Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Μανώλη Μανώλη, Αρ.Υπόθεσης:5935/2012, 3/9/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2013:B10 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΜΗΛΙΩΤΟΥ, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης:5935/2012 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου -ν- Μανώλη Μανώλη Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 3 Σεπτεμβρίου 2013 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Χ" Μιχαήλ. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ν. Νικολάου. Κατηγορουμένος: Παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει κατηγορία για επικίνδυνη οδήγηση, κατά παράβαση των Άρθρων 7
(1)και 19
(1)
(4)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, Ν.86/72, όπως τροποποιήθηκε. Ειδικότερα, κατηγορείται ότι στις 19/8/2012 στην οδό Μακαρίου στην Αγία Νάπα της Επαρχίας Αμμοχώστου οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής KTR442 επικινδύνως για το κοινό, δηλαδή ξερογύριζε τα λάστιχα του οχήματος με αποτέλεσμα το πίσω μέρος του οχήματος να σύρεται στην άσφαλτο δεξιά και αριστερά. Μαρτυρία Για να αποδείξει την υπόθεσή της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε συνολικά δύο μάρτυρες, ενώ ο Κατηγορούμενος, όταν κλήθηκε να προβάλει την υπεράσπισή της, κατέθεσε ο ίδιoς ενόρκως, χωρίς να καλέσει οποιοδήποτε μάρτυρα. Πρώτος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο Αστυφύλακας 129, Ιωάννης Πέτρου, (Μ.Κ.1), ο οποίος υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση της Επαρχίας Αμμοχώστου και είναι τοποθετημένος στον Ουλαμό Πρόληψης Εγκλημάτων. Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε, ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, γραπτή κατάθεση του ιδίου, ημερομηνίας 19/8/2012 (Τεκμήριο «1»). Στο Τεκμήριο 1 καταγράφεται ότι στις 19/8/2012 και ώρα 01:00, ο Μ.Κ.1 βρισκόταν πεζή περιπολία στη Λεωφόρο Μακαρίου στην Αγία Νάπα. Ενώ βρισκόταν στη συμβολή των οδών Μακαρίου και Ελευθερίας, ο Μ.Κ.1 άκουσε ήχο αυτοκινήτου να παλάρει την μηχανή του και να ξερογυρίζει τα λάστιχά του. Αμέσως τότε, ο Μ.Κ.1 αντιλήφθηκε το αυτοκίντητο με αρ. εγγραφής KTR442 (στο εξής «το Αυτοκίνητο»), το οποίο κατευθυνόταν από τη Λεωφόρο Μακαρίου προς τη συμβολή της με την οδό Τεύκρου Ανθία, να περνά από μπροστά του και να συνεχίζει να παλάρει την μηχανή και να ξερογυρίζει τα λάστιχά του, με αποτέλεσμα το πίσω μέρος του Αυτοκινήτου να σύρεται στην άσφαλτο δεξιά και αριστερά. Σύμφωνα, περαιτέρω, με το Τεκμήριο 1, την ώρα του συμβάντος υπήρχαν πάρα πολλοί διερχόμενοι τουρίστες στα πεζοδρόμια δεξιά και αριστερά της Λεωφόρου Μακαρίου και άλλοι, οι οποίοι διασταύρωναν αυτή. Ο Μ.Κ.1 ειδοποίησε αμέσως τον Λοχία 3348 του Αστυνομικού Σταθμού Αγίας Νάπας για το συμβάν, ο οποίος, μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος της Αστυνομίας, εντόπισε τον ιδιοκτήτη και οδηγό του Αυτοκινήτου, τον οποίο κάλεσε στον Αστυνομικό Σταθμό Αγίας Νάπας για περαιτέρω εξέταση της υπόθεσης. Στις 01:35 της ίδιας ημέρας, ο Μ.Κ.1 επισκέφτηκε τον Αστυνομικό Σταθμό Αγίας Νάπας, όπου είδε και αναγνώρισε τον οδηγό του Αυτοκινήτου. Επρόκειτο για τον Μανώλη Μανώλη, Α.Δ.Τ. 945336, ετών 20, από το Λιοπέτρι. Μετά την ανάγνωση του Τεκμηρίου 1, ο Μ.Κ.1 υπεβλήθη σε διάφορες ερωτήσεις από την ευπαίδευτη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής. Μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι το συμβάν έγινε μετά τα μεσάνυκτα και ο ίδιος ήταν με πολιτική περιβολή. Η Λεωφόρος Μακαρίου είναι μονόδρομος και στενός δρόμος, δηλαδή χωρεί μόνο ένα αυτοκίνητο, και στις δύο πλευρές έχει πεζοδρόμιο. Το μήκος του δρόμου είναι γύρω στα 150 μέτρα και το πλάτος του γύρω στα 3,50 μέτρα. Είναι ευθύς και αναφορικός. Υπήρχε αρκετή κίνηση στο δρόμο και αρκετοί πεζοί που διασταύρωναν τον δρόμο και από τις δύο πλευρές. Όταν άκουσε τον ήχο που έκανε το Αυτοκίνητο, ο Μ.Κ.1 βρισκόταν στο πεζοδρόμιο και ο ήχος ερχόταν από πίσω του. Ο ήχος που άκουσε ήταν όπως τον ήχο που δημιουργείται όταν πατήσει κάποιος την πεζίνα και το κλατς, δηλαδή ακούεται έντονα μόνο ο ήχος της μηχανής. Αυτός ήταν ο θόρυβος, δηλαδή όπως παλάρει κάποιος ένα αυτοκίνητο χωρίς ταχύτητα. Μόλις άκουσε τον θόρυβο αυτό, ο Μ.Κ.1 κοίταξε πίσω και είδε το Αυτοκίνητο που ερχόταν από πίσω του, ξερογύριζε τα λάστιχα και το πίσω μέρος του Αυτοκινήτου πήγαινε από την μια πλευρά στην άλλη. Ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι υπήρχαν και άλλα αυτοκίνητα στο δρόμο, αλλά όχι πλησίον του Αυτοκινήτου. Σύμφωνα, επίσης, με τον Μ.Κ.1 δημιουργήθηκε επικίνδυνη οδήγηση επειδή υπήρχε πιθανότητα να κτυπήσει κάποιο πεζό που βρισκόταν στο δρόμο. Ο Μ.Κ.1 είδε τον οδηγό του Αυτοκινήτου, όταν πέρασε από κοντά του. Προηγουμένως δεν τον ήξερε. Είδε, επίσης, τον οδηγό μισή ώρα μετά το συμβάν στο σταθμό, όπου και τον αναγνώρισε. Ακολούθως, ο Μ.Κ.1 υπέδειξε στην αίθουσα του Δικαστηρίου τον Κατηγορούμενο ως τον οδηγό του Αυτοκινήτου. Κατά την αντεξέτασή του, ο Μ.Κ.1 συμφώνησε ότι η Λεωφόρος Μακαρίου είναι πολύ αναφορικός δρόμος. Δεν είχε μετρήσει το μήκος του δρόμου, αλλά υπολογίζει ότι το μήκος του είναι αυτό που ανέφερε. Υπάρχουν ένα ή δύο κυρτώματα στον δρόμο. Ανέφερε, επίσης, ότι δεν είχε άλλο αυτοκίνητο μπροστά από το Αυτοκίνητο, αλλά δεν πρόσεξε αν είχε πίσω του. Ο δρόμος είχε περισσότερο πεζούς παρά αυτοκίνητα. Δεν σταμάτησε τον Κατηγορούμενο επειδή ο Μ.Κ.1 δεν φορούσε στολή. Ακολούθως, δέχθηκε πως σε ένα ανηφορικό δρόμο ένας κακός συντονισμός της βενζίνης και του συμπλέκτη ταχυτήτων μπορεί να δημιουργήσει ξερογύρισμα, αλλά στην προκειμένη περίπτωση ο Κατηγορούμενος ξερογύριζε για αρκετή απόσταση, ήτοι 40-50 μέτρα. Αναφέρθηκε, επίσης και σε κάποια κλίση που έχει ο δρόμος. Ανέφερε, επίσης, ότι ήταν πολύ πιθανόν την ώρα που ξερογύριζε το Αυτοκίνητο να ξεφύγει η βενζίνη και να έβγαινε στο πεζοδρόμιο το Αυτοκίνητο. Επίσης, υπήρχε κίνδυνος να κτυπήσει το Αυτοκίνητο τους πεζούς που διασταύρωναν τον δρόμο. Το πλάτος του Αυτοκινήτου ήταν μεταξύ 1,60 με 2,00 μέτρα. Ακολούθως, ο Μ.Κ.1 αρνήθηκε ότι αυτό που άκουσε ήταν ένα απλό ξερογύρισμα των πίσω τροχών του Κατηγορουμένου. Μπροστά του Κατηγορουμένου δεν υπήρχε άλλο αυτοκίνητο. Ο Μ.Κ.1 δεν μπορούσε να υπολογίσει ποιά ήταν η ταχύτητα του Αυτοκινήτου. Ήταν σίγουρα, όμως, περισσότερη από 15 χ.α.ώ. Ως δεύτερος μάρτυρας κατέθεσε ο Λοχίας 3348, Λοϊζος Τσαγγάρης (Μ.Κ.2) που υπηρετεί στον Αστυνομικό Σταθμό Αγίας Νάπας. Ο Μ.Κ.2 ανέλαβε τη διερεύνηση της υπόθεσης και κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του γραπτή κατάθεση του ιδίου (Τεκμήριο «2») Στο Τεκμήριο 2 καταγράφεται ότι στις 19/8/2012 και ώρα 01:00, ο Αστυφύλακας 129 του Ο.Π.Ε. Αμμοχώστου τηλεφώνησε στον Μ.Κ.2 και του κατήγγειλε ότι στην οδό Μακαρίου ο οδηγός του Αυτοκινήτου παλάρει τη μηχανή του και ξερογυρίζει τα λάστιχά του, με αποτέλεσμα το πίσω μέρος του Αυτοκινήτου να σύρεται στην άσφαλτο δεξιά και αριστερά. Ο Μ.Κ.1 εντόπισε, μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος της Αστυνομίας, τον οδηγό του Αυτοκινήτου, τον οποίο κάλεσε και προσήλθε στον Αστυνομικό Σταθμό Αγίας Νάπας. Στις 01:35 στις 19/8/2012, ο Αστυφύλακας 129 επισκέφτηκε τον Αστυνομικό Σταθμό Αγίας Νάπας, όπου είδε και αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο στην παρουσία του Μ.Κ.2 ως τον οδηγό του Αυτοκινήτου. Ο Μ.Κ.2 πληροφόρησε τον Κατηγορούμενο για το αδίκημα που διέπραξε και ο Κατηγορούμενος απάντησε «Δεν έκαμα έτσι πράγμα». Ακολούθως, ο Μ.Κ.2 κατηγόρησε γραπτώς τον Κατηγορούμενο για το αδίκημα που διέπραξε και κατέγραψε την απάντηση του Κατηγορουμένου. Η γραπτή καταγγελία κατατέθηκε ως Τεκμήριο «3». Κατά την αντεξέτασή του, ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος πήγε στον Αστυνομικό Σταθμό Αγίας Νάπας μαζί με τον πατέρα του. Δεν έκαναν άλλες εξετάσεις στον Κατηγορούμενο. Δεν φαινόταν, ούτε και μύριζε μεθυσμένος. Ο Κατηγορούμενος στη δική της ένορκη μαρτυρία ανέφερε κατ΄αρχάς ότι στις 19/8/2012 γύρω στις 1:00 π.μ. βρισκόταν στην Αγία Νάπα και οδηγούσε το Αυτοκίνητο, το οποίο είναι μάρκας BMW, εντός της οδού Μακαρίου. Ο δρόμος είναι μονόδρομος, ανηφορικός και ολισθηρός γιατί έχει τουβλάκια και όχι πρέμιξ. Το πλάτος του είναι 2,50 με 3,00 μέτρα. Και στις δύο πλευρές του δρόμου έχει πεζοδρόμια με «στυλλούθκια». Ανέφερε, επίσης, ότι όταν κάποιος στέκεται πάνω ψηλά στο τέλος του δρόμου δεν βλέπει τον άλλο που έρχεται από κάτω επειδή ο δρόμος είναι ανηφορικός και έχει κλίση. Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι την συγκεκριμένη ώρα είχε πολλή κίνηση στο δρόμο. Είχε αυτοκίνητα τόσο μπροστά όσο και πίσω του. Κάποια στιγμή, ο Κατηγορούμενος ακινητοποίησε το Αυτοκίνητο και τράβηξε χειρόφρενο για να μην κτυπήσει το αυτοκίνητο που βρισκόταν πίσω του. Όταν πήγε να ξεκινήσει, το Αυτοκίνητο ξερογύρισε ελαφριά, χωρίς, όμως, να πηγαίνει δεξιά και αριστερά το πίσω μέρος του. Ανέφερε, επίσης, ότι δεν διασταύρωνε κανένας πεζός τον δρόμο. Δεν τον ανέκοψε η Αστυνομία, αλλά του τηλεφώνησαν από τον Αστυνομικό Σταθμό Αγίας Νάπας και του είπαν να μεταβεί στο σταθμό. Επειδή δεν έκανε κάτι το επιλήψιμο, ο Κατηγορούμενος πήρε τον πατέρα του και πήγαν μαζί στον σταθμό. Κατά την αντεξέτασή του, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι είναι συχνό το φαινόμενο κάποιος να ξερογυρίζει τα λάστιχα του αυτοκινήτου του στον συγκεκριμένο δρόμο. Ο ίδιος οδηγεί τα τελευταία 2-3 χρόνια και χρησιμοποιεί συχνά την οδό Μακαρίου και σχεδόν πάντα έχει το ίδιο πρόβλημα. Εξαρτάται, βεβαίως, από την κίνηση. Την συγκεκριμένη ημέρα και ώρα είχε πολλή κίνηση στον δρόμο και του ξερογύρισε. Ανέφερε, επίσης, ότι στα 3-4 μέτρα ξανασταμάτησε λόγω της κίνησης, αλλά δεν ξερογύρισε γιατί κατάφερε να συγχρονίσει τον συμπλέκτη με την βενζίνη. Αρνήθηκε ότι έκανε αυτά που του καταλογίζει η Αστυνομία, προσθέτοντας ότι είχε πλήρη έλεγχο του Αυτοκινήτου. Και να ήθελε δεν θα μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο λόγω της κίνησης. Υπήρχαν αυτοκίνητα μπροστά του και πίσω του. Σε υποβολή ότι υπήρχαν πεζοί στο δρόμο, ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι δεν υπήρχε κίνδυνος για κανένα. Το Αυτοκίνητο ξερογύρισε μόνο για 0,50 μέτρο. Πάτησε περισσότερο βενζίνη για να μην πάει πίσω το Αυτοκίνητο όταν ήταν ήδη στο ανήφορο. Σε υποβολή ότι τράβηξε το χειρόφρενο ως μέρος της επικίνδυνης οδήγησης, ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι αν τραβούσε το χειρόφρενο, το Αυτοκίνητο δεν θα πήγαινε δεξιά και αριστερά. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων, η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής εισηγήθηκε ότι οι μάρτυρες Κατηγορίας ήταν αξιόπιστοι και η μαρτυρία ικανοποιητική για να καταδικαστεί ο Κατηγορούμενος. Στην αντίπερα όχθη, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου ζήτησε κατ' αρχάς να κριθεί αξιόπιστη η μαρτυρία του Κατηγορουμένου και να γίνει δεκτή ως πιο πιστευτή και λογική η εκδοχή του Κατηγορουμένου, ήτοι ότι είχε μπροστά και πίσω του αυτοκίνητα και στην προσπάθειά του να επαναεκκινήσει το Αυτοκίνητο, ξερογύρισαν ελαφριά οι τροχοί του Αυτοκινήτου για απόσταση μισού μέτρου λόγω κακού συντονισμού. Εισηγήθηκε, επίσης, ότι ο Κατηγορούμενος δεν ενήργησε με τρόπο που να θέσει σε κίνδυνο οποιοδήποτε. Ζήτησε, λοιπόν, την αθώωση του πελάτη του. Αξιολόγηση-Ευρήματα Έχω παρακολουθήσει με κάθε δυνατή και επιβαλλόμενη προσοχή όλους τους μάρτυρες, τον τρόπο, το ύφος, τη συμπεριφορά, τις αντιδράσεις και γενικά την παρουσία τους στο Δικαστήριο και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους με σκοπό να καταλήξω στα αναγκαία ευρήματα και συμπεράσματα για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Ο Μ.Κ.1 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως ειλικρινής και αξιόπιστος μάρτυρας. Απαντούσε με ευθύτητα, απλότητα και ανεπιτήδευτα και θεωρώ ότι μετέφερε στο Δικαστήριο με πειστικότητα και σταθερότητα, η οποία δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέτασή του, την οδική συμπεριφορά του Κατηγορουμένου με το Αυτοκίνητο εντός της οδού Μακαρίου στην Αγία Νάπα στις 19/8/2012 και περί ώρα 01:00, από την στιγμή που αντιλήφθηκε αυτή, ήτοι ενώ βρισκόταν σε πεζή περιπολία στην οδό Μακαρίου στη συμβολή των οδών Μακαρίου και Ελευθερίας, ως επίσης την τροχαία και άλλη κίνηση που επικρατούσε εκείνη τη στιγμή στο δρόμο. Δεν έχω εντοπίσει ή επισημάνει ο,τιδήποτε σε αυτά που είπε είτε στον τρόπο που κατέθεσε, από το οποίο να προκύπτει ότι αυτός θα ήταν διατεθειμένος να παραποιήσει οποιοδήποτε μέρος των γεγονότων. Η υπεράσπιση επιχείρησε, μεταξύ άλλων, να πλήξει την αξιοπιστία του Μ.Κ.1 επειδή αυτός δεν ανέφερε στην γραπτή του κατάθεση, Τεκμήριο 1, ότι ο Κατηγορούμενος ξερογύριζε τα λάστιχα του Αυτοκινήτου για απόσταση πέριξ των 40-50 μέτρων. Μπορεί μεν ο Μ.Κ.1 να μην ανέφερε στο Τεκμήριο 1 την συγκεκριμένη απόσταση που ανέφερε στην ένορκη κατάθεσή του, αλλά αυτός στο Τεκμήριο 1 ανέφερε ρητά ότι όταν πέρασε από μπροστά του ο Κατηγορούμενος αυτός συνέχιζε να παλάρει τη μηχανή και να ξερογυρίζει τα λάστιχα του Αυτοκινήτου, το πίσω μέρος του οποίου συρόταν στην άσφαλτο δεξιά και αριστερά. Είναι δηλαδή σαφές από το Τεκμήριο 1 ότι η εν λογω οδική συμπεριφορά του Κατηγορουμένου κάλυψε κάποια απόσταση και ουδόλως επηρεάζει την αξιοπιστία του Μ.Κ.1 ότι δεν προσδιόρισε τούτη με αναφορά σε μέτρα στο Τεκμήριο 1. Εξ άλλου, η συγκεκριμένη ένορκη εκδοχή του Μ.Κ.1 ήταν η αυθόρμητη απάντησή του στην θέση της υπεράσπισης κατά την αντεξέταση, ότι δηλαδή η οδική συμπεριφορά του Κατηγορουμένου δεν θα μπορούσε να οφείλετο σε κακό συντονισμό της βενζίνης και του συμπλέκτη των ταχυτήτων εφόσον ο Κατηγορούμενος ξερογύριζε για αρκετή απόσταση. Ομολογουμένως, ο Μ.Κ.1 δεν ήταν απόλυτος στις αποστάσεις που προσδιόριζε στις διάφορες ερωτήσεις που του ετίθονταν τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και την αντεξέτασή του, όπως για παράδειγμα το πλάτος της οδό Μακαρίου εκεί που διαπίστωσε την περί ης ο λόγος οδική συμπεριφορά του Κατηγορουμένου ή το μήκος αυτής, στις οποίες αναφέρθηκε στο περίπου και κατόπιν υπολογισμού με γυμνό μάτι. Πέραν του ότι δεν είναι αναμενόμενο από οποιοδήποτε να είναι σε θέση να προσδιορίσει με ακρίβεια διάφορες αποστάσεις, τούτο ουδόλως κλονίζει την αξιοπιστία της εκδοχής του, εφόσον κατά τα άλλα έχω ικανοποιηθεί ότι από το σημείο στο οποίο βρισκόταν, ο Μ.Κ.1 ήταν σε θέση να δει καθαρά την οδική συμπεριφορά του Αυτοκινήτου. Η κλίση που υπάρχει στην οδό Μακαρίου σε κάποια απόσταση 50 μέτρων από το σημείο που βρισκόταν ο Μ.Κ.1 δεν αποτελούσε εμπόδιο στις διαπιστώσεις αυτού, εφόσον το Αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου βρισκόταν από πίσω του και ο Μ.Κ.1 είδε αυτό όταν κοίταξε πίσω του αμέσως μετά που άκουσε τον ήχο που περιέγραψε. Πέραν τούτου, η συγκεκριμένη οδική συμπεριφορά του Κατηγορουμένου συνεχίστηκε και μετά που πέρασε το Αυτοκίνητο μπροστά από τον Μ.Κ.1 στη συμβολή των οδών Μακαρίου και Ελευθερίας κατευθυνόμενο προς τη συμβολή της οδού Μακαρίου με την οδό Τεύκρου Ανθία. Περαιτέρω, η αντικειμενικότητα της εκδοχής του Μ.Κ.1 διαφαίνεται και από το ότι αυτός ήταν σε τέτοιο βαθμό ειλικρινής που είπε ότι δεν θυμόταν κατά πόσον βρισκόταν κάποιο αυτοκίνητο πίσω από το Αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου. Αν ο Μ.Κ.1 διακατέχονταν από διάθεση να μην πει στο Δικαστήριο την αλήθεια, τότε προφανώς θα έσπευδε να διαφωνήσει με τη συγκεκριμένη θέση της υπεράσπισης στην προσπάθειά του να διαψεύσει την εκδοχή της. Είναι προφανές ότι ο Μ.Κ.1 δεν ενδιαφέρθηκε να δει κατά πόσον υπήρχε κάποιο άλλο αυτοκίνητο ακριβώς πίσω από το Αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου εφόσον αυτό που τον ανησύχησε ήταν ο κίνδυνος που δημιουργήθηκε, όπως αυτός τον αντιλήφθηκε, στους πεζούς που είτε διασταύρωναν το δρόμο είτε βρίσκονταν στα πεζοδρόμια τόσο δεξιά όσο και αριστερά της οδού Μακαρίου. Ήταν σαφής, όμως, ότι δεν βρισκόταν κάποιο άλλο αυτοκίνητο πλησίον μπροστά από τον Κατηγορούμενο. Αυτό δεν βρίσκεται σε αντίφαση με την θέση του ότι υπήρχε αρκετή κίνηση στο δρόμο. Δηλαδή, παρά το ότι η τροχαία κίνηση στο δρόμο ήταν αρκετή, αυτή δεν ήταν τόσο πυκνή όσο εισηγούνταν η υπεράσπιση έτσι ώστε να μην μπορούσε ο Κατηγορούμενος να οδηγήσει το Αυτοκίνητο με τον τρόπο που ο Μ.Κ.1 ανέφερε. Συνεπώς, με τις διευκρινίσεις που προβαίνω ανωτέρω, η μαρτυρία του Μ.Κ.1 γίνεται αποδεκτή. Την εικόνα ειλικρινούς και αξιόπιστου μάρτυρα σχημάτισα, επίσης, για τον Μ.Κ.2. Πέραν του ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε, αυτός κατέθεσε με ευθύτητα και σταθερότητα σε σχέση με τις ενέργειες στις οποίες προέβη ως εξεταστής της υπόθεσης και δεν έχω εντοπίσει ο,τιδήποτε είτε στον τρόπο που κατέθετε είτε σε αυτά που είπε, από το οποίο να διαφαίνεται πρόθεση να παραποιήσει μέρος των γεγονότων. Συνεπώς, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Από την άλλη, ο Κατηγορούμενος δεν με έπεισε ότι κατέθεσε με ειλικρίνεια. Πέραν του ότι η μαρτυρία του χαρακτηριζόταν από υπερβολή, αυτή δεν ήταν σταθερή και προέβαλε για πρώτη φορά με την ένορκη εκδοχή του ουσιώδεις ισχυρισμούς που δεν είχαν τεθεί κατά την αντεξέταση του κύριου μάρτυρα κατηγορίας, ήτοι του Μ.Κ.1. Θα δώσω κάποια παραδείγματα. Κατ' αρχάς, ο Κατηγορούμενος επιχείρησε να ισχυριστεί ότι ήταν τόσο ανηφορική η οδός Μακαρίου έτσι που κάποιος που βρίσκεται ψηλά στο τέλος του δρόμου να μην μπορεί να δει κάποιον που έρχεται από κάτω, προφανώς για να καταρρίψει την θέση του Μ.Κ.1 ότι ήταν σε θέση να διαπιστώσει την οδική συμπεριφορά του Κατηγορουμένου. Παρά, όμως, το ότι ο Μ.Κ.1 συμφώνησε ότι ο οδός Μακαρίου είναι πολύ ανηφορικός δρόμος, εντούτοις δεν ετέθη σε αυτόν ότι αυτή ήταν σε τέτοιο βαθμό ανηφορική ώστε να συμβαίνει αυτό που εισηγήθηκε ο Κατηγορούμενος. Είναι γνωστές οι συνέπειες από την παράλειψη της υπεράσπισης να θέσει στους μάρτυρες κατηγορίας ουσιώδεις ισχυρισμούς που έχει κατά νουν ώστε αυτοί να έχουν την δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Όπως τονίστηκε, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Tekinder Pal v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551, σελ. 590: «...Είναι γνωστή η νομική θεώρηση του θέματος. Η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νουν στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Ο κανόνας δεν διαφοροποιείται μεταξύ αστικών και ποινικών υποθέσεων. Η κλασσική τοποθέτηση επί του θέματος αφορούσε το αστικό δίκαιο. Έτσι στην Adidas Sportshunfabriken Adi Dassler KG v. The Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383, λέχθηκε ακριβώς ότι στο επίκεντρο του αντιπαραθετικού συστήματος δικαιοσύνης, πρέπει να τίθεται η θέση της υπεράσπισης στους μάρτυρες του ενάγοντος, το δε Δικαστήριο στην απουσία ικανής δικαιολογίας ως προς το λόγο της παράλειψης, δικαιούται να αγνοήσει την μονομερώς τεθείσα εκδοχή που προέρχεται από τον ένα και μόνο των διαδίκων. Το πώς θα ενεργήσει το Δικαστήριο εξαρτάται βεβαίως και από το ουσιώδες ή μη του παραλειφθέντος ισχυρισμού ... Σημαντική στο θέμα ήταν η προβληθείσα υπεράσπιση περί κακοποιησης του εφεσείοντα. Η θέση αυτή προβλήθηκε όμως για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση του εφεσείοντα ... Ορθά επομένως το Κακουργιοδικείο αναφέρθηκε στο σημείο αυτό ως πλήττον την αξιοπιστία της γενικότερης εκδοχής των εφεσειόντων...» Πέραν τούτου, όσο ανηφορικός και να είναι ένας δρόμος, δεν αντέχει τη βάσανο της λογικής η θέση ότι ως εκ τούτου δεν είναι δυνατό κάποιος που βρίσκεται στο τέλος του δρόμου να μπορεί να δει κάποιον που έρχεται από κάτω, εκτός και αν, βεβαίως, σχηματίζεται γωνία 90 μοιρών. Δεν υποστηρίχθηκε, όμως, ούτε και θα μπορούσε να υποστηριχθεί κάτι τέτοιο. Επίσης, ως ανέφερα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ.1, η κλίση στον δρόμο δεν μπορούσε υπό τις περιστάσεις να προβάλει εμπόδιο στην ορατότητα που είχε τη δεδομένη στιγμή ο Μ.Κ.1 σε σχέση με το Αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου. Για να υποστηρίξει, επίσης, την εκδοχή του ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε για πρώτη φορά με την ένορκη κατάθεσή του ότι υπάρχουν «στιλλούθκια» στα πεζοδρόμια που βρίσκονται δεξιά και αριστερά της οδού Μακαρίου, ως και ότι ο δρόμος είναι ολισθηρός. Είναι προφανές ότι ο Κατηγορούμενος επιχείρησε με τις συγκεκριμένες αναφορές, εν πρώτοις, να αμφισβητήσει την θέση του Μ.Κ.1 ότι υπήρχε κίνδυνος να βγει το Αυτοκίνητο στο πεζοδρόμιο και να κτυπήσει κάποιο πεζό και, κατά δεύτερον, να υποστηρίξει την θέση του ότι η ολισθηρότητα του δρόμου συνέτεινε στον στιγμιαίο κακό συντονισμό του συμπλέκτη των ταχυτήτων με την βενζίνη. Παρά, επίσης, ότι δεν αμφισβητήθηκε η θέση του Μ.Κ.1 ότι υπήρχαν αρκετοί πεζοί που διασταύρωναν την οδό Μακαρίου, ο Κατηγορούμενος για πρώτη φορά με την ένορκη κατέθεσή του ισχυρίστηκε ότι δεν διασταύρωνε κάποιος πεζός τον δρόμο, θέση, όμως, την οποία δεν υποστήριξε μέχρι τέλους, εφόσον σε υποβολή που του έγινε ότι υπήρχαν πεζοί στο δρόμο, ο Κατηγορούμενος αρκέστηκε να πει ότι δεν υπήρχε κίνδυνος για κανένα. Για πρώτη φορά, επίσης, με την ένορκη κατάθεση του Κατηγορουμένου ακούσαμε την ένορκη εκδοχή του ότι στα 3-4 μέτρα μετά τον κακό συντονισμό ξανασταμάτησε λόγω της κίνησης, αλλά τότε δεν ξερογύρισε. Έχοντας, λοιπόν, παρακολουθήσει τον Κατηγορούμενο ενώ κατέθετε ενόρκως και έχοντας δώσει κάποια παραδείγματα, δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του σε σχέση με τα αμφισβητούμενα της υπόθεσης γεγονότα. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και ευρήματα, καταλήγω ότι τα πραγματικά γεγονότα εξελίχθηκαν ως εξής: Στις 19/8/2012 και περί ώρα 01:00, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το Αυτοκίνητο εντός της οδού Μακαρίου στην Αγία Νάπα της Επαρχίας Αμμοχώστου. Πλησίον της συμβολής της οδού Μακαρίου με την οδό Ελευθερίας, ο Κατηγορούμενος πάλαρε τη μηχανή του Αυτοκινήτου, ξυρογύριζε τα λάστιχα και το πίσω μέρος του Αυτοκινήτου συρόταν στην άσφαλτο της οδού Μακαρίου δεξιά και αριστερά για μια απόσταση πέριξ των 40-50 μέτρων κατευθυνόμενος προς τη συμβολή της οδού Μακαρίου με την οδό Τεύκρου Ανθία. Στο συγκεκριμένο σημείο της οδού Μακαρίου, ο δρόμος ήταν μονόδρομος, πολύ ανηφορικός, το πλάτους αυτού γύρω στα 3,50 μέτρα και αριστερά και δεξιά αυτού υπήρχαν πεζοδρόμια. Στο συγκεκριμένο τόπο και χρόνο υπήρχε αρκετή τροχαία κίνηση και πάρα πολύ πεζοί τόσο στα πεζοδρόμια κατά μήκος της οδού Μακαρίου, ως επίσης κάποιοι πεζοί που διασταύρωναν αυτή. Νομική πτυχή και συμπεράσματα Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφοβολίας. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του αδικήματος, αντικείμενο της κατηγορίας, και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και αν είναι. Βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363. Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής. Βλ. Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401. Όπως τονίστηκε στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ. 264 «οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής.» Όπως καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτή θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και απαλλαγεί από την κατηγορία. Το αδίκημα της Κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος ποινικοποιείται από το Άρθρο 7 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, Ν.86/72 (στο εξής «ο Νόμος»), το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Πας όστις, οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινός οδού, αλογίστως, απερισκέπτως ή επικινδύνως διά το κοινόν, λαμβανομένων υπ' όψιν πασών των περιστάσεων, ιδία δε της φύσεως, της καταστάσεως και της χρήσεως της οδού, ως και του όγκου της τροχαίας, ήτις πραγματικώς υπάρχει κατά τον δεδομένον χρόνον, ή ήτις ευλόγως θα αναμένετο να υπάρχη κατά τον εν λόγω χρόνον επί της οδού ταύτης, είναι ένοχος αδικήματος ...» Για την στοιχειοθέτηση, λοιπόν, του αδικήματος, απαιτείται να καταδειχθεί η οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος από τον Κατηγορούμενο, ότι αυτός οδηγούσε σε οδό και ότι οδηγούσε επικίνδυνα για το κοινό. Το τί συνιστά επικίνδυνη οδήγηση έχει αποτελέσει αντικείμενο νομολογίας. Στην Αγγλική υπόθεση R v. Gosney
(1971)55 Cr. App. 502, η οποία υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 119, τονίστηκε ότι για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος της επικίνδυνης οδήγησης χρειάζεται να αποδειχθεί, αφενός, ότι δημιουργήθηκε μια επικίνδυνη κατάσταση από τον οδηγό, και, αφετέρου, ότι αυτή προκλήθηκε από κάποιο σφάλμα του οδηγού. Ως προς την έννοια του σφάλματος που αρκεί για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος αναφέρθηκε πως δεν περιλαμβάνει απαραίτητα εσκεμμένη συμπεριφορά (deliberate misconduct) ή απερισκεψία (recklessness) ή πρόθεση για οδήγηση με τρόπο που δεν συνάδει με το ορθά πρότυπα ή ηθικό σφάλμα (moral blame). To σφάλμα πρέπει να «εμπεριέχει αποτυχία∙ πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας του ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια, αν και μπορεί να είναι ελαφρό, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν, βλέποντάς το λογικά, αποτελεί μια αιτία.» Στις πλείστες των περιπτώσεων το σφάλμα συμπεραίνεται από το Δικαστήριο από τα γεγονότα της υπόθεσης. Το αδίκημα, όμως, δεν είναι απόλυτο (δηλαδή αυστηρής ευθύνης) και η απόδειξη μιας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Βλ., μεταξύ άλλων, την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Σάζου
(2001)2 Α.Α.Δ.18. Αν ο κατηγορούμενος προτίθεται να αποδείξει κάποιο ειδικό γεγονός (special fact) με σκοπό να αποτρέψει το Δικαστήριο από του να εξαγάγει το συμπέρασμα, δεν πρέπει να εμποδιστεί από του να το πράξει. Είναι, επίσης, σαφώς νομολογημένο ότι στο αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης δεν υπεισέρχεται το στοιχείο της ένοχης διάνοιας (mens rea). Βλ. Hill v. Baxter
(1958)42 Cr. App. 51 και Simpson v. Peat
(1952)2 Q.B. 24. Ενώ αυτό υποδηλώνει ότι η κατηγορούσα αρχή δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να οδηγήσει επικίνδυνα ή άσχημα, δεν σημαίνει ότι το αδίκημα μπορεί να αποδειχθεί χωρίς σφάλμα του οδηγού. Στην υπόθεση Μιχάλης Ανδρέου ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 409, το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο εκεί εφεσείων επί λεωφόρου παρεξέκλινε απότομα της πορείας του, τέθηκε εκτός ελέγχου και προχωρώντας πλαγίως μπήκε στην αντίθετη πλευρά του δρόμου με αποτέλεσμα να συγκρουστεί βίαια με το αυτοκίνητο που ερχόταν εξ αντιθέτου. Το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας ανέφερε ότι η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο εφεσείων οδηγούσε επικίνδυνα ήταν ορθή. Ο εφεσείων ήταν υπόλογος για το ότι, ενώ το αυτοκίνητό του θα έπρεπε να παραμείνει στη δική του πλευρά του δρόμου, λόγω απώλειας του ελέγχου του, προχώρησε απότομα προς την αντίθετη πλευρά, ενώ εξ αντιθέτου οδηγείτο σε ελάχιστη απόσταση άλλο αυτοκίνητο χωρίς δυνατότητα αποφυγής θανατηφόρας σύγκρουσης. Έχοντας, λοιπόν, κατά νου τα ευρήματά μου και τις νομικές αρχές που αναλύω ανωτέρω, δεν χωρεί αμφιβολίας ότι, με δεδομένο το πλάτους και την ανηφορικότητα της οδού Μακαρίου, την αρκετή τροχαία κίνηση και των πεζών που διασταύρωναν αυτή, η οδική συμπεριφορά του Κατηγορουμένου εντός αυτής, αποτελεί επικίνδυνη οδήγηση. Επικίνδυνη γιατί απλούστατα από αυτή την οδική συμπεριφορά του Κατηγορουμένου δημιουργήθηκε στον δρόμο μια αρκετά επικίνδυνη κατάσταση, από την οποία μπορούσε με μεγάλη ευκολία να προκληθεί τροχαίο δυστύχημα με κάποιο από τους πεζούς που εκείνη τη στιγμή διασταύρωναν την οδό Μακαρίου. Στα περιστατικά της παρούσας, δεν χωρεί αμφιβολίας ότι η επικίνδυνη αυτή κατάσταση προκλήθηκε από το σφάλμα του Κατηγορουμένου να μην διατηρήσει τον έλεγχο του Αυτοκινήτου ώστε αυτό να κινείται σε ευθεία πορεία, δηλαδή να μην σύρεται το πίσω μέρος αυτού δεξιά και αριστερά. Έχοντας, περαιτέρω, απορρίψει την εκδοχή του Κατηγορουμένου ότι η εν λόγω οδική συμπεριφορά οφείλεται σε στιγμιαίο κακό συντονισμό της βενζίνης με τον συμπλέκτη ταχυτήτων, αποτελεί αναπόδραστη κατάληξή μου ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της Κατηγορίας. Καταληκτικά, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην Κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............. Μ. Μηλιώτου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο