ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΓΙΑΣ ΝΑΠΑΣ ν. A.M.V. MOTO CENTER LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 6308/2011, 26/2/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2013:B2 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ AΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. MΗΛΙΩΤΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6308/2011 ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΓΙΑΣ ΝΑΠΑΣ ν.
- A.M.V. MOTO CENTER LIMITED
- ΒΙΚΤΩΡΑΣ Α. ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 26 Φεβρουαρίου
- Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Τ. Κυρμίτσης. Για τους Κατηγορουμένους 1 και 2: κ. Μ. Χριστοδούλου (για ν' ακούσει απόφαση ο κ. Ν. Θωμά). Κατηγορούμενος 2: Παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν από κοινού κατηγορία για έκδοση επιταγής χωρίς αντίκρυσμα, κατά παράβαση των Άρθρων 305 Α
(1)και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος της Κατηγορίας, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 την 20/10/2010 στην Αγία Νάπα της Επαρχίας Αμμοχώστου εξέδωσαν την επιταγή με αρ. 03915686 της MARFIN LAIKI BANK προς όφελος της Παραπονουμένης για το ποσό των €2.121,27, η οποία όταν παρουσιάστηκε, κατά ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα, στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε, δεν εξοφλήθηκε και επιστράφηκε στην Παραπονουμένη με την ένδειξη «Ο λογαριασμός παγοποιήθηκε-ΚΑΠ» και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε ημερών από της εν λόγω παρουσίασης. Ο Κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει την Κατηγορία σαν συνεργός, δηλαδή το πρόσωπο που παρείχε συνδρομή στην Κατηγορουμένη 1 στη διάπραξη του αδικήματος της Κατηγορίας δυνάμει του Άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε συνολικά τέσσερις μάρτυρες για να αποδείξει την υπόθεσή της. Κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, δηλώθηκαν παραδεκτά γεγονότα στη διαδικασία, και εγκρίθηκαν ως τέτοια από το Δικαστήριο, τα ακόλουθα: Η Κατηγορουμένη 1 εταιρεία είναι εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών από τις 16/10/1999 μέχρι και σήμερα με αρ. εγγραφής ΗΕ
- Μοναδικός διευθυντής της Κατηγορουμένης 1 είναι ο Κατηγορούμενος 2 από τις 16/10/1999 μέχρι και σήμερα. Γραμματέας της Κατηγορουμένης 1 από τις 16/10/1999 μέχρι και σήμερα είναι η Μαρία Β. Κυριακίδου. Ως πρώτη μάρτυρας (Μ.Κ.1) κατέθεσε η κ. Σούλα Βασιλείου, η οποία εργάζεται στους Παραπονουμένους. Είναι υπεύθυνη παρακολούθησης των λογαριασμών και παρακολουθεί τις πληρωμές. Ανέφερε κατ' αρχάς ότι γνωρίζει τους Κατηγορουμένους, οι οποίοι συνεργάζονταν με τους Παραπονουμένους, δηλαδή αγόραζαν εμπορεύματα από τους Παραπονουμένους και συγκεκριμένα υλικά οικοδομής και είχαν χρεωστικό υπόλοιπο κοντά τους. Χειρίστηκε η ίδια τους λογαριασμούς των Κατηγορουμένων. Ακολούθως, η Μ.Κ.1 αναγνώρισε και κατέθεσε ως Τεκμήριο «1» επιταγή με αρ. 03915686 της Marfin Laiki Bank που εξέδωσε η Κατηγορουμένη 1 προς όφελος των Παραπονουμένων για το ποσό των €2.121,27 και με ημερομηνία πληρωμής στις 20/10/
- Σύμφωνα με την Μ.Κ.1, η εν λόγω επιταγή δόθηκε στους Παραπονουμένους έναντι του χρεωστικού υπολοίπου της Κατηγορουμένης
- Στη συνέχεια, η Μ.Κ.1 κατέθεσε ως Τεκμήριο «2» αναλυτική κατάσταση του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού που η Κατηγορουμένη 1 διατηρούσε στους Παραπονουμένους, με αρ. D202, για το έτος
- Κατέθεσε, επίσης, ως Τεκμήριο «3» κατάσταση του χρεωστικού υπολοίπου του εν λόγω λογαριασμού, με αρ. D202, για το έτος
- Σύμφωνα, επίσης, με τη Μ.Κ.1 η επιταγή δόθηκε στις 19/8/2010 και αυτή έφτασε στην κατοχή της έναντι των υποχρεώσεων του πελάτη. Στις 19/8/2010 το χρεωστικό υπόλοιπο ήταν μεγαλύτερο από το ποσό της επιταγής. Ο πελάτης έδωσε ένα μέρος σε μετρητά και επιταγή έναντι της οφειλής. Στη συνέχεια, η Μ.Κ.1 κατέθεσε, ως Τεκμήριο «4», το διπλότυπο απόδειξης των Παραπονουμένων με αρ. 0988, ημερομηνίας 19/8/2010, για το ποσό των €2.121,
- Σύμφωνα με την Μ.Κ.1, η υπογραφή στο κάτω μέρος δεξιά επί του Τεκμηρίου 4 είναι του συναδέλφου της, Νικόλα Κρεμμαστού, ο οποίος έκανε την είσπραξη. Ο Νικόλας Κρεμμαστός, ο οποίος εργάζεται στο εμπορικό τμήμα των Παραπονουμένων, είναι αυτός που παρέλαβε και το Τεκμήριο 1, το οποίο πήρε στο τμήμα που εργάζεται η Μ.Κ.
- Ακολούθως, η Μ.Κ.1 ανέφερε ότι η ίδια πήρε το Τεκμήριο 1 για να το κάνει κατάθεση, αλλά ο Κατηγορούμενος 2 ζήτησε από τους συναδέλφους της να μην κατατεθεί γιατί θα το τακτοποιούσε με μετρητά. Δεν το τακτοποίησε, όμως, για αυτό και στις 22/3/2011 το Τεκμήριο 1 κατατέθηκε στην τράπεζα για εξαργύρωση. Το Τεκμήριο 1, όμως, δεν εξαργυρώθηκε, γιατί ο Κατηγορούμενος 2 ήταν στο Κ.Α.Π. Παρά το ότι ο Νικόλας Κρεμμαστός εποκοινώνησε πολλές φορές με τον Κατηγορούμενο 2 για να εισπραχθεί το ποσό του Τεκμηρίου 1, μέχρι σήμερα ουδέν ποσόν καταβλήθηκε έναντι. Κατά την αντεξέτασή της, η Μ.Κ.1 ανέφερε ότι είναι υπεύθυνη του τμήματος παρακολούθησης λογαριασμών τόσο του τραπεζικού ιδρύματος όσο και του εμπορικού τμήματος που διατηρούν οι Παραπονούμενοι. Ο χώρος εργασίας της βρίσκεται στα κεντρικά γραφεία του τραπεζικού ιδρύματος των Παραπονουμένων. Οι καταστάσεις πληρωμών εκδίδονται από το εμπορικό τμήμα και η ίδια παρακολουθεί απλώς τις πληρωμές. Κατά την επανεξέτασή της, η Μ.Κ.1 ανέφερε ότι τα κτίρια όπου στεγάζονται το εμπορικό τμήμα και το τραπεζικό ίδρυμα των Παραπονουμένων είναι διαφορερικά, αλλά είναι δίπλα το ένα στο άλλο. Ως δεύτερος μάρτυρας κατέθεσε ο κ. Κωστάκης Εγγλέζου (Μ.Κ.2), τραπεζικός υπάλληλος και προϊστάμενος του τμήματος τρεχουμένων λογαριασμών στο κατάστημα Παραλιμνίου
(037)της Λαϊκής Τράπεζας. Από το 1988 μέχρι και το 2010 εργαζόταν στο κατάστημα της Αγίας Νάπας της εν λόγω τράπεζας και από το 2010 μέχρι και σήμερα στο κατάστημα Παραλιμνίου. Ο Μ.Κ.2 αναγνώρισε στην αίθουσα του Δικαστηρίου τον Κατηγορούμενο 2, ο οποίος, ως είπε, ήταν συμμαθητής του στο σχολείο και είναι πελάτης της τράπεζας. Ακολούθως, ο Μ.Κ.2 αναγνώρισε το Τεκμήριο 1, λέγοντας ότι είναι του καταστήματος στο οποίο εργάζεται, ο δε λογαριασμός 037-21-021460 ανήκει στην Κατηγορουμένη
- Σε σχέση με τις σφραγίδες που βρίσκονται στο Τεκμήριο 1, ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι η σφραγίδα στο αριστερό μέρος του Τεκμηρίου 1 είναι της Σ.Π.Ε. Αγίας Νάπας, όπου αυτό παρουσιάστηκε, η δε σφραγίδα στο πάνω δεξιό μέρος του Τεκμηρίου 1 είναι του καταστήματός του, με την οποία επιστράφηκε το Τεκμήριο 1 απλήρωτο. Σύμφωνα με το Μ.Κ.2, το Τεκμήριο 1 πήγε στη Λαϊκή Τράπεζα την επομένη μέρα μετά που αυτό παρουσιάστηκε στην Σ.Π.Ε. Αγίας Νάπας. Στη συνέχεια, ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι ο ίδιος έχει πρόσβαση στον τρεχούμενο λογαριασμό της Κατηγορουμένης
- Είδε την κατάσταση λογαριασμού από το αρχείο, το οποίο τηρείται σε ηλεκτρονική μορφή. Επίσης, παρήγγειλε από τα κεντρικά γραφεία της τράπεζας την κατάσταστη λογαριασμού της Κατηγορουμένης 1, την οποία κατάθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο «5». Το Τεκμήριο 5 είναι η κατάσταση του λογαριασμού της Κατηγορουμένης 1 από την 1/1/2007 μέχρι τις 24/8/
- Σύμφωνα με τον Μ.Κ.2, τον εν λόγω λογαριασμό της Κατηγορουμένης 1 χειρίζεται ο Κατηγορούμενος 2 ή η Μαρία Κυριακίδου. Σύμφωνα, επίσης, με τα δείγματα υπογραφής που διατηρούνται στο αρχείο της τράπεζας, η υπογραφή επί του Τεκμηρίου 1 είναι της Μαρίας Κυριακίδου. Ανέφερε, επίσης, ότι στις 24/8/2010 έκλεισε ο εν λόγω λογαριασμός. Δεν γνωρίζει το λόγο που έκλεισε ο λογαριασμός. Απ' ό,τι φαίνεται, ως είπε, ο λογαριασμός έκλεισε με την υπογραφή κάποιου από τους δύο που τον χειρίζονταν, ο οποίος και έκανε ανάληψη του υπολοίπου. Σε ερώτηση αν υπήρχαν χρήματα στο λογαριασμό στις 19/8/2010, ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι την εν λόγω ημέρα υπήρχε υπόλοιπο €226,
- Πριν το τέλος της κυρίως εξέτασης του Μ.Κ.2, δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός στη διαδικασία, κατόπιν της σχετικής έγκρισης του Δικαστηρίου, ότι στις 30/7/2010 η Κατηγορουμένη 1, ο Κατηγορούμενος 2 και η Μαρία Κυριακίδου καταχωρήθηκαν στο ΚΑΠ. Ο Μ.Κ.2 δεν αντεξετάστηκε. Ως τρίτος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή, κατέθεσε ο κ. Νικόλας Κρεμμαστός (Μ.Κ.3), ο οποίος είναι υπάλληλος του εμπορικού καταστήματος των Παραπονουμένων εδώ και 25 χρόνια. Είναι υπεύθυνος πωλητής. Ανέφερε ότι γνωρίζει τον Κατηγορούμενο 2, ο οποίος πήγε στο κατάστημα και δημιούργησε λογαριασμό επί πιστώσει για αγορά υλικών. Ο λογαριασμός ήταν στο όνομα της Κατηγορουμένης
- Σύμφωνα με τον Μ.Κ.3, ο Κατηγορούμενος 2 αγόραζε από το κατάστημα διάφορα υλικά για τις δουλειές του, όπως θίνερ, μπογιές, βίδες κλπ. Ακολούθως, ο Μ.Κ.3 αναγνώρισε το Τεκμήριο 1, προσθέτοντας ότι το παρέλαβε ο ίδιος. Δεν θυμόταν, όμως, πότε το παράλαβε. Το παρέλαβε πριν την ημερομηνία πληρωμής και ο πελάτης τους είπε να μην το καταθέσουν γιατί θα έφερνε μετρητά. Ως είπε ο Μ.Κ.3, ο Κατηγορούμενος 2 ήρθε με την σύζυγό του, η οποία υπέγραψε το Τεκμήριο
- Τους έδωσε μετρητά μαζί με το Τεκμήριο 1 και του εξέδωσαν μία απόδειξη. Ο Μ.Κ.3 αναγνώρισε το Τεκμήριο 4 λέγοντας ότι είναι η απόδειξη που εξέδωσε όταν του έδωσε μετρητά. Μετά, όμως, τους είπε να μην εξαργυρώσουν το Τεκμήριο
- Ακολούθως, ο Μ.Κ.3 είπε ότι ο ίδιος κατέθεσε το Τεκμήριο 1 για πληρωμή σε ένα λογαριασμό που έχει το κατάστημα στην Σ.Π.Ε. Αγίας Νάπας. Το Τεκμήριο 1 δεν εξαργυρώθηκε και ο Κατηγορούμενος 2 δεν έφερε κάποιο άλλο ποσό έκτοτε. Ο ίδιος ο Μ.Κ.3 επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον Κατηγορούμενο 2, πήγαινε και στο κατάστημά του και ο Κατηγορούμενος 2 του έλεγε ότι θα φέρει μετρητά. Κατά την αντεξέτασή του, ο Μ.Κ.3 ανέφερε ότι δεν εργάζεται στο λογιστήριο, αλλά αυτός εξέδιδε τα τιμολόγια. Γνωρίζει ότι υπήρχε κατάσταση λογαριασμού, την οποία ετοίμαζε το λογιστήριο. Ανέφερε, επίσης, ότι το λογιστήριο τον ενημέρωνε ότι ήταν ανείσπρακτες οι επιταγές. Ο ίδιος γνώριζε με τί χρεωνόταν και τί πιστωνόταν ο λογαριασμός. Διαφώνησε με υποβολή ότι δεν τον ενημέρωναν σωστά από το λογιστήριο και ότι δεν οφείλει κάποιο ποσό η Κατηγορουμένη
- Αρνήθηκε, επίσης, υποβολή ότι δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Κατά την επανεξέτασή του, ο Μ.Κ.3 ανέφερε ότι στο λογιστήριο εργάζονταν η κα. Έλενα Κάρυου, η κα. Βασούλα Χριστοφή και η κα. Μαρία Χαραλάμπους. Ως τέταρτη και τελευταία μάρτυρας κλήθηκε και κατέθεσε η κα. Μαρία Χαραλάμπους (Μ.Κ.4), η οποία εργάζεται στο λογιστήριο των Παραπονουμένων. Μεταξύ των καθηκόντων της είναι η καταχώρηση εγγραφών για λογαριασμούς, ως και η καταχώρηση τιμολογίων και πληρωμών του εμπορικού τμήματος. Η Μ.Κ.4 αναγνώρισε τα Τεκμήρια 2 και 3, λέγοντας ότι πρόκειται για καταστάσεις λογαριασμού που προέρχονται από το λογιστικό σύστημα που διατηρείται. Η ίδια εκτύπωσε τα Τεκμήρια 2 και 3, τα οποία παρέδωσε στην Μ.Κ.
- Ανέφερε, επίσης, ότι η ίδια δεν έχει επαφή με τους πελάτες του εμπορικού τμήματος των Παραπονουμένων. Αντεξεταζόμενη, η Μ.Κ.4 ανέφερε ότι η κίνηση του λογαριασμού για το έτος 2010 φαίνεται στο Τεκμήριο
- Αρνήθηκε υποβολή ότι τα Τεκμήρια 2 και 3 είναι εσφαλμένα και ότι η Κατηγορουμένη 1 δεν οφείλει κάποιο ποσό, προσθέτοντας ότι τα τιμολόγια υπάρχουν και είναι περασμένα τα αληθινά τιμολόγια. Από τα Τεκμήρια φαίνεται καθαρά ότι η Κατηγορουμένη 1 οφείλει. Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον των Κατηγορουμένων 1 και 2 σύμφωνα με το Αρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, η Κατηγορουμένη 1 επέλεξε να διατηρήσει το δικαίωμα της σιωπής και δεν κάλεσε κάποιο μάρτυρα προς υποστήριξη της υπεράσπισής της. Ο Κατηγορούμενος 2 επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση και δεν κάλεσε κάποιο μάρτυρα προς περαιτέρω υποστήριξη της υπεράσπισής του. Παραθέτω αυτολεξεί το περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης του Κατηγορουμένου 2: «Επιθυμώ να πω τα εξής: Η πιο πάνω επιταγή εκδόθηκε στις 20/6/2010 και όχι στις 19/8/2010, όπως αναφέρθηκε. Αυτό φαίνεται από τα αποκόμματα του cheque book της εταιρείας. Επίσης, δεν συμμετείχα με οποιοδήποτε τρόπο στο ισχυριζόμενο αδίκημα. Εγώ δεν είχα τον έλεγχο των λογιστικών και των οικονομικών υποχρεώσεων της Κατηγορουμένης
- Επίσης, ούτε είχα τον έλεγχο στις πράξεις και τις ενέργειες των άλλων αξιωματούχων της εταιρείας. Ούτε είχα τον έλεγχο στις οικονομικές δοσοληψίες που διεκπεραιώνονταν από τη Γραμματέα της εταιρείας. Επίσης, επιθυμώ να σημειώσω ότι κατά την παρουσία μου στο Δικαστήριο δεν άκουσα να έχει δοθεί οποιαδήποτε αντίθετη μαρτυρία. Επιπλέον, λέω ότι δεν γνώριζα για το ότι η εταιρεία ή εγώ ή η σύζυγός μου ήταν καταχωρημένη στο ΚΑΠ. Δεν είχα ενημέρωση από την Κεντρική Τράπεζα για το πιο πάνω γεγονός. Επίσης, ούτε και επί του πιο πάνω γεγονότος άκουσα αντίθετη μαρτυρία.» Στο στάδιο των αγορεύσεων, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, με εμπεριστατωμένες αγορεύσεις, όπου γίνεται αναφορά σε νομολογία και ανάλυση της μαρτυρίας, εισηγήθηκε ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την διάπραξη από τους Κατηγορουμένους 1 και 2 των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν και κάλεσε το Δικαστήριο να τους καταδικάσει. Ιδιαίτερα σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2, ο κ. Κυρμίτσης εισηγήθηκε ότι έχει αποδειχθεί τόσο η απαιτούμενη ένοχη πράξη όσο και η ένοχη διάνοια εφόσον αυτός παρέδωσε την επιταγή, ζήτησε να μην κατατεθούν οι επιταγές όταν τις παρέδωσε στους Παραπονουμένους, ήταν ένα από τα πρόσωπα που χειρίζονταν τον επίδικο λογαριασμό, είναι αυτός που πήγε στην τράπεζα και έκλεισε τον λογαριασμό μετά που απέσυρε τα υπόλοιπα, ως και ότι είχε γνώση ότι δεν διέθετε επαρκή υπόλοιπα ο λογαριασμός. Επί του τελευταίου επικαλέστηκε τις Κοινές Οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και του Εφόρου Υπηρεσίας και Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών αναφορικά με το Άνοιγμα και τη Λειτουργία Τρεχουμένων Λογαριασμών, τη Δημιουργία Κεντρικού Αρχείου Πληροφοριών για Εκδότες Ακάλυπτων Επιταγών και Άλλα Συναφή Θέματα, οι οποίες τέθηκαν σε ισχύ την 1/2/
- Στην αντίπερα όχθη, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Κατηγορουμένων 1 και 2, με επίσης εμπεριστατωμένες αγορεύσεις, με τις οποίες παρέπεμψε στην προσαχθείσα μαρτυρία, ως και σε κυπριακή και ξένη νομολογία και συγγράμματα, εισηγήθηκε ότι δεν προσκομίστηκε μαρτυρία που να συνδέει τον Κατηγορούμενο 2 με το υπό εκδίκαση αδίκημα. Η παρουσία του Κατηγορουμένου 2 στο χώρο όπου δόθηκε η επίδικη επιταγή δεν μπορεί να οδηγήσει στην καταδίκη του ως συνεργού. Πέραν του ότι δεν αποδείχθηκε η ένοχη πράξη του Κατηγορουμένου 2, ο κ. Χριστοδούλου εισηγήθηκε ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την ένοχη διάνοιά του, εφόσον δεν υπάρχει μαρτυρία ότι κατά τον χρόνο έκδοσης της επιταγής ο Κατηγορούμενος 2 γνώριζε τα αναγκαία συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Όσον αφορά τις Κοινές Οδηγίες που επικαλέστηκε ο κ. Κυρμίτσης, ο κ. Χριστοδούλου εισηγήθηκε ότι από το περιεχόμενό τους δεν προκύπτει ότι η γνώση κάποιου προσώπου αναφορικά με την καταχώρηση νομικού προσώπου ή του ιδίου στο ΚΑΠ είναι αυτόματη. Το κενό που υπήρξε επί του προκειμένου δεν μπορεί να καλυφθεί με την επίκληση του τεκμηρίου της κανονικότητας. Σε ερώτηση του Δικαστηρίου ποιά συστατικά στοιχεία του αποδιδόμενου αδικήματος αμφισβητεί η υπεράσπιση σε σχέση με την Κατηγορουμένη 1, ο κ. Χριστοδούλου απάντησε ότι δεν θα προβεί σε κάποια εισήγηση. Αξιολόγηση-Ευρήματα Έχω παρακαλουθήσει με κάθε δυνατή και επιβαλλόμενη προσοχή όλους τους μάρτυρες, τον τρόπο, το ύφος, τη συμπεριφορά, τις αντιδράσεις και γενικά την παρουσία τους στο Δικαστήριο και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους με σκοπό να καταλήξω στα αναγκαία ευρήματα και συμπεράσματα για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Όσον αφορά την Μ.Κ.1, Σούλα Βασιλείου, θα πρέπει εξ αρχής να επισημανθεί ότι, όπως εξάγεται από τη σύνοψη του μαρτυρικού υλικού που παρέθεσα ανωτέρω και τις εισηγήσεις των συνηγόρων των διαδίκων, αρκετά σημεία της μαρτυρίας της δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση. Αναφέρομαι στις εμπορικές συναλλαγές της Κατηγορουμένης 1 με τους Παραπονουμένους, την έκδοση και παράδοση στους Παραπονουμένους του του Τεκμηρίου 1 και ότι αυτό δεν τιμήθηκε όταν παρουσιάστηκε στην εκδότρια τράπεζα. Αυτό το οποίο κατά κάποιον τρόπο αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση ήταν η ημερομηνία έκδοσης του Τεκμηρίου 1, η ορθότητα των καταστάσεων, Τεκμηρίων 2 και 3, ως και το κατά πόσον η Κατηγορουμένη 1 οφείλει οποιοδήποτε ποσό στους Παραπονουμένους. Σε γενικές γραμμές, η Μ.Κ.1 μου προξένησε την εντύπωση μιας ειλικρινούς μάρτυρας και δεν μου έδωσε την εντύπωση ότι ήρθε στο Δικαστήριο με διάθεση να παραποιήσει τα γεγονότα. Αυτό, όμως, το οποίο διεφάνη κυρίως κατά την αντεξέτασή της είναι ότι αυτή απλώς παρακολουθούσε τις πληρωμές ως η υπεύθυνη του τμήματος παρακολούθησης λογαριασμών τόσο του εμπορικού τμήματος όσο και του τραπεζικού ιδρύματος των Παραπονουμένων. Διεφάνη, επίσης, από την μαρτυρία της ότι η ίδια δεν είχε οποιαδήποτε ουσιαστική ανάμειξη στις εμπορικές συναλλαγές της Κατηγορουμένης 1 με τους Παραπονουμένους, ως επίσης ότι δεν είχε η ίδια οποιαδήποτε επαφή ή συνομιλία είτε με την Κατηγορουμένη 1 είτε με τον Κατηγορούμενο 2, παρά το ότι στην κυρίως εξέτασή της ανέφερε ότι χειριζόταν προσωπικά τους λογαριασμούς της Κατηγορουμένης
- Τα όσα η ίδια ανέφερε σε σχέση με την ημερομηνία έκδοσης του Τεκμηρίου 1 προέρχονταν ουσιαστικά από την πληροφόρηση που είχε από το συνάδελφό της στο εμπορικό τμήμα των Παραπονουμένων, Μ.Κ.
- Το ίδιο ισχύει και για την αναφορά της ότι ο Κατηγορούμενος 2 ζήτησε να μην κατατεθεί το Τεκμήριο 1 για εξαργύρωση. Συνεπώς, οι εν λόγω αναφορές της Μ.Κ.1 αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία και δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές για την απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου τους, αλλά μόνο για το ότι πράγματι αυτή ήταν η πληροφόρηση της Μ.Κ.
- Το κατά πόσον αυτά ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα ή όχι είναι θέματα που θα αποφασιστούν κατά την αξιολόγηση των υπολοίπων μαρτύρων Κατηγορίας, και δη των Μ.Κ.3 και Μ.Κ.
- Το ίδιο, βεβαίως, ισχύει και για το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 2 και 3, σε σχέση με τα οποία η Μ.Κ.1 ανέφερε ότι ετοιμάστηκαν από το εμπορικό τμήμα των Παραπονουμένων. Υπό το φως, λοιπόν, των διευκρινίσεων στις οποίες προβαίνω ανωτέρω, είναι εμφανές ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία της Μ.Κ.1 επί των αμφισβητούμενων της υπόθεσης γεγονότων. Ο Μ.Κ.2, Κωστάκης Εγγλέζου, η μαρτυρία του οποίου ουδόλως αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση, μου έκανε καλή εντύπωση και μου έδωσε την εικόνα ενός ειλικρινούς και αξιόπιστου προσώπου. Θεωρώ ότι ως προϊστάμενος του τμήματος τρεχουμένων λογαριασμών στο κατάστημα Παραλιμνίου της Marfin Laiki Bank περιορίστηκε σε γεγονότα για τα οποία μπορούσε να δώσει άμεση μαρτυρία σε συνδυασμό με κάποια στοιχεία που προκύπτουν από το ίδιο το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 1 και 5, τα οποία ως εκ της θέσης και της πείρας του ήταν σε θέση να εξηγήσει και να ερμηνεύσει. Δεν θεωρώ ούτε έχω επισημάνει ο,τιδήποτε από το οποίο να μπορεί να συναχθεί ότι ήταν διατεθειμένος να παραποιήσει μέρος των γεγονότων. Προκύπτει, λοιπόν, από τα όσα ο Μ.Κ.2 κατέθεσε σε συνδυασμό με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1, ότι αυτό παρουσιάστηκε στις 22/3/2011 στο κατάστημα Παραλιμνίου (στο εξής «το Κατάστημα της Marfin Laiki Bank») της Marfin Laiki Bank για εξαργύρωση, πλην όμως αυτό δεν τιμήθηκε και επιστράφηκε απλήρωτο από το Κατάστημα της Marfin Laiki Bank με ενυπόγραφη σφραγίδα της τελευταίας, ημερομηνίας 22/3/2011, επί της οποίας αναφράφεται «Ο Λογαριασμός Παγοποιήθηκε-ΚΑΠ» (στο εξής «η Σφραγίδα»). Προκύπτει, επίσης, από την αναντίλεκτη και αξιόπιστη μαρτυρία του Μ.Κ.2 ότι η Κατηγορουμένη 1 διατηρούσε τρεχούμενο λογαριασμό (στο εξής «ο Λογαριασμός») στο Κατάστημα της Marfin Laiki Bank με αρ. 037-21-021460, από τον οποίο εκδόθηκε το Τεκμήριο
- Τον Λογαριασμό χειρίζονταν κεχωρισμένως ο Κατηγορούμενος 2 ή η Γραμματέας της Κατηγορουμένης 1, κα. Μαρία Κυριακίδου. Αποδέχομαι, επίσης, ότι η κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 5, παρουσιάζει την κίνηση του Λογαριασμού από την 1/1/2007 μέχρι τις 24/8/2010, οπόταν ο Λογαριασμός έκλεισε. Στις 24/8/2010 κάποιος από τους δύο υπογράφοντες του Λογαριασμού προέβη σε ανάληψη του υπολοίπου που υπήρχε στο Λογαριασμό και υπέγραψε το κλείσιμό του. Τα προαναφερθέντα αποτελούν και σχετικά ευρήματα του Δικαστηρίου. Την εικόνα ενός ειλικρινού και αξιόπιστου προσώπου σχημάτισα, επίσης, σε σχέση με τον Μ.Κ.3, Νικόλα Κρεμμαστό. Αυτός κατέθεσε με αμεσότητα, ευθύτητα και ειλικρίνεια, η οποία ουδόλως κλονίστηκε κατά την αντεξέτασή του, για γεγονότα που βρίσκονταν στην σφαίρα της προσωπικής του γνώσης, ως υπεύθυνος πωλητής του εμπορικού τμήματος των Παραπονουμένων, σε σχέση με την εμπορική συνεργασία της Κατηγορουμένης 1 με τους Παραπονουμένους. Παρά το ότι η υπεράσπιση επιχείρησε με υποβολή, η οποία βεβαίως παρέμεινε να αιωρείται στη γενικότητα και τη μη τεκμηρίωσή της, να ισχυριστεί ότι το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 2 και 3 δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, εντούτοις θεωρώ πως ο Μ.Κ.3 ως εκ των καθηκόντων του στους Παραπονουμένους ήταν σε θέση να καταθέσει με πειστικότητα και βεβαιότητα ότι υπήρχε και υπάρχει χρεωστικό υπόλοιπο στο λογαριασμό επί πιστώσει που η Κατηγορουμένη 1 διατηρούσε στους Παραπονουμένους για τις διάφορες αγορές υλικών οικοδομής που η πρώτη προέβαινε από τους τελευταίους. Ο Μ.Κ.3, ως ανέφερε χωρίς να αμφισβητηθεί, ήταν το πρόσωπο που εξέδιδε τα τιμολόγια προς την Κατηγορουμένη 1 για τις διάφορες διενεργηθείσες πωλήσεις. Επίσης, ως υπεύθυνος πωλήσεων ήταν επιφορτισμένος και με τις εισπράξεις από την Κατηγορουμένη 1, εξ ου και υπέγραψε το Τεκμήριο 4 και προσπαθούσε να εισπράξει το ποσό του Τεκμηρίου 1 από τον Κατηγορούμενο 2 μετά την ανεπιτυχή προσπάθεια εξαργύρωσης αυτού. Προς τί άλλωστε η παράδοση από την Κατηγορουμένη 1 του Τεκμηρίου 1 ως και του ισάξιου ποσού αυτού σε μετρητά αν δεν υπήρχε χρεωστικό υπόλοιπο; Ούτε, επίσης, προωθήθηκε ή έστω υπαινίχθηκε από την υπεράσπιση ότι ξοφλήθηκε το ποσό του Τεκμηρίου
- Αυτό το οποίο αμφισβητήθηκε με την ανώμοτη δήλωση του Κατηγορουμένου 2 και τις τελικές αγορεύσεις είναι η ημερομηνία έκδοσης του Τεκμηρίου
- Θεωρώ, όμως, ότι επί του προκειμένου η μαρτυρία του Μ.Κ.3, η οποία δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέτασή του, ήταν ξεκάθαρη και σαφής. Δηλαδή ότι ο Κατηγορούμενος 2 μετέβη μαζί με τη σύζυγό του και Γραμματέα της Κατηγορουμένης 1, κα. Μαρία Κυριακίδου, στο εμπορικό κατάστημα των Παραπονουμένων, όπου έδωσε στον Μ.Κ.3 το ποσό των €2.212,27 τοις μετρητοίς και το Τεκμήριο 1 έναντι των χρεωστικού υπολοίπου της Κατηγορουμένης 1 στους Παραπονουμένους. Παρά το ότι αρχικά ο Μ.Κ.3 δεν θυμόταν να αναφέρει στο Δικαστήριο την ημερομηνία που έγινε τούτου, εντούτοις στην συνέχεια και μετά που του υποδείχθηκε η απόδειξη, Τεκμήριο 4, θυμήθηκε και ανέφερε ότι τούτο έλαβε χώρα στις 19/8/2010, ήτοι την ημερομηνία του αναγράφεται στο Τεκμήριο 4, το οποίο ο ίδιος εξέδωσε και υπέγραψε. Συνεπώς, αποδέχομαι την εν λόγω εκδοχή του Μ.Κ.3, ως επίσης ότι το Τεκμήριο 1 υπογράφτηκε από την Μαρία Κυριακίδου κατά την εν λόγω συνάντηση στην παρουσία τόσο του Κατηγορουμένου 2 όσο και του Μ.Κ.3, μαρτυρία που συνάδει και με την μαρτυρία του Μ.Κ.2 σε σχέση με την πατρότητα της υπογραφής επί του Τεκμηρίου
- Αποδέχομαι, επίσης, την κατά τα άλλα πειστική και μη αμφισβητηθείσα εκδοχή του Μ.Κ.3 ότι αυτός κατέθεσε το Τεκμήριο 1 για πληρωμή σε λογαριασμό που διατηρούν οι Παραπονούμενοι, ως και ότι αυτός επιχείρησε τόσο τηλεφωνικώς όσο και με επισκέψεις που πραγματοποίησε στο κατάστημα του Κατηγορουμένου 2 να εισπράξει το ποσό του Τεκμηρίου 1, κάτι όμως που δεν κατέστη δυνατό μέχρι σήμερα. Δηλαδή, η Κατηγορουμένη 1 εξακολουθεί να οφείλει μέχρι σήμερα προς τους Παραπονουμένους ολόκληρο το ποσό του Τεκμηρίου
- Υπάρχει, όμως, ένα σημείο στην μαρτυρία του Μ.Κ.3, το οποίο παρουσιάζει κάποια δυσκολία. Πρόκειται για την αναφορά του ότι ο Κατηγορούμενος 2 του ζήτησε να μην γίνει κατάθεση του Τεκμηρίου 1 την ημερομηνία πληρωμής του. Η δυσκολία δεν αφορά το περιεχόμενο της εν λόγω δήλωσης, η οποία αποδέχομαι ότι έγινε, αλλά το πότε έγινε. Ενώ με την αρχική αναφορά του Μ.Κ.3 κατά την κυρίως εξέτασή του δεν προσδιορίζεται το πότε έγινε η εν λόγω δήλωση, εντούτοις στη συνέχεια ο Μ.Κ.3 ανέφερε ότι η παράκληση αυτή από τον Κατηγορούμενο 2 έγινε «μετά», κάτι που εκλαμβάνω να σημαίνει σε μεταγενέστερο χρόνο της ημερομηνίας της συνάντησης της 19/8/
- Σε κάθε περίπτωση και λανθασμένη να είναι η εν λόγω κατάληξή μου, οι εν λόγω αναφορές δεν μπορούν παρά να θεωρηθούν ασαφείς ως προς το πότε έγινε η συγκεκριμένη δήλωση από τον Κατηγορούμενο
- Με τις διευκρινίσεις και παρατηρήσεις, λοιπόν, στις οποίες προβαίνω ανωτέρω, αποδέχομαι την μαρτυρία του Μ.Κ.3 ως ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα. Η Μ.Κ.4, κα. Μαρία Χαραλάμπους, μου έδωσε επίσης την εικόνα της ειλικρινούς και αξιόπιστης μάρτυρος. Η μαρτυρία της περιορίστηκε σε γεγονότα, επί των οποίων μπορούσε να καταθέσει με θετικότητα ως εκ της θέσης και των καθηκόντων της στο λογιστήριο του εμπορικού τμήματος των Παραπονουμένων. Αυτή δε ήταν συνεπής και σταθερή στην μαρτυρία της και η αξιοπιστία της ουδόλως κλονίστηκε κατά την αντεξέτασή της. Από την μαρτυρία, λοιπόν, της Μ.Κ.4, την οποία αποδέχομαι, προκύπτει ότι τα Τεκμήρια 2 και 3 εκτυπώθηκαν από το λογιστικό πρόγραμμα των Παραπονουμένων και παρουσιάζουν τα πραγματικά ποσά που οφείλονται από την Κατηγορουμένη 1 στους Παραπονουμένους, ως και την πραγματική κίνηση των δοσοληψιών μεταξύ της Κατηγορουμένης 1 και των Παραπονουμένων. Ως έχει προαναφερθεί, ο Kατηγορούμενος 2 επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, επιλογή η οποία αποτελεί απόλυτο δικαίωμά του και σε καμία περίπτωση μπορεί η επιλογή του αυτή να ληφθεί εναντίον του. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία της, είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι η δήλωση κατηγορούμενου χωρίς όρκο εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πώς ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Είναι υποχρέωση του Δικαστηρίου να της δώσει τη βαρύτητα που της αρμόζει και να την λάβει υπόψη του πριν φθάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεσή της. Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είπε με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται με ένορκη μαρτυρία η οποία υπόκειται σε έλεγχο με την αντεξέταση. Επίσης, δεν είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το Δικαστήριο ως αξιόπιστη. (Βλ. Vrakas v. Republic
(1972)2 CLR 139, Themistocleous v. The Police
(1981)2 CLR 200, Anastassiades v. Republic
(1977)2 CLR 97, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, Δημοσθένους ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Συμιανός ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22, Αχτάρ ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 397). Μπορεί, όμως, να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως. Σε καμιά περίπτωση, όμως, δεν θεωρείται ότι συμπληρώνει τυχόν κενά στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία παραμένει με την υποχρέωση να αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου με την παρουσίαση αξιόπιστης μαρτυρίας και ταυτόχρονα ικανοποιητικής για να αποδείξει την κατηγορία. Αφού έλαβα υπόψη το περιεχόμενο της ανώμοτης κατάθεσης του Κατηγορουμένου 2, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι δεν μπορεί να δοθεί οπιαδήποτε βαρύτητα σε αυτή στο βαθμό που επιχειρεί να ισχυριστεί ότι η ημερομηνία έκδοσης του Τεκμηρίου 1 είναι η 20/6/
- Πέραν του ότι η εκδοχή αυτή προβλήθηκε για πρώτη φορά με την ανώμοτη δήλωση, έρχεται σε αντίθεση με την αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Κ.3 και τα ευρήματα στα οποία προβαίνω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας αυτού ανωτέρω. Όσον δε αφορά τις υπόλοιπες αναφορές που περιλαμβάνει, θα της δοθεί η αρμόζουσα βαρύτητα κατά την απόφασή μου κατά πόσον η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεσή της εναντίον του Κατηγορουμένου
- Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και ευρήματά μου, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσον η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει την υπόθεσή της. Νομική Πτυχή- Συμπεράσματα Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του αδικήματος, αντικείμενο της κατηγορίας, και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και εάν είναι. Βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363. Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής. Βλ. Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 401. Όπως τονίστηκε στην Γενικός Εισαγγγελέας ν. Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ. 246 «οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής.» Όπως καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί και αθωωθεί από την κατηγορία. Από το λεκτικό του Άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, ως αυτό τροποποιήθηκε με το Ν.70(Ι)/2008, ο οποίος αποτελεί το νομικό υπόβαθρο της Κατηγορίας, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: Η έκδοση επιταγής. Η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Η παρουσίαση αυτή να έλαβε χώρα κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή καθίσταται πληρωτέα. Η μη εξόφληση της επιταγής, η οποία να οφείλεται είτε στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της είτε στο ότι ο τραπεζικός του λογαριασμός ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασης της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Η μη πληρωμή της επιταγής εντός περιόδου δεκαπέντε ημερών από την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Από το σύνολο της μαρτυρίας, η οποία έγινε αποδεκτή ανωτέρω, τα παραδεκτά και μη αμφισβητούμενα της υπόθεσης γεγονότα, ως και τα ευρήματα στα οποία έχω ήδη προβεί, είναι πρόδηλο ότι το μόνο ζήτημα που απομένει να εξεταστεί για να αποφασιστεί κατά πόσον η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεσή της εναντίον της Κατηγορουμένης 1 είναι ο λόγος της μη εξόφλησης του Τεκμηρίου 1. Το εδάφιο
(3)του Άρθρου 305Α του Ποινικού Κώδικα προνοεί ότι: «Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν το πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και η σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται απο τον εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοιείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώρηση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους.» Η Κατηγορούσα Αρχή επιχείρησε να αποδείξει το συγκεκριμένο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, τόσον με την παρουσίαση του Τεκμηρίου 1, επί του οποίου υπάρχει η ενυπόγραφη Σφραγίδα του Καταστήματος της Marfin Laiki Bank, όσο και με την μαρτυρία του Μ.Κ.2 και την κατάθεση του Τεκμηρίου 5. Βλ. Ιωάννου ν. Nanaimo Λίμιτεδ κ.ά.
(2005)2 Α.Α.Δ. 555 Παρατηρείται ότι η μαρτυρία που επί του προκειμένου παρουσίασε η Κατηγορουσα Αρχή παρουσιάζει κάποια σύγχυση. Δηλαδή ενώ η ενυπόγραφη σφραγίδα παρουσιάζει σαν πραγματικό λόγο μη εξόφλησης της Επιταγής το ότι ο Λογαριασμός παγοποιήθηκε ένεκα καταχώρησης της Κατηγορουμένης 1 στο Κ.Α.Π., εντούτοις από την μαρτυρία του Μ.Κ.2 και το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5 προκύπτει ότι ο ουσιαστικός λόγος μη εξόφλησης του Τεκμηρίου 1 στις 22/3/2010, δηλαδή την ημέρα παρουσίασής της στο Κατάστημα της Marfin Laiki Bank, ήταν το ότι ο Λογαριασμός ήταν κλειστός. Συγκεκριμένα, ο Λογαριασμός είχε κλείσει στις 24/8/2010, για λόγους που ο πλέον αρμόδιος προς τούτο, ήτοι ο Μ.Κ.2, δεν ήταν σε θέση να αναφέρει όταν ερωτήθη. Το μόνο που γνώριζε και ανέφερε ήταν ότι κάποιος από τους δύο υπογράφοντες του Λογαριασμού υπέγραψε για το κλείσιμό του. Παρά, λοιπόν, το μαχητό τεκμήριο που δημιουργείται από το περιεχόμενο της ενυπόγραφης Σφραγίδας και παρά το παραδεκτό γεγονός ότι οι Κατηγορουμένοι 1, 2, ως και η Μαρία Κυριακίδου καταχωρήθηκαν στο Κ.Α.Π. στις 30/7/2010, ο Μ.Κ.2 δεν ανέφερε ότι ο Λογαριασμός παγοποιήθηκε. Δεν θα μπορούσε άλλωστε να πει κάτι τέτοιο εφόσον δεν θεωρώ ότι νοείται η παγοποίηση ενός κλειστού λογαριασμού. Συνεπώς, επί του προκειμένου θα προτιμήσω το συμπέρασμα που αβίαστα εξάγεται από την αποδεκτή και διά ζώσης μαρτυρία του Μ.Κ.2, ως και το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5, ότι δηλαδή ο ουσιαστικός λόγος μη εξόφλησης του Τεκμηρίου 1 ήταν το ότι, κατά τον χρόνο παρουσίασής του στο Κατάστημα της Marfin Laiki Bank, o Λογαριασμός ήταν κλειστός. Η ίδια η μαρτυρία που προσκόμισε η Κατηγορούσα Αρχή ανατρέπει το μαχητό τεκμήριο που δημιουργεί η ενυπόγραφη σφραγίδα σε σχέση με τον ουσιαστικό λόγο μή εξόφλησης του Τεκμηρίου 1. Μετά και την πιο πάνω διαπίστωσή μου, έχω ικανοποιηθεί ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει η Κατηγορουμένη 1, ήτοι ότι η Κατηγορουμένη 1 στις 19/8/2010 εξέδωσε και παρέδωσε στους Παραπονουμένους το Τεκμήριο 1, ήτοι την επιταγή (στο εξής «η Επιταγή») της Marfin Laiki Bank με αρ. 03915686 και με ημερομηνία πληρωμής στις 20/10/2010, η οποία παρουσιάστηκε στις 22/3/2011, δηλαδή, μετά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα, στο Κατάστημα της Marfin Laiki Bank, δηλαδή στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε, και αυτή (δηλ. η επιταγή) δεν εξοφλήθηκε. Η μη εξόφλησή της Επιταγής από το Κατάστημα της Marfin Laiki Bank οφείλεται στο ότι ο Λογαριασμός, ήτοι ο λογαριασμός από τον οποίο εκδόθηκε η Επιταγή, ήταν κλειστός κατά τον χρόνο της παρουσίασης της Επιταγής στο Κατάστημα της Marfin Laiki. Επίσης, ότι η Επιταγή δεν πληρώθηκε εντός 15 ημερών από την ημερομηνία παρουσίασής της στο Κατάστημα της Marfin Laiki Bank. Ενόψει των ανωτέρω, κρίνω ότι έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η ενοχή της Κατηγορουμένης 1 στην Πρώτη Κατηγορία. Αυτό που απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσον έχει αποδειχθεί η ενοχή του Κατηγορουμένου 2 στην Κατηγορία. Ως προανέφερα, ο Κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει την Κατηγορία σαν συνεργός, υπό την ιδιότητά του ως Διευθυντή της Κατηγορουμένης 1, κατά παράβαση του Άρθρου 305 Α
(1)σε συνδυασμό με το Άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα που αφορά την ποινική ευθύνη συνεργών και διαλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τα εξής: «20. Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετείχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος και για αυτό δύναται να διωχθεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α)...................................................................................... (β)...................................................................................... (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά την διάπραξη ποινικού αδικήματος. (δ).......................................................................................» Στην υπόθεση Αθανάσιος Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factrory Ltd
(2003)2 A.A.Δ. 261, αναφέρθηκε ότι οι διευθυντές εταιρείας που υπογράφουν επιταγές της δεν έχουν προσωπική αστική ευθύνη, αλλά η αστική ευθύνη βαρύνει την εταιρεία που παραμένει ο εκδότης της επιταγής. Αυτό, όμως, δεν αποκλείει την δυνατότητα ύπαρξης ποινικής τους ευθύνης ως συνεργών και έτσι μπορούν να διωχθούν όπως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, ως αυτουργοί, δυνάμει του Άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Σε τέτοια περίπτωση πρέπει να αποδειχθεί, πρώτον, η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό, η οποία εμπεριέχει δύο στοιχεία, ήτοι
(1)την παροχή βοήθειας ή την παρακίνηση
(2)σε αδίκημα και, δεύτερον, η ένοχη διάνοια (mens rea), η οποία αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό μάλιστα στοιχείο για το συνεργό είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτείται πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Σε σχέση με τον ορισμό του συνεργού, στην Άγγλική υπόθεση Ferguson v. Weaving [1951] 1 K.B. 814, λέχθηκε ότι οι λέξεις «παροχή βοήθειας ή παρακίνηση» περιγράφουν την πράξη συγκεκριμένου προσώπου, το οποίο είναι παρόν τη στιγμή διάπραξης κάποιου αδικήματος και συμμετέχει με κάποιο τρόπο σε αυτό. Σε μεταγενέστερες αποφάσεις, οι λέξεις αυτές χρησιμοποιήθηκαν πιο ευρέως, ώστε να περιλαμβάνουν πράξεις που έλαβαν χώρα πριν την τέλεση της ένοχης πράξης. Βλ., μεταξύ άλλων, National Coal Board v. Gamble [1959] 1 Q.B. 11. Σε σχέση με την σημασία της φυσικής παρουσίας κάποιου προσώπου κατά την διάπραξη ενός αδικήματος, η Αγγλική νομολογία ξεκαθάρισε ότι πρέπει να υπάρχει κάποια συμμετοχή του φερόμενου συνεργού ώστε αυτός να θεωρηθεί «aider and abettor». Δηλαδή, ακόμη όπου κάποιος είναι παρών ενώ διαπράττεται κάποιο αδίκημα, εάν δεν λαμβάνει κάποιο μέρος σε αυτό και δεν ενεργεί από κοινού με αυτούς που το διαπράττουν, τότε αυτός δεν θεωρείται ότι παρείχε βοήθεια ή παρακίνησε, απλώς επειδή δεν προσπαθεί να αποτρέψει το αδίκημα ή παραλείπει να συλλάβει αυτούς που το διέπραξαν. Βλ., μεταξύ άλλων R. v. Borthwick
(1779)1 Doug. 207 και Smith v. Baker [1971] R.T.R. 350. Όπως τονίστηκε στην Αγγλική υπόθεση Johnson v. Youden [1950] 1 K.B. 455, σελ. 546, «before a person can be convicted of aiding and abetting the commission of an offence, he must at least know the essential matters which constitute the offence». Δηλαδή, για να καταδικαστεί κάποιος για παροχή βοήθειας στη διάπραξη κάποιου αδικήματος, πρέπει τουλάχιστον να γνωρίζει τα ουσιώδη θέματα που συνιστούν το αδίκημα. Στην υπόθεση Davies, Turner & Co. Ltd v. Brodie [1954] 1 W.L.R. 1364, o Lord Goddard, επαναλαμβάνοντας την πιο πάνω αναφορά του στην Youden, προσέθεσε, στη σελ. 1364, πως «If a person shuts his eyes to the obvious or refrains from making any inquiry where a reasonably sensible man would make inquiry, I think that the court can find that he was aiding and abetting, certainly if he shuts his eyes to the obvious.» Δηλαδή, αν κάποιος κλείνει τα μάτια του σε ό,τι είναι πασίδηλο ή αποφεύγει να προβεί σε έρευνα εκεί που ο λογικά σκεπτόμενος άνθρωπος θα προέβαινε σε τέτοια, το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει ότι αυτός παρείχε βοήθεια ή παρακινούσε, σίγουρα εάν κλείνει τα μάτια του σε ό,τι ειναι πασίδηλο. Περαιτέρω, στην υπόθεση National Coal Board v. Gamble [1959] 1 K.B. 11, λέχθηκε, στη σελ. 20, ότι «...aiding and abetting is a crime that requires proof of mens rea, that is to say, of intention to aid as well as of knowledge of the circumstances», δηλαδή η παροχή βοήθειας είναι έγκλημα που απαιτεί την απόδειξη ένοχης διάνοιας, δηλαδή πρόθεση προσφοράς βοήθειας καθώς και γνώση των περιστάσεων. Επίσης, στην Αγγλική υπόθεση Blakely v. DPP
(1991)RTR 405, αναφέρεται ότι θα πρέπει, τουλάχιστον, να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε ότι η πράξη του θα προξενούσε ή θα συνέδραμε στη διάπραξη του κυρίως αδικήματος. Η προϋπόθεση της ύπαρξης γνώσης εκ μέρους του συνεργού έχει εφαρμογή ακόμη και στις περιπτώσεις, όπου το κύριο αδίκημα είναι αδίκημα απόλυτης ευθύνης. Βλ., μεταξύ άλλων, Callow v. Tillstone [1900] 83 LT 411, Παυλόπουλος (ανωτέρω) και Pavlos Zenonos General Motors Ltd ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 5. Περαιτέρω, όπως τονίστηκε στην Παυλόπουλος (ανωτέρω), σελ. 268, η συνέργεια σε σχέση με το αδίκημα του Άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα επιτελείται κατά τον χρόνο της υπογραφής της επιταγής. Βλ., επίσης, Militos Trading Limited v. Αθηνάς Μαλέκκου, Ποινική Έφεση 150/2009, ημερομηνίας 15/10/2012. Θα πρέπει, βεβαίως, να προστεθεί ότι η ένοχη διάνοια κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί, στις κατάλληλες περιπτώσεις, με περιστατική μαρτυρία. Βλ., μεταξύ άλλων, Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R. 73 και Παντελή ν. Κωνσταντίνου
(2001)2 Α.Α.Δ.
- Η υπεράσπιση εισηγήθηκε ότι η προσκομισθείσα μαρτυρία δεν είναι ικανή να αποδείξει την ένοχη πράξη του Κατηγορουμένου 2, εφόσον αυτός απλώς ήταν παρών όταν υπεγράφη η Επιταγή. Δεν είναι, όμως, έτσι τα πράγματα. Στη συνάντηση που έλαβε χώρα στο κατάστημα των Παραπονουμένων στις 19/8/2010, όπου περευρίσκονταν ο Κατηγορούμενος 2, η σύζυγός του και Γραμματέας της Κατηγορουμένης 1 και ο Μ.Κ.3, η Επιταγή υπεγράφη από την σύζυγό του και παραδόθηκε από τον ίδιο τον Κατηγορούμενο 2 μαζί με τα μετρητά στον Μ.Κ.3 έναντι του χρεωστικού υπολοίπου της Κατηγορουμένης 1 στους Παραπονουμένους. Σύμφωνα, επίσης, με την αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Κ.3, το πρόσωπο το οποίο προέβαινε στις διάφορες αγορές οικοδομικών υλικών από τους Παραπονουμένους εκ μέρους της Κατηγορουμένης 1 ήταν ο Κατηγορούμενος 2, ο οποίος από τη σύσταση της τελευταίας μέχρι και σήμερα ήταν και είναι ο μόνος διευθυντής αυτής. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 3, στις 19/8/2010 η Κατηγορουμένη 1 χρωστούσε στους Παραπονουμένους το ποσό των €6.363,82 και η τελευταία αγορά προϊόντων από την Κατηγορουμένη 1 έγινε στις 25/1/
- Παρά, λοιπόν, το ότι ο Μ.Κ.3 δεν ανέφερε ρητά ότι στις 19/8/2010 πήγε στο κατάστημα των Παραπονουμένων ο Κατηγορούμενος 2 και η σύζυγός του για να διευθετήσουν το υπόλοιπο της Κατηγορουμένης 1, εντούτοις, εφόσον δεν έγινε κάποια αγορά στις 19/8/2010, το μόνο εύλογο συμπέρασμα που δύναται να εξαχθεί από τα προαναφερθέντα είναι πως σκοπός της μετάβασης του Κατηγορουμένου 2 με την σύζυγό του στους Παραπονουμένους την εν λόγω ημερομηνία ήταν για να γίνει πληρωμή έναντι του υπολοίπου, η οποία τελικά έγινε με την παράδοση της Επιταγής και του ισάξιου ποσού αυτής σε μετρητά. Επίσης, παρά το ότι ο Μ.Κ.3 δεν αναφέρθηκε στο τί ακριβώς διεμήφθη κατά την εν λόγω συνάντηση και τί προηγήθηκε της υπογραφής της Επιταγής από την σύζυγο του Κατηγορουμένου 2, εντούτοις είναι πρόδηλο ότι ο Κατηγορούμενος 2 έλαβε μέρος στην έκδοση της Επιταγής. Αυτό είναι το μόνο εύλογο συμπέρασμα που δύναται να εξαχθεί τόσο από τον σκοπό της συνάντησης όσο και από την ίδια την πράξη του Κατηγορουμένου 2, μόνου διευθυντή της Κατηγορουμένης 1, να παραδώσει την υπογραφείσα Επιταγή στον Μ.Κ.
- Υπό το φως, λοιπόν, των ανωτέρω, έχω ικανοποιηθεί ότι έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό η ένοχη πράξη του Κατηγορουμένου
- Αυτό που απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσον έχει αποδειχθεί και η ένοχη διάνοια του Κατηγορουμένου 2, δηλαδή κατά πόσον αυτός, κατά τον χρόνο υπογραφής και παράδοσης της Επιταγής, αντιλαμβανόταν ή γνώριζε ή έστω ήταν πρόδηλο ότι συνέβαλλε στην διάπραξη του αδικήματος από την Κατηγορουμένη 1, ότι δηλαδή κατά τον χρόνο εμφάνισης της Επιταγής στην Marfin Laiki Bank αυτή δεν θα εξοφλούνταν επειδή ο Λογαριασμός θα ήταν κλειστός. Επί του προκειμένου θεωρώ ότι υπάρχουν αρκετά κενά στην μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής. Κατ' αρχάς, δεν έχει αναφερθεί ποιό είναι το πρόσωπο που προέβη στις 24/8/2010 στο κλείσιμο του Λογαριασμού αμέσως μετά την ανάληψη του υπολοίπου που υπήρχε σε αυτόν. Σύμφωνα με την μαρτυρία του Μ.Κ.2, αυτό έγινε είτε από τον Κατηγορουμένο 2 είτε από τη σύζυγό του. Αυτό μπορούσε πολύ απλά να αποδειχθεί με την παρουσίαση στο Δικαστήριο του εντύπου, με το οποίο υπεγράφη το κλείσιμο του Λογαριασμού. Περαιτέρω, παρά το ότι ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι γνωρίζει τον Κατηγορούμενο 2 ως πελάτη της τράπεζάς του, σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του ανέφερε ότι ήταν ο Κατηγορούμενος 2 το πρόσωπο που εμφανιζόταν να έχει τον έλεγχο του Λογαριασμού. Τουναντίον, ανέφερε ότι τον Λογαριασμό διαχειρίζονταν κεχωρισμένως ο Κατηγορούμενος 2 ή η σύζυγός του. Έτι περαιτέρω, ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι δεν γνωρίζει το λόγο για τον οποίο έκλεισε ο Λογαριασμός. Παρά το ότι ομολογουμένως ο Λογαριασμός έκλεισε 5 ημέρες μετά την έκδοση της Επιταγής, εντούτοις δεν μπορεί να εξαχθεί με ασφάλεια συμπέρασμα ότι ο Κατηγορούμενος 2 γνώριζε ή αντιλαμβανόταν ή έστω ότι ήταν πρόδηλο στις 19/8/2010 ότι ο Λογαριασμός θα έκλεινε ή θα έπρεπε να κλείσει στις 24/8/
- Πέραν των ανωτέρω, δεν έχει αναφερθεί κατά πόσον ο Λογαριασμός είχε κάποιο όριο παρατραβήγματος ή όχι. Τουναντίον, από το ίδιο το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5 προκύπτει ότι σε αρκετές περιπτώσεις ο Λογαριασμός χρεωνόταν με διάφορα ποσά, ώστε αυτός να βρίσκεται μείον με ποσά της τάξης των €8.000,00, όπως για παράδειγμα στις 22/7/
- Παρά τούτο, ο Λογαριασμός λειτουργούσε και συνέχιζαν να γίνονται διάφορες χρεωπιστώσεις, όπως γινόταν και τις προηγούμενες χρονιές. Προφανώς, η παράκληση του Κατηγορουμένου 2 να μην κατατεθεί η Επιταγή την ημερομηνία πληρωμής της να είχε βαρύνουσα σημασία στη διάγνωση της αποδιδόμενης στον Κατηγορούμενο 2 ποινικής ευθύνης, σε περίπτωση που αυτή γινόταν την ημερομηνία έκδοσης της Επιταγής. Όπως, όμως, ανέφερα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ.3, δεν έχει παρουσιαστεί σαφής μαρτυρία σε σχέση με το πότε έγινε η εν λόγω παράκληση. Επίσης, δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία σε σχέση με το τί διεμήφθη στη συνάντηση της 19/8/2010 και ενδεχομένως τους λόγους που οδήγησαν στην έκδοση από την Κατηγορουμένη 1 και την αποδοχή από τους Παραπονουμένους της μεταχρονολογημένης Επιταγής. Ομοίως, δεν μπορεί να βοηθήσει την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής το παραδεκτό γεγονός ότι τόσο η Κατηγορουμένη 1 όσο και ο Κατηγορούμενος 2 και η σύζυγός του τοποθετήθηκαν στο ΚΑΠ στις 30/7/
- Πέραν του ότι δεν έχει διευκρινιστεί ο λόγος για τον οποίο έγινε η εν λόγω καταχώρηση ή έστω αν είχε σχέση με την κίνηση του Λογαριασμού, ουδεμία μαρτυρία δόθηκε από την οποία προκύπτει ή μπορεί να συναχθεί με την απαιτούμενη βεβαιότητα ότι ο Κατηγορούμενος 2 γνώριζε στις 19/8/2010 ότι έγινε η εν λόγω καταχώρηση. Επί του προκειμένου, ο κ. Κυρμίτσης επικαλέστηκε τις πρόνοιες της Οδηγίας 11 των Κοινών Οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και του Εφόρου Υπηρεσίας και Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών αναφορικά με το Άνοιγμα και τη Λειτουργία Τρεχουμένων Λογαριασμών, τη Δημιουργία Κεντρικού Αρχείου Πληροφοριών για Εκδότες Ακάλυπτων Επιταγών και Άλλα Συναφή Θέματα, οι οποίες τέθηκαν σε ισχύ την 1/2/2003 (στο εξής «οι Κοινές Οδηγίες»). Σύμφωνα με αυτή, ευθύς μετά την καταχώρηση οποιουδήποτε προσώπου στο ΚΑΠ, η Κεντρική Τράπεζα γνωστοποιεί στα τραπεζικά ιδρύματα την επομένη εργάσιμη μέρα οποιαδήποτε καταχώρηση, με τα στοιχεία του καταχωρημένου προσώπου. Επίσης, κοινοποιεί την πιο πάνω γνωστοποίηση προς το επερεαζόμενο πρόσωπο με συστημένη επιστολή. Εδώ, όμως, δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία σε σχέση με το κατά πόσον πράγματι έλαβαν χώρα οι προαναφερθείσες κοινοποιήσεις στους Κατηγορουμένους ή σε σχέση με το πότε έλαβε χώρα η γνωστοποίηση της καταχώρησης στο Κατάστημα της Marfin Laiki Bank ή σε οποιοδήποτε άλλο πιστωτικό ίδρυμα, στο οποίο διατηρούσαν λογαριασμό ή λογαριασμούς οι Κατηγορούμενοι. Δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω με την εισήγηση του κ. Χριστοδούλου ότι το κενό αυτό δεν μπορεί να καλυφθεί με την επίκληση του τεκμηρίου της κανονικότητας, εφόσον σε ποινικές υποθέσεις το εν λόγω τεκμήριο δεν μπορεί να λειτουργήσει για να αποδείξει κάποιο γεγονός, η απόδειξη του οποίου είναι κεντρική («central») για το αδίκημα, όπως είναι στην περίπτωσή μας η γνώση της εν λόγω καταχώρησης. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα Archbold's Criminal Pleading, Evidence and Practice, έκδοση 2013, παράγραφοι 10-4 έως 10-6, και στην εκεί αναφερόμενη υπόθεση Dillon v. R. [1982] A.C.
- Δεν διαφεύγουν, επίσης, της προσοχής μου οι πρόνοιες της Οδηγίας 13 των Κοινών Οδηγιών. Σύμφωνα με αυτή, από της γνωστοποιήσεως της καταχώρησης στο ΚΑΠ, σύμφωνα με τις πρόνοιες της Οδηγίας 11, κάθε πιστωτικό ίδρυμα, στο οποίο τηρούνται οποιοιδήποτε τρεχούμενοι λογαριασμοί στο όνομα οποιουδήποτε καταχωρημένου προσώπου, οφείλει αμέσως να μην επιτρέψει την οποιαδήποτε ανάληψη ή χρέωση σε σχέση με οποιοδήποτε τέτοιο λογαριασμό, εξαιρουμένων οφειλών προς το συγκεκριμένο πιστωτικό ίδρυμα. Επίσης, το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα οφείλει να απευθυνθεί αμέσως προς τον καταχωρημένο πελάτη και να τον πληροφορήσει, μεταξύ άλλων, για τον επιβληθέντα περιορισμό. Δεν δόθηκε, όμως, μαρτυρία σε σχέση με τα ανωτέρω. Τουναντίον, το ίδιο το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5 και η μαρτυρία του Μ.Κ.2 συνηγορούν υπέρ του ότι δεν ακολουθήθηκαν οι πρόνοιες της Οδηγίας 13 των Κοινών Οδηγιών όσον αφορά το Κατάστημα της Marfin Laiki Bank, εφόσον στις 24/8/2010 έγινε η ανάληψη από την Κατηγορουμένη 1 του ποσού με το οποίο ήταν πιστωμένος ο Λογαριασμός. Με τα πιο πάνω δεδομένα, δεν μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια στην ύπαρξη της απαιτούμενης γνώσης από τον Κατηγορούμενο 2 την ημερομηνία έκδοσης της Επιταγής. Κανένα, λοιπόν, από τα στοιχεία της μαρτυρίας, λαμβανόμενο είτε μεμονωμένα είτε σωρευτικά, μπορεί να θεμελιώσει την ύπαρξη του απαραίτητου νοητικού στοιχείου για τη διάπραξη του αδικήματος από τον Κατηγορούμενο 2 ως συνεργό. Τα στοιχεία αυτά δεν έχουν τον ειρμό, την συνοχή και την αποδεικτική δύναμη της περιστατικής μαρτυρίας, που μπορεί να οδηγήσει χωρίς αμφιβολία σε τέτοιο συμπέρασμα. Ως εκ τούτου, οποιοδήποτε συμπέρασμα για την ύπαρξη του απαραίτητου νοητικού στοιχείου από τον Κατηγορούμενο 2 στα περιστατικά της παρούσας, θα συνιστούσε υπόθεση και μόνο. Βλ. Cyprus Trade & Tours Ltd v. Μαυρουδή
(2010)2 Α.Α.Δ. 16. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεσή της εναντίον του Κατηγορουμένου 2, ο οποίος απαλλάσσεται και αθωώνεται από την Κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.)...................................... Μ. Μηλιώτου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο