Αυτό που μπορεί να συναχθεί είναι ότι η ψευδής παράσταση που καταλογίζεται είναι η πρόθεση του Κατηγορουμένου να πωλήσει (στην Πρώτη Κατηγορία) ή να μεταβιβάσει (στην Δεύτερη Κατηγορία) στην Μ.Κ.1 το Κατάστημα, εν γνώσει του Κατηγορουμένου ότι τούτο, δηλαδή η πρόθεση του Κατηγορουμένου να πωλήσει ή να μεταβιβάσει, ήταν ψευδές. Από την μαρτυρία που προσέφερε η Κατηγορούσα Αρχή προκύπτει ότι δυνάμει του Αγοραπωλητηρίου Εγγράφου, Τεκμήριο 1, στις 9/12/1995 ο Κατηγορούμενος συμφώνησε να πωλήσει στην Μ.Κ.1 και η Μ.Κ.1 συμφώνησε όπως αγοράσει από τον Κατηγορούμενο το Κατάστημα, το οποίο αποτελεί μέρος της οικοδομής, η οποία ανεγέρθηκε από τον Κατηγορούμενο εντός του Κτήματος, αντί του ποσού των Λ.Κ.45.000,00 (στο εξής «το Τίμημα Αγοράς»). Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του Τεκμηρίου 1, το Τίμημα Αγοράς συμφωνήθηκε όπως καταβληθεί διά 15 ισόποσον δόσεων εκ Λ.Κ.3.000,00 εκάστης, της πρώτης δόσης πληρωτέας την 1/1/1996 και ακολούθως την πρώτην ημέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι εξοφλήσεως. Ως προς τον χρόνο μεταβίβασης του Καταστήματος, το Τεκμήριο 1 διαλαμβάνει τα εξής: «Η μεταβίβασις και εγγραφή του πωλούμενου καταστήματος επ' ονόματι της αγοράστριας θα γίνει υπό του πωλητού ευθύς αμέσως μετά την έκδοσιν χωριστού τίτλου διά το εν λόγω κατάστημα, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος από σήμερον νοουμένου ότι θα έχει εξοφληθεί ολόκληρον το τίμημα πωλήσεως, ως ανωτέρω καθορίζεται.» Από την απόδειξη είσπραξης (Τεκμήριο 3) προκύπτει ότι το σύνολο του Τιμήματος Αγοράς εξοφλήθηκε μέχρι τις 23/6/
- Σύμφωνα με την Μ.Κ.1, το Τίμημα Αγοράς καταβλήθηκε τμηματικά από τον πρώην σύζυγό της σε 7-8 δόσεις. Από το Πιστοποιητικό Έρευνας Ακίνητης Ιδιοκτητίας του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου ημερομηνίας 15/10/2012 (Τεκμήριο 5) και τα έγγραφα των υποθηκών, Τεκμήρια 8-12 ,προκύπτει ότι πριν τον καταρτισμό του Αγοραπωλητηρίου Εγγράφου, Τεκμήριο 1, το εγγεγραμμένο μερίδιο του Κατηγορουμένου στο Κτήμα, ήτοι το ½ μερίδιο του Κτήματος, ήταν υποθηκευμένο με τις πέντε υποθήκες των Τεκμηρίων 8-12 (στο εξής «οι Υποθήκες). Ενυπόθηκος δανειστής όλων των Υποθηκών, οι οποίες εξακολουθούν να βαρύνουν μέχρι και σήμερα το εγγεγραμμένο μερίδιο του Κατηγορουμένου στο Κτήμα, είναι η Τράπεζα Κύπρου Λτδ και αυτές έγιναν από τον Κατηγορούμενο για εξασφάλιση και ως εγγύηση διαφόρων δανείων που ο ενυπόθηκος δανειστής παραχώρησε είτε στον Κατηγορούμενο είτε σε τρίτα πρόσωπα. Όπως τονίστηκε στις υποθέσεις Ευθυμίου και Ιωάννου (ανωτέρω), το ψευδές της παράστασης και η πρόθεση καταδολίευσης στις περιπτώσεις μη εκπλήρωσης συμβατικών υποχρεώσεων, το βάρος απόδειξης των οποίων φέρει η κατηγορούσα αρχή, ανάγεται στην εξ αρχής πρόθεση του κατηγορουμένου να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίνει. Δηλαδή, στην προκειμένη περίπτωση η Κατηγορούσα Αρχή πρέπει να αποδείξει ότι, όταν ο Κατηγορούμενος αναλάμβανε την υποχρέωση στις 9/12/1995, δυνάμει του Αγοραπωλητηρίου Εγγράφου, να μεταβιβάσει και εγγράψει επ' ονόματι της Μ.Κ.1 τον τίτλο του Κτήματος, όπως αυτός θα προέκυπτε από την έκδοση ξεχωριστού τίτλου για αυτόν, στον μέλλοντα χρόνο που αναφέρει το Τεκμήριο 1, ο Κατηγορούμενος δεν είχε πρόθεση να εκπληρώσει την συμβατική του υπόσχεση. Στην παρούσα, όμως, η ύπαρξη των Υποθηκών δεν δύναται αφ' εαυτής να αποδείξει, έστω στο βαθμό που απαιτείται σε αυτό το στάδιο της δίκης, την υποκειμενική πρόθεση του Κατηγορουμένου κατά τον χρόνο της παράστασης. Τα αντικειμενικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί, ήτοι ότι οι Υποθήκες εξακολουθούν να βαρύνουν το εγγεγραμμένο μερίδιο του Κατηγορουμένου στο Κτήμα, ότι από το 2000 μέχρι και το 2005 το εγγεγραμμένο μερίδιο του Κατηγορουμένου στο Κτήμα επιβαρύνθηκε περαιτέρω με 11 διαφορετικές επιβαρύνσεις (memo) (βλ. Τεκμήριο 5), ως και το ότι στις 2005 και 2006 εκδόθηκε Διάταγμα Παραλαβής και Διάταγμα Κήρυξης σε Πτώχευση του Κατηγορουμένου (βλ. Τεκμήρια 6 και 7), απογυμνωμένα από ο,τιδήποτε άλλο, δεν είναι αρκετά, λαμβανόμενα είτε μεμονωμένα είτε σωρευτικά, για να αποδείξουν, έστω και σε αυτό το στάδιο της δίκης, την ύπαρξη του απαραίτητου νοητικού στοιχείου, ήτοι ότι ο Κατηγορούμενος, κατά τον χρόνο της υπόσχεσης που ανέγεται χρονικά το 1995, γνώριζε ότι δεν θα ήταν σε θέση και άρα δεν είχε πρόθεση να εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις προς την Μ.Κ.
- Δεν προσθέτει, επίσης, ο,τιδήποτε στην υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, το ότι ο Κατηγορούμενος, σύμφωνα πάντοτε με την μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, δεν παρουσιάστηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου στις 26/3/2012, ως η κλήση της Μ.Κ.1, Τεκμήριο
- Η μη ανταπόκριση του Κατηγορουμένου σχεδόν 18 χρόνια μετά τον καταρτισμό του Τεκμηρίου 1, όταν αυτός μάλιστα ήταν πτωχεύσας από το 1996, δεν προσθέτει κάτι στα υπόλοιπα στοιχεία που παρουσιάστηκαν για να αποδειχθεί το απαραίτητο νοητικό στοιχείο κατά τον χρόνο της υπόσχεσης. Χρήζει, επίσης, αναφοράς ότι οι Λεπτομέρειες Αδικήματος της Πρώτης και Δεύτερης Κατηγορίας δεν αποδίδουν στον Κατηγορούμενο ότι προέβη σε κάποια ψευδή παράσταση σε σχέση με την ύπαρξη ή όχι των Υποθηκών. Πέραν τούτου, εδώ δεν υπάρχει μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος ανέφερε είτε στην Μ.Κ.1 είτε στον πρώην σύζυγό της κατά ή πριν τον καταρτισμό του Τεκμηρίου 1, ή έστω σε οποιαδήποτε χρονικό σημείο από τις 9/12/1995 μέχρι και τις 23/6/1997, ότι το Κτήμα ήταν ελεύθερο οποιωνδήποτε εμπράγματων βαρών ή επιβαρύνσεων. Συνεπώς, η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής δεν έχει αποδείξει, έστω στο βαθμό που απαιτείται σε αυτό το στάδιο της δίκης, τα συστατικά στοιχεία της ψευδούς παράστασης και της πρόθεσης καταδολίευσης. Θα προχωρήσω τώρα με τα αδικήματα της Τρίτης έως Δωδέκατης Κατηγορίας, ήτοι της απάτης κατά την πώληση περιουσίας. Το Άρθρο 303 του Ποινικού Κώδικα, όπως αυτό ίσχυει στις 9/12/1995 και στις 23/6/1997, προνοούσε τα εξής: «
- Όποιος, είναι πωλητής περιουσίας ή ενυπόθηκος οφειλέτης, ή είναι δικηγόρος, ή αντιπρόσωπος αυτών, με σκοπό να υποκινήσει τον αγοραστή ή τον ενυπόθηκο δανειστή να αποδεχτεί τον τίτλο ο οποίος του προσφέρθηκε ή ο οποίος του προσκομίστηκε και με σκοπό καταδόλιευσης- (α) αποκρύβει από τον αγοραστή ή από τον ενυπόθηκο δανειστή ουσιώδες έγγραφο για τον τίτλο ή για οποιοδήποτε εμπράγματο βάρος∙ (β) παραποιεί τη γενεαλογική καταγωγή, από την οποία εξαρτάται ή δυνατόν να εξαρτηθεί ο τίτλος∙ ή (γ) προβαίνει σε ψευδή δήλωση ως προς τον τίτλο που προσφέρθηκε ή αποσιωπά ουσιώδες γεγονός, το οποίο είναι σε συνάφεια με τον τίτλο, Είναι ένοχο πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων.» Από το λεκτικό του Άρθρου 303 προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος των Κατηγοριών 3-12 είναι τα εξής: - Ο πωλητής ή ο ενυπόθηκος οφειλέτης ή ο δικηγόρος ή ο αντιπρόσωπος αυτών - με σκοπό να υποκινήσει τον αγοραστή ή τον ενυπόθηκο δανειστή να αποδεχθεί τον τίτλο, ο οποίος του προσφέρθηκε ή ο οποίος παρουσιάστηκε - με σκοπό καταδολίευσης - είτε να αποκρύβει από τον αγοραστή ή από τον ενυπόθηκο δανειστή ουσιώδες έγγραφο για τον τίτλο ή για οποιοδήποτε εμπράγματο βάρος - είτε να παραποιεί τη γενεαλογική καταγωγή από την οποία εξαρτάται ή δυνατόν να εξαρτηθεί ο τίτλος - είτε να προβαίνει σε ψευδή παράσταση ως προς τον τίτλο που προσφέρθηκε ή αποσιωπά ουσιώδες γεγονός, το οποίο είναι σε συνάφεια με τον τίτλο. Είναι, λοιπόν, βασικό συστατικό στοιχείο του υπό εξέταση αδικήματος η ύπαρξη τίτλου, ο οποίος να παρουσιάστηκε ή να προσφέρθηκε. Η μαρτυρία που προσκόμισε η Κατηγορούσα Αρχή δεν αποκάλυψε ότι εκδόθηκε τίτλος για το Κατάστημα. Τουναντίον, η παράγραφος 4 του Αγοραπωλητηρίου Εγγράφου, Τεκμήριο 1, προνοεί ότι η μεταβίβαση και η εγγραφή του Καταστήματος επ' ονόματι της Μ.Κ.1 θα γίνει, μεταξύ άλλων, ευθύς αμέσως μετά την έκδοση χωριστού τίτλου για το Κατάστημα. Δηλαδή, το Τεκμήριο 1 αναφέρεται στην έκδοση χωριστού τίτλου σαν ένα γεγονός που θα λάβει χώρα στο μέλλον. Περαιτέρω, από το Πιστοποιητικό Έρευνας Ακίνητης Ιδιοκτησίας του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου, ημερομηνίας 15/10/2012 (Τεκμήριο 5), δεν προκύπτει η έκδοση ξεχωριστών τίτλων σε σχέση με τα διάφορα διαμερίσματα ή καταστήματα που ανεγέρθηκαν στο Κτήμα και για τα οποία κατατέθηκαν πωλητήρια έγγραφα (συμπεριλαμβανομένου του Καταστήματος), αλλά ότι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του όλου του Κτήματος είναι ο Κατηγορούμενος και κάποια Καραγιάννη Γεωργίου Ελένη. Έτι περαιτέρω, δεν υπάρχει μαρτυρία ότι τέτοιος τίτλος παρουσιάστηκε ή προσφέρθηκε στην Μ.Κ.
- Ενόψει της απουσίας του προαναφερθέντος βασικού συστατικού στοιχείου του αδικήματος της Τρίτης έως και της Δωδέκατης Κατηγορίας, παρέλκει η εξέταση του κατά πόσον από την μαρτυρία αποδείχθηκαν, έστω στο βαθμό που απαιτείται σε αυτό το στάδιο της δίκης, τα υπόλοιπα συστατικά στοιχεία του αδικήματος των εν λόγω Κατηγοριών. Υπό το φως των ανωτέρω, αποτελεί κατάληξή μου ότι κανένα αδίκημα των 12 Κατηγοριών του Κατηγορητηρίου έχει στοιχειοθετηθεί εναντίον του Κατηγορουμένου, έστω και σε αυτό το στάδιο της δίκης. Συνεπώς, η μαρτυρία που έχει τεθεί εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής δεν είναι επαρκής για να μπορεί να κληθεί ο Κατηγορούμενος σε απολογία σε οποιαδήποτε των Κατηγοριών που αντιμετωπίζει. Ενόψει της κατάληξής μου ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση, ο Κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται σε όλες τις Κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του Κατηγορουμένου και εναντίον της Κατηγόρου, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ...................................... Μ. Μηλιώτου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο