Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου, Αρ. Υπόθεσης: 7713/2012, 10/5/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2013:B4 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. MΗΛΙΩΤΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7713/2012 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 10 Μαϊου 2013. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Α. Χ"Μιχαήλ. Ο Κατηγορούμενος εμφανίζεται προσωπικά. Κατηγορούμενος: Παρών. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει Κατηγορία για το αδίκημα της παράλειψης συμμόρφωσης προς σήμα τροχαίας, κατά παράβαση των Κανονισμών 58
(2)(δ), 71 και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, Κ.Δ.Π. 66/84, όπως τροποποιήθηκαν από την Κ.Δ.Π. 189/2008, και θεσπίστηκαν με βάση του Άρθρο 5 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, Ν.86/72, όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος της Κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 25/7/2012 στην οδό Αναστάση Μανώλη στο Ξυλοφάγου της Επαρχίας Αμμοχώστου, ενώ είχε την ευθύνη ή τον έλεγχο του μηχανοκινήτου οχήματος με αριθμούς εγγραφής KXC900, παρέλειψε να συμμορφωθεί σε σήμα τροχαίας που τοποθετήθηκε από την αρμόδια αρχή, ήτοι εισήλθε από πάροδο σε λεωφόρο χωρίς να σταματήσει σε ΑΛΤ, ενώ αυτό απογορεύετο. Για την απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ένας μάρτυρας, ήτοι ο Αστυφύλακας 4658, Ανδρέας Νικολάου (Μ.Κ.1), ο οποίος ανέφερε ότι στις 25/7/2012 υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Ξυλοφάγου. Ο Μ.Κ.1 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του γραπτή κατάθεση του ιδίου, ημερομηνίας 22/10/2012 (Τεκμήριο «1»). Στο Τεκμήριο 1 καταγράφεται ότι στις 25/7/2012 και ώρα 12:44 και ενώ ο Μ.Κ.1 βρισκόταν σε μηχανοκίνητη περιπολία στη Λεωφόρο Αναστάση Μανώλη στο Ξυλοφάγου, αυτός είδε τον οδηγό του οχήματος τύπου φορτηγού-ψυγείου με αρ. εγγραφής KXC900 (στο εξής «το Φορτηγό-Ψυγείο») να εισέρχεται από τον δευτερεύοντα δρόμο της οδού Σωκράτους, δεξιά μέσα στη Λεωφόρο Μανώλη, όπου οδηγούσε ο Μ.Κ.1, με αποτέλεσμα να ανακόψει την ελεύθερη πορεία του οχήματος που οδηγούσε ο Μ.Κ.1 και την παρολίγο μεταξύ τους σύγκρουση, αφού, ως καταγράφεται, ο Μ.Κ.1 χρειάστηκε να φρενέρει απότομα για να μην συγκρουστούν. Αμέσως, ο Μ.Κ.1 έκανε επαναστροφή του υπερεσιακού του οχήματος προς την πορεία του Φορτηγού-Ψυγείου, το οποίο σταμάτησε. Από τον έλεγχο που διενήργησε, ο Μ.Κ.1 διαπίστωσε ότι το Φορτηγό-Ψυγείο οδηγείτο από τον Κατηγηρούμενο. Ακολούθως, στο Τεκμήριο 1 καταγράφονται οι περαιτέρω ενέργειες του Μ.Κ.1 και οι αντιδράσεις του Κατηγορουμένου, σύμφωνα πάντοτε με την εκδοχή του πρώτου. Τέλος, στο Τεκμήριο 1 καταγράφεται ότι η είσοδος του Φορτηγού-Ψυγείου μπροστά από το υπηρεσιακό όχημα που οδηγούσε ο Μ.Κ.1 ήταν στα περίπου 6 μέτρα διαφορά, από το σημείο που οδηγούσε ο Μ.Κ.1. Μετά την ανάγνωση του Τεκμηρίου 1, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος ερχόταν από πάροδο. Όπως οδηγούσε ο Μ.Κ.1 με άδειο δρόμο μπροστά του, στα 6m πετάχτηκε μποστά του ο Κατηγορούμενος, ο οποίος μπήκε απ' ευθείας στην Λεωφόρο Μανώλη και δεν έκανε στάση ΑΛΤ. Σύμφωνα με τον Μ.Κ.1, στο έδαφος της παρόδου από όπου έβγαινε ο Κατηγορούμενος, ήτοι της οδού Σωκράτους, ως η πορεία του Κατηγορουμένου, υπήρχε άσπρη γραμμή, η οποία συμβολίζει υποχρεωτική στάση. Αντεξεταζόμενος, ο Μ.Κ.1 ερωτήθη, μεταξύ άλλων, πότε είδε για πρώτη φορά τον Κατηγορούμενο και απάντησε αυτολεξεί «Όταν εισήλθε στον κύριο δρόμο μπροστά από το δικό μου (όχημα).» Ακολούθως, ο Μ.Κ.1 υπεβλήθη σε σειρά ερωτήσεων και έδωσε την εκδοχή του ουσιαστικά σε σχέση με το τί έλαβε χώρα μετά που ο Κατηγορούμενος εισήλθε εντός της Λεωφόρου Μανώλη. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, ο Κατηγορούμενος εισηγήθηκε ότι από την προσκομισθείσα μαρτυρία δεν προέκυψε κάτι ενοχοποιητικό εναντίον του. Στην αντίπερα όχθη, η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, άφησε το ζήτημα του κατά πόσον προέκυψε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου στην κρίση του Δικαστηρίου. Οι παράμετροι που καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον κατηγορουμένου έχουν τεθεί στην Azinas ν. The Police
(1981)2 Α.Α.Δ. 9, στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Αγγλική Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης, και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο για τον καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιόν του μαρτυρία ότι: Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή Η μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό, δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατόν αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Περαιτέρω, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, αναφέρθηκε πως: «Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορουμένου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση, το Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας». Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Καθοδήγηση Πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει της ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Η λογική υποψία δεν είναι αρκετή για να δημιουργήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση (βλ. Shaaban bin Hussien v. Chong Fook Kam [1970] 2 W.L.R. 441). Όπως τονίστηκε, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, σελ. 365-366: «Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες κι' αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Συνεπώς, εκείνο το οποίο έχει να επιτελέσει το Δικαστήριο σ΄αυτό το στάδιο είναι η αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης και κατ΄επέκταση εάν, αντικειμενικά, η μαρτυρία που παρουσιάστηκε δεν στοιχειοθετεί ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή εάν είναι τόσο αντινομική που κανένα λογικό Δικαστήριο θα βασιζόταν σε αυτή για να καταδικάσει τον Κατηγορούμενο. Κατ' αρχάς και παρά το ότι δεν έγινε σχετική προς τούτο εισήγηση, θα πρέπει να λεχθεί ότι, έχοντας διεξέλθει το σύνολο του μαρτυρικού υλικού, δεν θεωρώ ότι η προσκομισθείσα μαρτυρία εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία την οποία το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να αντιπαρέλθει επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης στο σύνολό της. Συνεπώς, καταλήγω ότι η μαρτυρία δεν είναι αντινομική. Συνεπώς, αυτό που απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσον, κατά την αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων, έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του υπό κρίση αδικημάτος. Ο Κανονισμός 58
(2)(δ) των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 μέχρι 2010 (στο εξής «οι Κανονισμοί»), ο οποίος αποτελεί το νομικό υπόβαθρο της Κατηγορίας, διαλαμβάνει τα εξής: «
(2)Κάθε πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή έχει την ευθύνη ή τον έλεγχο μηχανοκίνητου οχήματος, έχει τα πιο κάτω καθήκοντα και υποχρεώσεις- (δ)να συμμορφώνεται προς όλα τα σήματα τροχαίας, συμπεριλαμβανομένων πινακίδων, που τοποθετούνται ή χαράσσονται πάνω ή κοντά σε οποιοδήποτε δρόμο ή με ή κατ΄εντολή της Αστυνομίας ή αρχής τοπικής διοίκησης ή άλλης αρχής, στην οποία έχει ανατεθεί δυνάμει οποιασδήποτε νομοθετικής διάταξης ο έλεγχος ή η ρύθμιση της τροχαίας κυκλοφορίας:...» Περαιτέρω, ο Κανονισμός 71 των Κανονισμών διαλαμβάνει τα εξής: «Ως σήματα τροχαίας καθορίζονται τα σήματα τα οποία εκτίθενται εις τον Οδικόν Κώδικα τον εκδιδόμενον από καιρού εις καιρόν υπό του Εφόρου και δημοσιευμένου κατά τοιούτον τρόπον ως ο Έφορος ήθελε ορίσει, τα σήματα τα οποία ορίζονται υπό δημοτικού συμβουλίου ή υφ' οιασδήποτε άλλης αρχής εμπεπιστευμένης τον έλεγχον και την ρύθμισιν της τροχαίας, και τα σήματα τα οποία ορίζονται δυνάμει οιουδήποτε νόμου ή κανονισμού ή οιασδήποτε διεθνούς Συμβάσεως εις την οποίαν προσεχώρησε και η Δημοκρατία.» Επίσης, σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του Κανονισμού 2 των Κανονισμών, «σήμα τροχαίας» σημαίνει «οιονδήποτε αντικείμενον ή μέσον (μονίμως τοποθετημένον ή κινητόν), ή οιονδήποτε σημείον, σήμανσιν, σύμβολον ή γραμμήν, προς μετάδοσιν εις την τροχαίαν κίνησιν εν γένει ή εις ορισμένην κατηγορίαν ταύτης, προειδοποιήσεων, πληροφοριών, κανόνων, περιορισμών ή απαγορεύσεων οιασδήποτε φύσεως, καθώς και οιονδήποτε σημείον, σήμανσιν, σύμβολον ή γραμμήν επί ή πλησίον οιασδήποτε οδού ή κεχαραγμένον επί του καταστρώματος οιασδήποτε οδού, προς μετάδοσιν τοιούτων προειδοποιήσεων, πληροφοριών, κανόνων, περιορισμών ή απαγορεύσεων∙» Για την απόδειξη, λοιπόν, του αδικήματος της Κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, απαιτείται να αποδειχθεί, μεταξύ άλλων, ότι ο Κατηγορούμενος, παρέλειψε να σταματήσει, προτού επιχειρήσει να εισέλθει από την πάροδο, ήτοι την οδό Σωκράτους, στον κύριο δρόμο, ήτοι τη Λεωφόρο Αναστάση Μανώλη, στην άσπρη γραμμή, η οποία βρισκόταν χαραγμένη στην οδό Σωκράτους ως η πορεία του, και η οποία, σύμφωνα με τον Μ.Κ.1, συμβολίζει υποχρεωτική στάση. Η προσκομισθείσα, όμως, μαρτυρία, τούτης υπενθυμίζω πάντοτε αντικειμενικά θεωρούμενης, δεν έχει αποκαλύψει κάτι τέτοιο. Εφόσον ο Μ.Κ.1 οδηγούσε εντός της Λεωφόρου Αναστάση Μανώλη και, ως ο ίδιος ξεκαθάρισε κατά την αντεξέτασή του, είδε για πρώτη φορά το Φορτηγό-Ψυγείο, που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος, όταν ο τελευταίος είχε ήδη εισέλθει εντός της Λεωφόρου Αναστάση Μανώλη, δεν υπάρχει μαρτυρία ότι ο Μ.Κ.1 είδε ότι ο Κατηγορούμενος δεν σταμάτησε στην υποχρεωτική στάση ΑΛΤ, η οποία βρισκόταν στην οδό Σωκράτους, προτού εισέλθει εντός της Λεωφόρου Αναστάση Μανώλη. Το ότι, σύμφωνα με την εκδοχή του Μ.Κ.1, ο Κατηγορούμενος οδήγησε το Φορτηγό-Ψυγείο εντός της Λεωφόρου Αναστάση Μανώλη με τέτοιο τρόπο που είχε ως αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία του υπηρεσιακού οχήματος που οδηγούσε ο Μ.Κ.1, δεν συνεπάγεται ότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε σταματήσει στην υποχρεωτική στάση ΑΛΤ προτού επιχειρήσει να εισέλθει εντός της Λεωφόρου Αναστάση Μανώλη. Συνεπώς, κρίνω ότι από την μαρτυρία που έχει τεθεί εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής δεν έχει αποδειχθεί, έστω στον βαθμό που απαιτείται σε αυτό το στάδιο της δίκης, συστατικό στοιχείο του αδικήματος της Κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, ήτοι ότι αυτός δεν σταμάτησε στο ΑΛΤ. Συνεπώς, αποτελεί αναπόδραστη κατάληξή μου ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου στο αδίκημα της Κατηγορίας. Υπό το φως των ανωτέρω, ο Κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται στην Κατηγορία που αντιμετωπίζει. Τα έξοδα της Κατηγορούσας Αρχής, εξ €15,00, να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.) ...................................... Μ. Μηλιώτου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο