Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Κυριάκου Χαμπή, Αρ.Υπόθεσης:7730/2012, 3/7/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2013:B7 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΜΗΛΙΩΤΟΥ, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης:7730/2012 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου -ν- Κυριάκου Χαμπή Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 3 Ιουλίου 2013 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Χ" Μιχαήλ. Ο Κατηγορούμενος εμφανίζεται προσωπικά. Κατηγορούμενος: Παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει κατηγορία για οδήγηση μηχανοκινήτου οχήματος με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανωτάτου ορίου ταχύτητας κατά παράβαση του Άρθρου 6
(2)και
(3)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, Ν.86/72, όπως τροποποιήθηκε. Ειδικότερα, κατηγορείται ότι στις 23/9/2012 στην οδό Σταδίου στη Σωτήρα της Επαρχίας Αμμοχώστου οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής HME301 με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανωτάτου ορίου ταχύτητας, δηλαδή με ταχύτητα 80 χ.α.ώ. αντί 50 χ.α.ώ. Μαρτυρία Για να αποδείξει την υπόθεσή της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε ένα μάρτυρα, ενώ ο Κατηγορούμενος, όταν κλήθηκε να προβάλει την υπεράσπισή του, κατέθεσε ο ίδιος ενόρκως και περαιτέρω κάλεσε ένα μάρτυρα προς υποστήριξη της υπεράσπισής του. Η Μ.Κ.1, Γ/Αστ. 324, Μαρία Στυλιώτη, η οποία στις 23/9/2012 υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Δερύνειας, κατέθεσε γραπτή κατάθεση της ιδίας, ημερομηνίας 29/10/12, ως μέρος της κυρίως εξέτασής της (Τεκμήριο «1»). Σύμφωνα με το Τεκμήριο 1, στις 23/9/2012 και ώρα 11:36 στην Οδό Σταδίου, στη Σωτήρα της Επαρχίας Αμμοχώστου, η Μ.Κ.1 διαπίστωσε, με τη βοήθεια κινητού ταχυμέτρου, ότι ο οδηγός του μηχανοκίνητου οχήματος με αρ. εγγραφής HME 301 (στο εξής «το Αυτοκίνητο») που ταξίδευε από Λιοπέτρι προς Σωτήρα έτρεχε με ταχύτητα 80 χ.α.ώ. αντί 50 χ.α.ώ. Καταγράφεται, επίσης, ότι η Μ.Κ.1, στον πιο πάνω τόπο στις 12:05 έλεγξε το Αυτοκίνητο και αφού διαπίστωσε την ταυτότητα του Κατηγορουμένου, πληροφόρησε τον τελευταίο ότι θα καταγγελθεί και αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, ο Κατηγορούμενος απάντησε «Εν εβούρουν, εν να πάω Δικαστήριο.» Σύμφωνα, επίσης, με το Τεκμήριο 1, η τροχαία κίνηση ήταν αραιή και η θέση του ταχυμέτρου ήταν παρά το στάδιο της Σωτήρας. Το μέρος, όπου καταγγέλθηκε ο Κατηγορούμενος, είναι εντός κατοικημένης περιοχής και το ανώτατο όριο ταχύτητας είναι 50 χ.α.ώ. Καταγράφεται, επίσης, ότι η ένδειξη του ταχυμέτρου υπεδείχθη στον Κατηγορούμενο, ως και ότι εξεδόθη εξώδικη καταγγελία με έντυπο Γ.Λ. 276 με αρ. ΑΑ 172582 για το ποσό των €90,00, το οποίο δεν πληρώθηκε μέσα στον καθορισμένο από το νόμο χρόνο. Μετά την ανάγνωση του Τεκμηρίου 1, η Μ.Κ.1 υποβλήθηκε σε αριθμό ερωτήσεων από την ευπαίδευτη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής και ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι ο οδηγός του Αυτοκινήτου ήταν ο Κατηγορούμενος, τον οποίο υπέδειξε στην αίθουσα του Δικαστηρίου. Στις 23/9/2012, η Μ.Κ.1 είχε οριστεί να κάνει έλεγχο ταχύτητας και, πριν βγει για έλεγχο, διενήργησε στον Αστυνομικό Σταθμό Δερύνειας τους τρεις απαιτούμενους ελέγχους για να διαπιστώσει την ορθή λειτουργία του ταχυμέτρου τύπου Laser, τους οποίους και επεξήγησε. Στάθμευσε το υπηρεσιακό όχημα στην οδό Σταδίου παρά το στάδιο Σωτήρας και διενεργούσε έλεγχο ταχύτητας με το ταχύμετρο εβρισκόμενη στην αριστερή πλευρά του δρόμου ως προς την πορεία του Κατηγορουμένου, ο οποίος οδηγούσε προς Σωτήρα. Είχε στοχεύσει το ταχύμετρο, το οποίο έχει εμβέλεια τουλάχιστον 850 μέτρων, στα 200-250 μέτρα. Ανέφερε, επίσης, ότι ο δρόμος ήταν καθαρός και μόνο ο Κατηγορούμενος ήταν στο δρόμο. Όταν διαπίστωσε την ταχύτητα του Αυτοκινήτου, η Μ.Κ.1, η οποία φορούσε την στολή της, εισήλθε στη μέση του δρόμου και έκανε με το δεξί της χέρι σήμα στον Κατηγορούμενο να σταματήσει. Ο Κατηγορούμενος δεν σταμάτησε και αμέσως μετά η Μ.Κ.1 τηλεφώνησε στον Αστυνομικό Σταθμό για να ειδοποιήσουν τον Κατηγορούμενο. Μετά από πάροδο λίγο λεπτών, περίπου 7-8 λεπτά, ο Κατηγορούμενος ήρθε πίσω και την ρώτησε γιατί έκανε σήμα να σταματήσει. Σύμφωνα με την Μ.Κ.1, όταν οδηγούσε από Λιοπέτρι προς Σωτήρα, ο Κατηγορούμενος συνοδευόταν από την σύζυγό του. Ανέφερε, επίσης, ότι η ένδειξη παραμένει στο ταχύμετρο για περίπου 10 λεπτά και η ίδια δεν έκανε κάποιο άλλο έλεγχο από την ώρα που στόχευσε με το ταχύμετρο το Αυτοκίνητο. Γι' αυτό παρέμεινε η ένδειξη στο ταχύμετρο όταν επέστρεψε ο Κατηγορούμενος. Η Μ.Κ.1 υπέδειξε στον Κατηγορούμενο το ταχύμετρο και του είπε ότι θα καταγγελθεί. Ανέφερε, επίσης, ότι η συμπεριφορά του Κατηγορουμένου ήταν λίγο έντονη και φώναζε. Τελικά, ο Κατηγορούμενος παρέλαβε το εξώδικο αν και στην αρχή αρνείτο. Κατά την αντεξέτασή της, η Μ.Κ.1 ανέφερε ότι την ώρα που στόχευσε το ταχύμετρο, ο Κατηγορούμενος βρισκόταν στην αντίθετη πλευρά του δρόμου. Σε υποβολή ότι ο Κατηγορούμενος επέστρεψε με την σύζυγό του στο σημείο που βρισκόταν η Μ.Κ.1 μετά από μισή ώρα, η Μ.Κ.1 ανέφερε ότι επέστρεψαν μαζί, η σύζυγός του ήταν συνοδηγός, και στη συνέχεια ότι ήταν μόνος του ο Κατηγορούμενος όταν επέστρεψε. Αρνήθηκε υποβολή ότι η σύζυγος του Κατηγορουμένου καθόταν στα πίσω καθίσματα του Αυτοκινήτου ως και ότι μόλις σταμάτησε ο Κατηγορούμενος, η Μ.Κ.1 τον ρώτησε γιατί σταμάτησε. Ο Κατηγορούμενος στην δική του ένορκη μαρτυρία ανέφερε ότι διαμένει στο Λιοπέτρι και πήγαινε στη Σωτήρα. Στη δεξιά πλευρά του δρόμου υπήρχε αυτοκίνητο της Αστυνομίας και η αστυνομικός. Όταν πέρασε από το σημείο που ήταν η αστυνομικός, η σύζυγος του Κατηγορουμένου είπε σε αυτόν ότι είδε την αστυνομικό να κάνει το χέρι της πάνω. Ο Κατηγορούμενος συνέχισε την πορεία του και έφτασε στη Σωτήρα, όπου πήγαν για ψώνια με τη σύζυγό του, λέγοντας σε αυτή ότι θα σταματήσει στην επιστροφή. Στο δρόμο της επιστροφής για το Λιοπέτρι, ο Κατηγορούμενος σταμάτησε εκεί που βρισκόταν η αστυνομικός και αυτή τον ρώτησε γιατί σταμάτησε. Ακολούθως, η αστυνομικός ζήτησε από τον Κατηγορούμενο την άδεια οδήγησής του και του είπε ότι θα τον καταγγείλει γιατί έτρεχε με 80 χ.α.ώ. αντί
- Ο Κατηγορούμενος την ρώτησε πώς ήξερε ότι έτρεχε τόσο χιλιόμετρα εφόσον είχε κίνηση και αυτή του απάντησε ότι θα τον καταγγείλει. Κατά την αντεξέτασή του, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι είδε την αστυνομικό που ήταν στα δεξιά του, αλλά δεν την είδε να του κάνει σήμα να σταματήσει. Η σύζυγος του είπε ότι έκανε σήμα η αστυνομικός. Περαιτέρω, αρνήθηκε ότι η αστυνομικός μπήκε στη μέση του δρόμου και του έκανε σήμα να σταματήσει. Επέμενε, επίσης, ότι επέστρεψε στο Λιοπέτρι μαζί με την σύζυγό του. Δεν δέχθηκε ότι δεν υπήρχαν άλλα αυτοκίνητα στο δρόμο, προσθέτοντας ότι ήταν γύρω στις 12:
- Αρνήθηκε, επίσης, υποβολή ότι γύρισε πιο νωρίς από την μισή ώρα, προσθέτοντας ότι αν δεν γύριζε, η αστυφύλακας δεν θα τον είχε υπόψη, εφόσον όταν πήγε πίσω αυτή τον ρώτησε τί την θέλει. Σε υποβολή ότι οδηγούσε το Αυτοκίνητο με ταχύτητα 80 χ.λ.ώ αντί 50, ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι δεν νομίζει να έτρεχε έτσι. Η Μ.Υ.1, κα. Κυριακού Χαμπή, σύζυγος του Κατηγορουμένου, ανέφερε ότι στις 23/9/2012 πήγε με τον Κατηγορούμενο στη Σωτήρα για να ψωνίσουν. Η Μ.Υ.1 καθόταν στο πίσω μέρος του Αυτοκινήτου γιατί ζαλίζεται. Όπως πήγαιναν στη Σωτήρα, είχε μια κοπέλα εκεί που είναι το γήπεδο που έκανε σήμα. Μετά που ψώνισαν, ο Κατηγορούμενος είπε στην Μ.Υ.1 να παν να δουν τί θέλει (η κοπέλα). Η κοπέλα είπε στον Κατηγορούμενο να της δώσει την άδεια οδήγησής του, αυτός την έδωσε και του είπε ότι θα τον καταγγείλει. Κατά την αντεξέτασή της, η Μ.Υ.1 ανέφερε ότι είναι ηλικίας 73 ετών και ασχολείτο με οικοδομές. Επί του παρόντος, όμως, είναι στο σπίτι άρρωστη. Έχει αυχενικό σύνδρομο και υποφέρει από ίλιγγο. Δεν θυμόταν τί ώρα έγιναν αυτά που εξιστόρησε. Μάλλον γύρω στις 9:00 π.μ. Ακολούθως, περιέγραψε την αστυφύλακα, η οποία βρισκόταν εκεί που είναι η πόρτα του σταδίου. Η αστυφύλακας δεν τους σταμάτησε, αλλά απλώς σήκωσε ελαφριά πάνω το δεξί της χέρι. Δεν είδε την αστυφύλακα να σηκώνει ψηλά το χέρι της. Σε υποβολή ότι η αστυφύλακας τους σταμάτησε επειδή έτρεχαν, η Μ.Υ.1 ανέφερε ότι αυτή δεν ήξερε από αυτοκίνητα. Η Μ.Υ.1 ανέφερε, τέλος, ότι εξεδόθη εξώδικο, αλλά δεν γνωρίζει για ποιό λόγο εκδόθηκε. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι η Μ.Κ.1 δεν μπήκε στο δρόμο. Της είπε να του δείξει πόσο έτρεχε και αυτή του είπε ότι θα τον καταγγείλει. Από την άλλη, εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής έγινε εισήγηση για καταδίκη του Κατηγορουμένου. Αξιολόγηση-Ευρήματα Έχω παρακολουθήσει με κάθε δυνατή και επιβαλλόμενη προσοχή όλους τους μάρτυρες, τον τρόπο, το ύφος, τη συμπεριφορά, τις αντιδράσεις και γενικά την παρουσία τους στο Δικαστήριο και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους με σκοπό να καταλήξω στα αναγκαία ευρήματα και συμπεράσματα για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Όσον αφορά την Μ.Κ.1 οφείλω να αναφέρω εξ αρχής ότι αυτή μου προξένησε μέτρια εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Σε σχέση με τα γεγονότα, για τα οποία υπήρξε έντονη διαφωνία και αμφισβήτηση κατά την ακροαματική διαδικασία, δηλαδή τα όσα διαδραματίστηκαν μετά που αυτή κατ' ισχυρισμόν διαπίστωσε μέσω του ταχυμέτρου τύπου Laser ότι ο οδηγός του Αυτοκινήτου έτρεχε με ταχύτητα 80 χ.α.ώ, η Μ.Κ.1 δεν έπεισε το Δικαστήριο ότι είπε την αλήθεια. Η μαρτυρία της επί του προκειμένου δεν ήταν συνεπής, αυτή περιέπεσε σε αντιφάσεις, η δε εκδοχή της δεν αντέχει τη βάσανο της λογικής. Στο Τεκμήριο 1 καταγράφονται ρητά και με περισσή ακρίβεια τα χρονικά σημεία κατά τα οποία η Μ.Κ.1, σε πρώτο στάδιο διαπίστωσε την ταχύτητα του Αυτοκινήτου και, σε δεύτερο στάδιο έλεγξε το Αυτοκίνητο και διαπίστωσε την ταυτότητα του οδηγού αυτού, ήτοι του Κατηγορουμένου. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 1, το πρώτο έλαβε χώρα στις 11:36 και το δεύτερο στις 12:
- Δηλαδή, μεταξύ των δύο μεσολάβησε χρονικό διάστημα μισής ώρας. Τούτο δεν συνάδει με την άλλη αναφορά στην οποία προέβηκε κατά την κυρίως εξέτασή της, ήτοι ότι μετά που του έκανε σήμα να σταματήσει, ο Κατηγορούμενος επέστρεψε στο σημείο που αυτή βρισκόταν μετά πάροδο ολίγων, ήτοι 7-8, λεπτών. Έστω και να χρειάστηκαν κατά το μέγιστο 10 λεπτά από την ώρα που σταμάτησε ο Κατηγορούμενος μέχρι να ολοκληρώσει η Μ.Κ.1 τον έλεγχο και να προβεί σε εξώδικη καταγγελία, και πάλιν ο Κατηγορούμενος δεν θα είχε επιστρέψει πίσω πρίν τα 20 λεπτά. Είναι προφανές ότι κατά την ακροαματική διαδικασία η Μ.Κ.1 επέλεξε να αναφερθεί στα 7-8 λεπτά για να υποστηρίξει την θέση της ότι υπέδειξε στον Κατηγορούμενο το ταχύμετρο, στο οποίο ως η ίδια ανέφερε και γνώριζε πολύ καλά δεν θα μπορούσε να παραμείνει η ένδειξη μιας ταχύτητας που κλείδωσε με αυτό για χρονικό διάστημα πέραν των 10 λεπτών. Για τον ίδιο λόγο επέλεξε να πει ότι δήθεν δεν προέβη σε κάποιο άλλο έλεγχο ταχύτητας κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα. Ήθελε δηλαδή να γίνει πιστευτό ότι από την ώρα που κλείδωσε την ταχύτητα του Αυτοκινήτου δεν είχε την έγνοια της στην έστω αραιή τροχαία κίνηση, αλλά παρέμεινε στην οδό Σταδίου κοιτάζοντας το ταχύμετρο με την ένδειξη της ταχύτητας που είχε κλειδώσει. Πέραν τούτου, προκαλεί αίσθηση το ότι, κατά την ένορκη κατάθεσή της, η Μ.Κ.1 ανέφερε ότι όταν έκανε σήμα στον Κατηγορούμενο βρισκόταν στο Αυτοκίνητο και η σύζυγός του Κατηγορουμένου, ενώ κατά την επιστροφή του όχι. Εφόσον ο Κατηγορούμενος δεν σταμάτησε όταν του έκανε σήμα να σταματήσει, πώς ήξερε η Μ.Κ.1 ότι η γυναίκα που βρισκόταν στο Αυτοκίνητο ήταν η σύζυγος του Κατηγορουμένου; Χρήζει, επίσης, αναφοράς ότι, κατά την αντεξέτασή της, η Μ.Κ.1 δεν απάντησε σε υποβολή του Κατηγορουμένου ότι αυτός επέστρεψε στα 30 λεπτά. Επίσης, σε κάποιο σημείο είπε αυτολεξεί «επέστρεψαν μαζί», ασχέτως αν στη συνέχεια προσπάθησε να ανασκευάσει. Παρά τα ανωτέρω, η Μ.Κ.1 κατέθεσε με τρόπο θετικό και πειστικό σε σχέση με τον έλεγχο που διενήργησε με το περί ου ο λόγος ταχύμετρο σε σχέση με την ταχύτητα του εν κινήσει Αυτοκινήτου του Κατηγορουμένου στον συγκεκριμένο χρόνο και τόπο και τους τρεις απαραίτητους ελέγχους που διενεργήθηκαν προηγουμένως για να διαπιστωθεί κατά πόσον το ταχύμετρο λειτουργούσε ορθά, γεγονότα που δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση. Παρά το ότι, για τους λόγους που εξηγώ ανωτέρω, δεν αποδέχτηκα την μαρτυρία της Μ.Κ.1 σε σχέση με το αν υπεδείχθη ή όχι το ταχύμετρο στον Κατηγορούμενο, η Μ.Κ.1 δεν μου έδωσε την εντύπωση ότι είναι ικανή να δημιουργήσει μια στημένη καταγγελία. Συνεπώς, δεν θεωρώ ότι η Μ.Κ.1 είχε οποιοδήποτε λόγο να μην πει την αλήθεια αναφορικά με την ένδειξη που παρουσιάστηκε στην οθόνη του ταχυμέτρου όταν κλείδωσε την ταχύτητα του Αυτοκινήτου σε απόσταση εντός της εμβέλειας του ταχυμέτρου. Όπως έχει τονιστεί, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Κωνσταντινίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 190, σελ. 192, το Δικαστήριο μπορεί να κρίνει ότι επιβάλλεται διαφορετική βαρύτητα σε διάφορα μέρη κατάθεσης ή και μικρότερη σημασία ή και να απορρίψει ένα ή περισσότερα μέρη αυτής. Πέραν των όσων αναφέρω ανωτέρω, για να επεξηγήσω περαιτέρω την πιο πάνω επιλογή μου, ήτοι να αποδεχθώ μέρος της μαρτυρίας της Μ.Κ.1 και να απορρίψω άλλο μέρος αυτής, θεωρώ ότι η Μ.Κ.1 κατέθεσε ανακρίβειες και γεγονότα μη ανταποκρινόμενα στην πραγματικότα, επειδή απλούστατα θεώρησε ότι θα ήταν ορθότερο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της να αναφέρει ότι υπέδειξε στον Κατηγορούμενο την ένδειξη του ταχυμέτρου, ενώ στην πραγματικότητα δεν θα μπορούσε να κάνει τούτο, εφόσον ο Κατηγορούμενος επέστρεψε πίσω στα 30 λεπτά και η ένδειξη δεν θα μπορούσε να παραμείνει αναγραμμένη μέχρι τότε στο ταχύμετρο. Παρά το ότι ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι υπήρχε κάποια κίνηση στο δρόμο, όπως εξ άλλου ήταν και η αρχική θέση της Μ.Κ.1, δεν ετέθη από τον Κατηγορούμενο η θέση ότι η κίνηση στον δρόμο ήταν τέτοια που θα μπορούσαν να δημιουργηθούν αμφιβολίες αναφορικά με το αν πράγματι είναι το Αυτοκίνητο που στόχευσε η Μ.Κ.1 με το ταχύμετρο. Αποδέχομαι, λοιπόν, ότι είναι την ταχύτητα του Αυτοκινήτου του Κατηγορουμένου που στόχευσε και κλείδωσε η Μ.Κ.1, μέσω του ταχυμέτρου, ότι η ένδειξη στο ταχύμετρο ανέγραψε ως την ταχύτητα του εν κινήσει Αυτοκινήτου 80 χ.α.ώ., ότι το εν λόγω ταχύμετρο κατά τον ουσιώδη χρόνο λειτουργούσε ορθά. Όσον αφορά το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας της Μ.Κ.1, αποδέχομαι, επίσης, τα ακόλουθα ως ανταποκρινόμενα στην πραγματικότητα, τα οποία, ως διαφένη κατά την εξέλιξη της ακροαματικής διαδικασίας, αποτελούν κοινώς αποδεκτό υπόβαθρο γεγονότων:
- Ότι οδηγός του Αυτοκινήτου, το οποίο εκινείτο στις 23/9/2012 και ώρα 11:36 στην οδό Σταδίου στη Σωτήρα, με κατεύθυνση από Λιοπέτρι προς Σωτήρα, ήταν η Κατηγορούμενος.
- Το μέρος όπου έγινε ο έλεγχος ταχύτητας του Αυτοκινήτου είναι εντός κατοικημένης περιοχής και το ανώτατο όριο ταχύτητας είναι 50 χ.α.ώ. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, πέραν των όσων ρητά αποδέχομαι ανωτέρω, απορρίπτω το υπόλοιπο αμφισβητούμενο μέρος της μαρτυρίας της Μ.Κ.
- Έρχομαι τώρα στην ίδια τη μαρτυρία του Κατηγορουμένου, τον οποίο παρακολούθησα με περισσή προσοχή ενώ κατέθετε ενόρκως. Ο Κατηγορούμενος μου έκανε γενικά καλή εντύπωση, αλλά δεν με έπεισε ότι ήταν σε όλα τα θέματα ειλικρινής. Αυτός κατέθεσε με απλότητα, αμεσότητα, φυσικότητα, συνέπεια και πειστικότητα, η οποία ουδόλως κλονίστηκε κατά την αντεξέτασή του, σε σχέση με τα όσα έλαβαν χώρα μετά το χρονικό σημείο που του ανέφερε η σύζυγός του, Μ.Υ.1, ότι είδε την Μ.Κ.1 να σηκώνει πάνω το δεξί της χέρι. Η συνέπεια της εκδοχής του διεφάνη και από τη στάση που τήρησε κατά την αντεξέταση της Μ.Κ.1, δηλαδή τις ερωτήσεις που της υπέβαλλε και υποβολές που έθετε, οι οποίες βρίσκονται σε αρμονία με την επί του προκειμένου ένορκη εκδοχή του. Συνεπώς αποδέχομαι την επί του προκειμένου μαρτυρία του ως ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα. Δεν έπεισε, όμως, ο Κατηγορούμενος ότι ήταν σίγουρος ότι δεν οδηγούσε το Αυτοκίνητό του κατά τον επίδικο χρόνο και τόπο με ταχύτητα πέραν των 50 χ.α.ώ. Τουναντίον, κατά την αντεξέτασή του, ο Κατηγορούμενος ανέφερε απλώς ότι δεν νομίζει ότι έτρεχε έτσι. Είναι προφανές ότι ο Κατηγορούμενος, ο οποίος δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί, σε αντίθεση με την σύζυγό του που ήταν επιβάτης στο Αυτοκίνητο, το σήμα της Μ.Κ.1, ομοίως δεν αντιλήφθηκε ότι οδηγούσε με ταχύτητα πέραν του επιτρεπομένου ορίου. Η ταχύτητά του, όμως, τη δεδομένη στιγμή είχε διαπιστωθεί από την Μ.Κ.1 κατά τον έλεγχο που η τελευταία διενεργούσε με την βοήθεια του ταχυμέτρου. Η αρχική αντίδραση του Κατηγορουμένου και η άρνηση της αποδιδόμενης σε αυτόν Κατηγορίας είναι προφανές ότι οφείλεται σε κάποια σύγχυση κατά την συνομιλία που είχε με την Μ.Κ.1 όταν σταμάτησε κατά την επιστροφή του προς Λιοπέτρι, αλλά και ένεκα του ότι, κατά το εν λόγω χρονικό σημείο, εκ των πραγμάτων δεν θα μπορούσε να του υποδειχθεί η ένδειξη του ταχυμέτρου. Τέλος, όσον αφορά στην Μ.Υ.1, θεωρώ ότι αυτή μετέφερε στο Δικαστήριο την αλήθεια για όσα γεγονότα περιήλθαν στην αντίληψή της κατά τους επίδικους χρόνους. Αυτή, όμως, δεν γνώριζε ούτε και ήταν σε θέση να γνωρίζει κατά πόσον ο σύζυγός της οδηγούσε με ταχύτητα πέραν του επιτρεπομένου ορίου. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και ευρήματα, θα προχωρήσω να εξετάσω αν στοιχειοθετούνται, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. Νομική πτυχή και συμπεράσματα Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφοβολίας. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του αδικήματος, αντικείμενο της κατηγορίας, και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και αν είναι. Βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363. Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής. Βλ. Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401. Όπως τονίστηκε στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ. 264 «οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής.» Όπως καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτή θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και απαλλαγεί από την κατηγορία. Το Άρθρο 6
(2)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, Ν.86/72 (στο εξής «ο Νόμος»), προνοεί τα ακόλουθα: «Τη συναινέσει του Αρχηγού της Αστυνομίας, η αρμόδια αρχή δύναται να ορίση, αναφορικώς προς οιανδήποτε οδόν, ανώτατον ή κατώτατον όριον ταχύτητος, όπερ, καθ' όσον αφορά εις οδόν κειμένην εν τη κατωκημένη περιοχή οιασδήποτε πόλεως ή χωρίου, δεν δύναται να υπερβαίνη τα τεσσαράκοντα μίλια την ώραν· το ούτω καθοριζόμενον όριον ταχύτητος θέλει αναγραφή επί πινακίδων τοποθετουμένων επί των οδών κατά τοιούτον τρόπον ώστε ευχερώς να διακρίνωσι ταύτας οι χρησιμοποιούντες τας τοιαύτας οδούς οδηγοί· η αρμοδία αρχή δύναται, ωσαύτως τη συναινέσει του Αρχηγού της Αστυνομίας, να μεταβάλη παν ούτω ορισθέν όριον ταχύτητος: Νοείται ότι μέχρις ου η αρμόδια αρχή προβή εις τον ορισμόν τοιούτου ορίου ταχύτητος, τούτο δεν δύναται να υπερβαίνη, εντός των κατωκημένων περιοχών οιασδήποτε πόλεως ή χωρίου, το όριον των τριάκοντα μιλίων την ώραν.» Περαιτέρω, το εδάφιο
(3)του Άρθρου 6 του Νόμου διαλαμβάνει πως: «
(3)Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού με ταχύτητα μεγαλυτέραν του ανωτάτου ή μικροτέραν του κατωτάτου ορίου ταχύτητας όπερ έχει ορισθή υπό της αρμοδίας αρχής δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(2)ή της επιφυλάξεως αυτού είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται, εν περιπτώσει καταδίκης, εις φυλάκισιν μη υπερβαίνουσαν το έν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας επτακοσίας πεντήκοντα λίρας ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.» Στα περιστατικά της παρούσας, ο Κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε το καθορισμένο όριο ταχύτητας στον επίδικο δρόμο και χρόνο. Σε κάθε περίπτωση, έχει ήδη αποτελέσει εύρημά μου, κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Μ.Κ.1, ότι επρόκειτο για κατοικημένη περιοχή και το ανώτατο όριο ταχύτητας ήταν 50 χ.α.ώ. Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Έπαρχος Λεμεσού ν. Γιωργαλλά
(2003)2 Α.Α.Δ. 298, όπου έγινε μια ανασκόπηση της Αγγλικής νομολογίας σε σχέση με την έννοια του όρου «πραγματική μαρτυρία» (real evidence), με αναφορά, μεταξύ άλλων, στην The Statute of Liberty [1968] 2 All E.R. 195, οι ενδείξεις μηχανήματος ή συσκευής, η οποία λειτουργεί μόνη της χωρίς την ανθρώπινη επέμβαση και οι οποίες καταγράφονται μηχανικά, αποτελούν πραγματική και όχι εξ ακοής μαρτυρία για να αποδειχθεί το γεγονός για το οποίο χρησιμοποιείται. Στην υπόθεση Πετράκης ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 455, το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε ότι το κατά πόσο ο εκεί μάρτυρας της Κατηγορούσας Αρχής υπέδειξε ή όχι το ταχύμετρο στον εκεί κατηγορούμενο ήταν επουσιώδες, είτε προς απόδειξη της ενοχής του εκεί κατηγορουμένου, είτε προς την αξιοπιστία του μάρτυρα, αν και θα ήταν χρήσιμο το ταχύμετρο να επιδεικνύεται πάντοτε για σκοπούς επιβεβαίωσης. Συνεπώς, στα περιστατικά της παρούσας, υπό το φως των ευρημάτων στα οποία προβαίνω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Μ.Κ.1 και του Κατηγορουμένου, δεν κέκτηται όποιας σημασίας για την απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής το ότι δεν υπεδείχθη το ταχύμετρο στον Κατηγορούμενο. Θα πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι, σε περίπτωση που ο Κατηγορούμενος επέστρεφε στο σημείο που βρισκόταν η Μ.Κ.1 αμέσως μόλις του ανέφερε η σύζυγός του ότι είδε την Μ.Κ.1 να σηκώνει το δεξί της χέρι, τότε η Μ.Κ.1 θα του έδειχνε την ένδειξη του ταχυμέτρου και θα επιβεβαίωνε και ο ίδιος την ταχύτητά του. Υπό το φως, λοιπόν, των ευρημάτων στα οποία προβαίνω ανωτέρω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, ως και στο παρόν μέρος της απόφασής μου, αποτελεί αναπόδραστη κατάληξή μου ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της Κατηγορίας. Καταληκτικά, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην Κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............. Μ. Μηλιώτου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο