Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Σωτήρης Ιωάννου, Αρ.Υπόθεσης:1230/2012, 23/9/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2013:B12 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΜΗΛΙΩΤΟΥ, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης:1230/2012 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου -ν- Σωτήρης Ιωάννου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 23 Σεπτεμβρίου 2013 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Χ" Μιχαήλ. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Π. Αβραάμ. Κατηγορούμενος: Παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει Κατηγορία αμελούς οδήγησης, κατά παράβαση του Άρθρου 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, Ν.86/72, όπως τροποποιήθηκε. Ειδικότερα, κατηγορείται ότι στις 8/7/2011 στο Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής KUE359 μη καταβάλλων την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Μαρτυρία Για να αποδείξει την υπόθεσή της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε συνολικά τρεις μάρτυρες, ενώ ο Κατηγορούμενος, όταν κλήθηκε να προβάλει την υπεράσπισή του, κατέθεσε ο ίδιος ενόρκως και δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα. Ως πρώτος μάρτυρας κατηγορίας κλήθηκε και κατέθεσε ο Κωνσταντίνος Λοϊζου (Μ.Κ.1), ηλικίας σήμερα 19 ετών, ο οποίος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης την γραπτή κατάθεσή του στην Αστυνομία, ημερομηνίας 28/8/2011 (Τεκμήριο «1»). Στο Τεκμήριο 1 καταγράφεται ότι στις 6/7/2011, ο Μ.Κ.1 πήγε με τους φίλους του στο Παραλίμνι για διακοπές. Στις 8/7/2011 o φίλος του Κατηγορουμένου, Στέφανος Νασίφ, ενοικίασε μια μοτόρα και το βράδυ αποφάσισαν να κάνουν πάρτι με τους φίλους τους στην παραλία στην Αγία Τριάδα. Όταν βρίσκονταν στην παραλία, περί τις 22:00 ο Μ.Κ.1 αποφάσισε να πάει στο περίπτερο να αγοράσει αναψυκτικά, όπου πήγε με τη μοτόρα του εν λόγω φίλου του. Όπως επέστρεφε, ένα αυτοκίνητο πετάχτηκε από την πάροδο και έκοψε το δρόμο του Μ.Κ.1, ο οποίος δεν έτρεχε, δεν πρόλαβε να πατήσει στόπερ και κτύπησε στο αυτοκίνητο. Από το δυστύχημα, ο Μ.Κ.1 έπαθε κάταγμα κλείδας, μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο και χρειάστηκε να κάνει εγχείρηση στις 19/7/
- Σύμφωνα, περαιτέρω, με το Τεκμήριο 1, στις 28/8/2011 ο Μ.Κ.1 είχε ραφές στο δεξί φρύδι και αρκετά γδαρσίματα σε χέρια, πόδια και πλάτη. Μετά την ανάγνωση του Τεκμηρίου 1 κατατέθηκε ως Τεκμήριο «Α» προς αναγνώριση σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος και ο Μ.Κ.1 υπέδειξε με αναφορά σε αυτό ποιά ήταν η πορεία του και είπε ότι η σύγκρουση έγινε στο σημείο που σημειώθηκε με το γράμμα «χ». Ακολούθως, ανέφερε ότι απλώς θυμάται ότι ο Κατηγορούμενος ήταν σταματημένος στην λωρίδα κυκλοφορίας του Μ.Κ.1 πριν ο τελευταίος λιποθυμήσει. Όταν είδε τον Κατηγορούμενο να βγαίνει από την πάροδο η απόσταση που τους χώριζε ήταν 10-20 μέτρα περίπου. Ανέφερε αυτολεξεί ότι «Όπως πήγαινα είδα ένα αυτοκίνητο να βγαίνει από το ΑΛΤ και ώσπου να αντιδράσω έδωσα πάνω του». Επίσης, είπε ότι ο αστυνομικός του είπε ότι κτύπησε στην πισινή πόρτα του αυτοκινήτου. Ο ίδιος, όμως, δεν θυμάται επειδή λιποθύμησε. Ανέφερε, επίσης, ότι οδηγούσε με ταχύτητα 40-50 χ.α.ώ. Κατά την αντεξέτασή του, ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι όταν έγινε το δυστύχημα δεν κουβαλούσε κάτι μαζί του γιατί είχε ξεχάσει και δεν πήρε το πορτοφόλι μαζί του. Το μόνο που θυμάται σε σχέση με τη σύγκρουση είναι ότι σταμάτησε η μοτόρα και ξύπνησε κάτω στην άσφαλτο. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι φρέναρε και μετά έγινε η σύγκρουση. Σε ερώτηση πώς φρέναρε, ο Μ.Κ.1 απάντησε ότι δεν είχε ώρα να αντιδράσει και έπιασε απότομα τα φρένα της μοτοσυκλέτας. Στο Τεκμήριο 1 ανέφερε ότι δεν πρόλαβε να πατήσει φρένα επειδή ήταν μικρή η απόσταση και τα πάτησε ενστικτιδώς. Έπιασε και τα δύο φρένα απότομα. Θυμάται ότι πριν λυποθυμήσει η μοτόρα σηκώθηκε στον μπροστινό τροχό, ο Μ.Κ.1 εκτοξεύθηκε και λιποθύμησε. Δεν γνωρίζει πόση απόσταση διένυσε η μοτόρα στον μπροστινό τροχό και δεν είναι σίγουρος κατά πόσον διένυσε κάποια μέτρα. Ανέφερε, επίσης, ότι η ταχύτητα με την οποία οδηγούσε μπορεί να ήταν μεγαλύτερη από 40-50 χ.α.ώ. Περαιτέρω, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι τότε ήταν η πρώτη φορά που πήγε στο δρόμο που έγινε το δυστύχημα και έκτοτε δεν ξαναπήγε. Θυμάται ότι ο δρόμος ήταν ευθύς και δεν θυμόταν κατά πόσον υπήρχε κάποια στροφή στην λωρίδα κατεύθυνσής του. Κατατέθηκαν δύο φωτογραφίες ως Τεκμήριο «Β» προς αναγνώριση και με αναφορά σε αυτές ο Μ.Κ.2 απαντούσε σε διάφορες ερωτήσεις που του υποβάλλονταν. Ανέφερε, επίσης, ότι από το σημείο περίπου που είδε για πρώτη φορά τον Κατηγορούμενο, ο Μ.Κ.1 άρχισε το φρενάρισμα. Μόλις φρέναρε λιποθύμησε. Λιποθύμησε πριν την σύγκρουση. Σε περαιτέρω υποβολή ότι υπήρχε ελεύθερος δρόμος και τρόπος να αποφύγει τη σύγκρουση, ο Μ.Κ.1 είπε ότι δεν ήταν καλός οδηγός, γι' αυτό πάτησε απότομα τα φρένα. Επίσης διαφώνησε ότι έτρεχε με ταχύτητα πέραν του επιτρεπομένου ορίου ταχύτητας. Δεν ήξερε πόσο ήταν το όριο ταχύτητας. Ανέφερε, επίσης, ότι όταν ξύπνησε δεν είδε το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου, ως και ότι ο Κατηγορούμενος βγήκε απότομα χωρίς να κοιτάξει. Αρνήθηκε, επίσης, ότι διένυσε κάποια απόσταση με τον ένα τροχό. Ανέφερε, επίσης, ότι όταν πήγε για να δώσει κατάθεση, ο αστυνομικός του είπε τί έγινε και που κτύπησε. Μετά που συνήλθε από την λιποθυμία, ο Μ.Κ.1 άκουσε τη φωνή κάποιου αστυνομικού να του ζητά τα στοιχεία του πριν μπει στο ασθενοφόρο. Σε διευκρινιστική ερώτηση του Δικαστηρίου, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι όταν πρωτοείδε τον Κατηγορούμενο, ο τελευταίος έβγαινε απότομα από το ΑΛΤ. Ακολούθως, ανέφερε ότι μάλλον μόλις είχε βγει. Δεν θυμόταν ακριβώς. Τον είδε να βγαίνει, πάτησε φρένο και έγινε η σύγκρουση. Δεύτερος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο Αστυφύλακας 1239, Κλεάνθης Κουμπαρίδης (Μ.Κ.2), ο οποίος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του γραπτή κατάθεση του ιδίου (Τεκμήριο «2»). Σύμφωνα με το Τεκμήριο 2, ο Μ.Κ.2 στις 8/7/2011 υπηρετούσε στην Αστυνομική Διεύθυνση Αμμοχώστου και ήταν αποσπασμένος στον Αστυνομικό Σταθμό Παραλιμνίου. Την εν λόγω ημερομηνία και περί ώρα 22:40, κατόπιν πληροφόρησης, ο Μ.Κ.2 επισκέφτηκε την σκηνή τροχαίου δυστυχήματος που επεσυνέβη περί ώρα 22:30 στην οδό Τήνου με τη διασταύρωση της οδού Αδώνιδος στο Παραλίμνι, με εμπλεκόμενα οχήματα το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής KUE359 (στο εξής «το Αυτοκίνητο»), με οδηγό τον Κατηγορούμενο, και το μοτοποδήλατο με αρ. εγγραφής HNE707 (στο εξής «η Μοτοσυκλέτα»), το οποίο ήταν ενοικιασμένο από τον 18χρονο Στέφανο Νασίφ (στο εξής «ο Ενοικιαστής της Μοτοσυκλέτας»), με οδηγό τον Μ.Κ.
- Κατά την άφιξη του Μ.Κ.2 στην σκηνή του δυστυχήματος, τα δύο ενεχόμενα οχήματα βρίσκονταν στις τελικές τους θέσεις και το Αυτοκίνητο είχε μετακινηθεί σε μικρή απόσταση από το σημείο σύγκρουσης. Από το δυστύχημα τραυματίστηκε ο Μ.Κ.1, ο οποίος μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Αμμοχώστου. Ακολούθως, στο Τεκμήριο 2 καταγράφεται ότι στις 8/7/2011 και περί ώρα 23:05 στον Αστυνομικό Σταθμό Παραλιμνίου, ο Μ.Κ.2 πληροφόρησε τον Ενοικιαστή της Μοτοσυκλέτας για την εναντίον του διερευνούμενη υπόθεση, από τον οποίο πήρε στη συνέχεια ανακριτική κατάθεση και τον κατηγόρησε γραπτώς. Επίσης, ότι στις 9/7/2011 και μεταξύ των ωρών 00:40-00:55 στον Αστυνομικό Σταθμό Παραλιμνίου, ο Μ.Κ.2 κατηγόρησε γραπτώς τον Κατηγορούμενο για τα εναντίον του διερευνούμενα αδικήματα και αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, ο Κατηγορούμενος απάντησε «Δεν επιθυμώ να πω ο,τιδήποτε.» Παραιτέρω, στις 28/8/2011 και περί ώρα 10:20 στον Αστυνομικό Σταθμό Παραλιμνίου, ο Μ.Κ.2 πληροφόρησε τον Μ.Κ.1 για την εναντίον του διερευνούμενη υπόθεση και του απάντησε «Συγγνώμη». Στις 28/8/2011 και μεταξύ των ωρών 10:30-11:10, ο Μ.Κ.2 έλαβε από τον Μ.Κ.1 την κατάθεση, Τεκμήριο
- Μετά την ανάγνωση του Τεκμηρίου 2, ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι όταν πήγε στην σκηνή ο νεαρός ήταν στην άσφαλτο, έτρεχαν αίματα από το πρόσωπο ή το πόδι του και ο Μ.Κ.2 ετοίμασε πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος, το οποίο κατέθεσε ως Τεκμήριο «3». Με βάση το Τεκμήριο 3 ετοίμασε το Τεκμήριο Α προς αναγνώριση, ήτοι συμμετρικό σχέδιο, το οποίο κατέθεσε ως Τεκμήριο «4». Με αναφορά στο Τεκμήριο 4, ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι σημείωσε την πορεία του Αυτοκινήτου με βάση αυτά που του είπε ο Κατηγορούμενος. Σημείωσε, επίσης, την πορεία της Μοτοσυκλέτας με αυτά που του είπε ο Μ.Κ.1, ο οποίος του υπέδειξε επίσης το σημείο σύγκρουσης, το οποίο σημείωσε στα Τεκμήρια 3 και 4 με το σημείο «χ». Δεν του υποδείχθηκε άλλο σημείο σύγκρουσης από οποιοδήποτε. Ανεφέρθηκε, επίσης, σε διάφορες μετρήσεις που κατέγραψε στα Τεκμήρια 3 και 4 και ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι ο Κατηγορούμενος μετακίνησε το Αυτοκίνητο και ότι όταν πήγε στη σκηνή του δυστυχήματος η κίνηση ήταν αραιή, δηλαδή δεν υπήρχαν πολλά αυτοκίνητα. Σε σχέση με τις ζημιές των οχημάτων, ο Μ.Κ.2 ζήτησε να συμβουλευτεί την συνοπτική έκθεση, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο «5». Σύμφωνα με το Τεκμήριο 5, το Αυτοκίνητο, το οποίο είναι μάρκας NISSAN TIIDA, τύπου hatch back, 1598 cc, κτύπησε στην πίσω δεξιά πόρτα. Επίσης, στράβωσε το τιμόνι, τα πλαϊνά πλαστικά και το κάθισμα της Μοτοσυκλέτας, η οποία είναι μάρκας Kymco, 49 cc. Ανέφερε, επίσης, ότι η ορατότητα και στις δύο οδούς ήταν ικανοποιητική και από τις δύο κατευθύνσεις, δηλαδή η ορατότητα και στις δύο οδούς και από τις δύο κατευθύνσεις ήταν πέραν των 100 μέτρων. Αυτό ισχύει και σε σχέση με την πορεία του Κατηγορουμένου, δηλαδή μπορούσε να δει δεξιά του 100 μέτρα αν ερχόταν κάποιο όχημα. Ανέφερε, επίσης, ότι η περιοχή ήταν κατοικημένη και το όριο ταχύτητας ήταν 50 χ.α.ώ. Σύμφωνα, επίσης, με τον Μ.Κ.2 το σημείο σύγκρουσης δεν καθορίστηκε με βάση αντικειμενικά ευρήματα. Είναι ο Μ.Κ.1 που του το υπέδειξε, ο οποίος του είπε «Εδώ έππεσα, εδώ έγινε η σύγκρουση.» Ανέφερε, περαιτέρω, ότι υπήρχε φωτισμός στο δρόμο από πασσάλους της ηλεκτρικής. Κατά την αντεξέτασή του, ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι στο Τεκμήριο 1 κατέγραψε ό,τι του είπε ο Μ.Κ.
- Είναι ο Μ.Κ.1 που του είπε πού κτύπησε, ότι έγειρε και έμεινε εκεί. Σύμφωνα με τον Μ.Κ.2, το σημείο σύγκρουσης μπορεί να είναι 30 εκατοστά πιο αριστερά ή πιο δεξιά. Ανέφερε, επίσης, πως όταν πήγε στην σκηνή του δυστυχήματος, δεν είχε φθάσει το ασθενοφόρο. Ήταν δική του παράλειψη που δεν υπέγραψε ο Μ.Κ.1 το Τεκμήριο
- Ως είπε, δεν ήταν επειδή δεν θυμόταν που δεν το υπέγραψε ο Μ.Κ.
- Όταν υποδείχθηκε στον Μ.Κ.2 η αναφορά του στη σελίδα 4 του Τεκμηρίου 5, όπου κατέγραψε ότι ο Μ.Κ.2 δεν υπέγραψε το Τεκμήριο 3 όταν εξήλθε από το νοσοκομείο επειδή δεν θυμόταν πώς έγινε, ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι όταν πήγε στη σκηνή του δυστυχήματος και είδε τον Μ.Κ.1 κάτω στην άσφαλτο, ο τελευταίος του υπέδειξε το σημείο σύγκρουσης. Δεν ξέρει γιατί μετά ξέχασε. Σύμφωνα με τον Μ.Κ.2, σε απόσταση πέραν των 500 μέτρων από το σημείο της σύγκρουσης υπάρχει μια στροφή, ως επίσης σε κάποιο άλλο σημείο του δρόμου υπάρχει κάποια κλίση, αλλά δεν πρόκειται για στροφή. Δεν μέτρησε, όμως, την απόσταση της εν λόγω κλίσης από το σημείο της σύγκρουσης. Είπε, επίσης, ότι δεν εντοπίστηκαν ίχνη τροχοπέδησης. Εντοπίστηκε ανεξάρτητη μαρτυρία από κάποιον Άγγλο, αλλά ο Μ.Κ.2 δεν τον ρώτησε για το σημείο σύγκρουσης. Ανέφερε, επίσης, ότι πιστεύει ότι ο Κατηγορούμενος έχει ευθύνη επειδή εισήλθε στον κύριο δρόμο από πάροδο. Τρίτος μάρτυρας κατηγορίας κλήθηκε και κατέθεσε ο Αστυφύλακας 1080, Βάσος Βαρνάβα (Μ.Κ.3), ο οποίος στις 8/7/2011 υπηρετούσε στην Αστυνομική Διεύθυνση Αμμοχώστου και ήταν αποσπασμένος στον Αστυνομικό Σταθμό Αμμοχώστου. Ο Μ.Κ.3 κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του γραπτή κατάθεση του ιδίου (Τεκμήριο «6»). Σύμφωνα με το Τεκμήριο 6, στις 8/7/2011 και ώρα 23:40 στον Αστυνομικό Σταθμό Παραλιμνίου, ο Μ.Κ.3 ενημέρωσε τον Κατηγορούμενο για την εναντίον του διερευνούμενη υπόθεση σχετικά με το τροχαίο δυστύχημα που έγινε την ίδια ημέρα και περί ώρα 22:30 και αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, ο Κατηγορούμενος απάντησε «Συγνώμη». Την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 23:40-00:20 ο Μ.Κ.3 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούνο, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο «7». Κατά την αντεξέτασή του, ο Μ.Κ.3 ανέφερε ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει τί εννοούσε ο Κατηγορούμενος με το συγνώμη. Ο ίδιος κατέγραψε τί του είπε ο Κατηγορούμενος και δεν είναι σε θέση να γνωρίζει ποιά ήταν η ψυχολογική του κατάσταση. Σημειωτέον ότι στην ανακριτική του κατάθεση, Τεκμήριο 7, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι στις 8/7/2011 πήγε με την οικογένειά του στην εξοχική τους κατοικία στον Πρωταρά για να περάσουν το τριήμερο. Γύρω στις 20:30 το ίδιο βράδυ, ο Κατηγορούμενος πήγε με την οικογένειά του για φαγητό σε κάποιο εστιατόριο. Γύρω στις 22:15 αποφάσισαν να φύγουν και να παν σπίτι. Γύρω στις 22:30 και ενώ ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το Αυτοκίνητο προσπάθησε να βγει από το ΑΛΤ της παρόδου που βρίσκεται δίπλα από το κέντρο Λουκιάνα με πρόθεση να μπει στην οδό Αγίας Τριάδας. Αφού κοίταξε δεξιά και αριστερά και είδε ότι ο δρόμος ήταν καθαρός και δεν υπήρχαν άλλα οχήματα, τότε ο Κατηγορούμενος εισήλθε στην οδό Αγίας Τριάδας. Καθώς ήταν στη μέση περίπου του δρόμου, ο Κατηγορούμενος είδε ένα φως στα δεξιά του να έρχεται προς τα πάνω του περίπου στα 20-30 μέτρα. Επειδή ήταν μακριά του, ο Κατηγορούμενος συνέχισε την πορεία του και τότε σε μερικά δευτερόλεπτα πρόσεξε ότι ήταν μοτόρα και ερχόταν προς τα πάνω του πιάνοντας τα πισινά φρένα και ο πισινός τροχός βρισκόταν στον αέρα. Έτσι όπως τον είδε χωρίς έλεγχο της μοτόρας πήγε και κτύπησε πάνω στο Αυτοκίνητο. Μετά τη σύγκρουση, επειδή τα μωρά του Κατηγορουμένου πανικοβλήθηκαν, ο Κατηγορούμενος μετακίνησε το Αυτοκίνητο από το σημείο σύγκρουσης και το στάθμευσε λίγο πιο κάτω στην άκρη του δρόμου. Μετά ο Κατηγορούμενος κατέβηκε και περίμενε να έρθει η Αστυνομία. Από την σύγκρουση προκλήθηκαν μόνο υλικές ζημιές στην δεξιά πισινή πόρτα του Αυτοκινήτου. Ο Κατηγορούμενος στην δική του ένορκη κατάθεση ανέφερε κατ' αρχάς ότι από την αρχή η θέση του στους αστυνομικούς ήταν ότι δεν έφταιγε για το δυστύχημα και πως τα γεγονότα έλαβαν χώρα όπως τα είπε στο Τεκμήριο
- Ακολούθως, ανέφερε ότι όπως ήταν στο ΑΛΤ είχε πρόθεση να βγει στον κύριο δρόμο. Κοίταξε δεξιά, αριστερά και πάλι δεξιά. Ο δρόμος ήταν καθαρός και δεν είχε καθόλου κίνηση. Άρα είχε το οπτικό πεδίο ως την στροφή που βρισκόταν στα δεξιά του. Τότε, ο Κατηγορούμενος βγήκε από το ΑΛΤ. Όταν βγήκε στη μέση του δρόμου, ο Κατηγορούμενος ξαναήλεγξε και είδε ένα φως, το οποίο υπέθεσε ότι ήταν μοτοσυκλέτα, το οποίο βρισκόταν σε αρκετή απόσταση που του έδινε το δικαίωμα να προχωρήσει. Σε μερικά δευτερόλεπτα, ο Κατηγορούμενος κάλυψε 10-15 μέτρα από το σημείο που πρόσεξε την Μοτοσυκλέτα και μπήκε στην πορεία του. Όταν ήδη βρισκόταν στην πορεία του, ο Κατηγορούμενος πρόσεξε ότι ερχόταν μια μοτοσυκλέτα με τον μπροστινό τροχό κάτω και τον πισινό στον αέρα. Η Μοτοσυκλέτα ερχόταν κατά πάνω του Κατηγορουμένου σε αυτή τη στάση για αρκετά μέτρα, η οποία πήγε και του κτύπησε δεξιά πίσω στο φτερό του Αυτοκινήτου. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε, επίσης, ότι η Μοτοσυκλέτα είχε όλο το χρόνο και τόπο για να τον αποφύγει. Από την πρώτη στιγμή που πήγε ο αστυνομικός στη σκηνή του δυστυχήματος, ο Κατηγορούμενος του έλεγε ότι δεν είναι εκεί που σημείωσε το σημείο σύγκρουσης. Υπήρχαν διάφορα στην σκηνή, από τα οποία ο Αστυνομικός μπορούσε να κατέληγε ότι το σημείο σύγκρουσης ήταν στη μεριά του Κατηγορουμένου. Ανέφερε, επίσης, ότι μετά τη σύγκρουση, ο Μ.Κ.1 δεν ήταν σε θέση να υποδείξει το σημείο σύγκρουσης εφόσον βρισκόταν σχεδόν αναίσθητος στο δρόμο και το μόνο που είπε ήταν «Πονώ τον ώμο μου.» Φόρεσαν κολλάρο στον Μ.Κ.1 και όπως ήταν τον έβαλαν στο ασθενοφόρο και έφυγαν. Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι δεν σταμάτησε όταν είδε την Μοτοσυκλέτα στη μέση του δρόμου, επειδή αυτή βρισκόταν πολύ μακρυά από αυτόν. Προχώρησε να πάρει την πορεία του επειδή δεν μπορούσε να μείνει στη μέση του δρόμου γιατί τότε η σύγκρουση θα ήταν κάθετη και σίγουρη. Κατά την αντεξέτασή του, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι είχε σταματήσει στο ΑΛΤ της παρόδου. Όπως έβγαινε από το ΑΛΤ, έλεγχε το δρόμο και όταν βρισκόταν στη μέση του δρόμου είδε αυτή τη στιγμιαία εικόνα, η οποία ήταν σε απόσταση 50 μέτρων περίπου και του έδινε την ευχέρεια να προχωρήσει. Αρνήθηκε ότι υπολόγισε λάθος απόσταση. Ανέφερε, επίσης, ότι είχε είδε στρίψει και εισέλθει στην πορεία του όταν είδε την Μοτοσυκλέτα να έρχεται με τον ένα τροχό προς τα πάνω του. Δεν ανέφερε τούτο στο Τεκμήριο 7, αλλά αυτό εννοούσε. Δηλαδή, βρισκόταν ήδη σε ευθεία όταν είδε περίπου στα 10 μέτρα την Μοτοσυκλέτα να έρχεται κατά πάνω του με τον ένα τροχό. Η Μοτοσυκλέτα ερχόταν ως η πορεία Β στο Τεκμήριο 4 και μπήκε στην λωρίδα του Κατηγορουμένου. Ανέφερε, επίσης, ότι μετά τη σύγκρουση μετακίνησε το Αυτοκίνητο επειδή τα μωρά του κιτρίνισαν από το φόβο. Σε ερώτηση κατά πόσον έδειξε στον αστυνομικό το σημείο σύγκρουσης, ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι του είπε ότι ήταν στη μεριά του. Επίσης, ότι μετά που έδωσε κατάθεση, του τηλεφώνησαν και του είπαν να περάσει από το σταθμό γιατί είχε ξεχάσει να υπογράψει την κατάθεσή του. Ο Κατηγορούμενος πήγε στο σταθμό και όταν του έδειξαν το σχεδιάγραμμα τους είπε ότι δεν συμφωνεί με αυτό. Σε ερώτηση γιατί δεν είπε στον αστυνομικό πού είναι το σημείο σύγκρουσης, ο Κατηγορούμενος ανέφερε αυτολεξεί «Ποιός σου είπε ότι δεν το είπα;» Αμέσως μετά ανέφερε ότι του είπε τη διαφωνία του και διερωτήθηκε κατά πόσον το λάθος του ήταν ότι δεν υπέδειξε το σημείο σύγκρουσης. Ακολούθως ανέφερε ότι από το σημείο του ΑΛΤ στο οποίο βρισκόταν έβλεπε ως την στροφή, σε σχέση με την οποία στη συνέχεια δέχθηκε ότι ήταν μια ελαφριά κλίση. Ανέφερε, επίσης, ότι δεν σταμάτησε στη μέση του δρόμου, προχώρησε και ξέφυγε, σε αντίθεση με τον Μ.Κ.
- Κατά την επανεξέτασή του, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι είπε στον αστυνομικό πού είναι το σημείο σύγκρουσης, εξ ου και δεν υπέγραψε το σχέδιο. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων, η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, με ανάλυση της μαρτυρίας, εισηγήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος έχει μερίδιο ευθύνης για το δυστύχημα και ότι το λάθος του συνίστατο στο ότι υπέθεσε ότι το φως που ερχόταν από τα δεξιά του ήταν μακρυά. Συνεπώς, ο Κατηγορούμενος είχε χρόνο να αποφύγει τη σύγκρουση. Ανέφερε, επίσης, ότι δεν αντέχει τη λογική των πραγμάτων η θέση του Κατηγορουμένου ότι η σύγκρουση έγινε στη δική του λωρίδα κυκλοφορίας. Σχολίασε, επίσης, αρνητικά την απόφαση του Κατηγορουμένου να μετακινήσει το Αυτοκίνητο μετά την σύγκρουση και ζήτησε την καταδίκη του. Στην αντίπερα όχθη, η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορουμένου, κατόπιν ανάλυσης της προσκομισθείσας μαρτυρίας και αναφοράς σε νομολογία, εισηγήθηκε ότι η μαρτυρια της Κατηγορούσας Αρχής δικαιολογεί μόνο συμπεράσματα υποψίας και πιθανολόγησης. Αναφέρθηκε, επίσης, σε σημεία της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας όπου κατά την άποψή του υπάρχουν κενά και αντιφάσεις. Μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι ο Μ.Κ.2 δεν ενήργησε ως ανεξάρτητος μάρτυρας εφόσον υιοθέτησε την εκδοχή του Μ.Κ.1, ως και ότι πουθενά δεν φαίνεται ότι ο Κατηγορούμενος ρωτήθηκε να πει την άποψή του σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης. Θέση της υπεράσπισης είναι ότι ο Κατηγορούμενος κοίταξε από την αρχή μέχρι το οπτικό πεδίο που είχε, στη μέση του δρόμου είδε τον Μ.Κ.1 και προχώρησε. Ανέφερε, επίσης, ότι στην κατάθεση του Κατηγορουμένου δεν υπάρχει ο,τιδήποτε ενοχοποιητικό ενανίον του και εισηγήθηκε ότι κατά την αντεξέτασή του ο Κατηγορούμενος ναίμεν ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος ερχόταν από την πορεία Β, αλλά πουθενά δεν είπε ότι ερχόταν από ευθεία πορεία. Θέση της υπεράσπισης, λοιπόν, ήταν όπως αθωωθεί ο Κατηγορούμενος. Αξιολόγηση-Ευρήματα Έχω παρακολουθήσει με κάθε δυνατή και επιβαλλόμενη προσοχή όλους τους μάρτυρες, τον τρόπο, το ύφος, τη συμπεριφορά, τις αντιδράσεις και γενικά την παρουσία τους στο Δικαστήριο και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους με σκοπό να καταλήξω στα αναγκαία ευρήματα και συμπεράσματα για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Κρίνω σκόπιμο να ξεκινήσω με την μαρτυρία του Μ.Κ.2, εξεταστή της υπόθεσης, ο οποίος μου έκανε γενικά καλή εντύπωση. Πέραν κάποιων σημείων της μαρτυρίας του για τα οποία θα προβώ σε ξεχωριστό σχολιασμό κατωτέρω, αυτός κατέθεσε με θετικό και σαφή τρόπο και μετέφερε, ως εξεταστής της υπόθεσης, με αντικειμενικότητα και συνέπεια τα ευρήματά του από την σκηνή του δυστυχήματος. Κατ' αρχάς, θα πρέπει να σημειωθεί ότι, κατά την αντεξέταση δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση τα αντικειμενικά ευρήματα του Μ.Κ.2, όπως αυτά καταγράφονται στα Τεκμήρια 3 και 4, πλην του σημείου σύγκρουσης και του κατά πόσον του υποδείχθηκε ή όχι αυτό από τον Μ.Κ.
- Πέραν τούτου, θεωρώ ότι αυτός ήταν σε θέση να προβεί στις μετρήσεις που προέβηκε, να αποτυπώσει αυτές σε πρόχειρο σχεδιαγράφημα, Τεκμήριο 3, και ακολούθως, δυνάμει αυτού, να ετοιμάσει το συμμετρικό σχεδιαγράφημα, Τεκμήριο
- Το ίδιο ισχύει και για τις υπόλοιπες διαπιστώσεις του, όπως μετέφερε αυτές στο Δικαστήριο. Δεν μπορώ να συμφωνήσω με τη θέση του κ. Αβραάμ ότι ο Μ.Κ.2 δεν ήταν αντικειμενικός επειδή, ως είπε, υιοθέτησε την εκδοχή του Μ.Κ.
- Ο Μ.Κ.2 δεν έκανε τίποτε περισσότερο από του να εκφράσει την άποψή του, ότι δηλαδή ο Κατηγορούμενος έχει ευθύνη επειδή έβγαινε από πάροδο με βάση τα ευρήματά του στη σκηνή και τις καταθέσεις που έλαβε. Η άποψή του, βεβαίως, δεν αποτελεί αντικείμενο αξιολόγησης και το κατά πόσον ευθύνεται ή όχι ο Κατηγορούμενος για το δυστύχημα ή όχι είναι θέμα που θα αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Ο Μ.Κ.2 δεν με έπεισε, όμως, ότι ήταν ειλικρινής σε σχέση με τα όσα ανέφερε αναφορικά με το σημείο σύγκρουσης. Κατ' αρχάς σε κανένα σημείο της κατάθεσής του, Τεκμήριο 2, ανέφερε πώς κατέληξε στο σημείο σύγκρουσης. Δεν παραβλέπω, βεβαίως, ότι αρκετές διαπιστώσεις του Μ.Κ.2 δεν καταγράφονται στο Τεκμήριο 2, αλλά στην συνοπτική του έκθεση, Τεκμήριο 5, όπως για παράδειγμα η ορατότητα και οι ζημιές των αυτοκινήτων. Η ένορκη, όμως, εκδοχή του, ότι δηλαδή είναι ο Μ.Κ.1 που του υπέδειξε το σημείο σύγκρουσης όταν ο Μ.Κ.2 μετέβηκε στη σκηνή του δυστυχήματος, δεν υποστηρίζεται από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5, στη σελίδα 4 του οποίου πουθενά δεν αναφέρει κάτι τέτοιο. Όταν, μάλιστα τέθηκε υπόψη στο Μ.Κ.2 κατά την αντεξέτασή του η αναφορά του στη σελίδα 4 του Τεκμηρίου 5, ότι ο Μ.Κ.1, όταν εξήλθε από το νοσοκομείο, δεν υπέγραψε το πρόχειρο σχεδιαγράφημα επειδή δεν θυμόταν, ήταν έκδηλο ότι ο Μ.Κ.2 συγχύστηκε και προσπάθησε να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα λέγοντας ότι δεν μπορεί να γνωρίζει πώς ξέχασε στην πορεία ο Μ.Κ.1 πού ήταν το σημείο σύγκρουσης. Είχε, όμως, αναφέρει ότι είναι δικό του λάθος που δεν υπέγραψε το το σχεδιάγραμμα ο Μ.Κ.1, θέση η οποία, επίσης, δεν συνάδει με την γραπτή του αναφορά ότι ο Μ.Κ.1 δεν υπέγραψε τούτο επειδή δεν θυμόταν. Περαιτέρω, η επί του προκειμένου ένορκη εκδοχή του Μ.Κ.2 είναι ασυμβίβαστη με την ένορκη εκδοχή του Μ.Κ.1, επί της οποίας θα επανέλθω κατωτέρω. Ως εκ των ανωτέρω και με δεδομένη τη θέση του Μ.Κ.2 ότι δεν κατέληξε στο σημείο σύγκρουσης στη βάση κάποιων αντικειμενικών ευρημάτων, δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω πώς αυτός προσδιώρισε το σημείο σύγκρουσης. Συνεπώς, πλην των όσων ανέφερε ενόρκως και σημείωσε στα Τεκμήρια 3 και 4 σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης, αποδέχομαι στο σύνολό της την υπόλοιπη μαρτυρία του Μ.Κ.2 ως ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα σε σχέση με τις ενέργειες και τα αντικειμενικά ευρήματα στα οποία προέβη, το τί διαπίστωσε και τί του ελέχθη κατά την εξέταση του επίδικου δυστυχήματος. Παρατηρώ, βεβαίως, ότι στην κατάθεσή του Μ.Κ.2, Τεκμήριο 2, καταγράφεται ότι κατά την άφιξή του στην σκηνή «και τα δύο ενεχόμενα οχήματα βρίσκονταν στις τελικές τους θέσεις. Το αυτοκίνητο είχε μετακινηθεί σε μικρή απόσταση από το σημείο σύγκρουσης.» Είναι εμφανές ότι εδώ υπάρχει μια μικρή ανακρίβεια και ότι ο Μ.Κ.2 χρησιμοποιεί τις λέξεις «τελική θέση» με αναφορά στις θέσεις που είχαν και τα δύο οχήματα όταν έφτασε στη σκηνή του δυστυχήματος, ενώ «τελική θέση» είναι η θέση που λαμβάνει ένα όχημα μετά τη σύγκρουση. Είναι συνεπώς λανθασμένη η αναφορά ότι το Αυτοκίνητο βρισκόταν στην τελική του θέση εφόσον αποτέλεσε κοινό υπόβαθρο γεγονότων ότι ο Κατηγορούμενος μετακίνησε το Αυτοκίνητο μετά τη σύγκρουση στο χωμάτινο δρόμο και ότι το τελευταίο δεν βρισκόταν στην τελική του θέση μετά την σύγκρουση όταν έφτασε στη σκηνή ο Μ.Κ.
- Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι το συμμετρικό σχέδιο που κατέθεσε ο Μ.Κ.2, Τεκμήριο 4, αποτελεί, πλην του σημείου σύγκρουσης που σημείωσε με το γράμμα «χ», την πραγματική μαρτυρία, η σημασία της οποίας έχει αποτελέσει αντικείμενο νομολογίας. Όπως έχει, λοιπόν, σχετικώς νομολογηθεί, το σχέδιο αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί, περαιτέρω, σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος. Βλ., μεταξύ άλλων, Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 307 και Knell ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ.
- Την εικόνα ειλικρινούς και αξιόπιστου μάρτυρα σχημάτισα, επίσης, για τον Μ.Κ.
- Πέραν του ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε, αυτός κατέθεσε με ευθύτητα και σταθερότητα σε σχέση με τις ενέργειες στις οποίες προέβη κατά την διερεύνηση του δυστυχήματος και δεν έχω εντοπίσει ο,τιδήποτε είτε στον τρόπο που κατέθετε είτε σε αυτά που είπε, από το οποίο να διαφαίνεται πρόθεση να παραποιήσει μέρος των γεγονότων. Συνεπώς, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Την εικόνα ειλικρινούς και αξιόπιστου προσώπου σχημάτισα, επίσης, σε σχέση με τον Μ.Κ.
- Πέραν κάποιων σημείων στη μαρτυρία του, για τα οποία θα προβώ σε ξεχωριστό σχολιασμό κατωτέρω, αυτός κατέθεσε με αμεσότητα, απλότητα και πειστικότητα σε σχέση με τα διαδραματισθέντα και η ένορκη εκδοχή του ήταν σταθερή τόσο κατά την κυρίως εξέτασή του όσο και κατά την αντεξέτασή του. Μάλιστα, ο Μ.Κ.1 ήταν σε τέτοιο βαθμό ειλικρινής που δέχθηκε ότι υπήρχε τρόπος να αποφύγει τη σύγκρουση, αλλά δεν ήταν καλός οδηγός και πάτησε απότομα φρένο. Μπορεί ο Μ.Κ.1 να μη θυμόταν ακριβώς κατά πόσον, όταν είδε για πρώτη φορά το Αυτοκίνητο στα 10-20 μέτρα μπροστά του, ο Κατηγορούμενος μόλις είχε ξεκινήσει να βγαίνει από το σημείο του ΑΛΤ ή κατά πόσον το Αυτοκίνητο είχε καλύψει πλήρως την λωρίδα κυκλοφορίας ως η πορεία του Μ.Κ.1, αλλά ήταν σαφής και σταθερός στο ότι το Αυτοκίνητο του ανέκοψε την πορεία στην προσπάθειά του να εξέλθει από το ΑΛΤ, θέση η οποία δεν αμφισβητήθηκε σοβαρά από την υπεράσπιση κατά την αντεξέτασή του, κατά τη διάρκεια της οποίας αποτέλεσε κοινό παραδεκτό γεγογός ότι το Αυτοκίνητο έβγαινε από την πάροδο. Χρήζει, επίσης, αναφοράς ότι αυτό που η υπεράσπιση επιχείρησε ουσιαστικά να προβάλει με την αντεξέταση του Μ.Κ.1 ήταν ότι ο τελευταίος έχασε τον έλεγχο της Μοτοσυκλέτας ενώ κατά τα άλλα θα μπορούσε να αποφύγει τη σύγκρουση. Ομολογουμένως υπήρξαν μικροαντιφάσεις στη μαρτυρία του Μ.Κ.1, όπως για παράδειγμα η αναφορά του στο Τεκμήριο 1 ότι δεν πρόλαβε να πατήσει στόπερ, ενώ κατά την ένορκη εκδοχή του ανέφερε ότι φρέναρε. Διευκρίνισε, όμως, ότι έπιασε απότομα τα φρένα της Μοτοσυκλέτας εξ ου και η αντίδραση της Μοτοσυκλέτας να σηκωθεί στο μπροστινό τροχό. Δηλαδή είναι σαφές ότι με την αναφορά του στο Τεκμήριο 1 ο Μ.Κ.1 εννοούσε ότι δεν κατάφερε να ακινητοποιήσει ομαλά τη Μοτοσυκλέτα ή να αποφύγει τη σύγκρουση με την ορθή χρήση των φρένων αυτής. Επίσης, υπήρξαν μικροαντιφάσεις στη μαρτυρία του Μ.Κ.1 σε σχέση με την ταχύτητα με την οποία οδηγούσε τη Μοτοσυκλέτα. Ενώ δέχθηκε ότι μπορεί η ταχύτητα της Μοτοσυκλέτας να ήταν περισσότερη από 40-50 χ.α.ώ, εντούτοις αρνήθηκε υποβολή ότι έτρεχε με ταχύτητα πέραν των 50 χ.α.ώ. Επίσης, παρά το ότι αρνήθηκε ότι η ταχύτητα της Μοτοσυκλέτας ήταν πέραν του επιτρεπομένου ορίου, μας είπε ότι δεν ήξερε ποιό ήταν το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας. Από τις προαναφερθείσες αναφορές του Μ.Κ.1 το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει με ασφάλεια σε εύρημα σε σχέση με την ακριβή ταχύτητα της Μοτοσυκλέτας, εφόσον ο ίδιος ο Μ.Κ.1 δέχθηκε ότι η ταχύτητά του μπορεί και να ήταν μεγαλύτερη από 40-50 χ.α.ώ., αλλά από την άλλη δεν τέθηκε ο,τιδήποτε ενώπιόν μου, το οποίο να αντιστρατεύται τη θέση του Μ.Κ.1 ότι αυτός δεν οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα. Τουναντίον, η απουσία ιχνών τροχοπέδησης ή πλαγιολίσθησης της Μοτοσυκλέτας, ως και ελαφριές ζημιές των ενεχόμενων οχημάτων, οι οποίες παραπέμπουν στο ότι η σύγκρουση δεν ήταν σφοδρή, δεν συνηγορούν υπέρ της θέσης της υπεράσπισης ότι ο Μ.Κ.1 οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα. Σε κάθε περίπτωση, οι μικροαντιφάσεις που υπήρξαν στη μαρτυρία του Μ.Κ.1 δεν ήταν τέτοιες που να κλονίσουν την γενικότερη καλή εικόνα που σχημάτισα σε σχέση με την αξιοπιστία του. Βεβαίως, δεν μπορώ να δεχθώ τη θέση του Μ.Κ.1 σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης εφόσον, ως ο ίδιος ανέφερε, η γνώση του επί του προκειμένου προέρχεται από τα όσα ο Μ.Κ.2 του είπε όταν πήγε στον Αστυνομικό Σταθμό Παραλιμνίου για τη λήψη της κατάθεσής του, Τεκμήριο 1, επειδή ακριβώς ο ίδιος δεν θυμόταν και δεν θυμάται τί έγινε μετά που σηκώθηκε η Μοτοσυκλέτα στον μπροστινό τροχό και ο ίδιος εκτοξεύθηκε. Με τις διευκρινίσεις και τις διαφοροποιήσεις, λοιπόν, στις οποίες προβαίνω ανωτέρω, η μαρτυρία του Μ.Κ.1 γίνεται αποδεκτή. Από την άλλη, ο Κατηγορούμενος δεν με έπεισε ότι κατέθεσε με ειλικρίνεια. Πέραν του ότι η μαρτυρία του χαρακτηριζόταν από υπερβολή, αυτή δεν ήταν σταθερή και προέβαλε για πρώτη φορά με την ένορκη εκδοχή του ουσιώδεις ισχυρισμούς που δεν είχαν τεθεί κατά την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας. Θα δώσω κάποια παραδείγματα. Ο Κατηγορούμενος για πρώτη φορά κατά την ένορκη κατάθεσή του ανέφερε ότι όχι μόνο διαφώνησε με το σημείο σύγκρουσης, όπως το τοποθέτησε ο Μ.Κ.2 στο Τεκμήριο 3, αλλά μάλιστα ότι υπέδειξε ότι αυτό βρισκόταν στη δική του πορεία. Πέραν των σοβαρών αντιφάσεων που υπήρχαν στις διάφορες θέσεις που προέβαλε, ήτοι σε κάποιο σημείο διερωτήθηκε κατά πόσον το σφάλμα του ήταν το ότι δεν υπέδειξε το σημείο σύγκρουσης, σε άλλο σημείο ανέφερε ρητά «Ποιός σου είπε ότι δεν το είπα», στην δε επανεξέτασή του ανέφερε ότι του είπε πού είναι το σημείο σύγκρουσης, κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.2 δεν αμφισβητήθηκε η θέση του ότι δεν του υποδείχθηκε άλλο σημείο σύγκρουσης. Ο Κατηγορούμενος, επίσης, ανέφερε ότι υπήρχαν διάφορα πράγματα στη σκηνή που μπορούσαν να οδηγήσουν τον Μ.Κ.2 να καταλήξει ότι το σημείο σύγκρουσης ήταν στην πλευρά του Κατηγορουμένου. Πέραν του ότι δεν διευκρινίστηκαν ποιά ήταν αυτά τα πράγματα, εκτός βεβαίως από τον αυτόπτη μάρτυρα που ομολογουμένως δεν ρωτήθηκε σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης, κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.2 δεν αμφισβητήθηκε η εκδοχή του ότι δεν υπήρχαν αντικειμενικά ευρήματα στη σκηνή για προσδιορισμό του σημείου σύγκρουσης. Η πιο ουσιώδης, όμως, εκδοχή του Κατηγορουμένου, την οποία ακούσαμε για πρώτη φορά με την ένορκη κατάθεσή του, ήταν πως είδε την Μοτοσυκλέτα να έρχεται κατά πάνω του με τον πισινό τροχό στον αέρα όταν το Αυτοκίνητο είχε ήδη εισέλθει στην αριστερή λωρίδα της οδού Τήνου ως η πορεία του και αυτό είχε ευθυγραμμιστεί εντός αυτής. Είναι γνωστές οι συνέπειες από την παράλειψη της υπεράσπισης να θέσει στους μάρτυρες κατηγορίας ουσιώδεις ισχυρισμούς που έχει κατά νουν ώστε αυτοί να έχουν την δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Όπως τονίστηκε, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Tekinder Pal v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551, σελ. 590: «...Είναι γνωστή η νομική θεώρηση του θέματος. Η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νουν στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Ο κανόνας δεν διαφοροποιείται μεταξύ αστικών και ποινικών υποθέσεων. Η κλασσική τοποθέτηση επί του θέματος αφορούσε το αστικό δίκαιο. Έτσι στην Adidas Sportshunfabriken Adi Dassler KG v. The Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383, λέχθηκε ακριβώς ότι στο επίκεντρο του αντιπαραθετικού συστήματος δικαιοσύνης, πρέπει να τίθεται η θέση της υπεράσπισης στους μάρτυρες του ενάγοντος, το δε Δικαστήριο στην απουσία ικανής δικαιολογίας ως προς το λόγο της παράλειψης, δικαιούται να αγνοήσει την μονομερώς τεθείσα εκδοχή που προέρχεται από τον ένα και μόνο των διαδίκων. Το πώς θα ενεργήσει το Δικαστήριο εξαρτάται βεβαίως και από το ουσιώδες ή μη του παραλειφθέντος ισχυρισμού ... Σημαντική στο θέμα ήταν η προβληθείσα υπεράσπιση περί κακοποιησης του εφεσείοντα. Η θέση αυτή προβλήθηκε όμως για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση του εφεσείοντα ... Ορθά επομένως το Κακουργιοδικείο αναφέρθηκε στο σημείο αυτό ως πλήττον την αξιοπιστία της γενικότερης εκδοχής των εφεσειόντων...» Πέραν των ανωτέρω, η ένορκη εκδοχή του Κατηγορουμένου εμπεριέχει ουσιώδεις αντιφάσεις με τα όσα ανέφερε στην ανακριτική του κατάθεση, Τεκμήριο 7, στην οποία πουθενά δεν ανέφερε ότι είχε ευθυγραμμίσει το Αυτοκίνητο εντός της αριστερής λωρίδας στην οδό Τήνου όταν είτε είδε την Μοτοσυκλέτα να έρχεται κατά πάνω του στον μπροστινό τροχό είτε όταν έγινε η σύγκρουση. Επίσης, στην ένορκη κατάθεσή του ανέφερε ότι είδε για πρώτη φορά ένα στιγμιαίο φως να έρχεται από τα δεξιά του όταν βρισκόταν στη μέση του δρόμου σε απόσταση 50 μέτρων, ενώ στο Τεκμηριο 7 ανέφερε ότι είδε το φως σε απόσταστη πέριξ των 20-30 μέτρων. Περαιτέρω, η ένορκη εκδοχή του ήταν πως όταν πρωτοείδε το φως υπέθεσε ότι ήταν μοτουσκλέτα, κάτι που δεν ανέφερε στο Τεκμήριο 7, όπου ανέφερε ότι πρόσεξε ότι το φως που ερχόταν πάνω του ήταν μοτοσυκλέτα όταν αυτή ερχόταν προς τα πάνω του στον ένα τροχό. Επίσης, στην ένορκη κατάθεσή του ανέφερε πως όταν βρισκόταν στο ΑΛΤ και προτού επιχειρήσει να εισέλθει στον κύριο δρόμο κοίταξε δεξιά, αριστερά και μετά ξανά δεξία, ενώ στο Τεκμήριο 7 σημείωσε μόνο ότι κοίταξε δεξιά και αριστερά. Ήταν συνεπώς προφανές και έχοντας περαιτέρω υπόψη τον τρόπο και το ύφος που κατέθετε ο Κατηγορούμενος ότι αυτός δεν είπε όλη την αλήθεια σε μια προσπάθεια να αποποιηθεί της όποιας ευθύνης για την πρόκληση του δυστυχήματος. Η μαρτυρία, λοιπόν, του Κατηγορουμένου σε σχέση με τα αμφισβητούμενα της υπόθεσης γεγονότα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται. Το περιεχόμενο, όμως, της ανακριτικής κατάθεσης του Κατηγορουμένου (Τεκμήριο 7) θα συνεκτιμηθεί με την μαρτυρία που έχει γίνει ήδη αποδεκτή ώστε το Δικαστήριο να καταλήξει στα ευρήματά του για τους σκοπούς της παρούσας. Όσον αφορά τις γραπτές καταθέσεις κατηγορουμένου, υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα, την οποία τα Δικαστήρια μπορεί να αποδώσουν σε αυτές. Βλ,. μεταξύ άλλων, Δημοσθένους κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Ιωάννου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Findlay Duncan 73 Crim. App. R. 359. Στην υπόθεση Κωνσταντίνου (ανωτέρω), υιοθετήθηκε η Αγγλική υπόθεση Findlay Duncan (ανωτέρω), στην οποία αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και το Δικαστήριο προβαίνει σε εκτίμηση των ισχυρισμών που προβάλλονται. Μπορεί, όμως, να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο της κατάθεσης που συνθέτει παραδοχή σε αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια στο συμφέρον του κατηγορουμένου. Το βάρος που θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης κατηγορουμένου αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως κριτή των γεγονότων της υπόθεσης. Το Δικαστήριο είναι ελεύθερο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης, για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές πράξεις. Σύμφωνα, περαιτέρω, με την Αγγλική υπόθεση R v. Stovey [1968] 52 Cr. App. Rep. 334, όταν μια τέτοια κατάθεση παρουσιάζεται από την Κατηγορούσα Αρχή, δεν αποτελεί απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου της, αλλά απόδειξη της αντίδρασης του κατηγορουμένου όταν για πρώτη φορά αντιμετωπίζεται με τα ενοχοποιητικά γεγονότα ως και απόδειξη της συνέπειας του κατηγορουμένου όταν αργότερα καταθέσει ενόρκως στη δίκη και δώσει μαρτυρία στην ίδια γραμμή, όπως η κατάθεσή του. Σημειώνω, λοιπόν, ότι στο Τεκμήριο 7 ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι επιχείρησε να εισέλθει από την πάροδο στον κύριο δρόμο με κατεύθυνση δεξιά ως η πορεία του χωρίς να κοιτάξει δεξιά μετά που κοίταξε αριστερά, ότι όταν σχεδόν στη μέση του δρόμου είδε για πρώτη φορά στα δεξιά του την Μοτοσυκλέτα σε απόσταση 20-30 μέτρων, δεν είχε αντιληφθεί ότι πρόκειτο για μοτοσυκλέτα, ως και ότι όταν του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο σε σχέση με την διερευνούμενη εναντίον του υπόθεση, σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα μετά το δυστύχημα, απάντησε «Συγγνώμη». Έχοντας, λοιπόν, υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας, δεδομένης της αξιολόγησης στην οποία προβαίνω ανωτέρω, ως και το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης του Κατηγορουμένου (Τεκμήριο 7), καταλήγω ότι τα πραγματικά γεγονότα εξελίχθηκαν ως εξής: Στις 8/7/2011 και περί ώρα 22:30, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το Αυτοκίνητο εντός της οδού Αδώνιδος στο Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου με κατεύθυνση προς την συμβολή των οδών Αδώνιδος και Τήνου. Η οδός Αδώνιδος είναι δρόμος διπλής κυκλοφορίας, η οποία διαχωρίζεται στη μέση με διαχωριστική γραμμή, και είναι κάθετη προς την οδό Τήνου. Πρόθεση του Κατηγορουμένου, ο οποίος οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, ως η πορεία του, ήταν να στρίψει δεξιά σύμφωνα με την πορεία του και να εισέλθει στην οδό Τήνου. Στο σημείο που η οδός Αδώνιδος ενώνεται με την οδό Τήνου, ως η πορεία του Κατηγορουμένου, υπήρχε σήμα υποχρεωτικής στάσης ΑΛΤ. Η οδός Τήνου είναι άσφαλτος, καλής επιφάνειας, πλάτους 8,20 μέτρων και διαχωρίζεται στη μέση με διαχωριστική γραμμή. Υπάρχουν δύο λωρίδες κυκλοφορίας και το πλάτος έκαστης λωρίδας είναι 4,10 μέτρα. Βρίσκεται εντός κατοικημένης περιοχής και το ανώτατο όριο ταχύτητας είναι 50 χ.α.ώ. Κατά τον επίδικο χρόνο, η άσφαλτος ήταν στεγνή και καθαρή και ο καιρός ήταν αίθριος. Ο δρόμος φωτίζετο με πασσάλους της ηλεκτρικής και η ορατότητα και στις δύο οδούς και από τις δύο κατευθύνσεις ήταν πέραν των 100 μέτρων. Η ίδια ορατότητα υπήρχε και από το σημείο του ΑΛΤ της οδού Αδώνιδος προς τα δεξιά της οδού Τήνου ως η πορεία του Κατηγορουμένου. Την ίδια ώρα, ο Μ.Κ.1, ηλικίας τότε 17 ετών, οδηγούσε την Μοτοσυκλέτα σε ευθεία πορεία εντός της οδού Τήνου με κατεύθυνση προς την παραλία της Αγίας Τριάδας, ήτοι προς την αντίθετη κατεύθυνση από αυτήν την οποία ο Κατηγορούμενος είχε πρόθεση να λάβει. Δηλαδή, ο Μ.Κ.1 οδηγούσε την Μοτοσυκλέτα στην αριστερή λωρίδα της οδού Τήνου, ως η πορεία του. Του Μ.Κ.1 πλησιάζοντος την συμβολή των οδών Αδώνιδος και Τήνου, ο Κατηγορούμενος επιχείρησε να εισέλθει στα δεξιά σύμφωνα με την πορεία του εντός της οδού Τήνου. Βλέποντας το Αυτοκίνητο ο Μ.Κ.1 να βρίσκεται εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του ιδίου σε απόσταση πέριξ των 20 μέτρων από αυτόν, ο Μ.Κ.1 πάτησε απότομα τα φρένα της Μοτοσυκλέτας με αποτέλεσμα η Μοτοσυκλέτα να σηκωθεί στον μπροστινό τροχό. Αμέσως μετά ο Μ.Κ.1 εκσφενδονίστηκε και λιποθύμησε. Στο χρονικό εκείνο σημείο το Αυτοκίνητο είχε σταματήσει εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του Μ.Κ.1 και ο Κατηγορούμενος είχε δει για πρώτη φορά την Μοτοσυκλέτα στα δεξιά του σε απόσταση πέριξ των 20 μέτρων όταν το μπροστινό μέρος του Αυτοκινήτου είχε φτάσει σχεδόν στη διαχωριστική γραμμή της οδού Τήνου. Υπό το φως της αξιολόγησης στην οποία προβαίνω ανωτέρω, δεν μπορώ να καταλήξω σε ασφαλές εύρημα σε σχέση με το ποιά ήταν η αντίδραση του Κατηγορουμένου και κατά πόσον αυτός οδήγησε ή όχι το Αυτοκίνητο μετά το σημείο που η Μοτοσυκλέτα σηκώθηκε στον μπροστινό τροχό. Δεν μπορώ, επίσης, να καταλήξω με ασφάλεια σε εύρημα σε σχέση με την ακριβή πορεία που ακολούθησε η Μοτοσυκλέτα μετά που αυτή σηκώθηκε στον μπροστινό τροχό. Το σίγουρο, όμως, είναι ότι ο Μ.Κ.1 έπεσε στο έδαφος, όπου τραυματίστηκε, και η Μοτοσυκλέτα κτύπησε στην πίσω δεξιά πόρτα του Αυτοκινήτου. Παρά το ότι ο Μ.Κ.1 βρέθηκε πεσμένος στην άσφαλτο στην δική του λωρίδα κυκλοφορίας και παρά το ότι η τελική θέση της Μοτοσυκλέτας μετά τη σύγκρουση ήταν εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του Μ.Κ.1, δεν μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια σε εύρημα σε σχέση με το σημείο εντός του δρόμου, όπου συγκρούστηκε η Μοτοσυκλέτα με το Αυτοκίνητο, εφόσον δεν μπορεί να προβλεφθεί η πορεία μιας μοτοσυκλέτας μετά τη σύγκρουση. Τέλος, αποτελεί εύρημά μου ότι από το δυστύχημα η Μοτοσυκλέτα υπέστη ελαφριές ζημιές, ήτοι στράβωσε το τιμόνι, έσπασαν τα πλαϊνά πλαστικά και το κάθισμα. Ο Μ.Κ.1, ο οποίος δεν φορούσε κράνος, υπέστη κάταγμα κλείδας και μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Αμμοχώστου. Στις 19/7/2011 υποβλήθηκε σε επέμβαση. Μέχρι τις 28/8/2011 ο Μ.Κ.1 είχε ραφές στο δεξιό φρύδι και αρκετά γδαρσίματα στα χέρια, τα πόδια και την πλάτη του. Νομική πτυχή και συμπεράσματα Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφοβολίας. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του αδικήματος, αντικείμενο της κατηγορίας, και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και αν είναι. Βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363. Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής. Βλ. Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401. Όπως τονίστηκε στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ. 264 «οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής.» Όπως καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτή θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και απαλλαγεί από την κατηγορία. Το Άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, Ν.86/72(στο εξής «ο Νόμος»), προνοεί ότι όποιος οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή, ή χωρίς να επιδεικνύει εύλογη μέριμνα για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την οδό, είναι ένοχο αδικήματος. Το τί συνιστά αμέλεια έχει επανειλημμένα κριθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου της χώρας. Στην υπόθεση Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, τονίζονται τα εξής στη σελ. 73: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ίδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο. Το τί διαφέρει είναι το βάρος απόδειξης. Όπως τονίστηκε στην Σωκράτους ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), σελ. 4: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκο προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υπόθεσης για να αποφασισθεί- (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξή του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια.» Όπως προκύπτει και από τη σχετική νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας, πάντοτε κάτω από όλες τις περιστάσεις. Βλ. Constantinou v. Katsouri
(1975)1 C.L.R. 188. Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες και παράλειψη να δει κανείς ό,τι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια. Βλ. Nicolaides v. Economides
(1963)2 C.L.R. 78. Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια. Βλ. Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 378. Περαιτέρω, στις υποθέσεις Κυριάκου ν. Κανάρη
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1436 και Ξυπτερά ν. Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1696 σημειώθηκε ότι η ανακοπή πορείας, εφόσον συνδέεται ευθέως με το δυστύχημα, συνιστά αμέλεια. Δηλαδή, αν το δυστύχημα συνδέεται ευθέως με ανακοπή πορείας και η ανακοπή αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτιών που προκάλεσαν το δυστύχημα, τότε αποδίδεται ευθύνη για το αδίκημα της αμέλειας. Πράξεις, οι οποίες δυνατόν να διακόψουν τούτη την αλυσίδα είναι η ορατότητα και η ταχύτητα του οδηγού, του οποίου η πορεία ανακόπτεται. Βλ., μεταξύ άλλων, τα όσα αποφασίστηκαν στην υπόθεση Ζίκκου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ.
- Είναι γι' αυτό άλλωστε που στην υπόθεση Κανάρη (ανωτέρω) τονίστηκε ότι η απόφραξη του δρόμου, αλόγιστη όσο και αν είναι, δεν προσδίδει αυτόματα ευθύνη στον οδηγό για οποιοδήποτε επακόλουθο δυστύχημα, ανεξάρτητα από τα αίτιά του. Λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα της παρούσας και έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομικές αρχές, η κατάληξη περί ανακοπής της πορείας της Μοτοσυκλέτας από το Αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος είναι αναπόφευκτη. Η εν λόγω ενέργεια συνδέεται ευθέως με το υπό εξέταση δυστύχημα και αποτελεί γενεσιουργό αιτία τούτου, εφόσον η απρόσμενη είσοδος του Κατηγορουμένου στο δρόμο, η οποία παρεμπόδισε την ελεύθερη πορεία του Μ.Κ.1 είχε ως αποτέλεσμα ο τελευταίος να δράσει ενστικτιδώς πατώντας απότομα τα φρένα και να χάσει τον έλεγχο της Μοτοσυκλέτας, να πέσει στην άσφαλτο και η Μοτοσυκλέτα να συγκρουστεί με το Αυτοκίνητο. Το ότι ο Κατηγορούμενος δεν είδε την Μοτοσυκλέτα όταν βρισκόταν στο ΑΛΤ και προτού ξεκινήσει να εισέλθει εντός της οδού Τήνου δεξιά ως η πορεία του δεν διαφοροποιεί το ζητούμενο. Με δεδομένο ότι η ορατότητα που ο Κατηγορούμενος είχε από το σημείο του ΑΛΤ στα δεξιά του εντός της οδού Τήνου ξεπερνούσε τα 100 μέτρα, συνεπάγεται ότι ο Κατηγορούμενος όφειλε και μπορούσε να αντιληφθεί την παρουσία της Μοτοσυκλέτας στο δρόμο ενωρίτερα και να μην επιχειρήσει να εισέλθει εντός της οδού Τήνου προτού βεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλές να το πράξει χωρίς να ανακόψει την ελεύθερη πορεία του Μ.Κ.
- Προφανώς ο Κατηγορούμενος θα εντόπιζε ενωρίτερα την κοντινή σε αυτόν παρουσία της Μοτοσυκλέτας στο δρόμο σε περίπτωση που προτού επιχειρήσει να εισέλθει εντός αυτού κοίταζε ξανά δεξιά μετά που κοίταξε αριστερά από το σημείο του ΑΛΤ. Το ότι ο Κατηγορούμενος δεν τήρησε την δέουσα παρατηρητικότητα και προσοχή κατά το εγχείρημά του να εισέλθει εντός της οδού Τήνου διαφαίνεται και από το ότι όταν είδε το φως της Μοτοσυκλέτας να έρχεται προς το μέρος του σε απόσταση 20-30 μέτρων περίπου δεν αντιλήφθηκε καν ότι επρόκειτο για Μοτοσυκλέτα. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν έχει τεθεί υπόψη μου μαρτυρία ή ο,τιδήποτε από το οποίο να προκύπτει ότι η ταχύτητα με την οποία οδηγούσε ο Μ.Κ.1 ήταν τέτοια που να διέκοπτε τούτη την αλυσίδα, δηλαδή ότι η ανακοπή της πορείας ήταν γενεσιουργός αιτία πρόκλησης του επίδικου δυστυχήματος. Το ότι ομολογουμένως στα περιστατικά της παρούσας, όπως και ο ίδιος ο Μ.Κ.1 δέχθηκε, ο τελευταίος θα μπορούσε να αποφύγει την σύγκρουση αν αντιδρούσε διαφορετικά όταν αντίκρυσε μπροστά του το Αυτοκίνητο, δεν απαλλάσσει τον Κατηγορούμενο από την ευθύνη του. Το κατά πόσον ο Μ.Κ.1 φέρει μερίδιο ευθύνης για την πρόκληση του δυστυχήματος και ποιό είναι αυτό δεν είναι θέμα που αφορά τη διάγνωση της ποινικής ευθύνης του Κατηγορουμένου. Ως εκ των ανωτέρω, αποτελεί αναπόδραστη κατάληξή μου ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει επιτύχει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του Κατηγορουμένου στην Κατηγορία της αμελούς οδήγησης. Συνεπώς, βρίσκω τον Κατηγορούμενο ένοχο στην Κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............. Μ. Μηλιώτου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο