← Κύπρος

Αντώνη Αντωνίου ν. Νίκου Βαλιαντή, Αρ. Υπόθεσης: 1837/2012, 1/7/2013

Αντώνη Αντωνίου ν. Νίκου Βαλιαντή, Αρ. Υπόθεσης: 1837/2012, 1/7/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2013:B6 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ AΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. MΗΛΙΩΤΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1837/2012 Αντώνη Αντωνίου ν. Νίκου Βαλιαντή Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 1 Iουλίου 2013. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ν. Νικολάου. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Σ. Σαββίδης. Κατηγορούμενος: Παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει Κατηγορία για έκδοση επιταγής χωρίς αντίκρυσμα, κατά παράβαση των Άρθρου 305 Α

(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  1. Σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος της Κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος κατά ή περί τις 25 Δεκεμβρίου του 2011 ή και σε άγνωστη ημερομηνία στη Ξυλοφάγου της Επαρχίας Λάρνακας εξέδωσε την επιταγή με αρ. 31784481 επ' ονόματι και σε διαταγή του Αντώνη Αντωνίου, από την Ξυλοφάγου, η οποία όταν εμφανίστηκε σε εύλογο χρόνο από την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε δεν εξοφλήθηκε λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της, με την ένδειξη ο λογαριασμός παγοποιήθηκε, και ο Κατηγορούμενος παρέλειψε να εξοφλήσει ταύτην εντός 15 ημερών, αφότου έλαβε γνώση του γεγονότος αυτού. Σημειωτέον, ότι αρχικά ο Κατηγορούμενος αντιμετώπιζε και δεύτερη κατηγορία που αφορούσε το αδίκημα της απόσπασης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις, η οποία αποσύρθηκε στην πορεία και ο Κατηγορούμενος απαλλάχτηκε από αυτήν. Η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε συνολικά τρεις μάρτυρες για να αποδείξει την υπόθεσή της. Ως πρώτος μάρτυρας (Μ.Κ.1) κατέθεσε η Παραπονούμενος, κ. Αντώνης Αντωνίου, ο οποίος ανέφερε ότι ο ίδιος προσωπικά έχει κατάστημα ειδών οικοδομής (στο εξής «το Κατάστημα Ειδών Οικοδομής») και έχει επιπλέον την εταιρεία Γ. Σπετσιώτης & Α. Αντωνίου Λτδ (στο εξής «η Εταιρεία»), της οποίας είναι διευθυντής, που ασχολείται με φορτώσεις, εκφορτώσεις κλπ. Τον Κατηγορούμενο τον γνώρισε το
  2. Όπως ανέφερε, πήγαν κάποιοι από το Δημοτικό Σχολείο Ξυλοφάγου και του τον σύστησαν ως τον εργολάβο που θα έκτιζε κάποια αίθουσα στο Δημοτικό Σχολείο Ξυλοφάγου. Ο Κατηγορούμενος πήγε στον Παραπονούμενο ως πελάτης των ειδών οικοδομής και αγόραζε πράγματα από το 2010 μέχρι αρχές του
  3. Ακολούθως, ο Μ.Ε.1 ανέφερε ότι για τις διάφορες αγορές υλικών οικοδομής που πραγματοποιούσε ο Κατηγορούμενος τηρείτο κατάσταση λογαριασμού, την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο «1». Διευκρίνισε ότι η κατάσταση λογαριασμού του Κατηγορουμένου είναι στις σελίδες 86 και 28 του Τεκμηρίου
  4. Σύμφωνα με τον Μ.Κ.1, ο Κατηγορούμενος αρχικά ανταποκρινόταν στις υποχρεώσεις του, υπήρξε δε πρόβλημα περί τον Οκτώβριο του 2011, όταν το υπόλοιπο του Κατηγορουμένου ξεπέρασε τα €3.000,00 και ο Μ.Ε.1 είπε στον Κατηγορούμενο να του πάρει λεφτά. Ο Κατηγορούμενος του είπε τηλεφωνικώς ότι θα του πάρει δύο επιταγές. Ακολούθως, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι στις 26/10/2011 ο Κατηγορούμενος πήγε και του εξέδωσε δύο μεταχρονολογημένες επιταγές. Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε την πρώτη επιταγή των €1.000,00 και η τράπεζα του είπε ότι αυτή ήρθε πίσω και ότι ο Κατηγορούμενος είναι στο Κ.Α.Π. Ο Μ.Κ.1 πήρε την επιταγή και την πήγε στο κατάστημα, τηλεφώνησε στον Κατηγορούμενο και στις 2-3 φορές ο Κατηγορούμενος πήγε και την πλήρωσε. Τότε, ο Κατηγορούμενος πήρε και την εν λόγω επιταγή. Ακολούθως, ο Μ.Κ.1 κατέθεσε ως Τεκμήριο «2» την δεύτερη μεταχρονολογημένη επιταγή των €2.000,00 που του είχε εκδώσει ο Κατηγορούμενος και ανέφερε ότι αυτή υπογράφτηκε από τον τελευταίο. Ως είπε, η κοπέλα κατέθεσε την επιταγή στην τράπεζα και η τράπεζα του είπε ότι αυτή είχε πρόβλημα. Ο Μ.Κ.1 ειδοποίησε πολλές φορές τον Κατηγορούμενο και ο τελευταίος του έλεγε ότι θα έρθει. Ο Μ.Κ.1 ειδοποιούσε τον Κατηγορούμενο τουλάχιστον για τρεις μήνες. Σύμφωνα με τον Μ.Κ.1, η συνεργασία του με τον Κατηγορούμενο συνεχίστηκε ακόμη λίγο μετά που ο Κατηγορούμενος πλήρωσε την επιταγή των €1.000,00 και μετά σταμάτησε. Κατά την αντεξέτασή του, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι είναι και μέτοχος της Εταιρείας. Κύριος μέτοχος αυτής είναι ο πεθερός του, Γ. Σπετσιώτης. Από την άλλη, η επιχείρηση του Καταστήματος είναι στο όνομά του. Σε ερώτηση ποιός του σύστησε τον Κατηγορούμενο από το Δημοτικό Σχολείο Ξυλοφάγου, ο Μ.Κ.1 απάντησε ότι του τηλεφώνησαν από την γραμματεία. Ο ίδιος ο Κατηγορούμενος πήγε και τον βρήκε στο Κατάστημα. Το Καταστημα βρίσκεται στο Ξυλοφάγου, είναι «Αντώνης Αντωνίου», αλλά στεγάζεται στον ίδιο χώρο με την Εταιρεία και έχουν κοινό λογιστήριο. Ανέφερε ότι για τα είδη υγιεινής εμφανίζεται προς τα έξω προσωπικά, δηλαδή με το όνομά του, ενώ για τις εκφορτώσεις εμφανίζεται με το όνομα της Εταιρείας. Ακολούθως, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι ο ίδιος είναι συνεχώς στα φορτηγά και έχει κοπέλα για τα τιμολόγια. Η εντολή του σε αυτή είναι να εκδίδει διαφορετικά τιμολόγια για τις δραστηριότητες των ειδών οικοδομής και διαφορετικά για την Εταιρεία. Κάποτε, όμως, γίνονται λάθη. Τα φτιάχνει, όπως είπε, ο λογιστής όταν κλείνει τα χαρτιά. Στην περίπτωση του Κατηγορουμένου, οι εντολές του ήταν τα τιμολόγια να φέρουν τον ίδιο σαν εκδότη. Σε ερώτηση κατά πόσον εκδόθηκαν τιμολόγια με εκδότη τον ίδιο, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι κάποτε εκδίδονταν τιμολόγια και από την Εταιρεία. Ως είπε, ο Σπετσιώτης αποχώρησε και έδωσε τις μετοχές στην κόρη του. Ο Μ.Κ.1 είναι υπεύθυνος και για την Εταιρεία. Ο λογιστής είπε στον Μ.Κ.1 το πρόβλημα, αλλά είναι εντάξει. Ακολούθως, ο Μ.Κ.1 αρνήθηκε υποβολή ότι ουδέποτε εκδόθηκαν τιμολόγια με εκδότη τον ίδιο. Ανέφερε, επίσης, ότι το 2010 απουσίαζε για κάποιο χρονικό διάστημα από την Κύπρο και δεν γνώριζε κατά πόσον όλα τα τιμολόγια που εκδόθηκαν στον Κατηγορούμενο έφεραν ως εκδότη την Εταιρεία. Ανέφερε, ακολούθως, πως αν ξεκινούσαν έτσι κάποια τιμολόγια, τα άφηναν έτσι. Σε ερώτηση πότε διαπίστωνε αν έβγαινε λάθος τιμολόγιο, ο Μ.Κ.1 είπε ότι εξαρτάται. Δηλαδή, όταν είχε χρόνο έλεγχε τα τιμολόγια το βράδυ. Για τον ίδιο, όμως, δεν είχε σημασία γιατί ο ίδιος είναι κύριος χειριστής και των δύο επιχείρησεων. Ο Μ.Κ.1 αρνήθηκε υποβολή ότι δεν γνώριζε τί γινόταν με τις πληρωμές, προσθέτοντας ότι ρωτούσε ποιοί ήρθαν, τί πλήρωναν. Τις καταθέσεις στην τράπεζα τις έκαναν οι κοπέλες, εφόσον αυτός οδηγούσε φορτηγά και forklift. Στη συνέχεια, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι η κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 1, αφορά τιμολόγια που εκδόθηκαν από τις 22/3/2010 και έπειτα, αλλά απ' ό,τι του είπαν, ο Κατηγορούμενος πήγε στο ενδιάμεσο και πήρε πράγματα που δεν περάστηκαν στο Τεκμήριο 1 επειδή πλήρωσε αμέσως. Δεν θυμόταν να πει πότε ξεκίνησε το έργο στο Δημοτικό Σχολείο Ξυλοφάγου. Γνωρίζει, όμως, πότε πήγε ο Κατηγορούμενος στο Κατάστημα. Μάλλον στις 22/3/2010, μπορεί, όμως, και προηγουμένως. Γνωρίστηκε με τον Κατηγορούμενο όταν ο τελευταίος πήγε κοντά του. Ήπιαν καφέ, μίλησαν και ξεκίνησαν την συνεργασία. Αρνήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος του είπε ότι οι πληρωμές θα γίνονταν όταν θα πληρωνόταν από το δημόσιο. Ο Κατηγορούμενος του ανέφερε απλώς ότι θα καθυστερούσαν λίγο οι πληρωμές. Σε υποβολή ότι το έργο στο Δημοτικό Σχολείο Ξυλοφάγου ξεκίνησε τον Ιούνιο του 2011, ο Μ.Κ.1 ανέφερε πως δεν γνωρίζει και πως ο Κατηγορούμενος μπορεί να πήγε και πιο νωρίς. Αρνήθηκε, επίσης, υποβολή ότι το Τεκμήριο 1 δεν αφορά όλα τα τιμολόγια που εκδόθηκαν για τον Κατηγορούμενο, ως και ότι το Τεκμήριο 1 αφορά εν μέρει τον Κατηγορούμενο. Το Τεκμήριο 1 συντάχθηκε από την υπάλληλο στο λογιστήριο. Ο Μ.Κ.1 δεν έχει σχέση με αυτά. Ανέφερε, επίσης, ότι η υπάλληλος που έκανε τα λάθη με τιμολόγια ήταν η αδελφή του, την οποία προσέλαβε τελευταίως όταν απολύθηκε από την προηγούμενή της δουλειά. Η αδελφή του εργαζόταν στο λογιστήριό του από τον Μάρτιο του 2010, μπορεί και πιο πριν. Η αδελφή του είχε επικοινωνία με τον Κατηγορούμενο. Γνωρίζει, ως είπε, και η σύζυγός του, η οποία βλέπει τα λογιστικά στο σπίτι. Ανέφερε, επίσης, ότι όταν έπαιρναν πράγματα οι υπάλληλοι του Κατηγορουμένου, το υπόλοιπο του λογαριασμού του έφτασε στα €3.189,
  5. Πρώτα τηλεφώνησε στον Κατηγορούμενο η αδελφή του Μ.Κ.1 και ο πρώτος δεν ανταποκρίθηκε. Μετά, τηλεφώνησε ο Μ.Κ.1 στον Κατηγορούμενο και ο τελευταίος του είπε ότι θα φέρει €3.000,00 σε μεταχρονολογημένες επιταγές για να συνεχίσουν. Ανέφερε, επίσης, ότι την ημέρα που πήγε ο Κατηγορούμενος και έδωσε τις δύο μεταχρονολογημένες επιταγές, ο Μ.Κ.1 έλειπε και του είπε η αδελφή του ότι πήγε ο Κατηγορούμενος για να κανονιστούν και ο Μ.Κ.1 της είπε ότι δεν πειράζει να τις βγάλει μεταχρονολογημένες. Στη συνέχεια, ανέφερε ότι δεν θυμόταν ποιά ήταν η ημερομηνία πληρωμής της επιταγής των €1.000,
  6. Παρά το ότι οι δύο επιταγές επιστράφηκαν πίσω, η συνεργασία με τον Κατηγορούμενο τερματίστηκε τον Ιούλιο του
  7. Αρχικά ο Κατηγορούμενος του είχε πει ότι δεν είχαν βγει τα διατακτικά. Ο Μ.Κ.1, όμως, τηλεφώνησε στο Υπουργείο και του είπαν ότι είχαν βγει. Τότε ο Μ.Κ.1 μίλησε πιο έντονα. Επειδή ο Κατηγορούμενος είπε ότι θα κανόνιζε την επιταγή, ο Μ.Κ.1 είπε να συνεχίζουν να δίνουν υλικά στον Κατηγορούμενο. Στις 28/7/2012, όμως, ο Μ.Κ.1 είπε «τέλος». Ο Μ.Κ.1 αρνήθηκε υποβολή ότι ο Κατηγορούμενος του είπε ότι θα φέρει €2.000,00 σε μετρητά για να καλύψει το ποσό της επιταγής, Τεκμήριο 2, ως και ότι ο Κατηγορούμενος πήγε τον Ιανουάριο του 2010 και έδωσε €2.000,00 σε μετρητά για να καλύψει την πρώτη επιταγή. Ήταν η θέση του ότι ο Κατηγορούμενος κάλυψε μόνο την επιταγή των €1.000,
  8. Αρνήθηκε, επίσης, υποβολή ότι ο Κατηγορούμενος πήρε επιπλέον το ποσό των €300,00 για να καλύψει μέρος της επιταγής των €1.000,
  9. Αρνήθηκε, επίσης, υποβολή ότι χρησμοποίησε την επιταγή, Τεκμήριο 2, ως μέτρο πίεσης για να εισπράξει περισσότερα. Παρά την συνέχιση της συνεργασίας, ο Μ.Κ.1 καταχώρησε την παρούσα υπόθεση για να τιμωρηθεί ο Κατηγορούμενος για την πράξη του. Κατά την επανεξέτασή του, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος πλήρωσε την πρώτη επιταγή των €1.000,00 πριν την ημερομηνία που ήταν πληρωτέα η επιταγή, Τεκμήριο
  10. Έκτοτε δεν πλήρωσε κάποιο άλλο ποσό. Ως δεύτερος μάρτυρας κατέθεσε ο κ. Νίκαντρος Νικάντρου (Μ.Κ.2), τραπεζικός υπάλληλος και υπεύθυνος τρεχουμένων λογαριασμών στην Περιφερειακή ΣΠΕ Λευκωσίας (στο εξής «η Συνεργατική»). Εργάζεται στη Συνεργατική από το
  11. Γνωρίζει τον Κατηγορούμενο, ο οποίος διατηρεί στην Τράπεζα τρεχούμενο λογαριασμό με αρ. 10062-40-05473-
  12. Κατέθεσε ως Τεκμήριο «3» κατάσταση του εν λόγω λογαριασμού για την περίοδο από 20/10/2011 μέχρι τις 30/12/
  13. Ακολούθως, ανέφερε ότι στις 14/12/2011 ήρθε μια απλήρωτη επιταγή και καταχωρήθηκε στο Κ.Α.Π. Από τις 15/12/2011 ο λογαριασμός παγοποιήθηκε. Ανέφερε, επίσης, ότι καθημερινά ενημερώνονται στη Συνεργατική από το Κ.Α.Π. Στις 14/12/2011, είχαν την ενημέρωση για καταχώρηση στο Κ.Α.Π. Τότε καταχωρήθηκε ο Κατηγορούμενος στο Κ.Α.Π. Ο Μ.Κ.2 κατέθεσε, ως Τεκμήριο «4» έντυπο της έρευνας που διεξήγαγε στο Κ.Α.Π. σε σχέση με την ημερομηνία που καταχωρήθηκε ο Κατηγορούμενος στο Κ.Α.Π. Ακολούθως, ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι η επιταγή, Τεκμήριο 2, παρουσιάστηκε στην Συνεργατική στις 28/12/
  14. Όταν παρουσιάστηκε η επιταγή, Τεκμήριο 2, στην Τράπεζα τοποθετήθηκαν δύο σφραγίδες, ήτοι η μπλε σφραγίδα κάτω αριστερά και η κόκκινη σφραγίδα. Η μπλε σφραγίδα στο πάνω μέρος του Τεκμηρίου 2 τοποθετήθηκε στις 2/1/
  15. Κατά την αντεξέτασή του, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι η επιταγή, Τεκμήριο 2, κατατέθηκε στην Τράπεζα Κύπρου και πήγε στην Συνεργατική μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος. Ως τρίτη μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή, κατέθεσε η κα. Παναγιώτα Αντωνίου (Μ.Κ.3), η οποία ανέφερε ότι εργάζεται στην Εταιρεία και στο Κατάστημα. Εργάζεται ως πωλήτρια και στο λογιστήριο. Το λογιστήριο είναι ένα, ο χώρος είναι ενιαίος και αυτή είναι η υπεύθυνη. Μόνο αυτή εργάζεται εκεί. Ακολούθως, η Μ.Κ.3 ανέφερε ότι γνώρισε τον Κατηγορούμενο τέλη του 2009, αρχές του 2010, όταν ήρθε στο Κατάστημα για να αγοράσει είδη οικοδομής. Θα αγόραζε με πίστωση. Το Τεκμήριο 1 είναι ο λογαριασμός του Κατηγορουμένου στο Κατάστημα και οι καταχωρήσεις σε αυτό έγιναν από την ίδια. Σύμφωνα με την Μ.Κ.3, ο Κατηγορούμενος πήγαινε στο Κατάστημα και εξέδιδαν τιμολόγια. Γύρω στις 14/10/2011, ειδοποίησαν τον Κατηγορούμενο ότι το υπόλοιπό του έφτασε στα €3.189,00 και ότι έπρεπε να πάει να πληρώσει. Ο Κατηγορούμενος πήγε στις 26/10/2011 και της έδωσε δύο μεταχρονολογημένες επιταγές και η Μ.Κ.3 εξέδωσε σχετική απόδειξη. Η πρώτη ήταν για €1.000,00 και η άλλη για €2.000,
  16. Και οι δύο επιταγές εκδόθηκαν στο όνομα «Αντώνης Αντωνιου». Ειδοκότερα, η Μ.Κ.3 ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος συμπλήρωσε μπροστά της όλα τα στοιχεία στην επιταγή, Τεκμήριο
  17. Η Μ.Κ.3 ανέφερε ότι εκδότης των τιμολογίων και των αποδείξεων που αφορούσε η πληρωμή που έγινε με το Τεκμήριο 2 είναι ο Αντώνης Αντωνίου. Οι επιταγές πήγαν στην τράπεζα και ήρθαν πίσω. Τηλεφώνησαν στον Κατηγορούμενο, ο οποίος πήγε στο Κατάστημα και για την επιταγή των €1.000,00 τους έδωσε μετρητά και του την έδωσαν πίσω. Η δεύτερη επιταγή ήρθε πίσω τρεις φορές. Προσπάθησαν να επικοινωνήσουν με τον Κατηγορούμενο, ο οποίος ήρθε μετά από 2-3 μήνες στο Κατάστημα, αλλά δεν ανταποκρινόταν. Δεν πήραν κάποιο ποσό έναντι της επιταγής των €2.000,
  18. Κατά την αντεξέτασή της, η Μ.Κ.3 ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος έδωσε προσωπικά στην ίδια τις δύο επιταγές. Ο Κατηγορούμενος κρατούσε το βιβλιάριο επιταγών του, του είπαν για το υπόλοιπο και αυτός εξέδωσε τις δύο επιταγές και η Μ.Κ.3 του έδωσε μια απόδειξη και για τις δύο επιταγές. Ο Κατηγορούμενος ήξερε ότι είχε να κάνει με τον Αντώνη Αντωνίου και έγραψε αυτό το όνομα σαν δικαιούχο των επιταγών. Η Μ.Κ.3 ανέφερε ότι δεν παρουσίασε η ίδια τις επιταγές στην τράπεζα. Αυτή εισπράττει και Μ.Κ.1 είναι υπεύθυνος για καταθέσεις στην τράπεζα. Η απόδειξη που εξέδωσε γράφει ως εκδότη την επωνυμία της Εταιρείας. Ως είπε η Μ.Κ.3, κάποιες φορές μπορεί να βγάλει Αντώνης Αντωνίου ή το όνομα της Εταιρείας, αλλά ο λογιστής της έλεγε ότι τα διόρθωνε. Η Μ.Κ.3 ήταν καινούρια στη συγκεκριμένη δουλειά και είχε πολλές δουλειές. Ανέφερε, επίσης, ότι αποκλειστική δουλειά της Εταιρείας είναι τα forklift και οι μεταφορές. Ανέφερε, επίσης, ότι δεν γνωρίζει αν ενοικιάζεται ο χώρος που βρίσκεται το Κατάστημα, προσθέτοντας ότι ο Μ.Κ.1 δεν της επιτρέπει να μπαίνει στα προσωπικά του δεδομένα. Πριν να ξεκινήσει εργασία στον Μ.Κ.1 και στην Εταιρεία δεν είχε εμπειρία με λογιστικά θέματα. Προηγουμένως εργαζόταν ως υπεύθυνη παραλαβής προϊόντων και πωλήτρια σε κάποιο κατάστημα στην Αγία Νάπα. Ακολούθως, η Μ.Κ.3 ανέφερε ότι τον Κατηγορούμενο τον γνώρισε το 2010, ενώ το 2009 ξεκίνησε να εργάζεται για τον Μ.Κ.1 και την Εταιρεία. Αυτή συμπλήρωνε το Τεκμήριο 1 με βάση τα στοιχεία που είχε μπροστά της. Μπορεί να εκδίδονταν τιμολόγια και πριν τις 22/3/2010 στον Κατηγορούμενο για αγορές που έκανε και πλήρωνε αμέσως μέχρι να τον μάθουν. Αρνήθηκε υποβολή ότι πολλά τιμολόγια του Τεκμηρίου 1 δεν αφορούν τον Κατηγορούμενο. Σε υποβολή ότι το έργο ξεκίνησε τον Ιούνιο του 2011 και ότι τα τιμολόγια που αφορούν τον Κατηγορούμενο ξεκίνησαν τότε, η Μ.Κ.3 απάντησε ότι δεν έχει τιμολόγια μπροστά της για να πει. Ανέφερε, επίσης, ότι δεν θυμάται πότε γνώρισε τον Κατηγορούμενο. Ακολούθως, ανέφερε ότι ειδοποίησαν τον Κατηγορούμενο ότι είχε πρόβλημα με τις επιταγές όταν αυτές ήρθαν πίσω. Δεν θυμόταν πότε ήρθαν πίσω οι επιταγές. Σε ερώτηση αν ειδοποίησαν τον Κατηγορούμενο να καλύψει την πρώτη επιταγή ή και τις δύο, η Μ.Κ.3 απάντησε ότι δεν θυμάται ημερομηνίες, αλλά είναι η ίδια που του τηλεφώνησε και του έδωσε πίσω την επιταγή των €1.000,00 όταν την πλήρωσε με μετρητά. Σε ερώτηση αν του είπε κάτι για την άλλη επιταγή, η Μ.Κ.3 απάντησε ότι η δεύτερη επιταγή θα κατατίθετο σε άλλη ημερομηνία. Δεν θυμόταν πότε ήταν πληρωτέα η πρώτη επιταγή ούτε πότε πήγε να την πληρώσει. Αρνήθηκε υποβολή ότι ο Κατηγορούμενος πήγε στο Κατάστημα αρχές Ιανουαρίου του 2012 και πλήρωσε την επιταγή, Τεκμήριο
  19. Αρνήθηκε, επίσης, υποβολή ότι ο Κατηγορούμενος πήγε και δεύτερη φορά στο Κατάστημα και έδωσε €300,00 έναντι της επιταγής των €1.000,
  20. Αρνήθηκε, επίσης, υποβολή ότι συμπλήρωσε η ίδια το όνομα του δικαιούχου στην επιταγή, Τεκμήριο
  21. Δεν γνώριζε, επίσης, κατά πόσον η Εταιρεία θα λάμβανε κάποιο ποσό από την αξία του έργου. Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του Κατηγορουμένου σύμφωνα με το Αρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ο Κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως από την θέση του εξεταζόμενου μάρτυρα και κάλεσε δύο μάρτυρες προς υποστήριξη της υπεράσπισής του. Ο Κατηγορούμενος καταθέτοντας ενόρκως ανέφερε κατ' αρχάς ότι είναι εργολάβος οικοδομών τα τελευταία 20-25 χρόνια. Τα τελευταία 14 χρόνια ασχολείται αποκλειστικά με κυβερνητικά έργα, δηλαδή με προσφορές του δημοσίου. Είναι αυτοεργοδοτούμενος και δεν έχει κάποια εταιρεία. Ακολούθως, ανέφερε ότι γνώρισε τον Μ.Κ.1 τον Ιούνιο του 2011 όταν πήγε να αρχίσει το έργο στην Ξυλοφάγου. Τον Μάιο του 2011 είχε συμφωνήσει με το Υπουργείο Παιδείας για το έργο και υπογράφτηκε η συμφωνία. Σχετικά κατέθεσε, ως Τεκμήριο «5» αντίγραφο επιστολής των Τεχνικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Παιδείας, ημερομηνίας 17/5/2011, με τίτλο «Αποδοχή προσφοράς». Το έργο ξεκίνησε μέσα Ιουνίου του
  1. Η τοπική αρχή του πρότεινε να συνεργαστεί με τον Μ.Κ.1, με τον οποίο ο Κατηγορούμενος τηλεφωνήθηκε και πήγε ο ίδιος ο Κατηγορούμενος στο μαγαζί του. Εκεί ο Κατηγορούμενος ρώτησε τον Μ.Κ.1 για τις τιμές και ο πρώτος είπε στον δεύτερο ότι θα του βάλει όρο για την συνεργασία, ότι δηλαδή όλοι θα πληρώνονται από το Υπουργείο Παιδείας. Του είπε, επίσης, ότι το Υπουργείο Παιδείας πληρώνει το αργότερο στους δύο μήνες. Ο Μ.Κ.1 του είπε ότι τούτο είναι λογικό. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε, επίσης, στον Μ.Κ.1 ότι θα τον πλήρωνε με μεταχρονολογημένες επιταγές για να καλύπτεται η ημερομηνία του εμβάσματος. Σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο, έγινε προφορική συμφωνία για το εν λογω θέμα. Ο Κατηγορούμενος είπε στον Μ.Κ.1 ότι θα ειδοποιεί τον Μ.Κ.1 και πως δεν θα κάνει κατάθεση τις επιταγές μέχρι να γίνει έμβασμα από την Κυβέρνηση. Διαφορετικά, του είπε ότι θα τον πλήρωνε με μετρητά. Ο Μ.Κ.1 συμφώνησε. Στην αρχή έβαλε το θέμα του χρόνου. Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος κατέθεσε ότι όταν συστήθηκαν, ο Μ.Κ.1 του είπε ότι είχε την Εταιρεία. Το μαγαζί του Μ.Κ.1 είχε το όνομα της Εταιρείας. Από την Εταιρεία, ο Κατηγορούμενος έπαιρνε άμμο, τσιμέντο και ό,τι άλλο είχε σχέση με οικοδομικά υλικά. Είναι η Εταιρεία που του εξέδιδε τιμολόγια. Σχετικά, ο Κατηγορούμενος κατέθεσε, ως Τεκμήριο «6» δέσμη από 14 τιμολόγια που εξέδιδε το μαγαζί του Μ.Κ.
  2. Σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο, όταν έφταναν σε κάποιο ποσό και πληρωνόταν ο Κατηγορούμενος, ο τελευταίος πήγαινε στο μαγαζί, όπου βρισκόταν πάντα η Μ.Κ.3, και τις έδινε επιταγές ή μετρητά. Συνήθως, τις έδινε επιταγές. Οι σχέσεις του με τον Μ.Κ.1 για το συγκεκριμένο έργο κράτησε περίπου 4 μήνες, αλλά στην πορεία ο Κατηγορούμενος πήρε και κάποιο άλλο έργο στην Άχνα και συνέχισαν την συνεργασία τους, αλλά για μικρότερα ποσά. Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος κατέθεσε ότι τον Οκτώβριο είχε πρόβλημα με το Υπουργείο Παιδείας γιατί δεν πλήρωνε τις επί πλέον εργασίες ως και το ποσό για τις εκτελεσθείσες εργασίες. Σταμάτησαν για κάποιο διάστημα το έργο για να επιλυθούν οι διαφορές. Ο Κατηγορούμενος κατέθεσε ως Τεκμήριο «7» αντίγραφο επιστολής του ιδίου προς τον Υπουργό Παιδείας, ημερομηνίας 12/12/
  3. Μετά την αποστολή του Τεκμηρίου 7, ο Κατηγορούμενος πήρε κάποια επιστολή και πραγματοποιήθηκε συνάντηση τον Απρίλιο του 2012 με τον διευθυντή των αρμοδίων υπηρεσιών, με αρχιτέκτονα κ.λ.π. και του είπαν ότι ο Υπουργός είπε να βοηθήσει για να προχωρήσει το έργο και θα του έδιναν κάποια λεφτά, τα οποία δόθηκαν τον Ιούνιο του
  4. Σε σχέση με το Τεκμήριο 1, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι οι ημερομηνίες πριν τις 22/6/2011, ίσως 18/6/2011 δεν τον αφορούν και πως τότε δεν γνώριζε καν τον Μ.Κ.
  5. Είδε για πρώτη φορά το Τεκμήριο 1 στο Δικαστήριο. Περί τις 20/10/2011 ο Κατηγορούμενος μίλησε τηλεφωνικώς με την Μ.Κ.3, η οποία του είπε να δώσει κάποια λεφτά. Ο Κατηγορούμενος πήγε σε 3-4 ημέρες στο μαγαζί. Είπε στην Μ.Κ.3 ότι δεν είχε πληρωθεί και ότι σε 15 έως 30 ημέρες θα υπάρξει πληρωμή. Της είπε ότι θα της δώσει δύο επιταγές. Της έδωσε, λοιπόν, δύο επιταγές, οι οποίες, όμως, ήταν σε διαφορετικές ημερομηνίες για να πληρωθεί στο μεταξύ. Ως Τεκμήριο «8» κατέθεσε την απόδειξη με αρ. 5024, ημερομηνίας 26/10/2011, που του έβγαλε η Μ.Κ.
  6. Πάντα στο ταμείο στο μαγαζί ήταν η Μ.Κ.3 και πάντα με αυτή συνεργάζονταν για θέματα πληρωμών. Αυτή μάλιστα του ανέφερε ότι χειριζόταν τα οικονομικά της Εταιρείας, δηλαδή πήγαινε τράπεζα κλπ. Σε σχέση με την επιταγή, Τεκμήριο 2, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι η υπογραφή είναι δική του και πως ανέγραψε ο ίδιος το ποσό της επιταγής και την ημερομηνία. Το όνομα, όμως, του δικαιούχου της επιταγής, Τεκμήριο 2, συμπληρώθηκε από την Μ.Κ.3 στην παρουσία του. Η επιταγή των €1.000,00 είχε προγενέστερη ημερομηνία πληρωμής από την επιταγή, Τεκμήριο
  7. Ο Κατηγορούμενος τηλεφώνησε στην Μ.Κ.3 την προηγουμένη και της είπε να μην καταθέσει την πρώτη επιταγή και η Μ.Κ.3 του είπε ότι θα μιλούσε με τον Μ.Κ.
  8. Μετά από λίγες ημέρες τηλεφώνησε στον Κατηγορούμενο η τράπεζα. Ξανατηλεφώνησε τότε ο Κατηγορούμενος στην Μ.Κ.3 και της ζήτησε να μην του κάνουν πρόβλημα και η Μ.Κ.3 του είπε ότι θα μιλούσε με τον Μ.Κ.
  9. Την ίδια ημέρα ο Κατηγορούμενος μίλησε με τον Μ.Κ.1 και του είπε να κάνει υπομονή. Σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο, οι σχέσεις τους τότε ήταν άψογες. Δεν είχαν διαφορές. Μετά τη συνομιλία που είχε και με τους δύο, ο Κατηγορούμενος είδε ότι έβαλαν τις επιταγές για κατάθεση. Μετά την δεύτερη επιταγή, ως είπε ο Κατηγορούμενος, πρέπει να μπήκε στο Κ.Α.Π. Του τηλεφώνησε η Μ.Κ.3 και του είπε ότι μπήκε στο Κ.Α.Π. Ο Κατηγορούμενος της είπε να περιμένουν για 10-12 ημέρες για να πληρωθεί από το έργο της Άχνας. Πληρώθηκε για το έργο της Άχνας και γύρω στις 9-10 Ιανουαρίου, ο Κατηγορούμενος πήγε στο μαγαζί και έδωσε στην Μ.Κ.3 €2.000,00 σε μετρητά, λέγοντάς της ότι είναι για την επιταγή, Τεκμήριο
  10. Της ζήτησε απόδειξη και η Μ.Κ.3 του είπε ότι του έδωσαν απόδειξη. Ο Κατηγορούμενος ζήτησε την επιταγή και η Μ.Κ.3 του είπε ότι δεν την είχε κοντά της. Τότε η Μ.Κ.3 τηλεφώνησε στην παρουσία του Κατηγορουμένου στον Μ.Κ.1, ο οποίος της είπε ότι εργαζόταν στο forklift και είχε αυτός τις επιταγές και είπε στην Μ.Κ.3 να πει στον Κατηγορούμενο να περάσει σε 2-3 ημέρες για να πάρει την επιταγή. Τότε, ο Κατηγορούμενος είπε στην Μ.Κ.3 να πει στον Μ.Κ.1 να σκίσει την επιταγή. Για την άλλη επιταγή, ο Κατηγορούμενος είπε στην Μ.Κ.3 να περιμένει ακόμη 25 ημέρες και η Μ.Κ.3 του είπε «καλώς». Ο Κατηγορούμενος συνέχιζε να παίρνει υλικά για το έργο της Άχνας, αλλά για μικρότερες ποσότητες και μιλούσαν στο τηλέφωνο για τα λεφτά της επιταγής των €1.000,
  11. Τον Φεβρουάριο του 2012, ο Κατηγορούμενος ξαναπήγε στο μαγαζί και έδωσε €300,00 για την επιταγή των €1.000,00 και €300,00 για κάποιον άλλο συνεργάτη, τον Μανώλη. Ο Μανώλης είπε στον Κατηγορούμενο ότι πέρασε και πήρε τα λεφτά. Ανέφερε, επίσης, ότι για το έργο στην Άχνα είχε υπόλοιπο €941,00 στις 11/4/
  12. Ακολούθως, ανέφερε ότι μετά που του επεδόθη το κατηγορητήριο της παρούσας, επικοινώνησε ο ίδιος με τον Μ.Κ.1 και τον ρώτησε για ποιό λόγο καταχώρησε την υπόθεση και ο Μ.Κ.1 του είπε να αλλάξει την επιταγή των €2.000,00 και να του δώσει πίσω το υπόλοιπο και ο Κατηγορούμενος του είπε ότι δεν μπορεί. Έκτοτε δεν ξαναμίλησαν. Ανέφερε, επίσης, ότι σήμερα οφείλει το ποσό των €941,00 για το έργο της Άχνας και €700,00 για την επιταγή των €1.000,
  13. Ανέφερε, επίσης, ότι την επομένη που ήρθαν στο Δικαστήριο κάποιος εργάτης του, κάποιος Αντρέας, ο οποίος τώρα είναι στη Σαουδική Αραβία, πήγε στο Κατάστημα για να μεσολαβήσει και η Παναγιώτα του είπε ότι έμαθαν ότι η Κυβέρνηση σταμάτησε το έργο του Κατηγορουμένου και πως ο μόνος τρόπος να πληρωθούν ήταν να κάνουν υπόθεση για την επιταγή των €2.000,00 και μετά θα του έδιναν πίσω το υπόλοιπο. Όταν ο Αντρέας είπε στον Κατηγορούμενο τί του ανέφερε η Μ.Κ.3, ήταν μπροστά δύο άλλα άτομα, τα οποία απουσιάζουν στο εξωτερικό, και ο υιός του Κατηγορουμένου. Μετά τούτο, ο Κατηγορούμενος τηλεφώνησε στον Μ.Κ.1 και είπαν πάλι τα ίδια. Σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο, αυτός είχε δώσει €2.000,00 και ο Μ.Κ.3 ξαναέβαλε την επιταγή. Κατά την αντεξέτασή του, ο Κατηγορούμενος ανέφερε σε σχέση με το Τεκμήριο 1 ότι τον αφορούν μόνο τα τιμολόγια από τις 18/6/2011 και έπειτα. Όταν πήγε να πληρώσει στις 26/10/2011 το υπόλοιπό του ήταν €3.189,
  14. Ήξερε τί χρωστούσε επειδή του είχε τηλεφωνήσει η Μ.Κ.3 και του είπε. Υπήρχαν και τα τιμολόγια που υπέγραφαν και υπήρχε μια καλή συνεργασία και εμπιστοσύνη και δεν ζήτησε να δει κάτι άλλο. Αρνήθηκε ότι στις 26/10/2011 ή προηγουμένως είχε δει το Τεκμήριο 1, ότι ξεκίνησε η συνεργασία ως και το έργο για το Α' Δημοτικό Ξυλοφάγου το
  15. Το έργο αφορούσε την κατασκευή κάποιας αίθουσας και βελτιώσεις στο υφιστάμενο κτίριο. Το 2010 υπήρχε άλλη εταιρεία που έκανε έργα στο σχολείο και δεν ήταν αυτός. Ανέφερε, επίσης, ότι συναντήθηκε με τον Μ.Κ.1 στο σχολείο, ο οποίος του είπε πού είναι το κατάστημά του. Σε σχέση με τα τιμολόγια, Τεκμήριο 6, ανέφερε ότι αυτά είχε στα χέρια του όταν πλήρωνε την Μ.Κ.
  16. Μπορεί να υπάρχουν άλλα δύο τιμολόγια που αφορούσαν το έργο στην Άχνα, αλλά δεν τα έχει στα χέρια του. Αρνήθηκε ότι υπάρχουν και άλλα, προσθέτοντας ότι αυτά έχει. Ως εργολάβο και για σκοπούς λογιστικούς τον ενδιέφερε κατά πόσον θα συναλλάσσονταν με τον ίδιο τον Μ.Κ.1 ή με κάποια εταιρεία και ο Μ.Κ.1 του είπε ότι έχει την Εταιρεία. Αρνήθηκε υποβολή ότι υπάρχουν τιμολόγια με εκδότη τον Μ.Κ.
  17. Ανέφερε γιατί έστειλε την επιστολή, Τεκμήριο 7, λέγοντας, μεταξύ άλλων, ότι το έμβασμα από το Υπουργείο γινόταν κάθε μήνα και πως είχε κάνει προφορική συμφωνία με τους συνεργάτες του να πληρώνονται με μεταχρονολογημένες επιταγές μέχρι να γίνει το έμβασμα. Απέστειλε την επιστολή, Τεκμήριο 7, μέσω φαξ, αλλά δεν είχε απόδειξη αποστολής. Αρνήθηκε υποβολή ότι συνέταξε εκ των υστέρων το Τεκμήριο
  18. Δεν ξέρει, επίσης, αν έχει την απάντηση που έλαβε στο Τεκμήριο
  19. Ακολούθως, ανέφερε ότι από τις δύο επιταγές που εξέδωσε στις 26/10/2011, η επιταγή των €1,000,00 είχε ημερομηνία πληρωμής προγενέστερη από την επιταγή, Τεκμήριο
  20. Όταν πήρε €2.000,00 μετρητά στην Μ.Κ.3 θεώρησε ότι θα ήταν πιο σωστό να παν για την επιταγή, Τεκμήριο
  21. Όταν έδωσε το εν λογω ποσό είχε ήδη καταστεί πληρωτέα η επιταγή των €1.000,
  22. Επίσης, όταν έδωσε το ποσό των €2.000,00 γνώριζε ότι είχε κατατεθεί η επιταγή για πληρωμή. Δεν ζήτησε πίσω την επιταγή γιατί υπήρχε εμπιστοσύνη. Ο Κατηγορούμενος δεν θυμόταν πότε ήταν η πρώτη φορά μετά τις 26/10/2011 που έγινε έμβασμα από το Υπουργείο. Μπορεί να έγινε έμβασμα την εν λόγω περίοδο, αλλά είχε και άλλους συνεργάτες. Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι πάντα άφηνε ανοικτό το όνομα του δικαιούχου των επιταγών. Δεν είχε σημασία για σκοπούς λογιστικούς ποιό θα ήταν το όνομα του δικαιούχου της επιταγής, εφόσον έπαιρνε απόδειξη της Εταιρείας. Συμφώνησε, επίσης, ότι στην απόδειξη, Τεκμήριο 8, αναγράφονται οι αριθμοί των δύο επιταγών. Αρνήθηκε, επίσης, ότι συμπλήρωσε ο ίδιος το όνομα του δικαιούχου στο Τεκμήριο 2, προσθέτοντας ότι δεν έχει δύο διαφορετικούς γραφικούς χαρακτήρες. Όταν πήρε το ποσό των €2.000,00 στην Μ.Κ.3, η τελευταία του είπε ότι είτε την ίδια ημέρα ή την επόμενη θα έφερνε την επιταγή ο Μ.Κ.1 και να περάσει να την πάρει πίσω. Ο Κατηγορούμενος της είπε να πεί στον Μ.Κ.1 να την σκίσει αν δεν περάσει (ο Κατηγορούμενος). Ξαναπήγε στο μαγαζί μετά που έκανε την πληρωμή των €2.000,
  23. Δεν ζήτησε την επιταγή όταν ξαναπήγε επειδή υπήρχε συνεργασία και εμπιστοσύνη. Κατά την επανεξέτασή του, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι η επιστολή, Τεκμήριο 7, βρίσκεται στο Υπουργείο Παιδείας. Από το εν λόγω Υπουργείο, αυτός μιλά πάντα με την κα. Ιωάννα Πελεκάνου. Ως πρώτη μάρτυρας υπεράσπισης κατέθεσε η κα. Ιωάννα Πελακάνου (Μ.Υ.1), λειτουργός στις Τεχνικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, η οποία κατέθεσε ότι ο Κατηγορούμενος ξεκίνησε την ανέγερση της αίθουσας πολλαπλής χρήσης στο Α' Δημοτικό Ξυλοφάγου τον Ιούνιο του
  24. Αναγνώρισε την επιστολή, Τεκμήριο 5, λέγοντας ότι είναι η επιστολή με την οποία ενημερώνεται ο εργολάβος ότι έγινε δεκτή η προσφορά του. Το συμβόλαιο υπογράφεται στην συνέχεια. Η ίδια ήταν συντονίστρια του έργου, δηλαδή ασχολήθηκε με την επίβλεψη, την έκδοση διατακτικών και είχε συχνή επικοινωνία με τον Κατηγορούμενο. Αναγνώρισε, επίσης, το Τεκμήριο 7, το οποίο στάλθηκε στον Υπουργό και από το γραφείο του Υπουργού στάλθηκε στις Τεχνικές Υπηρεσίες και αρχειοθετήθηκε στον φάκελο του έργου. Οι Τεχνικές Υπηρεσίες του Υπουργείου απάντησαν στο Τεκμήριο 7 με επιστολή της ιδίας ημερομηνίας 26/1/2012, αντίγραφο της οποίας κατέθεσε ως Τεκμήριο «9». Κατά την αντεξέτασή της, η Μ.Υ.1 ανέφερε ότι η ίδια διαφωνεί με την επιστολή του Κατηγορουμένου, Τεκμήριο 7, λέγοντας ότι το Υπουργείο δεν καθυστέρησε στις πληρωμές και δεν χρωστούσε στον Κατηγορούμενο. Δεν είχε μαζί της τον φάκελο για να πει κατά πόσον έγιναν πληρωμές μεταξύ 26/10/2011 έως 25/12/
  25. Σύμφωνα με την Μ.Υ.1, συνήθως γίνεται πληρωμή τέλος του μήνα. Η Μ.Υ.1 δεν γνώριζε κατά πόσον ο Κατηγορούμενος έκανε κάποια άλλη εργασία στο Ξυλοφάφου πριν τον Μάιο του
  26. Δεν έγιναν, όμως, κάποια έργα στο Α' Δημοτικό Ξυλοφάγου το
  27. Ως δεύτερος μάρτυρας για την υπεράσπιση κατέθεσε ο κ. Ζήνωνας Μηνά, (Μ.Υ.2), ο οποίος κατ' αρχάς ανέφερε ότι από την ηλικία των 16 ετών εργάζεται με τον Κατηγορούμενο στις οικοδομές. Είδε τον Μ.Κ.1 δύο φορές όταν πήγε να πάρει υλικά από το μαγαζί του. Ανέφερε, επίσης, ότι θυμάται ότι όταν τους πλήρωσε ο Κατηγορούμενος, ο τελευταίος τους είπε ότι θα πάει στον Μ.Κ.1 να του δώσει €2.000,
  28. Ο Μ.Υ.2 ήξερε για την επιταγή που κρατούσε ο Μ.Κ.1 και ο Κατηγορούμενος είπε ότι θα πάει να πάρει €2.000,00 στον Μ.Κ.
  29. Τούτο έγινε τον Ιανουάριο του
  30. Ανέφερε, επίσης, ότι άκουσε κάποια τηλεφωνική συνομιλία που είχε ο Κατηγορούμενος με τον Μ.Κ.
  31. Η συνομιλία έγινε το καλοκαίρι, αλλά ο Μ.Υ.2 δεν θυμόταν την ημερομηνία. Ο ίδιος άκουσε την συνομιλία γιατί ο Κατηγορούμενος είχε το τηλέφωνο σε ανοικτή ακρόαση. Ο Μ.Υ.2 άκουσε τον Κατηγορούμενο που έλεγε στον Μ.Κ.1 ότι δεν του χρωστά τόσα λεφτά και πως του πήρε €2.000,
  32. Την ώρα της συνομιλίας, ο Κατηγορούμενος και ο Μ.Υ.2 βρίσκονταν στο εργοτάξιο στην Άχνα μαζί με άλλους συναδέλφους τους. Η συνομιλία διήρκησε 10 λεπτά και δεν θυμάται κάτι άλλο. Ο Μ.Υ.2 κατέθεσε, επίσης, ότι ο Κατηγορούμενος του είπε ότι πλήρωσε την επιταγή των €2.000,00 και πως μετά πήρε και άλλα λεφτά. Δεν θυμόταν, όμως, πόσα. Ανέφερε, επίσης, ότι δεν γνωρίζει κάτι για άλλη επιταγή. Ξέρει ότι η επιταγή των €2.000,00 πληρώθηκε από τον Κατηγορούμενο στο κατάστημα του Μ.Κ.
  33. Ο Κατηγορούμενος του είπε ότι ήταν μια κοπέλα όταν έκανε την πληρωμή. Αντεξεταζόμενος, ο Μ.Υ.2 ανέφερε ότι επί του παρόντος δεν έχει δουλειά. Ως πριν 4 μήνες πριν την ένορκη κατάθεσή του ήταν υπάλληλος του Κατηγορουμένου. Αν βρεθεί δουλειά, θα πάει να δουλέψει στον Κατηγορούμενο. Ανέφερε, επίσης, ότι ο Κατηγορούμενος έβαλε σε ανοικτή ακρόαση την τηλεφωνική συνομιλία με τον Μ.Κ.1 για να ακούν και αυτοί επειδή ο Μ.Κ.1 έλεγε ότι ο Κατηγορούμενος χρωστούσε παραπάνω. Ο Μ.Υ.2 γνωρίζει μόνο για την συγκεκριμένη επιταγή. Δεν γνωρίζει κατά πόσον ο Κατηγορούμενος είχε εκδώσει στον Μ.Κ.1 άλλες επιταγές. Ξέρει ότι ο Μ.Κ.1 κρατούσε επιταγή του Κατηγορούμενου για €2.000,00 και δεν του χρωστούσε τα λεφτά. Δεν ξέρει για άλλες επιταγές. Ανέφερε, ακολούθως, ότι πήγε μαζί με τον Κατηγορούμενο όταν ο τελευταίος πήγε στο κατάστημα του Μ.Κ.1 για να πληρώσει τα €2.000,00, αλλά δεν κατέβηκε κάτω. Είχε και άλλους μέσα στο αυτοκίνητο. Ήξερε ότι ο Κατηγορούμενος είχε λεφτά πάνω του, αλλά δεν τον είδε να τα δίνει. Ως είπε, ήταν αρχές του Γενάρη που πήγαν. Ίσως στις 11 του μήνα. Δεν νομίζει να ήταν στις 15 του μήνα. Τούτο έγινε το μεσημέρι μετά που σχόλασαν. Δεν γνωρίζει κατά πόσον ο Κατηγορούμενος πήρε την επιταγή πίσω όταν πλήρωσε. Κατέθεσε, επίσης, ότι όταν έγινε η πληρωμή τον Ιανουάριο του 2012, ο Μ.Υ.2 δεν γνώριζε κατά πόσον είχαν διαφορές ο Κατηγορούμενος με τον Μ.Κ.
  34. Ήξερε, όμως, ότι είχαν διαφορά για την επιταγή το καλοκαίρι που άκουσε την μεταξύ τους συνομιλία. Στη συνέχεια είπε ότι δεν ξέρει γιατί ο Κατηγορούμενος έβαλε την συνομιλία του με τον Μ.Κ.1 σε ανοικτή ακρόαση. Στο στάδιο των αγορεύσεων, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν εμπεριστατωμένα προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεών τους. O κ. Σαββίσης, ουσιαστικά εισηγήθηκε ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ήτοι ότι η επιταγή παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την ημερομηνία που αυτή παρουσιάστηκε στην τράπεζα για εξόφληση. Μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι το Τεκμήριο 1 δεν αναφέρει την ύπαρξη του υπολοίπου της επιταγής. Περαιτέρω, με αναφορά στην προσκομισθείσα μαρτυρία ήταν η εισήγησή του ότι η μαρτυρία των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.3 βρίθει αντιφάσεων, παραπλανητικών δηλώσεων και ασαφειών, ενώ σε πολλά σημεία η μαρτυρία τους έρχεται σε σύγκρουση όσον αφορά ουσιώδη γεγονότα. Ανέφερε, επίσης, ότι από την μαρτυρία προέκυψε ότι τον έλεγχο του λογιστηρίου και των οικονομικών δοσοληψιών της Εταιρείας είχε η Μ.Κ.3 και πως υπήρχε παντελής έλλειψη οργάνωσης όσον αφορά τα έξοδα και τις εισπράξεις της Εταιρείας. Κατά την άποψή του, τα προαναφερθέντα, σε συνδυασμό με το ότι δεν αναφέρθηκε από τους μάρτυρες Κατηγορίας η ημερομηνία που έγινε η πληρωμή του ποσού των €1.000,00, ως και το ότι η συνεργασία των διαδίκων συνεχίστηκε χωρίς κανένα πρόβλημα μέχρι και το καλοκαίρι του 2012, ήτοι μετά και την καταχώρηση της παρούσας, ενισχύουν την εισήγησή του ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν απέδειξε ότι η επιταγή παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την παρουσίαση. Από την άλλη ζήτησε όπως ο Κατηγορούμενος κριθεί αξιόπιστος μάρτυρας. Ήταν, επίσης, η θέση του ότι από την μαρτυρία διεφάνη ότι ο Μ.Κ.1 έχοντας την επίδικη επιταγή στα χέρια του προσπάθησε να την χρησιμοποιήσει σαν όπλο και να ασκήσει πίεση στον Κατηγορούμενο για να εισπράξει άλλα οφειλόμενα ποσά. Ζήτησε, λοιπόν, την αθώωση του Κατηγορουμένου από την Κατηγορία που αντιμετωπίζει. Στην αντίπερα όχθη, ο κ. Νικολάου, ο οποίος αναφέρθηκε στο ιστορικό της υπόθεσης και κυρίως στο ότι στα αρχικά στάδια της διαδικασίας ο Κατηγορούμενος απέσυρε, κατόπιν έγκρισης από το Δικαστήριο, κάποια παραδεκτά γεγονότα στα οποία προέβη, εισηγήθηκε κατ' αρχάς ότι στην προκειμένη περίπτωση τίθεται καίριο ζήτημα εάν ο Παραπονούμενος είναι ή όχι νομιμοποιημένος κομιστής της επίδικης επιταγής και κατ' επέκταση κατά πόσον νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα ποινική δίωξη. Περαιτέρω, για τους λόγους που εξήγησε, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ζήτησε να κριθούν αξιόπιστοι μάρτυρες όλοι οι μάρτυρες Κατηγορίας και η Μ.Υ.1 και αναξιόπιστοι ο Κατηγορούμενος και ο Μ.Υ.
  35. Με αναφορά σε σχετική νομολογία, ο κ. Νικολάου εισηγήθηκε ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ως και ότι ο Παραπονούμενος είναι νομιμοποιημένος κομιστής της επίδικης επιταγής. Αξιολόγηση-Ευρήματα Έχω παρακαλουθήσει με κάθε δυνατή και επιβαλλόμενη προσοχή όλους τους μάρτυρες, τον τρόπο, το ύφος, τη συμπεριφορά, τις αντιδράσεις και γενικά την παρουσία τους στο Δικαστήριο και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους με σκοπό να καταλήξω στα αναγκαία ευρήματα και συμπεράσματα για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Υπό το φως των γεγονότων, τα οποία, ως διεφάνη κατά την εξέλιξη της ακροαματικής διαδικασίας, αποτέλεσαν κοινό υπόβαθρο γεγονότων, κρίνω σκόπιμο να ξεκινήσω από την αξιολόγηση της μαρτυρίας των Μ.Κ.2 και Μ.Υ.
  36. Ο Μ.Κ.2, Νίκαντρος Νικάντρου, η μαρτυρία του οποίου ουδόλως αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση, μου έκανε καλή εντύπωση και μου έδωσε την εικόνα ειλικρινούς και αξιόπιστου προσώπου. Θεωρώ ότι ως υπεύθυνος τρεχουμένων λογαριασμών στη Συνεργατική περιορίστηκε σε γεγονότα για τα οποία μπορούσε να δώσει άμεση μαρτυρία σε συνδυασμό με κάποια στοιχεία που προκύπτουν από το ίδιο το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 3 και 4, τα οποία ως εκ της θέσης και της πείρας του ήταν σε θέση να καταθέσει και να εξηγήσει. Δεν θεωρώ ούτε έχω επισημάνει ο,τιδήποτε από το οποίο να μπορεί να συναχθεί ότι ήταν διατεθειμένος να παραποιήσει μέρος των γεγονότων. Προκύπτει, λοιπόν, από τα όσα ο Μ.Κ.2 κατέθεσε, ότι ο Κατηγορούμενος διατηρούσε στη Συνεργατική τρεχούμενο λογαριασμό με αρ. 10062-4005473-6 (στο εξής «ο Λογαριασμός»), η κίνηση του οποίου για την περίοδο από 20/10/2011 μέχρι και τις 30/12/2011 παρουσιάζεται στην κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο
  37. Επίσης, ότι στις 27/12/2011 η επιταγή με αρ. 31784481 για το ποσό των €2.000,00, με ημερομηνία πληρωμής στις 25/12/2011 και δικαιούχο τον «Αντώνη Αντωνίου» που εκδόθηκε από τον Λογαριασμό (στο εξής «η Επίδικη Επιταγή»), η οποία αποτέλεσε κοινό υπόβαθρο γεγονότων ότι εκδόθηκε από τον Κατηγορούμενο, παρουσιάστηκε στην Τράπεζα Κύπρου στις 27/12/2011 και ακολούθως στην Συνεργατική στις 28/12/2011 για εξαργύρωση. Κατά την παρουσίαση, λοιπόν, της Επίδικης Επιταγής στην Συνεργατική, ήτοι την εκδότρια τράπεζα αυτής, η Συνεργατική δεν τίμησε την Επίδικη Επιταγή και αυτή επιστράφηκε απλήρωτη ένεκα του ότι ο Κατηγορούμενος είχε τοποθετηθεί στο Κ.Α.Π. στις 14/12/2011 και ο Λογαριασμός είχε παγοποιηθεί. Τα προαναφερθέντα αποτελούν και σχετικά ευρήματα του Δικαστηρίου. Την εικόνα ειλικρινούς και αξιόπιστης μάρτυρας σχημάτισα, επίσης, σε σχέση με την Μ.Υ.1, Ιωάννα Πελεκάνου. Πέραν του ότι η μαρτυρία της δεν αμφισβητήθηκε σοβαρά από την υπεράσπιση, αυτή κατέθεσε με αμεσότητα και σταθερότητα σε σχέση με γεγονότα που ήταν σε θέση να γνωρίζει ως εκ της θέσης της και των καθηκόντων της. Δεν θεωρώ ούτε έχω επισημάνει ο,τιδήποτε από το οποίο να μπορεί να συναχθεί ότι ήταν διατεθειμένη να παραποιήσει μέρος των γεγονότων. Τουναντίον, αυτή ήταν ειλικρινής και ανέφερε ότι δεν μπορούσε να καταθέσει με βεβαιότητα σε σχέση με συγκεκριμένα ζητήματα, χωρίς να συμβουλευθεί το φάκελό της, τον οποίο δεν κλήθηκε να παρουσιάσει. Από την μαρτυρία, λοιπόν, της Μ.Υ.1 και τα Τεκμήρια 5, 7 και 9 που αυτή αναγνώρισε ή κατέθεσε προκύπτει ότι κατόπιν προσφοράς που υπέβαλε ο Κατηγορούμενος στα πλαίσια διαγωνισμού, στις 17/5/2011 οι τεχνικές υπηρεσίες (στο εξής «οι Τεχνικές Υπηρεσίες») του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού (στο εξής «το Υπουργείο») αποδέχθηκαν την προσφορά του Κατηγορουμένου για την ανέγερση από τον τελευταίο της αίθουσας πολλαπλής χρήσης και για βελτιώσεις στο Α' Δημοτικό Σχολείο Ξυλοφάγου (στο εξής «το Έργο») για το ποσό των €366.000,00 πλέον Φ.Π.Α. Ακολούθησε η υπογραφή συμβολαίου και ο Κατηγορούμενος ξεκίνησε τις εργασίες για το Έργο τον Ιούνιο του
  38. Συντονίστρια του Έργου εκ μέρους των Τεχνικών Υπηρεσιών ήταν η Μ.Υ.
  39. Η επιστολή, Τεκμήριο 7, παραλήφθηκε από τον Υπουργό του Υπουργείου και τοποθετήθηκε από τις Τεχνικές Υπηρεσίες στο φάκελο που διατηρείται για το Έργο. Η θέση των Τεχνικών Υπηρεσιών στο παράπονο του Κατηγορούμενου δόθηκε με επιστολή της Μ.Υ.1, Τεκμήριο
  40. Ότι δηλαδή, το Υπουργείο είχε πληρώσει τις μέχρι τότε εκτελεσθείσες εργασίες, σύμφωνα με την ανάλυση των τιμών της προσφοράς που είχε υποβάλει ο Κατηγορούμενος. Στρεφόμενη τώρα στους υπόλοιπους μάρτυρες Κατηγορίας, οφείλω εξ αρχής να σημειώσω ότι οι Μ.Κ.1 και Μ.Κ.3 δεν με έπεισαν ότι ήταν υπήρξαν σε όλα τα θέματα ειλικρινείς. Η μαρτυρία έκαστου σε σχέση με το πότε ξεκίνησε η συνεργασία με τον Κατηγορούμενο, ποιό είναι το νομικό πρόσωπο με το οποίο αυτός συναλλάσσονταν και ποιός συμπλήρωσε το όνομα του δικαιούχου στην Επίδικη Επιταγή ήταν αντιφατική, ασυνεπής, δεν αντέχει τη βάσανο της λογικής και δεν υποστηρίζεται από τα κατατεθέντα τεκμήρια, ως και τη μαρτυρία που έχω ήδη κάνει αποδεκτή. Σε αντίθεση, η επί του προκειμένου μαρτυρία του Κατηγορουμένου ήταν σαφής, πειστική και συνάδουσα με την λογική των πραγμάτων και τα κατατεθέντα Τεκμήρια. Η μαρτυρία του Μ.Κ.1 ότι γνώρισε τον Κατηγορούμενο το 2010 όταν του τον σύστησαν ως τον εργολάβο που θα έκτιζε κάποια αίθουσα στο Α' Δημοτικό Ξυλοφάγου ως και ότι αυτός ήταν πελάτης του για το συγκεκριμένο έργο από το 2010 δεν συνάδει με τη μαρτυρία της Μ.Υ.1, την οποία έχω ήδη αποδεχθεί, ήτοι ότι το Υπουργείο έκανε αποδεκτή την προσφορά του Κατηγορούμενου για το Έργο τον Μάιο του 2011 και ο τελευταίος ξεκίνησε τις εργασίες για το Έργο τον Ιούνιο του
  41. Επί του προκειμένου, η Μ.Κ.3 έδωσε μια καινούρια εκδοχή, η οποία όχι μόνο δεν συνάδει με τη μαρτυρία της Μ.Υ.1, αλλά είναι ουσιωδώς διαφορετική και με την εκδοχή του Μ.Κ.1, ήτοι ότι γνώρισε τον Κατηγορούμενο ως πελάτη τους τέλη του 2009 αρχές του
  42. Αρνητική εντύπωση προκάλεσε, επίσης, η επιλογή των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.3 να μην παρουσιάσουν στο Δικαστήριο ως τεκμήρια είτε την απόδειξη που εκδόθηκε στις 26/10/2011, όταν ο Κατηγορούμενος παρέδωσε στην Μ.Κ.3 τόσο την Επίδικη Επιταγή όσο και την μικρότερη επιταγή των €1.000,00 (στο εξής «η Επιταγή των €1.000,00), ως επίσης τα τιμολόγια που παραδίδονταν στον Κατηγορούμενο σε σχέση με τις διάφορες αγορές υλικών οικοδομής που αγόραζε, έναντι των οποίων ο Κατηγορούμενος εξέδωσε την Επίδικη Επιταγή και την Επιταγή των €1.000,
  43. Αντ' αυτού οι εν λόγω μάρτυρες Κατηγορίας επέλεξαν να παρουσιάσουν δύο σελίδες, Τεκμήριο 1, τις οποίες βάπτισαν κατάσταση λογαριασμού, τις οποίες η Μ.Κ.3 ανέφερε ότι συμπλήρωνε με βάση τα τιμολόγια και τις αποδείξεις που εκδίδονταν. Είναι προφανές ότι οι εν λόγω μάρτυρες επέλεξαν να παρουσιάσουν το Τεκμήριο 1 ώστε με αναφορά σε αυτό να είναι σε θέση να αναφέρονται σε διάφορες ημερομηνίες, επί παραδείγματι την ημερομηνία έκδοσης της Επίδικης Επιδικής, ενώ μπορούσαν κάλλιστα να παρουσίαζαν την απόδειξη είσπραξης, απλούστατα γιατί η εν λόγω απόδειξη, την οποία παρουσίασε ο Κατηγορούμενος (Τεκμήριο 8), χωρίς παρεπιπτόντως να αμφισβητηθεί ότι αυτή είναι η περί ης ο λόγος απόδειξη, θα κατέρριπτε πλήρως την εκδοχή που επέλεξαν να προωθήσουν στο Δικαστήριο, ότι δηλαδή ο Μ.Κ.1 έχει δύο επιχειρήσεις, ήτοι το Κατάστημα Ειδών Οικοδομής στο όνομά του και την Εταιρεία, της οποίας είναι διευθυντής και μέτοχος, η οποία ασχολείται με φορτώσεις, εκφορτώσεις κ.λ.π. Στο πάνω μέρος της απόδειξης, Τεκμήριο 8, η οποία φέρει τον ίδιο αριθμό με τον αριθμό της απόδειξης που καταγράφεται στο Τεκμήριο 1, όχι μόνο παρουσιάζεται ως εκδότης αυτής η Εταιρεία, ήτοι «Γ. Σπετσιώτης & Α. Αντωνίου Λτδ», αλλά πάνω από την επωνυμία της Εταιρείας καταγράφονται ρητά οι λέξεις «ΥΛΙΚΑ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣ». Το ίδιο, επίσης, ισχύει, και με τα 14 τιμολόγια, Τεκμήριο 6, που παρουσίασε ο Κατηγορούμενος, ως τα τιμολόγια που εκδόθηκαν και παραδόθηκαν σε αυτόν από την Εταιρεία σε σχέση με τις διάφορες αγορές υλικών οικοδομής που πραγματοποίησε από τις 5/7/2011 μέχρι και τις 14/10/2011, ήτοι το τελευταίο τιμολόγιο πριν την παράδοση από αυτών της Επίδικης Επιταγής και της Επιταγής των €1.000,
  44. Σημειωτέον, ότι τα ποσά και οι αριθμοί των τιμολογίων του Τεκμηρίου 6 συνάδουν πλήρως με τα ποσά και τους αριθμούς των τιμολογίων που καταγράφονται στο Τεκμήριο 1 και είναι τα τελευταία 14 τιμολόγια που εκδόθηκαν στον Κατηγορούμενο πριν την παράδοση από αυτόν της Επίδικης Επιταγής και της Επιταγής των €1.000,
  45. Ομολογουμένως, θα ήταν ορθότερο αν η υπεράσπιση έθετε τα Τεκμήρια 6 και 8 στους μάρτυρες Κατηγορίας ώστε αυτοί να είναι σε θέση να σχολιάσουν επί του περιεχομένου τους. Στα περιστατικά της παρούσας, όμως, όπου κατά την αντεξέταση του Κατηγορουμένου δεν αμφισβητήθηκε η αναφορά του ότι τα Τεκμήρια 6 και 8 είναι αυτά που του παρέδιδε η Μ.Κ.3, δεν θεωρώ ότι η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής αποστερήθηκε του δικαιώματός της να προβάλει την θέση της επί του περιεχομένου των εν λόγω τεκμηρίων. Ήταν εξ άλλου επιλογή των εν λόγω μαρτύρων Κατηγορίας να μην παρουσιάσουν τούτα στο Δικαστήριο, ενώ κατά τα άλλα αναφέρθηκαν στην ύπαρξή τους. Πέραν τούτου, η επί του προκειμένου θέση της υπεράσπισης ήταν ξεκάθαρη από την αρχή της ακροαματικής διαδικασίας, ήτοι ότι ο Κατηγορούμενος δεν συναλλάσσονταν με τον Μ.Κ.1, αλλά με την Εταιρεία. Πέραν των ανωτέρω, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η θέση των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.3, ότι δηλαδή υπήρχαν τιμολόγια που εκδίδονταν από την Εταιρεία και άλλα που είχαν εκδότη τον Μ.Κ.
  46. Πέραν του ότι ουδέν τιμολόγιο παρουσιάστηκε από τους Μ.Κ.1 και Μ.Κ.3 με εκδότη τον πρώτο, θεωρώ πτωχή την επεξήγηση που αυτοί πρόσφεραν για να εξηγήσουν το ότι υπάρχουν τιμολόγια που εκδόθηκαν από την Εταιρεία και πως τούτο οφείλεται σε λάθος της Μ.Κ.3, η οποία είχε προσληφθεί σχετικά πρόσφατα και δεν είχε προηγούμενη πείρα στα λογιστικά. Παρά το ότι δέχομαι ότι η Μ.Κ.3 δεν είχε προηγούμενη πείρα στα λογιστικά πριν τα τέλη του 2009, οπόταν και εργοδοτήθηκε στην εν λόγω επιχείρηση, ως ο ίδιος ο Μ.Κ.1 ανέφερε τόσο αυτός όσο και η σύζυγός του έλεγχαν κατά τακτά χρονικά διαστήματα τα τιμολόγια και τις αποδείξεις που εξέδιδε η Μ.Κ.
  47. Συνεπώς, παρά το ότι είναι λογικό να έγιναν κάποια λάθη από την Μ.Κ.3 στις αρχές της εργοδότησής της, το λογικό και αναμενόμενο θα ήταν όπως αυτό εντοπίζονταν εγκαίρως από τον Μ.Κ.1 κατά τους ελέγχους που διενεργούσε και να μεριμνούσε ώστε να μην επαναλαμβάνετο και ουχί να συνεχίζετο για περίοδο πέραν των 6 μηνών αφότου ξεκίνησε να εργάζεται κοντά του. Δεν αντέχει, επίσης, τη βάσανο της λογικής η θέση ότι ο λογιστής-ελεγκτής της Εταιρείας γνώριζε για την εν λόγω κατάσταση και επέτρεπε την έκδοση τομολογίων με εκδότη την Εταιρεία, όπου γίνεται και χρέωση Φ.Π.Α, λέγονας μάλιστα στους μάρτυρες Κατηγορίας ότι δεν υπάρχει πρόβλημα και θα τα διόρθωνε ο ίδιος στο τέλος. Από την άλλη, η επί του προκειμένου εκδοχή του Κατηγορουμένου βρίσκεται σε πλήρη αρμονία με τα κατατεθέντα τεκμήρια και την ήδη αποδεκτή μαρτυρία, ήταν σταθερή, λογικοφανής και ουδόλως κλονίστηκε κατά την αντεξέτασή του. Είναι λογικό και αναμενόμενο ένας εργολάβος, ο οποίος αναλαμβάνει να εκτελέσει για λογαριασμό του Υπουργείου ένα έργο αξίας €366.000,00 πλέον Φ.Π.Α., να επιθυμεί να γνωρίζει ακριβώς το νομικό πρόσωπο, από το οποίο θα αγόραζε υλικά οικοδομής. Συνεπώς, είναι πειστική η εκδοχή ότι έλαβε χώρα, όταν πρωτογνωρίστηκαν, η συνομιλία που ο Κατηγορούμενος ανέφερε σε σχέση με το νομικό πρόσωπο, με το οποίο θα συνεργαζόταν. Είναι, επίσης, πρόδηλο ότι η προαναφερθείσα επιλογή των μαρτύρων Κατηγορίας να παρουσίασουν στο Δικαστήριο μόνο το Τεκμήριο 1 και ουχί τα τιμολόγια και την απόδειξη, δημιούργησε ακόμη ένα πρόβλημα στον τρόπο που θα παρουσίαζαν τα γεγονότα, εφόσον το Τεκμηριο 1 καταγράφει αριθμό τιμολογίων που εκδόθηκαν σε ημερομηνίες πριν ξεκινήσει η εμπορική συνεργασία τους με τον Κατηγορούμενο. Η εκδοχή των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.3, ότι δηλαδή όλες οι καταχωρήσεις στο Τεκμήριο 1 αφορούν τον Κατηγορούμενο, πέραν των ανωτέρω, δεν υποστηρίζεται από το περιεχόμενο των κατατεθέντων τεκμηρίων και εξηγώ. Στο πάνω μέρος των δύο σελίδων του Τεκμηρίου 1 καταγράφονται οι λέξεις «Α' Δημοτικό Ξυλοφάγου». Δίπλα από αυτές στην πρώτη σελίδα καταγράφεται ένας αριθμός τηλεφώνου και το όνομα Πέτρος, ενώ στην δεύτερη σελίδα καταγράφεται κάποιος άλλος αριθμός τηλεφώνου και το όνομα «Βαλιαντής Ν». Επίσης, στα τιμολόγια του Τεκμηρίου 6 καταγράφεται ως αγοραστής το όνομα «Α' Δημοτικό (Νίκος Βαλιαντής)». Στη δε απόδειξη, Τεκμήριο 6, καταγράφεται ότι το ποσό εισπράχθηκε από το «Α' Δημοτικό». Δηλαδή, είναι προφανές ότι το πρώτιστο που είχε στο μυαλό της η Μ.Κ.3 όταν πραγματοποιούσε τις εν λόγω εγγραφές είναι ότι αυτές αφορούσαν αγορές που γίνονταν για το συγκεκριμένο σχολείο. Από τα προαναφερθέντα είναι πρόδηλο ότι οι αρχικές καταχωρήσεις στο Τεκμήριο 1, δηλαδή μέχρι και την ημερομηνία που ξεκίνησε η συνεργασία με τον Κατηγορούμενο, αφορούσαν τα τιμολόγια που εκδίδονταν σε κάποιο άλλο εργολάβο, με όνομα Πέτρος, ο οποίος προφανώς αγόραζε υλικά οικοδομής για οικοδομικές εργασίες που διενεργούσε στο Α' Δημοτικό Ξυλοφάγου το 2010 και στις αρχές του
  48. Μετά που έληξε η συνεργασία με τον προηγούμενο εργολάβο, είναι εμφανές ότι η Μ.Κ.3 συνέχισε στην ίδια σελίδα να καταγράφει τα τιμολόγια που εκδίδονταν για τις αγορές που πραγματοποιούσε ο Κατηγορούμενος για το Έργο στο ίδιο δημοτικό σχολείο. Επί του συγκεκριμένου σημείου αποδέχομαι, λοιπόν, την εκδοχή του Κατηγορουμένου, η οποία ήταν συνεπής, σταθερή, συνάδουσα με την λογική εξέλιξη των πραγμάτων, ως και τα κατατεθέντα τεκμήρια και την αποδεκτή μαρτυρία της Μ.Υ.
  49. Γεννάται, βεβαίως, το εύλογο ερώτημα για ποιόν λόγο να επιλέξουν οι Μ.Κ.1 και Μ.Κ.3 να καταθέσουν τέτοιες ανακρίβειες και μη ανταποκρινόμενα στην πραγματικότητα γεγονότα σε σχέση με το νομικό πρόσωπο με το οποίο είχε συναλλαγές ο Κατηγορούμενος ως και την ημερομηνία που τον γνώρισαν και ξεκίνησε η εμπορική τους συνεργασία, εφόσον κατά τα άλλα δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση ότι η Επίδικη Επιταγή παραδόθηκε στην Μ.Κ.3 για το μέχρι τότε υπόλοιπο που είχε στην Εταιρεία, το ύψος του οποίου, επίσης, δεν αμφισβητήθηκε. Θα πρέπει, βεβαίως, κάποιος να έχει κατά νου ότι όταν κατέθεταν ενόρκως οι Μ.Κ.1 και Μ.Κ.3 δεν είχε εκδοθεί η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Κλεάνθης Δημοσθένους ν. Τύχωνα Τύχωνα, Ποινική Έφεση 153/2011, ημερομηνίας 16/1/
  50. Η εν λόγω απόφαση ξεκαθάρισε την σύγχυση που είχε προκληθεί σε αρκετούς από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Τουμάζου ν. Σαββίδη
(2010)2 Α.Α.Δ. 626 σε σχέση με την έννοια του νομιμοποιημένου κομιστή μιας επιταγής, ως και της νομιμοποίησης ιδιωτή να εγείρει ιδιωτική ποινική δίωξη σε σχέση με το αδίκημα της ακάλυπτης επιταγής. Είναι προφανές ότι οι μάρτυρες Κατηγορίας επέλεξαν να μην αναφέρουν την αλήθεια σε σχέση με το νομικό πρόσωπο που πωλούσε υλικά οικοδομής στον Κατηγορούμενο για να ξεπεράσουν τον νομικό σκόπελο που θεωρούσαν ότι είχαν με τα όσα αποφασίστηκαν στην Τουμάζου (ανωτέρω). Είναι για αυτό το λόγο, επίσης, που οι Μ.Κ.1 και Μ.Κ.3 επέλεξαν αναληθώς να καταθέσουν ότι είναι ο Κατηγορούμενος που συμπλήρωσε το όνομα του δικαιούχου στο σώμα της Επίδικης Επιταγής. Πέραν του ότι η Μ.Κ.3 δεν έπεισε ότι έλεγε την αλήθεια επί του συγκεκριμένου σημείου, η εκδοχή της, ήτοι ότι ο Κατηγορούμενος γνώριζε ότι συναλλάσονταν με τον Μ.Κ.1, δεν συνάδει με την κατά άλλα αποδεκτή μαρτυρία, ήτοι ότι είναι από την Εταιρεία που αγόραζε ο Κατηγορούμενος υλικά οικοδομής για το Έργο. Από την άλλη, αποδέχομαι την πειστική εκδοχή του Κατηγορουμένου, η οποία ουδόλως κλονίστηκε κατά την αντεξέταση του, ότι δηλαδή αυτός συμπλήρωσε τα υπόλοιπα στοιχεία της Επιταγής, αφήνοντας κενό το όνομα του δικαιούχου, όπως εξ άλλου έκανε πάντα. Αποδεκτή κρίνεται, επίσης, η αναφορά του Κατηγορουμένου, ότι δηλαδή η εν λόγω τακτική, η οποία παρεμπιπτόντως αποτελεί κοινό τόπο στις συναλλαγές στον τόπο μας, ουδέν πρόβλημα δημιουργούσε στην τήρηση των λογιστικών του βιβλίων, εφόσον τα τιμολόγια και οι αποδείξεις κατέγραφαν το ακριβές όνομα του πωλητή των υλικών που αγόραζε. Το ότι, όμως, επί των συγκεκριμένων σημείων της μαρτυρίας έχω απορρίψει την εκδοχή των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.3 και αποδεχθεί την εκδοχή του Κατηγορουμένου δεν συνεπάγεται ότι αυτόματα θα πρέπει να απορρίψω και στα υπόλοιπα σημεία την μαρτυρία των μαρτύρων Κατηγορίας. Όπως έχει τονιστεί, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Κωνσταντινίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 190, σελ. 192, το Δικαστήριο μπορεί να κρίνει ότι επιβάλλεται διαφορετική βαρύτητα σε διάφορα μέρη κατάθεσης ή και μικρότερη σημασία ή και να απορρίψει ένα ή περισσότερα μέρη αυτής. Ακριβώς, στην προκειμένη περίπτωση θεωρώ ότι μαρτυρία των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.3 επί του ουσιώδους μέρους της διαφοράς, ήτοι κατά πόσον πληρώθηκε η όχι η Επίδικη Επιταγή από τον Κατηγορούμενο ήταν πειστική, συνεπής, σταθερή και συνάδουσα με την λογική των πραγμάτων, σε αντίθεση με την εκδοχή του Κατηγορουμένου, ο οποίος δεν έπεισε ότι έλεγε την αλήθεια, η δε εκδοχή του δεν αντέχει τη βάσανο της λογικής. Αποτέλεσε κοινό υπόβαθρο γεγονότων ότι η Επιταγή των €1.000,00 είχε προγενέστερη ημερομηνία πληρωμής από την Επίδικη Επιταγή. Παρά το ότι δεν αναφέρθηκε από οποιοδήποτε μάρτυρα ποιά ήταν η ημερομηνία πληρωμής της Επιταγής των €1.000,00, από το περιεχόμενο της απόδειξης, Τεκμήριο 8, προκύπτει ότι η Επιταγή των €1.000,00 είχε αριθμό 31784480 και ημερομηνία πληρωμής στις 28/11/
  1. Από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3 προκύπτει, επίσης, ότι η Επιταγή των €1.000,00 κατατέθηκε στη Συνεργατική για εξαργύρωση στις 30/11/2011 και στις 5/12/
  2. Και στις δύο περιπτώσεις, η Επιταγή των €1.000,00 δεν τιμήθηκε και επιστράφηκε απλήρωτη (βλ. σελίδα 4 του Τεκμηρίου 3). Οι Μ.Κ.1 και Μ.Κ.3 δεν ήταν σε θέση να αναφέρουν την ακριβή ημερομηνία που πήγε ο Κατηγορούμενος, κατόπιν οχλήσεων που δέχθηκε, και παρέδωσε στην Μ.Κ.3 το ποσό των €1.000,00 σε μετρητά προς εξόφληση της Επιταγής των €1.000,00, αλλά αυτό που ανέφεραν και οι δύο με συνέπεια και σιγουριά ήταν πως τούτο έλαβε χώρα πριν την ημερομηνία πληρωμής της Επίδικης Επιταγής, ήτοι πριν τις 25/12/
  3. Ουδόλως κλονίζει την αξιοπιστία της εκδοχής των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.3 το ότι ούτε ο ένας ούτε ο άλλος σημείωσαν οπουδήποτε την ημερομηνία που έλαβε χώρα η εν λόγω πληρωμή από τον Κατηγορούμενο. Είναι προφανές ότι για αυτούς το θέμα έληξε με την παράδοση στον Κατηγορούμενο της Επιταγής των €1.000,
  4. Ούτε, επίσης, θα αναμένετο να γινόταν κάποια σημείωση σε σχέση με την εν λόγω πληρωμή επί του Τεκμηρίου
  5. Σε αυτό, η Μ.Κ.3 κατέγραφε μόνο τιμολόγια και πληρωμές που γίνονταν έναντι των τιμολογίων. Η Μ.Κ.3 είχε καταγράψει την έκδοση της απόδειξης, Τεκμήριο 8, η οποία αφορούσε την πληρωμή που έγινε με την Επιταγή των €1.000,00 και την Επίδικη Επιταγή. Σε περίπτωση που κατέγραφε και την καταβολή του ποσού των €1.000,00, με την οποία εξοφλήθηκε επιταγή για την οποία είχε ήδη εκδοθεί απόδειξη, ουσιαστικά θα υπήρχε διπλή εγγραφή σε σχέση με την ίδια πληρωμή. Από την άλλη πλευρά, ο Κατηγορούμενος επιχείρησε να προβάλει τη θέση ότι μεταξύ των ημερομηνιών 9-10/1/2012, δηλαδή μετά που επιστράφηκε απλήρωτη και η Επίδικη Επιταγή, πήγε στο κατάστημα και παρέδωσε στην Μ.Κ.3 το ποσό των €2.000,00 σε μετρητά λέγοντας σε αυτή ότι το εν λόγω ποσό είναι για εξόφληση της Επίδικης Επιταγής. Όταν παρέδωσε το εν λόγω ποσό ζήτησε απόδειξη από την Μ.Κ.3 και αυτή του είπε ότι του είχαν δώσει απόδειξη. Τότε ζήτησε πίσω την Επίδικη Επιταγή και η Μ.Κ.3 επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον Μ.Κ.1, ο οποίος είχε στην κατοχή του την Επίδικη Επιταγή και είπε όπως ο Κατηγορούμενος περάσει σε 2-3 ημέρες να την παραλάβει. Τότε ο Κατηγορούμενος είπε στην Μ.Κ.3 να πει στον Μ.Κ.1 να σκίσει την επιταγή. Κατ' αρχάς, ο Κατηγορούμενος κατά την αντεξέτασή του διαφοροποίησε την προαναφερθείσα εκδοχή που έδωσε κατά την κυρίως εξέτασή του. Δηλαδή, κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι η Μ.Κ.3 του είπε πως είτε την ίδια ημέρα ή την επομένη θα έπαιρνε ο Μ.Κ.1 την Επίδικη Επιταγή στο κατάστημα και να περάσει να την πάρει. Επίσης, κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι είπε στην Μ.Κ.3 να πει στον Μ.Κ.1 να σκίσει την επιταγή αν δεν περάσει. Πέραν των πιο πάνω αντιφάσεων, η εκδοχή του Κατηγορούμενου ότι είχε εμπιστοσύνη στον Μ.Κ.1 και δεν επέμενε στην επιστροφή της Επίδικης Επιταγής όταν κατ' ισχυρισμόν την εξόφλησε, δεν μπορεί να αντέξει την βάσανο της λογικής. Πώς μπορεί να τίθεται θέμα εμπιστοσύνης και άριστων σχέσεων όταν ο Μ.Κ.1 δεν τήρησε, σύμφωνα με την εκδοχή του Κατηγορούμενου, την υπόσχεσή του ότι θα πληρώνονταν όλοι όταν θα γινόταν έμβασμα από το Υπουργείο και όταν μάλιστα, σύμφωνα πάντοτε με την εκδοχή του, είχε ήδη προηγηθεί η κατάθεση προς εξαργύρωση τόσο της Επίδικης Επιταγής όσο και της Επιταγής των €1.000,00; Η κατάθεση και των δύο επιταγών προς εξαργύρωση έγινε αμέσως μετά την ημερομηνία που αυτές κατέστησαν πληρωτέες, του Μ.Κ.1 παραγνωρίζοντας πλήρως τις παρακλήσεις του Κατηγορουμένου να μην τις καταθέσει αμέσως για να μην του δημιουργήσουν πρόβλημα. Πέραν τούτου, είναι παράλογο να τίθεται θέμα εμπιστοσύνης για μια εμπορική συνεργασία που την συγκεκριμένη χρονική περίοδο δεν είχε διάρκεια πέραν των 6 μηνών. Αν υπήρχε κάποια άλλη πτυχή στη συνεργασία που έκανε τον Κατηγορούμενο να πιστεύει ότι θα μπορούσε να εμπιστευθεί τον Μ.Κ.1 έτσι ώστε να μην επιμένει στην επιστροφή της επιταγής που εξόφλησε είναι κάτι που το Δικαστήριο δεν μπορεί να γνωρίζει, εφόσον ουδέν σχετικό αναφέρθηκε. Για να ενισχύσει την εκδοχή του ο Κατηγορούμενος, ότι δηλαδή πήγε στο Κατάστημα και τον Φεβρουάριο του 2012 και παρέδωσε στην Μ.Κ.3 το επιπλέον ποσό των €300,00 έναντι της Επιταγής των €1.000,00, αυτός ανέφερε ότι τότε παρέδωσε και συγκεκριμένο ποσό χρημάτων για κάποιο Μανώλη, ως και ότι είχε συγκεκριμένες τηλεφωνικές συνομολίες με τον Μ.Κ.1, όπου ουσιαστικά ο Μ.Κ.1 παραδέχθηκε ότι πράγματι είχε πληρωθεί το ποσό της Επίδικης Επιταγής. Ουδέν σχετικό, όμως, υπεβλήθη στους Μ.Κ.1 και Μ.Κ.3 σε σχέση είτε με τον Μανώλη είτε σε σχέση με τις εν λόγω συνομιλίες, ώστε αυτοί να είναι σε θέση να τοποθετηθούν επί τούτων κατά την αντεξέτασή τους. Είναι γνωστές οι συνέπειες από την παράλειψη της υπεράσπισης να θέσει υπόψη των μαρτύρων κατηγορίας ουσιώδεις πτυχές της εκδοχής που θα προβάλει με τη μαρτυρία που θα προσκομίσει προς υποστήριξη της εκδοχής της. Βλ. Tekinder Pal v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551, σελ.
  1. Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο δεν έχει άλλη επιλογή παρά να αγνοήσει τις συγκεκριμένες αναφορές του Κατηγορουμένου. Σε κάθε περίπτωση, θεωρώ ότι οι εν λόγω αναφορές αποτελούν δημιουργήματα της φαντασίας του Κατηγορουμένου. Το ίδιο ισχύει και για την μεταγενέστερη μεσολάβηση που είπε ότι έκανε κάποιος εργάτης του, Αντρέας, και τα όσα αυτός του ανέφερε ότι είπε η Μ.Κ.3 για τον λογο που καταχωρήθηκε η παρούσα ποινική δίωξη. Το ότι συνεχίστηκε η συνεργασία του Κατηγορούμενου με την Εταιρεία μέχρι και τον Ιούλιο του 2012 δεν είναι στοιχείο που βοηθά την εκδοχή του Κατηγορουμένου, εφόσον ως ο ίδιος ανέφερε η συνεργασία συνεχίστηκε για μικρότερα ποσά και αφορούσε διαφορετικό έργο, για το οποίο έγινε πληρωμή από την αναθέτουσα αρχή. Πέραν των ανωτέρω, ο Κατηγορούμενος απέφυγε κατά την αντεξέτασή του να αναφέρει έστω στο περίπου πότε ήταν η πρώτη φορά που έγινε πληρωμή από το Υπουργείο σε σχέση με το Έργο μετά τις 26/10/
  2. Ενώ κατά τα άλλα θυμόταν πότε έγινε κάποιο έμβασμα σε σχέση με κάποιο άλλο έργο στην Άχνα, από το οποίο έμβασμα πήρε το ποσό των €2.000,00 για να εξοφλήσει την Επίδικη Επιταγή, σε ημερομηνία που ήταν σε θέση να θυμάται με περισσή λεπτομέρεια. Είναι, λοιπόν, προφανές ότι ο Κατηγορούμενος δεν είπε την αλήθεια σε σχέση με το αν εξόφλησε ή όχι την Επίδικη Επιταγή. Τέλος, σε σχέση με τον Μ.Υ.2, οφείλω να παρατηρήσω ότι δεν μου έδωκεν την εικόνα ειλικρινούς και αξιόπιστου μάρτυρα. Η μαρτυρία του έβριθε αοριστιών, υπεκφυγών και αντιφάσεων και ήταν προφανές ότι προσήλθε στο Δικαστήριο όχι για να καταθέσει την αλήθεια, αλλά για να βοηθήσει την υπόθεση του για πολλά χρόνια εργοδότη του. Κατ' αρχάς, ο Μ.Υ.2 παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο να γνωρίζει μόνο δύο πράγματα. Ότι δηλαδή, τον Ιανουάριο του 2012 ο Κατηγορούμενος πήγε να εξοφλήσει με μετρητά την Επίδικη Επιταγή, ως και ότι το καλοκαίρι του 2012 ήταν παρών όταν ο Κατηγορούμενος μιλούσε τηλεφωνικώς με τον Μ.Κ.1, την οποία συνομιλία ο Κατηγορούμενος είχε βάλει σε ανοικτή ακρόαση. Ο Μ.Υ.2 δεν ήξερε τίποτα άλλο επειδή, ως ανέφερε, ήταν οικοδόμος. Δηλαδή, κατέθεσε μόνο για αυτά που ήθελε να καταθέσει, ενώ αποστασιοποίησε τον εαυτό του από ο,τιδήποτε άλλο αφορούσε την συνεργασία του Κατηγορουμένου με την Εταιρεία με την πρόφαση ότι δεν ήταν δική του δουλειά. Επίσης, ενώ στα αρχικά στάδια της αντεξέτασής του ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος έβαλε σε ανοικτή ακρόαση την συνομιλία με τον Μ.Κ.1 για να ακούσουν όλοι που βρίσκονταν μαζί του στο εργοτάξιο, επειδή ο Μ.Κ.1 έλεγε ότι ο Κατηγορούμενος χρωστούσε περισσότερα χρήματα, σε μεταγενέστερο σημείο της αντεξέτασής του ανέφερε ότι δεν ξέρει γιατί ο Κατηγορούμενος έβαλε την συνομιλία σε ανοικτή ακρόαση. Έχοντας, λοιπόν, παρακολουθήσει την όλη συμπεριφορά του Μ.Υ.2 ενώ κατέθετε ενόρκως και έχοντας δώσει κάποια παραδείγματα, κρίνω ότι αυτός δεν κατέθεσε την αλήθεια στο Δικαστήριο και η μαρτυρία του απορρίπτεται. Στη βάση, λοιπόν, της αξιολόγησης που προβαίνω ανωτέρω, αποτελεί περαιτέρω εύρημά μου ότι ο Κατηγορούμενος ουδέν ποσόν κατέβαλε είτε στην Εταιρεία είτε στον Μ.Κ.1 έναντι του ποσού της Επίδικης Επιταγής, η οποία παραμένει απλήρωτη μέχρι σήμερα. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και ευρήματά μου, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσον η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει την υπόθεσή της. Νομική Πτυχή- Συμπεράσματα Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του αδικήματος, αντικείμενο της κατηγορίας, και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και εάν είναι. Βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363. Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής. Βλ. Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 401. Όπως τονίστηκε στην Γενικός Εισαγγγελέας ν. Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ. 246 «οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής.» Όπως καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί και αθωωθεί από την κατηγορία. Από το λεκτικό του Άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, ως αυτό τροποποιήθηκε με το Ν.70(Ι)/2008, ο οποίος αποτελεί το νομικό υπόβαθρο της Κατηγορίας, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: Η έκδοση επιταγής. Η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Η παρουσίαση αυτή να έλαβε χώρα κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή καθίσταται πληρωτέα. Η μη εξόφληση της επιταγής, η οποία να οφείλεται είτε στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της είτε στο ότι ο τραπεζικός του λογαριασμός ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασης της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Η μη πληρωμή της επιταγής εντός περιόδου δεκαπέντε ημερών από την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Από το σύνολο της μαρτυρίας, η οποία έγινε αποδεκτή ανωτέρω, τα κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα της υπόθεσης γεγονότα, ως και τα ευρήματα στα οποία έχω ήδη προβεί, είναι πρόδηλο ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της Κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. Τα ζητήματα νομιμοποιημένου κομιστή και αγώγιμου δικαιώματος, τα οποία διαφάνηκαν κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας ότι θα προβάλλονταν από την υπεράσπιση, δεν προωθήθηκαν με την τελική αγόρευση του κ. Σαββίδη. Πολύ ορθά κατά την άποψή μου υπό το φως των όσων αποφασίστηκαν στην υπόθεση Τύχωνος (ανωτέρω), στην οποία παραπέμπω. Θα αρκεστώ απλώς να αναφέρω ότι το αρχικό εδάφιο
(3)(αργότερα αναριθμημένο ως
(6)) του Άρθρου 305 Α του Ποινικού Κώδικα, το οποίο προέβλεπε ότι το εν λόγω Άρθρο δεν εφαρμόζεται για οποιαδήποτε επιταγή από την οποία δεν προκύπτει αγώγιμο δικαίωμα κατά του εκδότη της, καταργήθηκε με τον τροποποιητικό Νόμο 25(Ι)/2003. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, καταλήγω ότι έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η ενοχή του Κατηγορουμένου, ο οποίος και κρίνεται ένοχος στην Κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.)...................................... Μ. Μηλιώτου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.