Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Τζιοβάνη Σιέπη, Αρ.Υπόθεσης:2928/2012, 9/7/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2013:B9 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΜΗΛΙΩΤΟΥ, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης:2928/2012 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου -ν- Τζιοβάνη Σιέπη Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 9 Ιουλίου 2013 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Χ" Μιχαήλ. Για τον Κατηγορούμενο: κα. Χρ. Χριστοφή. Κατηγορούμενος: Παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει Κατηγορία αμελούς οδήγησης, κατά παράβαση του Άρθρου 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, Ν.86/72, όπως τροποποιήθηκε. Ειδικότερα, κατηγορείται ότι την 1/2/2012 στην οδό Σταδίου στη Δερύνεια της Επαρχίας Αμμοχώστου οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής KJS986 μη καταβάλλων την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Μαρτυρία Για να αποδείξει την υπόθεσή της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε συνολικά δύο μάρτυρες, ενώ ο Κατηγορούμενος, όταν κλήθηκε να προβάλει την υπεράσπισή του, επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής και δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα. Πρώτος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο Αστυφύλακας 3432, Σπύρος Αθανασίου (Μ.Κ.1), ο οποίος την 1/2/2012 υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Δερύνειας. Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του γραπτή κατάθεση του ιδίου (Τεκμήριο «1»). Σύμφωνα με το Τεκμήριο 1, ο Μ.Κ.1 την 1/2/2012 και περί ώρα 13:45, κατόπιν πληροφόρησης, επισκέφτηκε την σκηνή τροχαίου δυστυχήματος που επεσυνέβη στην οδό Σταδίου στη Δερύνεια. Φτάνοντας στην σκηνή του δυστυχήματος, βρήκε το όχημα με αριθμό εγγραφής KJS986 (στο εξής «το Αυτοκίνητο»), το οποίο οδηγούσε ο Κατηγορούμενος, να βρίσκεται στην τελική του θέση, ενώ ο πεζός τραυματίας εισαγόταν εντός του ασθενοφόρου. Ακολούθως, ο Μ.Κ.1 έλεγξε τη σκηνή του δυστυχήματος και διαπίστωσε, μεταξύ άλλων, ότι:
- Είχε σπάσει το δεξιό καθρεφτάκι και είχε ραγίσει ο μπροστινός ανεμοθώρακας του Αυτοκινήτου.
- Ο καιρός ήταν αίθριος.
- Η οδός Σταδίου είναι άσφαλτος καλής επιφάνειας, πλάτους 7,00 μέτρων, και κατά την ώρα του δυστυχήματος ήταν στεγνός. Η οδός Σταδίου βρίσκεται εντός κατοικημένης περιοχής με ανώτατο όριο ταχύτητας 50 χ.α.ώ στο σημείο της σύγκρουσης, ενώ στην επέκταση του δρόμου σε ακτίνα 300 μέτρων προς Σωτήρα (νότια) το όριο είναι 65 χ.α.ώ.
- Η ορατότητα είναι πέραν των 100 μέτρων και από τις δύο κατευθύνσεις.
- Δεν εντοπίστηκαν ίχνη τροχοπέδησης. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 1, το σημείο σύγκρουσης σημειώθηκε επί του σχεδίου με γράμμα X. Το σημείο X υποδείχθηκε από τον Κατηγορούμενο. Ο Μ.Κ.1 διενήργησε στον Κατηγορούμενο έλεγχο αλκοόλης με μηδενική ένδειξη. Καταγράφεται, επίσης, ότι από εξετάσεις που διενήργησε, ο Μ.Κ.1 διαπίστωσε την ταυτότητα του πεζού-τραυματία. Επίσης, ότι την 1/2/2012 και μεταξύ των ωρών 14:45-15:20, ο Μ.Κ.1 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο «2». Ο Μ.Κ.1 υπέδειξε και εξήγησε στον Κατηγορούμενο πρόχειρο σχέδιο του δυστυχήματος, ως και το σημείο σύγκρουσης, με το οποίο ο Κατηγορούμενος συμφώνησε και το υπέγραψε. Στις 20/3/2012, ο Μ.Κ.1 έλαβε κατάθεση από τον πεζό. Περαιτέρω, στις 7/4/2012, ο Μ.Κ.1 κατηγόρησε γραπτώς τον Κατηγορούμενο για το αδίκημα της αμελούς οδήγησης και ο Κατηγορούμενος απάντησε «Μπήκε μέσα στο δρόμο απότομα και δεν πρόλαβα να αντιδράσω.» (Τεκμήριο «3»). Σύμφωνα, τέλος, με το Τεκμήριο 1, ο Μ.Κ.1, βάσει του πρόχειρου σχεδιαγραφήματος, ετοίμασε συμμετρικό σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος και όχι υπό κλίμακα. Το πρόχειρο σχεδιαγράφημα κατατέθηκε ως Τεκμήριο «4» και το συμμετρικό ως Τεκμήριο «5». Ακολούθως, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος υπέδειξε σε αυτόν την πορεία του Αυτοκινήτου του, την οποία ο Μ.Κ.1 σημείωσε με τόξο με το γράμμα Α επί του Τεκμηρίου 4, τόσο στη σκηνή του δυστυχήματος όσο και και στο στάδιο λήψης του Τεκμηρίου
- Αυτή, επίσης, συνήδε με την τελική θέση του Αυτοκινήτου. Το τόξο με το γράμμα Β επί του Τεκμηρίου 5 είναι η πορεία του πεζού, την οποία του ανέφερε ο Κατηγορούμενος, αλλά και ο ίδιος ο πεζός, ότι δηλαδή αυτή ήταν η κατεύθυνσή του από το σχολείο για να πάει απέναντι. Ο Μ.Κ.1 υιοθέτησε τις μετρήσεις που κατέγραψε στα Τεκμήρια 4 και
- Κατά την αντεξέτασή του, ο Μ.Κ.1 ανέφερε την εκπαίδευση και την πείρα που έχει στη διερεύνηση τροχαίων ατυχημάτων. Ανέφερε, επίσης, ότι την συγκεκριμένη ημέρα υπήρχε πυκνή τροχαία κίνηση και δεν υπάρχει μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος υπερέβη το όριο ταχύτητας. Επίσης, ότι το Γυμνάσιο Δερύνειας είναι κοντά και η οδός Κυθρέας είναι δρόμος που ακολουθεί το Γυμνάσιο. Δεν θυμόταν κατά πόσον ο πεζός του ανέφερε ότι είχαν απεργία τα λεωφορεία τη συγκεκριμένη ημέρα, αλλά ο ίδιος ήξερε ότι υπήρχε απεργία και υπήρχαν πολλά αυτοκίνητα παρκαρισμένα. Όταν πήγε ο ίδιος δεν υπήρχαν εκεί κοντά πολλά αυτοκίνητα. Υπήρχε, όμως, πυκνή τροχαία κίνηση. Ανέφερε, επίσης, ότι δεν υπάρχει διάβαση πεζών στο συγκεκριμένο σημείο και δεν βρέθηκε κάποιος αυτόπτης μάρτυρας για να του πει τί έγινε. Κατά την επανεξέτασή του, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι πέραν της πυκνής τροχαίας κίνησης, υπήρχαν πολλοί πεζοί και μαθητές που διασταύρωναν το δρόμο. Ως δεύτερος μάρτυρας κατηγορίας κλήθηκε και κατέθεσε ο Βαλέριος Ιωαννίδης (Μ.Κ.2), γεννηθείς στις 17/9/1997, μαθητής της Γ' Τάξης Γυμνασίου. Ο Μ.Κ.2 κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης την γραπτή κατάθεσή του στην Αστυνομία, ημερομηνίας 20/3/2012 (Τεκμήριο «6»). Στο Τεκμήριο 6 καταγράφεται ότι ο Μ.Κ.2 κατάγεται από την Ελλάδα και διαμένει στην Κύπρο τα τελευταία δύο χρόνια. Είναι μαθητής της Β' Τάξης Γυμνασίου και φοιτά στο Γυμνάσιο της Δερύνειας. Την 1/2/2012 και ώρα 1:35 το μεσημέρι, ο Μ.Κ.2 σχόλασε και έφυγε από το σχολείο του. Μαζί του ήταν ο φίλος του Χρήστος Πέτρου και περπατούσαν μαζί. Εκείνη την ημέρα είχαν απεργία τα λεωφορεία και είχε πολλά αυτοκίνητα έξω από το σχολείο που περίμεναν τους μαθητές. Ο Μ.Κ.2 και ο φίλος του Χρήστος προχώρησαν προς τον κύριο δρόμο, όπου θα τους περίμενε η μητέρα του φίλου του. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 6, όταν πλησίασε το δρόμο, ο Μ.Κ.2 σταμάτησε αρχικά και, αφού κοίταξε πρώτα δεξιά και μετά αριστερά, είδε στη συνέχεια στα αριστερά και στην απέναντι πλευρά του δρόμου την μητέρα του φίλου του να είναι σταματημένη με το αυτοκίνητο και ο Μ.Κ.2 κατευθύνθηκε προς τα εκεί. Μπήκε μέσα στο δρόμο, αφού είδε ξανά το δρόμο. Στα δεξιά του Μ.Κ.2 ο δρόμος ήταν καθαρός και αυτός, όπως κατευθυνόταν προς το αυτοκίνητο που ήταν η μητέρα του φίλου του, δεν πρόλαβε να δει το αυτοκίνητο που ερχόταν από τα αριστερά του στο δρόμο και τον κτύπησε. Από εκεί και πέρα, ο Μ.Κ.2 δεν θυμάται κάτι άλλο. Ο φίλος του δεν ξεκίνησε να διασταυρώνει και είχε μείνει πίσω του. Όπως καταγράφεται στο Τεκμήριο 6, από το δυστύχημα ο Μ.Κ.2 τραυματίστηκε και έμεινε για ένα μήνα στο Νοσοκομείο. Για να παρπατήσει χρησιμοποιεί πατερίτσες και κάποτε χρειάζεται καροτσάκι. Μετά την ανάγνωση του Τεκμηρίου 6, ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι το Γυμνάσιο Δερύνειας απέχει 50-60 μέτρα από την οδό Σταδίου. Την συγκεκριμένη ημέρα και ώρα, υπήρχε στο δρόμο πολύ μεγάλη κίνηση. Είχε απεργία των λεωφορείων και είχε πολλά παιδιά πεζά και άλλα που περίμεναν τους γονείς τους. Είναι την οδό Σταδίου που επιχείρησε να διασταυρώσει. Με αναφορά στο Τεκμήριο 5, ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι από την οδό Κυθρέας πήγε με το φίλο του στο σημείο που είναι σημειωμένο με το τόξο και το γράμμα Β. Εκεί ήλεγξε το δρόμο. Ανέφερε, επίσης, ότι εκεί δεν έχει πεζοδρόμιο. Δεν είδε το Αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου και δεν θυμόταν μέχρι σε ποιό σημείο του δρόμου έφτασε. Επίσης, δεν θυμόταν κατά πόσον υπήρχαν αυτοκίνητα σταματημένα στο δρόμο στα αριστερά του από το σημείο που ξεκίνησε να διασταυρώνει. Κατά την αντεξέτασή του, ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι στην Ελλάδα είναι διαφορετικό το σύστημα οδήγησης. Η μητέρα του φίλου του ερχόταν ακριβώς εκείνη την στιγμή και έκανε στην άκρη να παρκάρει. Όταν ξεκίνησε να διασταυρώνει ήταν δίπλα του ο φίλος του, αλλά ο Μ.Κ.2 διασταύρωσε πρώτος. Ανέφερε, επίσης, ότι από την ώρα που ξεκίνησε να διασταυρώνει δεν ξανασταμάτησε. Πήγαινε κατ' ευθείαν προς το αυτοκίνητο της μητέρας του φίλου του και δεν είδε την διαχωριστική γραμμή στη μέση του δρόμου. Ο Μ.Κ.2 δέχθηκε ότι δεν έλεγξε στη μέση του δρόμου αν ερχόταν κάποιο αυτοκίνητο από τα αριστερά. Δεν είδε κανένα αυτοκίνητο όταν ξεκίνησε να διασταυρώνει και δεν ξανακοίταξε στη μέση του δρόμου. Κατά την επανεξέτασή του, ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι δεν θυμάται μέχρι ποιού σημείου έφτασε στο δρόμο. Θυμάται που ξύπνησε στο Νοσοκομείο. Στην ανακριτική του κατέθεση, Τεκμήριο 2, ο Κατηγορούμενος αναφέρει ότι είναι ιδιοκτήτης του Αυτοκινήτου και την 1/2/2012 και περί ώρα 13:35 ξεκίνησε οδηγώντας το Αυτοκίνητο από το Φρέναρος, όπου εργάζεται, για να πάει στη Σωτήρα. Καθ' όλη τη διάρκεια της διαδρομής, φορούσε τη ζώνη του. Όταν μπήκε με το Αυτοκίνητο στο δρόμο Δερύνειας προς Σωτήρα υπήρχε πυκνή τροχαία κίνηση. Πήγαινε με ταχύτητα 30-40 χ.α.ώ. Κοντά στο Γυμνάσιο Δερύνειας, υπήρχαν πολλά σταθμευμένα αυτοκίνητα. Είχε έγνοια γιατί έβλεπε πως υπήρχαν αρκετοί πεζοί και παιδιά που διασταύρωναν το δρόμο. Σε κάποιο σημείο σε πολύ κοντινή απόσταση από τον ίδιο, στην αντίθετη όμως λωρίδα από αυτήν που κρατούσε, ο Κατηγορούμενος είδε ένα μικρό αγόρι γύρω στα 14-15 και να έχει τη βαλίτσα του στον ώμο, ξαφνικά πέρασε και μπήκε στη δική του λωρίδα και όπως πρόσεξε δεν έβλεπε προς τα πάνω του Κατηγορουμένου που έπρεπε να βλέπει, αλλά προς τα δεξιά του, ενώ ο Κατηγορούμενος βρισκόταν στα αριστερά του. Όπως μπήκε στη λωρίδα του Κατηγορουμένου, ο Κατηγορούμενος προσπάθησε να σταματήσει και αστραπιαία είδε πως δεν υπήρχαν άλλοι πεζοί στα αριστερά του, έστριψε αριστερά το τιμόνι του, αφού προηγουμένως πάτησε φρένο, όμως δεν μπόρεσε να τον αποφύγει πλήρως, και τον κτύπησε το Αυτοκίνητο με τη δεξιά του άκρη και ο νεαρός εκτινάχθηκε στον ανεμοθώρακα του Αυτοκινήτου και στη συνέχεια έπεσε. Ο Κατηγορούμενος δεν πρόσεξε αν ο νεαρός εκτινάχθηκε και πέρασε πάνω από τον ουρανό του Αυτοκινήτου, τον είδε που έπεσε. Ακολούθως, ήρθε το ασθενοφόρο και παρέλαβε τον νεαρό. Τέλος, στο Τεκμήριο 2 ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι συμφωνεί με το σχέδιο του δυστυχήματος που του έχει υποδειχθεί. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων, η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, με ανάλυση της μαρτυρίας και παραπομπή σε νομολογία, εισηγήθηκε κατ' αρχάς ότι η ταχύτητα του Κατηγορουμένου ήταν υπερβολική υπό τις περιστάσεις και πως ο Κατηγορούμενος δεν επέδειξε την δέουσα υπό τις περιστάσεις παρατηρητικότητα. Εισηγήθηκε, επίσης, ότι η εκδοχή του Κατηγορουμένου ότι είδε μπροστά του απότομα τον Κατηγορούμενο καταρρίπτεται από την πραγματική μαρτυρία. Εισηγήθηκε, λοιπόν, την καταδίκη του Κατηγορουμένου. Στην αντίπερα όχθη, η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορουμένου, κατόπιν εκτενούς ανάλυσης της προσκομισθείσας μαρτυρίας και εκτενούς αναφοράς σε νομολογία, εισηγήθηκε ουσιαστικά ότι υπάρχουν κενά στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής και ότι από την προσκομισθείσα μαρτυρία δεν μπορεί να καταδικαστεί ο Κατηγορούμενος, ο οποίος οδηγούσε όπως ένας συνετός μέσος οδηγός υπό τις περιστάσεις. Θα προβώ σε περαιτέρω αναφορά στις θέσεις της κ. Χριστοφή κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας και στα συμπεράσματά μου. Θέση της υπεράσπισης, λοιπόν, ήταν όπως αθωωθεί ο Κατηγορούμενος. Αξιολόγηση-Ευρήματα Έχω παρακολουθήσει με κάθε δυνατή και επιβαλλόμενη προσοχή όλους τους μάρτυρες, τον τρόπο, το ύφος, τη συμπεριφορά, τις αντιδράσεις και γενικά την παρουσία τους στο Δικαστήριο και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους με σκοπό να καταλήξω στα αναγκαία ευρήματα και συμπεράσματα για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Ο Μ.Κ.1 μου έκανε καλή εντύπωση. Κατέθεσε με θετικό και σαφή τρόπο και μετέφερε, ως εξεταστής της υπόθεσης, με αντικειμενικότητα και συνέπεια τα ευρήματά του από την σκηνή του δυστυχήματος. Κατ' αρχάς, θα πρέπει να σημειωθεί ότι, κατά την αντεξέταση δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση τα αντικειμενικά ευρήματα του Μ.Κ.1, όπως αυτά καταγράφονται στα Τεκμήρια 4 και 5, συμπεριλαμβανομένου του σημείου σύγκρουσης, της πορείας του Κατηγορουμένου και του σημείου, από το οποίο ο Μ.Κ.2 εισήλθε στην οδό Σταδίου στην προσπάθειά του να διασταυρώσει. Για πρώτη φορά κατά το στάδιο των αγορεύσεων, η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορουμένου επιχείρησε ουσιαστικά να αμφισβητήσει ότι ο Κατηγορούμενος υπέγραψε το πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος (Τεκμήριο 4), ισχυριζόμενη ότι η Κατηγορούσα Αρχή θα έπρεπε να προσκομίσει μαρτυρία γραφολόγου για να αποδείξει ότι πράγματι βρίσκεται η υπογραφή του Κατηγορουμένου επί αυτού. Δεν μπορώ να συμφωνήσω με την εν λόγω εισήγηση. Ο Μ.Κ.1 ανέφερε ρητά κατά την ένορκη κατάθεσή του ότι υπέδειξε και επεξήγησε στον Κατηγορούμενο την ημέρα του δυστυχήματος, και συγκεκριμένα όταν έλαβε στο σταθμό ανακριτική κατάθεση από τον τελευταίο, το Τεκμήριο 4, συμπεριλαμβανομένου του σημείου σύγκρουσης, με το οποίο ο Κατηγορούμενος συμφώνησε και υπέγραψε το Τεκμήριο
- Ουδόλως αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.1 η εν λόγω αναφορά ή ότι δεν υπέγραψε ο Κατηγορούμενος το Τεκμήριο 4 ώστε να αποτελούσε αμφισβητούμενο θέμα το κατά πόσον η υπογραφή στο δεξιό μέρος του ευρετηρίου του Τεκμηρίου 4 και δίπλα από τα χειρόγραφα γράμματα «Τζιοβάνης Σιέπης» είναι η υπογραφή του Κατηγορουμένου. Πέραν των ανωτέρω, όπου η υπογραφή κάποιου προσώπου σε κάποιο έγγραφο τίθεται στην παρουσία ενός μάρτυρα, τότε η μαρτυρία του τελευταίου, εφόσον κατά τα άλλα γίνεται αποδεκτή, είναι αρκετή για να αποδείξει την πατρότητα της υπογραφής και δεν απαιτείται η προσκόμιση μαρτυρίας εμπειρογνώμονα. Σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος ο Κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση, Τεκμήριο 2, ανέφερε ρητά ότι συμφώνησε με το σχέδιο του δυστυχήματος που του υπεδείχθη. Περαιτέρω, όσον αφορά το σημείο σύγκρουσης, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ρητά (και δεν αμφισβητήθηκε) ότι αυτό υπεδείχθη από τον Κατηγορούμενο στην σκηνή του δυστυχήματος, όπου ο Μ.Κ.1 προέβη στις μετρήσεις του και ετοίμασε το Τεκμήριο
- Πέραν της γενικότερης καλής εντύπωσης που σχημάτισα για την αξιοπιστία του Μ.Κ.1, δεν έχω εντοπίσει ο,τιδήποτε στον τρόπο που κατέθετε ή σε όσα ανέφερε από τα οποία να προκύπτει ότι αυτός ήταν διατεθειμένος να παραποιήσει μέρος των γεγονότων. Αυτός περιορίστηκε να καταθέσει μόνο για όσα θέματα ο ίδιος διαπίστωσε και ήταν σε θέση να καταθέσει. Δεν δίστασε να αναφέρει, μάλιστα, σε σχετική έρωτηση κατά την αντεξέτασή του, ότι δεν είναι εμπειρογνώμονας για να εκφέρει εμπεριστατωμένη γνώμη κατά πόσον η απουσία ιχνών τροχοπέδησης καταδεικνύει ότι ο Κατηγορούμενος δεν μπορούσε να σταματήσει όταν αντιλήφθηκε τον Μ.Κ.
- Τουναντίον, η απάντησή του, ότι δηλαδή υπάρχει λογική στο επιχείρημα της συνηγόρου υπεράσπισης, καταδεικνύει την αντικειμενικότητά του τόσο κατά την διερεύνηση των συνθηκών του δυστυχήματος όσο και κατά την κατάθεσή του στο Δικαστήριο. Το ότι δεν ήταν σε θέση να σχολιάσει τη σημασία της απουσίας ιχνών τροχοπέδησης, δεν συναπέγεται ότι αυτός δεν ήταν σε θέση, ως εκ της πείρας και της εκπαίδευσης που είχε, να προβεί στις μετρήσεις που προέβηκε και να αποτυπώσει αυτές σε πρόχειρο σχεδιαγράφημα και ακολούθως δυνάμει αυτού να ετοιμάσει το συμμετρικό σχεδιαγράφημα, Τεκμήριο
- Το ίδιο ισχύει και για τις υπόλοιπες διαπιστώσεις του, όπως αυτές καταγράφονται στο Τεκμήριο
- Με τις αγορεύσεις της η κα. Χριστοφή σχολίασε αρνητικά το ότι ο Μ.Κ.1 δεν επεξήγησε τις μετρήσεις που έκανε και αποτύπωσε στα Τεκμήρια 4 και
- Από το Τεκμήριο 5, όμως, φαίνεται καθαρά τί αφορούν οι μετρήσεις που ο Μ.Κ.1 αποτύπωσε. Ομολογουμένως, προκαλεί απορία το ότι ο Μ.Κ.1 δεν αναζήτησε την μαρτυρία αυτόπτων μαρτύρων. Αρκέστηκε απλώς να αναφέρει ότι δεν βρέθηκε κάποιος αυτόπτης μάρτυρας για να του πει τί έγινε στην σκηνή του δυστυχήματος. Θα μπορούσε, βεβαίως, να αναζητήσει είτε τον φίλο του Μ.Κ.2 είτε την μητέρα του, που σύμφωνα με την μαρτυρία του Μ.Κ.2, ήταν παρόντες στη σκηνή την ώρα του δυστυχήματος. Κάτι τέτοιο στα περιστατικά της παρούσας θα ήταν σαφώς βοηθητικό. Αυτό, όμως, δεν δύναται εκ προοιμίου και από μόνο να επιδράσει αρνητικά είτε στην αξιοπιστία του Μ.Κ.1 είτε στην επάρκεια των εξετάσεων στις οποίες προέβηκε. Συνεπώς, αποδέχομαι στο σύνολό της την μαρτυρία του Μ.Κ.1 ως ανταποκρινόμενο στην πραγματικότητα σε σχέση με τις ενέργειες και τα αντικειμενικά ευρήματα στα οποία προέβη, το τί διαπίστωσε και τί του ελέχθη κατά την εξέταση του επίδικου δυστυχήματος. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι το συμμετρικό σχέδιο που κατέθεσε ο Μ.Κ.1, Τεκμήριο 5, αποτελεί την πραγματική μαρτυρία, η σημασία της οποίας έχει αποτελέσει αντικείμενο νομολογίας. Όπως έχει, λοιπόν, σχετικώς νομολογηθεί, το σχέδιο αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί, περαιτέρω, σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος. Βλ., μεταξύ άλλων, Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 307 και Knell ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ.
- Έρχομαι τώρα στην μαρτυρία του Μ.Κ.2, τον οποίο παρακολούθησα με περισσή προσοχή ενώ κατέθετε ενόρκως. Ο Μ.Κ.2 μου προξένησε καλή εντύπωση ως μάρτυρας και μου έδωσε την εικόνα ειλικρινούς και αξιόπιστου προσώπου. Αυτός κατέθεσε με αμεσότητα, απλότητα και πειστικότητα σε σχέση με τα διαδραματισθέντα και η ένορκη εκδοχή του ήταν σταθερή τόσο κατά την κυρίως εξέτασή του, όσο και κατά την αντεξέτασή του, όπου ουδεμία αναφορά του αμφισβητήθηκε. Μάλιστα, ο Μ.Κ.2 ήταν σε τέτοιο βαθμό ειλικρινής που δέχθηκε ότι δεν έλεγξε κατά πόσον ερχόταν κάποιο αυτοκίνητο από τα αριστερά του όταν έφτασε στην μέση του δρόμου. Δεν αμφισβητήθηκε, επίσης, η εκδοχή του Μ.Κ.2 σε σχέση με το σημείο που αυτός βρισκόταν όταν πλησίασε και προτού εισέλθει στην οδό Σταδίου με σκοπό να διασταυρώσει αυτή και να μεταβεί στο αυτοκίνητο της μητέρας του φίλου του, το οποίο εκείνη τη στιγμή αυτή στάθμευε στο χωμάτινο παγκέτο απέναντι για να τους παραλάβει, και το οποίο αυτοκίνητο ο Μ.Κ.2 είδε στα αριστερά του, από το σημείο που εκείνη την στιγμή βρισκόταν και σημειώθηκε με τόξο και το γράμμα Β στο Τεκμήριο
- Παρά το νεαρό της ηλικίας του Μ.Κ.2, παρακολουθώντας τον με προσοχή να καταθέτει και τις απαντήσεις που έδινε, κρίνω ότι αυτός ήταν σε θέση να αντιληφθεί και να υποδείξει, με αναφορά στο Τεκμήριο 5, το σημείο όπου βρισκόταν αμέσως πριν εισέλθει εντός της οδού Σταδίου. Ο Μ.Κ.2 ξεκαθάρισε με την ένορκη κατάθεσή του ότι δεν θυμόταν μέχρι σε ποιό σημείο της οδού Σταδίου πρόλαβε να φτάσει, δηλαδή δεν θυμόταν το σημείο που έγινε η σύγκρουση με τον Κατηγορούμενο. Ο Μ.Κ.2 θα μπορούσε με αναφορά στο Τεκμήριο 5, όπου σημειώθηκε το σημείο σύγκρουσης, να υποδείξει το τελευταίο, αλλά είναι πρόδηλο ότι σαν μάρτυρας της αλήθειας επέλεξε να μην αναφερθεί σε γεγονότα που δεν θυμόταν ή δεν μπορούσε να πει με βεβαιότητα. Ομολογουμένως, η αναφορά του Μ.Κ.2 ότι, όταν κοίταξε δεξιά στην Οδό Σταδίου προτού επιχηρήσει να διασταυρώσει, ο δρόμος από τα δεξιά ήταν καθαρός δεν συνάδει πλήρως με την άλλη του εκδοχή, ήτοι ότι τον επίδικο χρόνο υπήρχε πυκνή τροχαία κίνηση. Είναι προφανές, όμως, ότι με την αναφορά του σε καθαρό δρόμο δεν εννοούσε ότι δεν είδε στον ορίζοντα οποιαδήποτε αυτοκίνητα να έρχονται από τα δεξιά του, αλλά απλώς ότι η τροχαία κίνηση τη δεδομένη στιγμή από τα δεξιά του ήταν τέτοια που του επέτρεπε να εισέλθει εντός της εκ δεξιών του λωρίδας κυκλοφορίας. Παρά το ότι δέχομαι ότι μόλις πλησίασε την οδό Σταδίου, ο Μ.Κ.2 κοίταξε δεξιά και αριστερά, εντούτοις, μετά που είδε το αυτοκίνητο της μητέρας του φίλου του να σταματά στο απέναντι χωμάτινο παγκέτο στα αριστερά του από το σημείο που βρισκόταν και αποφάσισε να εισέλθει εντός και να διασταυρώσει την οδό Σταδίου για να φτάσει στο εν λόγω αυτοκίνητο, ο Μ.Κ.2 κοίταξε μόνο στα δεξιά του προτού εισέλθει στο δρόμο. Γι' αυτό άλλωστε στο Τεκμήριο 6 ανέφερε μόνο ότι στο χρονικό εκείνο σημείο ο δρόμος ήταν καθαρός στα δεξιά του. Συνεπώς, με τις διευκρινίσεις και διαφοροποιήσεις στις οποίες προβαίνω ανωτέρω, η μαρτυρία του Μ.Κ.2 γίνεται αποδεκτή. Όπως προανέφερα, ο Κατηγορούμενος επέλεξε να διατηρήσει το δικαίωμα της σιωπής και αδιαμφισβήτητα η επιλογή του αυτή δεν μπορεί να σχολιαστεί αρνητικά. Το περιεχόμενο, όμως, της ανακριτικής κατάθεσης του Κατηγορουμένου (Τεκμήριο 2) θα συνεκτιμηθεί με την μαρτυρία που έχει γίνει ήδη αποδεκτή ώστε το Δικαστήριο να καταλήξει στα ευρήματά του για τους σκοπούς της παρούσας. Όπως καθορίστηκε από την νομολογία, η εκτίμηση της κατάθεσης κατηγορουμένου είναι θέμα που ανάγεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να κρίνει την αξιοπιστία των μαρτύρων. Το Δικαστήριο είναι ελεύθερο και μπορεί να αποδώσει την βαρύτητα που κρίνει σε διαφορετικά μέρη της κατάθεσης. Βεβαίως, μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια στα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Βλ., μεταξύ άλλων, την υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ.
- Σημειώνω ότι η αναφορά του Κατηγορουμένου σε σχέση με τις συνθήκες που επικρατούσαν στην οδό Σταδίου, δηλαδή πυκνή τροχαία κίνηση, πεζοί και μαθητές που διασταύρωναν τον δρόμο και σταματημένα αυτοκίνητα κατά μήκους του δρόμου, συνάδουν με την μαρτυρία που έγινε ήδη αποδεκτή. Παρατηρώ, επίσης, την ταχύτητα με την οποία οδηγούσε ο Κατηγορούμενος, η οποία δεν αμφισβητήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή, το σημείο στο οποίο ανέφερε ότι είδε για πρώτη φορά τον Μ.Κ.2 στο δρόμο, την κίνηση του Μ.Κ.2 μετά που τον είδε ο Κατηγορούμενος, η οποία, επίσης, συνάδει με την αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Κ.2, ότι δηλαδή ο Μ.Κ.2 δεν σταμάτησε στη διαχωριστική γραμμή και δεν αντιλήφθηκε την παρουσία του Κατηγορουμένου, ως και τις ενέργειες του Κατηγορουμένου όταν ο Μ.Κ.2 εισήλθε εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του Κατηγορουμένου. Έχοντας, λοιπόν, υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας, δεδομένης της αξιολόγησης και των ευρημάτων, στα οποία προβαίνω ανωτέρω, ως και το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης του Κατηγορουμένου (Τεκμήριο 2), καταλήγω ότι τα πραγματικά γεγονότα εξελίχθηκαν ως εξής: Την 1/2/2012 και περί ώρα 13:45, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το Αυτοκίνητο εντός της οδού Σταδίου με κατεύθυνση προς Σωτήρα κοντά στο σημείο που βρίσκεται το Γυμνάσιο Δερύνειας. Η οδός Σταδίου είναι άσφαλτος, καλής επιφάνειας, πλάτους 7,00 μέτρων και διαχωρίζεται στη μέση με διαχωριστική γραμμή. Υπάρχουν δύο λωρίδες κυκλοφορίας και το πλάτος έκαστης λωρίδας είναι 3,50 μέτρα. Η μία έχει κατεύθυνση προς Σωτήρα και η άλλη εξ αντιθέτου έχει κατεύθυνση προς Δερύνεια. Βρίσκεται εντός κατοικημένης περιοχής με ανώτατο όριο ταχύτητας 50 χ.α.ώ. Ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το Αυτοκίνητο στην λωρίδα κυκλοφορίας προς Σωτήρα, ήτοι στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας ως η πορεία του, με ταχύτητα 30-40 χ.α.ώ. Το Γυμνάσιο Δερύνειας βρίσκεται στην οδό Κυθρέας, η οποία είναι πάροδος της οδού Σταδίου, ήτοι βρίσκεται στα δεξιά ως η πορεία του Κατηγορουμένου. Την συγκεκριμένη ημέρα απεργούσαν τα δημόσια λεωφορεία και από τις 13:35 που σχόλασαν οι μαθητές του Γυμνασίου μέχρι και τις 13:45 τόσο στην οδό Κυθρέας όσο και στην οδό Σταδίου κοντά στο Γυμνάσιο Δερύνειας υπήρχε πυκνή τροχαία κίνηση, πολλά σταθμευμένα οχήματα κατά μήκος των δύο δρόμων, κυρίως γονιών που περίμεναν να παραλάβουν τα παιδιά τους, και αρκετοί πεζοί, συμπεριλαμβανομένων και μαθητών του Γυμνασίου, οι οποίοι διασταύρωναν και τους δύο δρόμους. Την ίδια ώρα, ο Μ.Κ.2, μαθητής του Γυμνασίου Δερύνειας, ο οποίος μόλις είχε σχολάσει και είχε πλησιάσει, ερχόμενος πεζώς από την οδό Κυθρέας, την άσφαλτο της οδού Σταδίου κοντά στη συμβολή της οδού Κυθρέας με την οδό Σταδίου (προς την πλευρά της Δερύνειας), επιχειρούσε να διασταυρώσει την οδό Σταδίου με κατεύθυνση λοξώς αριστερά ώστε να μεταβεί στο απέναντι χωμάτινο παγκέτο που εφάπτεται της ασφάλτου της οδού Σταδίου, ήτοι στα αριστερά ως η πορεία του Κατηγορουμένου, στο οποίο είχε σταματήσει το αυτοκίνητο η μητέρα του φίλου του, η οποία πήγε να τους παραλάβει. Κατευθυνόμενος προς το αυτοκίνητο της μητέρας του φίλου του, ο Μ.Κ.2 διένυσε πεζώς την αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας του Κατηγορουμένου και εισήλθε, χωρίς να σταματήσει στη διαχωριστική γραμμή της οδού Σταδίου, εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του Κατηγορουμένου, όπου συγκρούστηκε με τη δεξιά άκρη του Αυτοκινήτου του Κατηγορουμένου εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του τελευταίου σε απόσταση 40 εκατοστών από την αριστερή άκρη της ασφάλτου ως η πορεία του Κατηγορουμένου. Ο Κατηγορούμενος είδε για πρώτη φορά τον Μ.Κ.2, όταν ο τελευταίος βρισκόταν στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας από αυτήν που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος και σε κοντινή απόσταση από το Αυτοκίνητο. Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος είδε τον Μ.Κ.2 να εισέρχεται ξαφνικά στην δική του λωρίδα κυκλοφορίας χωρίς να κοιτάζει προς την πλευρά του Κατηγορουμένου, ο οποίος βρισκόταν στα αριστερά ως η πορεία του Μ.Κ.
- Ο Κατηγορούμενος προσπάθησε να σταματήσει και έστριψε αριστερά το τιμόνι του Αυτοκινήτου, αφού προηγουμένως πάτησε φρένο, στην προσπάθειά του να αποφύγει τον Μ.Κ.
- Δεν πρόλαβε, όμως, και κτύπησε τον Μ.Κ.2 με τη δεξιά άκρη του Αυτοκινήτου. Ο Μ.Κ.2 εκτινάχθηκε στον ανεμοθώρακα του Αυτοκινήτου και στη συνέχεια έπεσε στο έδαφος. Από την σύγκρουση, έσπασε το δεξιό καθρεφτάκι και ράγισε ο μπροστινός ανεμοθώρακας του Αυτοκινήτου. Ο Μ.Κ.2 τραυματίστηκε από το δυστύχημα. Μεταφέρθηκε αμέσως με ασθενοφόρο στο Νοσοκομείο, όπου παρέμεινε για νοσηλεία για ένα μήνα. Μέχρι και τις 20/3/2012, ο Μ.Κ.2 περπατούσε με πατερίτσες και κάποιες φορές χρειαζόταν καροτσάκι για να μετακινηθεί. Ο καιρός κατά τον χρόνο και τόπο του δυστυχήματος ήταν αίθριος και η άσφαλτος της οδού Σταδίου ήταν στεγνή. Η ορατότητα ήταν πέραν των 100 μέτρων και από τις δύο κατευθύνσεις και δεν εντοπίστηκαν ίχνη τροχοπέδησης. Νομική πτυχή και συμπεράσματα Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφοβολίας. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του αδικήματος, αντικείμενο της κατηγορίας, και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και αν είναι. Βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363. Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής. Βλ. Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401. Όπως τονίστηκε στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ. 264 «οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής.» Όπως καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτή θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και απαλλαγεί από την κατηγορία. Το Άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, Ν.86/72(στο εξής «ο Νόμος»), προνοεί ότι όποιος οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή, ή χωρίς να επιδεικνύει εύλογη μέριμνα για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την οδό, είναι ένοχο αδικήματος. Το τί συνιστά αμέλεια έχει επανειλημμένα κριθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου της χώρας. Στην υπόθεση Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, τονίζονται τα εξής στη σελ. 73: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ίδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο. Το τί διαφέρει είναι το βάρος απόδειξης. Όπως τονίστηκε στην Σωκράτους ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), σελ. 4: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκο προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υπόθεσης για να αποφασισθεί- (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξή του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια.» Όπως προκύπτει και από τη σχετική νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας, πάντοτε κάτω από όλες τις περιστάσεις. Βλ. Constantinou v. Katsouri
(1975)1 C.L.R. 188. Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες και παράλειψη να δει κανείς ό,τι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια. Βλ. Nicolaides v. Economides
(1963)2 C.L.R. 78. Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια. Βλ. Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 378. Περαιτέρω, στις περιπτώσεις όπου επίδικη είναι η φύση του καθήκοντος επιμέλειας έναντι πεζού, έχει νομολογηθεί ότι το καθήκον για τη λήψη εξαιρετικά αποτρεπτικών μέτρων προκύπτει αφότου εκδηλωθεί κίνδυνος στο δρόμο, για την αποφυγή του οποίου ο συνετός οδηγός πρέπει να δράσει. Η παρουσία ενήλικου πεζού στο κράσπεδο του δρόμου δεν υποδηλώνει αφ' εαυτής την ύπαρξη κινδύνου, για τον οποίο πρέπει να ληφθούν προφυλακτικά μέτρα. Κίνδυνος μπορεί να προκύψει αφότου ο πεζός αποπειράται να διασταυρώσει τον δρόμο. Βλ. Murrel v. Aστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 217, σελ. 223-4. Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Σιλβέστρου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 151, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η ύπαρξη σταθμευμένων οχημάτων σε συνδυασμό με την ύπαρξη πεζών που έβγαιναν εκείνη την ώρα από την εκκλησία, επέβαλλαν στον εκεί κατηγορούμενο την υποχρέωση να λάβει ιδιαίτερες προφυλάξεις γιατί η εμφάνιση κινδύνου ήταν εύλογα εμφανής. Όπως χαρακτηριστικά διαβάζουμε στις σελ. 158-159: «Αν η δυνατότητα εμφάνισης κινδύνου είναι εύλογα εμφανής η μη λήψη προφυλάξεων αποτελεί αμέλεια. Αλλά αν η δυνατότητα εμφάνισης κινδύνου είναι μόνο μια δυνατότητα η οποία ουδέποτε θα εγειρόταν στη σκέψη ενός λογικού ανθρώπου τότε δεν υπάρχει αμέλεια αν δεν πάρει ένας ασυνήθεις προφυλάξεις ... Στην κρινόμενη υπόθεση λόγω των συνθηκών που επικρατούσαν στην σκηνή του δυστυχήματος η δυνατότητα εμφάνισης κινδύνου ήταν εύλογα εμφανής. Ακολουθεί πως ο εφεσείων έπρεπε να λάβει ιδιαίτερες προφυλάξεις. Να οδηγεί με χαμηλότερη ταχύτητα και να τηρεί τη δέουσα παρατηρητικότητα.» Περαιτέρω, στην υπόθεση Αργυρού (ανωτέρω), όπου ο εκεί κατηγορούμενος είχε αντιληφθεί το πεζό από απόσταση 20-25 μέτρων να εισέρχεται στο δρόμο για να διασταυρώσει, λέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η παράλειψη του οδηγού να μειώσει ταχύτητα ή να ακινητοποιήσει το όχημά του ισοδυναμούσε με αμέλεια και τούτο γιατί όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, η παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια. Βλ., επίσης, Δαυίδ ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 169. Περαιτέρω, στην υπόθεση Παύλου (ανωτέρω), τονίστηκε ότι η ύπαρξη παιδιών στο δρόμο ή κοντά σε ένα δρόμο επιφορτίζει ένα οδηγό με την υποχρέωση επίδειξης αυξημένης προσοχής που μπορεί, ανάλογα με τις περιστάσεις, να εκδηλωθεί με την μείωση της ταχύτητας, τη χρήση σειρήνας και ακόμη μια πιο στενή οπτική επαφή με τα παιδιά, για να μπορέσει να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά μια ξαφνική κίνηση εκ μέρους των παιδιών που μπορεί να δημιουργήσει σοβαρούς κινδύνους στο δρόμο. Βλ., επίσης, τα όσα σχετικά τονίστηκαν στις υποθέσεις Κυριακίδης ν. Στυλιανού
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 68 και Νικοδήμου ν. Χαραλάμπους
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1369, όπου, μεταξύ άλλων, εξετάστηκε το καθήκον επιμέλειας οδηγού έναντι παιδιών που βρίσκονταν ή διασταύρωναν τον δρόμο. Λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα της παρούσας και έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομικές αρχές, ο Κατηγορούμενος είχε καθήκον να ασκεί ιδιαίτερη επιτήρηση και να επιδείξει αυξημένη προσοχή στο δρόμο στο επίδικο σημείο και χρόνο από τη στιγμή που αντιλήθηκε τους πεζούς και πολύ περισσότερο τους μαθητές που διασταύρωναν την οδό Σταδίου και να προβεί σε όλα τα αναγκαία μέτρα για να αποφύγει τη σύγκρουση. Η ώρα που έγινε το δυστύχημα, ήτοι την ώρα που σχόλαναν οι μαθητές από το Γυμνάσιο Δερύνειας, η εγγύτητα της σκηνής του δυστυχήματος με το Γυμνάσιο Δερύνειας και οι συνθήκες που επικρατούσαν, δηλαδή η ύπαρξη αρκετών πεζών και μαθητών που διασταύρωναν το δρόμο, σε συνδυασμό με την πυκνή τροχαία κίνηση ως και τα αυτοκίνητα που ήταν σταθμευμένα κατά μήκος της οδού Σταδίου, ήταν τέτοιες που επέβαλλαν στον Κατηγορούμενο την υποχρέωση να οδηγεί με αυξημένη προσοχή. Όφειλε να ελαττώσει σε τέτοιο σημείο την ταχύτητά του ώστε να είναι σε θέση να αντιδράσει αμέσως και αποτελεσματικά στην περίπτωση που κάποιος από τους μαθητές επιχειρούσε να διασταυρώσει, έστω ξαφνικά και χωρίς να βεβαιωθεί, όπως στην περίπτωση του Μ.Κ.2, ότι ήταν ασφαλές να πράξει τούτο. Παρά το ότι η ταχύτητα με την οποία οδηγούσε ο Κατηγορούμενος ήταν κάτω από το ανώτατο όριο ταχύτητας, εντούτοις αυτή δεν ήταν τέτοια που επέτρεπε στον Κατηγορούμενο, υπό τις συνθήκες που επικρατούσαν στον δρόμο, να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά μια ξαφνική και απρόσεκτη κίνηση εκ μέρους των παιδιών που διασταύρωναν τον δρόμο. Πέραν των ανωτέρω, ο Κατηγορούμενος όφειλε να είχε όλη την προσοχή του στραμμένη στα παιδιά που διασταύρωναν ή επιχειρούσαν να διασταυρώσουν τον δρόμο ώστε να είναι σε θέση να αντιληφθεί αμέσως και εγκαίρως τις κινήσεις τους εντός της ασφάλτου και να δράσει ανάλογα. Με δεδομένη την ορατότητα των 100 μέτρων που υπήρχε και από τις δύο κατευθύνσεις, την ταχύτητα του Κατηγορουμένου, το σημείο από όπου ο Μ.Κ.2 εισήλθε στο κράσπεδο της οδού Σταδίου για να διασταυρώσει, ως και του σχετικά μικρού πλάτους του δρόμου, θα αναμένετο, επίσης, από τον Κατηγορούμενο να αντιληφθεί την παρουσία του Μ.Κ.2 αμέσως μόλις ο τελευταίος εισήλθε στο κράσπεδο του δρόμου, κάτι το οποίο ο Κατηγορούμενος παρέλειψε να πράξει, εφόσον δεν επέδειξε αυξημένη προσοχή στο δρόμο. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν έχει τεθεί υπόψη μου μαρτυρία ή ο,τιδήποτε από το οποίο να προκύπτει ότι η ύπαρξη σταθμευμένων αυτοκινήτων κατά μήκος της οδού Σταδίου περιόριζε με οποιοδήποτε τρόπο την ορατότητα του Κατηγορουμένου προς την πλευρά που βρισκόταν ο Μ.Κ.2 την ώρα που ο τελευταίος εισήλθε εντός του δρόμου. Πολύ δε περισσότερο, ο Κατηγορούμενος, τη στιγμή που αντιλήφθηκε την παρουσία του Μ.Κ.2, έστω σε πολύ κοντινή απόσταση από τον ίδιο, αλλά εντός της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας, όφειλε αμέσως είτε να ακινητοποιήσει το Αυτοκίνητο ή έστω να μειώσει την ταχύτητά του και ταυτόχρονα να χρησιμοποιήσει την σειρήνα του Αυτοκινήτου του για να καταστήσει γνωστή την παρουσία του στον Μ.Κ.2, ο οποίος μέχρι τότε δεν είχε αντιληφθεί την παρουσία του Αυτοκινήτου. Αντ' αυτού, ο Κατηγορούμενος δεν επαγρύπνησε μήπως συμβεί το χειρότερο, με αποτέλεσμα ο Μ.Κ.2 να συνεχίσει την πορεία του και να εισέλθει εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του Κατηγορουμένου, χωρίς να σταματήσει στην διαχωριστική γραμμή και κοιτάζοντας προς την άλλη κατεύθυνση από αυτή που βρισκόταν ο Κατηγορούμενος. Το ότι ο Κατηγορούμενος, μετά που ο Μ.Κ.2 εισήλθε στην λωρίδα κυκλοφορίας του, επιχείρησε να αποφύγει την σύγκρουση πατώντας φρένα και στρίβοντας το τιμόνι του Αυτοκινήτου αριστερά, δεν τον απαλλάσει από την υποχρέωση που είχε υπό τις περιστάσεις να επιδείξει αυξημένη προσοχή κατά την οδήγηση για να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τους σοβαρούς κινδύνους στο δρόμο. Ως εκ των ανωτέρω, αποτελεί αναπόδραστη κατάληξή μου ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει επιτύχει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του Κατηγορουμένου στην Κατηγορία της αμελούς οδήγησης. Συνεπώς, βρίσκω τον Κατηγορούμενο ένοχο στην Κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............. Μ. Μηλιώτου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο