Δημοκρατία ν. Asem Ali Ahmed Farag, Αρ. Υπόθεσης: 15031/13, 17/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2014:1 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Σύνθεση Κακουργιοδικείου: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Χ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15031/13 Δημοκρατία v. Asem Ali Ahmed Farag Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 17 Ιανουαρίου 2014 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χρ. Κυθραιώτου για Γενικόν Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο: κ. Χρ. Δημητρίου Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις πρώτες δύο κατηγορίες που αφορούν τα αδικήματα της συνωμοσίας για διάπραξη κακουργήματος, και συγκεκριμένα ληστείας, και της ληστείας. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, η ληστεία φέρεται να διαπράχθηκε στις 15.7.2013 στον Αρχάγγελο, όταν τρία πρόσωπα, οπλισμένα με μαχαίρια, έκλεψαν το χρηματικό ποσό των €800, περιουσία του Αντώνη Καλοπέσα, και κατά τη διάρκεια της κλοπής χρησιμοποίησαν πραγματική βία εναντίον της Φρόσως και του Αντώνη Καλοπέσα, ενώ μετά την κλοπή κτύπησαν και τραυμάτισαν τον Ειρηναίο Καλοπέσα με σκοπό την εξουδετέρωση της αντίστασης που αυτός προέβαλε. Πριν την έναρξη της ακρόασης και μετά την τροποποίηση των λεπτομερειών αδικήματος της τρίτης κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή σε αυτή για το αδίκημα της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία. Έτσι, η ακροαματική διαδικασία αφορούσε μόνο τις πρώτες δύο κατηγορίες. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Οι 3 παραπονούμενοι κατέθεσαν ενόρκως, υιοθετώντας ουσιαστικά τις καταθέσεις που έδωσαν στην Αστυνομία. Τα επίδικα γεγονότα, όπως προκύπτουν από τη μαρτυρία τους, έχουν ως ακολούθως: Οι Αντώνης και Φρόσω Καλοπέσα (Μ.Κ.10 και 11 αντίστοιχα) είναι ανδρόγυνο και διαμένουν μαζί με τον γιο τους, Ειρηναίο Καλοπέσα (Μ.Κ.6), στην οδό Λυκαβητού 2, Λακατάμεια, Αρχάγγελο. Είναι ιδιοκτήτες του αρτοποιείου «Χρυσοβαλάντου» το οποίο βρίσκεται μπροστά από την οικία τους. Συγκεκριμένα, η πίσω πλευρά του αρτοποιείου εφάπτεται της αριστερής πλευράς της οικίας. Η οικία είναι ισόγεια και η κύρια είσοδος της βρίσκεται στη δεξιά πλευρά της και είναι μία μονόφυλλη, αλουμινένια ανοιγόμενη πόρτα. Στη δεξιά πλευρά του αρτοποιείου υπάρχει διάδρομος που οδηγεί σε σκαλιά που ανεβάζουν στη βεράντα της οικίας. Στην πρόσοψη και τη δεξιά πλευρά της υπάρχει βεράντα με πέρκολα. Από τότε που μετακόμισαν στο σπίτι, δηλαδή από το 1995-1996, έχουν χρηματοκιβώτιο, το οποίο βρίσκεται στη δεξιά πλευρά πίσω από την κύρια είσοδο της οικίας. Συνηθίζουν στον κύκλο της οικογένειας και της εργασίας να αποκαλούν το χρηματοκιβώτιο «κάσια» για να μην μπορεί να γίνεται αντιληπτό ότι αφορά χρηματοκιβώτιο, και σε αυτό φυλάσσονται τα κοσμήματα της Μ.Κ.11 και οι εισπράξεις από το αρτοποιείο. Το αρτοποιείο ανοίγει στις 05.30π.μ. και κλείνει στις 23.00μ.μ. Ο Μ.Κ.6 συνήθως παίρνει τις εισπράξεις της ημέρας και κλείνει το αρτοποιείο. Ο Μ.Κ.6 έρχεται από τη δεξιά πλευρά του αρτοποιείου από τον διάδρομο, ανεβαίνει τις σκάλες και μπαίνει στο σπίτι. Στις 15.7.2013 και περί ώρα 22.45μ.μ., οι Μ.Κ.10 και 11 επέστρεψαν στο σπίτι τους, ενώ ο Μ.Κ.6 είχε επιστρέψει πιο νωρίς και είχε πάει στο αρτοποιείο για να πάρει τις εισπράξεις της ημέρας. Οι Μ.Κ.10 και 11 μπήκαν στο σπίτι και η Μ.Κ.11 προχώρησε στο υπνοδωμάτιο της για να ετοιμαστεί να ξαπλώσει. Ο Μ.Κ.10 έμεινε στο σαλόνι και έψαχνε τις παντόφλες του. Ενώ τις βρήκε και ήταν σκυφτός, είδε 3 άτομα να μπαίνουν από την κύρια είσοδο του σπιτιού η οποία ήταν ανοικτή και να πηγαίνουν προς εκείνον. Και οι 3 είχαν καλυμμένα τα πρόσωπα τους και φαίνονταν μόνο τα μάτια τους. Είδε ότι οι δύο από αυτούς κρατούσαν από ένα μαχαίρι. Ο ένας είχε ύψος περίπου 1.85 εκ. και ήταν λεπτός (εφεξής «πρώτος δράστης»). Κρατούσε μαχαίρι με χειρολαβή πράσινου ανοικτού χρώματος και καμπυλωτή λεπίδα. Αυτός πήγε προς το μέρος του Μ.Κ.10, τον πήρε από τον λαιμό έχοντας το μαχαίρι που κρατούσε κοντά στο μάτι του και τον γονάτισε στο έδαφος. Είπε στον Μ.Κ.10 σε σπασμένα Ελληνικά «Κόψω κκελλέ σου» και ο Μ.Κ.10 τον ρώτησε γιατί. Ο Μ.Κ.10 δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί αν του απάντησε, αλλά νομίζει ότι του είπε «λεφτά» ή κάτι για λεφτά. Όταν ο Μ.Κ.10 του είπε ότι δεν έχει, αυτός τον τραυμάτισε με το μαχαίρι στον δείκτη και στο μεσαίο δάκτυλο του δεξιού χεριού. Πριν από αυτό, ο πρώτος δράστης του έκανε μια μαχαιριά πάνω από το δεξί φρύδι και το αριστερό μάτι. Ο Μ.Κ.10 του είπε επίσης ότι είναι εγχειρισμένος και να τον αφήσει, και τότε αυτός τραυμάτισε ξανά τον Μ.Κ.10 στο ίδιο σημείο. Ακολούθως ο Μ.Κ.10 αντιστάθηκε και τον άρπαξε από την κουκούλα και τον δάγκωσε στο αριστερό χέρι. Πρόσεξε ότι ο πρώτος δράστης φορούσε πλαστικά άσπρα γάντια. Εν τω μεταξύ, τη δεύτερη φορά που ο πρώτος δράστης τον τραυμάτισε στα δάκτυλα, μπήκε στο σπίτι ο Μ.Κ.
- Μόλις ο πρώτος δράστης είδε τον Μ.Κ.6, άφησε τον Μ.Κ.10 και έτρεξε να φύγει. Ο Μ.Κ.10 δεν είχε δει τους άλλους δύο δράστες, οι οποίοι προφανώς ήταν στο δωμάτιο όπου βρισκόταν η Μ.Κ.11, γιατί τους άκουγε που μιλούσαν και η Μ.Κ.11 τους έλεγε «πείτε μου τι θέλετε να σας δώσω». Επίσης ο Μ.Κ.10 ανέφερε προφορικά ότι άκουσε τη σύζυγο του να φωνάζει ότι ο άντρας της είναι εγχειρισμένος και να τον αφήσουν. Σύμφωνα με τη Μ.Κ.11, ενώ αυτή ήταν στο δωμάτιο της άκουσε τον σύζυγο της να φωνάζει και μετά από λίγο μπήκαν μέσα δύο άτομα, ο ένας έψαχνε στο δωμάτιο και ο άλλος την άρπαξε από τον λαιμό. Και οι δύο κρατούσαν μαχαίρια. Αυτός που κρατούσε τη Μ.Κ.11 (εφεξής «τρίτος δράστης») της είπε σε σπαστά Ελληνικά «Μεν φοάσαι δεν θα κάνω σου κακό». Της είπε ότι ήθελε λεφτά και ρωτούσε πού είναι τα λεφτά, και ακόμα της είπε «Θέλω κλεικιά κάσια, πούντα κλεικιά κάσια;» Αυτός ήταν μέτριου αναστήματος, γύρω στα 1.60 εκ., δηλαδή λίγο πιο ψηλός από την ίδια, λεπτός με σκουρόχρωμα ρούχα και φαίνονταν μόνο τα μάτια του επειδή είχε καλυμμένο το πρόσωπο του. Ο δεύτερος (εφεξής «δεύτερος δράστης») ήταν λίγο πιο ψηλός, λεπτός με σκουρόχρωμα ρούχα και επίσης είχε καλυμμένο το πρόσωπο. Και οι δύο προσπάθησαν να την καθίσουν στο κρεβάτι αλλά δεν τα κατάφεραν επειδή αντιστάθηκε, και αφού έμειναν εκεί για περίπου 5 λεπτά έφυγαν. Κατά την προφορική της μαρτυρία η Μ.Κ.11 ανέφερε ότι ο τρίτος δράστης ήταν πολύ κοντά της όταν της μιλούσε και την κρατούσε με το ένα χέρι από τον λαιμό, δηλαδή στο στόμα και στη μύτη, ενώ με το άλλο είχε το μαχαίρι στον λαιμό της. Όταν αυτή προσπάθησε να αντισταθεί ένιωσε 3 φορές να τη γδέρνει με το μαχαίρι στη δεξιά πλευρά του λαιμού της, ενώ ο άλλος τον βοηθούσε και την έγδαρε 2 φορές με το μαχαίρι που κρατούσε στην αριστερή πλευρά του λαιμού της. Η Μ.Κ.11 απάντησε ότι τα κλειδιά τα είχε ο γιος της και να προσέχουν τον άντρα της επειδή ήταν εγχειρισμένος, γιατί αυτή τον άκουγε που σπάραζε. Ο τρίτος δράστης της είπε να μην φωνάζει και αυτή ηρέμησε λίγο, ενώ ο δεύτερος δράστης που έψαχνε στο δωμάτιο τής είπε δύο φορές «σιώπα». Η Μ.Κ.11 είδε το μαχαίρι αυτού που το κρατούσε στη δεξιά πλευρά της και είχε λεπίδα μήκους 10-12 εκ., ενώ δεν είδε το μαχαίρι αυτού που το κρατούσε στην αριστερή πλευρά της επειδή ο τρίτος δράστης την κρατούσε με το κεφάλι προς τα πάνω και γυρισμένο προς τα δεξιά. Ο τρίτος δράστης ήταν ύψους 1.50-1.60 εκ. περίπου. Όταν ο Μ.Κ.6 μπήκε στο σπίτι, είδε τον πρώτο δράστη πάνω από τον πατέρα του ο οποίος βρισκόταν στο πάτωμα μέσα στο σαλόνι και αιμορραγούσε. Ο δράστης αυτός του επιτέθηκε προτάσσοντας το μαχαίρι. Τότε ο Μ.Κ.6 άφησε το ταμείο στον καναπέ και προσπάθησε να αμυνθεί ρίχνοντας σε αυτόν διάφορα αντικείμενα τα οποία βρήκε στο σαλόνι. Ο Μ.Κ.6 πρόσθεσε ότι δεν ήρθε σε σωματική επαφή με τον πρώτο δράστη, αλλά, μεταξύ άλλων, του έριξε ένα στρογγυλό τραπεζάκι που βρισκόταν στο μέσο του σαλονιού, και επανέλαβε ότι το μαχαίρι που κρατούσε ο πρώτος δράστης είχε καμπυλωτή λεπίδα. Αυτός φοβήθηκε και άνοιξε την πόρτα και τράπηκε σε φυγή. Τότε ο Μ.Κ.6 είδε ένα άλλο άτομο (δεύτερος δράστης) να εισέρχεται στο σαλόνι, κρατώντας μαχαίρι στο αριστερό του χέρι. Αυτός πήρε τα χρήματα, €800, που ο ΜΚ.10 άφησε πάνω στο ερμαράκι αφού τα είχε βγάλει από το παντελόνι του, και όταν είδε τον Μ.Κ.6 του επιτέθηκε προτάσσοντας το μαχαίρι. Για να αμυνθεί, ο Μ.Κ.6 τον πήρε από το χέρι με το οποίο κρατούσε το μαχαίρι και άρχισε να τον κτυπά με τα χέρια και τα πόδια του, με αποτέλεσμα να βγουν έξω στην αυλή του σπιτιού. Ο Μ.Κ.6 περιέγραψε αυτό τον δράστη (δεύτερος δράστης) να είναι πιο ψηλός του, δηλαδή πάνω από 1.74 εκ., και ανέφερε ότι είχε δει το μαχαίρι επειδή είχε συνεχή οπτική επαφή μαζί του και εκείνος κρατούσε το μαχαίρι πιο ψηλά. Αυτό είχε ευθεία λεπίδα, και ο δράστης είχε κάτι σαν μουστάκι. Εν τω μεταξύ βγήκε και το τρίτο άτομο (τρίτος δράστης) και όπως ο δεύτερος δράστης κτυπιόταν με τον Μ.Κ.6, αυτός, δηλ. ο τρίτος δράστης, τον κτύπησε στο πίσω μέρος του κεφαλιού, προφανώς με το πίσω μέρος του μαχαιριού, με αποτέλεσμα να ζαλιστεί. Τότε τα δύο άτομα τράπηκαν σε φυγή από διαφορετικές κατευθύνσεις. Ο ένας (δεύτερος δράστης) κατευθύνθηκε από την πίσω πλευρά του σπιτιού προς την οδό Πειραιώς και ο άλλος (τρίτος δράστης) έφυγε προς την οδό Μόρφου. Η οδός Μόρφου βρίσκεται ακριβώς μπροστά από την οικία των παραπονούμενων, οριζόντια σε σχέση με αυτή. Ο Μ.Κ.6 βγήκε στον δρόμο και άρχισε να καλεί σε βοήθεια. Εν τω μεταξύ βγήκε στην αυλή και η Μ.Κ.11, η οποία είδε τον τρίτο δράστη, που πριν την κρατούσε από τον λαιμό, να τρέχει και να μπαίνει στην οδό Μόρφου με κατεύθυνση την εκκλησία του Αγ. Παντελεήμονα, κρατώντας το μαχαίρι στα χέρια του. Αυτός έτρεχε πολύ γρήγορα, και δεν μπορούσε να τον φθάσει, οπότε άρχισε να φωνάζει βοήθεια. Σε σύντομο χρονικό διάστημα έφθασε στο μέρος η Αστυνομία και το ασθενοφόρο, με το οποίο οι Μ.Κ.6 και 10 διακομίστηκαν στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Κατά την αντεξέταση του ο Μ.Κ.10 ανέφερε ότι δεν είδε από πού μπήκαν ο δεύτερος και ο τρίτος δράστης, και ότι ζαλίστηκε ελαφρά αλλά είχε πλήρως τις αισθήσεις του. Περιέγραψε τον πρώτο δράστη ως τον πιο ψηλό και με ύψος περίπου 1.85-1.90μ., ενώ τους άλλους δύο πιο κοντούς, χωρίς να μπορεί να προσδιορίσει το ύψος τους, καθότι αυτός δεν είχε επαφή μαζί τους και τους είδε μόνο να φεύγουν ενώ βρισκόταν σε κατάσταση σοκ. Η Μ.Κ.11 από την πρώτη στιγμή είχε αναγνωρίσει τον τρίτο δράστη από τη φωνή, ότι επρόκειτο για τον Κατηγορούμενο, και το ανέφερε στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία την ίδια νύκτα. Ειδικότερα, η Μ.Κ.11 ανέφερε ότι από την ομιλία αυτού που την κρατούσε από τον λαιμό, κατάλαβε ότι ήταν Αραβόφωνος και τον αναγνώρισε ως τον Κατηγορούμενο, ο οποίος παλαιότερα ήταν ένας εκ των υπαλλήλων τους στο αρτοποιείο. Η ίδια ανέφερε, επίσης, ότι τον γνωρίζει πολύ καλά γιατί αυτός δούλευε εκεί για σχεδόν 4 χρόνια, και ότι ο σωματότυπος του τρίτου δράστη ήταν ο ίδιος με εκείνο του Κατηγορουμένου. Μεταξύ των αστυνομικών που πήγαν στη σκηνή τη νύκτα της 15ης Ιουλίου 2013 και ώρα 23.20μ.μ. ήταν ο Υπαστυνόμος Στέλιος Παναγίδης του ΤΑΕ Λευκωσίας, Μ.Κ.4, μαζί με τον Αστ. 1202 Κυριάκο Ευγενίου, του Κλιμακίου Διαρρήξεων του ΤΑΕ Λευκωσίας, Μ.Κ.14, ο οποίος είναι ο ανακριτής της παρούσας υπόθεσης. Εκεί συνάντησαν τους 3 παραπονούμενους, οι οποίοι τους ανέφεραν τι είχε γίνει. Η Μ.Κ.11 ανέφερε ότι ο ένας εκ των δραστών διέφυγε τρέχοντας κατά μήκος της οδού Μόρφου, με κατεύθυνση την εκκλησία του Αγ. Παντελεήμονα, και ότι η ίδια τον είχε αναγνωρίσει από τη φωνή και το κορμί ότι επρόκειτο για τον Κατηγορούμενο. Οι Μ.Κ.10 και 11 μεταφέρθηκαν στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, ενώ ο Μ.Κ.4 περπάτησε κατά μήκος της οδού Μόρφου. Σε απόσταση περίπου 150μ. εντόπισε στο δρόμο ένα μαχαίρι με κόκκινη χειρολαβή και με λεπίδα μήκους 15,5 εκ. Έδωσε οδηγίες στη Γ/Αστ. 575 Ανθή Χαραλάμπους του Αστ. Σταθμού Αγ. Δομετίου, Μ.Κ.8, να παραμείνει για φρούρηση του μέχρι την άφιξη του Α/Αστ. 1848 Στέφανου Ιωάννου του ΤΑΕ Λευκωσίας, Μ.Κ.
- Ο Μ.Κ.3 αφίχθηκε στη σκηνή και μεταξύ των ωρών 01.14-12.57π.μ. στην παρουσία και καθ΄ υπόδειξη του Μ.Κ.14, έλαβε αριθμό φωτογραφιών, Τεκμήριο 6, και παρέλαβε διάφορα Τεκμήρια, όπως φαίνονται στο Δελτίο Εξέτασης Σκηνής Εγκλήματος, Τεκμήριο
- Κατά τη μαρτυρία του κατέθεσε το μαχαίρι που εντοπίστηκε από τον Μ.Κ.4 ως Τεκμήριο
- Ο Μ.Κ.3 διευκρίνισε ότι το Τεκμήριο 8 δεν έφερε αίμα, ενώ οι φωτογραφίες του σαλονιού της οικίας των Παραπονούμενων απεικονίζουν φαιά ουσία στο πάτωμα. Στις 15.7.2013 και ώρα 23.46μ.μ. οι Μ.Κ.6 και 10 έφθασαν στο Τ.Α.Ε.Π. του Γ. Ν. Λευκωσίας και εξετάστηκαν από τους επί καθήκοντι γιατρούς. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός από τις δύο πλευρές ότι κατά την εξέταση του Μ.Κ.6 διαπιστώθηκε ότι αυτός έφερε πρόσφατο τραύμα 1 εκ. μήκους που έγινε με αιχμηρό αντικείμενο στη δεξιά νεφρική χώρα και του έγινε συρραφή. Ο Μ.Κ.6 έδειξε το σημάδι του στο Δικαστήριο. Επίσης ο Μ.Κ.6 έφερε κάταγμα πρώτου δακτύλου στο δεξί πόδι. Αποτελεί, επίσης, παραδεκτό γεγονός ότι κατά την εξέταση του Μ.Κ.10 αυτός είχε στο αριστερό μέτωπο αμυχή περίπου 2 εκ. και παλαμιαίο θλαστικό τραύμα στα δεξιά άκρα χειρός, τον δείκτη και το μεσαίο δάκτυλο, περίπου 1 εκ. Ουσιαστικά έφερε τέμνοντα τραύματα στο δείκτη και το μέσο δάκτυλο δεξιού άκρου χειρός, στην παλαμιαία επιφάνεια στο επίπεδο της μέσης φάλαγγας. Ο Μ.Κ.10 νοσηλεύτηκε και έλαβε εξιτήριο στις 18.7.
- Αυτός χειρουργήθηκε όσον αφορά τα τραύματα στο χέρι και κατά την επέμβαση ανευρέθηκε ότι τα δακτυλικά νεύρα του μεσαίου δακτύλου και του δείκτη παρουσίαζαν ημιδιατομή και έγινε συρραφή νεύρων με τεχνική μικροχειρουργική. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Ανδρέα Αγρότη, Διοικητικού Λειτουργού στην Υπηρεσία Ασύλου, Μ.Κ.1, ο Κατηγορούμενος αγόρασε αεροπορικό εισιτήριο για τη μετάβαση του στην Αίγυπτο την 1.8.2013 με τις Αιγυπτιακές Αερογραμμές, Τεκμήριο
- Αντίγραφο του εν λόγω εισιτηρίου βρισκόταν καταχωρημένο στον φάκελο του αλλοδαπού. Ο Μ.Κ.14 κατέθεσε το ένταλμα σύλληψης που είχε εκδοθεί εναντίον του Κατηγορούμενου, και το οποίο εκτελέστηκε την 1.8.2013 κατά την αναχώρηση του, στο αεροδρόμιο Λάρνακας. Ο Μ.Κ.14 ανέφερε ότι το ένταλμα σύλληψης είχε εκδοθεί στις 16.7.2013, κατόπιν της μαρτυρίας της Μ.Κ.11 η οποία είχε αναγνωρίσει τον Κατηγορούμενο από τη φωνή του. Έγιναν πολλές προσπάθειες για εντοπισμό του και αναζητήθηκε και μέσω μίας φίλης του η οποία, όμως, δεν μπορούσε να δώσει ακριβή στοιχεία. Τελικώς συνελήφθη στο αεροδρόμιο αφού ειδοποιήθηκαν ότι θα αναχωρούσε από την Κύπρο για τη χώρα του. Την 1.8.2013, ο Wysam Baakar, Μ.Κ.2, κλήθηκε να εκτελέσει χρέη διερμηνέα αναφορικά με την Αραβική γλώσσα, και στο αεροδρόμιο Λάρνακας βοήθησε τον Μ.Κ.14 να συλλάβει τον Κατηγορούμενο. Αφού ο Μ.Κ.2 του διάβασε τα δικαιώματα του, αυτός απάντησε ότι δεν έχει καμία σχέση. Ακολούθησε έρευνα της οικίας του από τον Μ.Κ.14, πάντα με τη βοήθεια του Μ.Κ.
- Την ίδια μέρα και ώρα 19.20μ.μ. ο Αστ. 2355 Γιώργος Τριάντος του ΤΑΕ Λευκωσίας, Μ.Κ.7, κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του Κατηγορουμένου, Τεκμήριο 5, έλαβε τα παρειακά του επιχρίσματα, Τεκμήριο
- Στις 3.8.2013 ο Μ.Κ.2 εκτέλεσε χρέη διερμηνέα αναφορικά με τη λήψη ανακριτικής κατάθεσης του Κατηγορουμένου από τον Μ.Κ.14, Τεκμήρια 2 Α στην Αραβική και 2 Β στην Ελληνική, και αναφορικά με τη λήψη γραπτής συγκατάθεσης του Κατηγορουμένου για αναγνώριση από άλλο πρόσωπο-Τεκμήριο 4 Α. Την ίδια μέρα στα γραφεία του ΤΑΕ Λευκωσίας, οι 3 παραπονούμενοι κλήθηκαν για να δουν τον Κατηγορούμενο. Η Μ.Κ.11 έδωσε συμπληρωματική κατάθεση στην οποία αναφέρει ότι όταν είδε εκεί τον Κατηγορούμενο, μίλησε μαζί του για μερικά λεπτά και από τη συνομιλία που είχε μαζί του, είναι σίγουρη ότι είναι αυτός που την κρατούσε και που της είχε το μαχαίρι στον λαιμό. Παρόλο που δεν τον είδε από τότε που έφυγε από το αρτοποιείο, μιλώντας μαζί του είναι σίγουρη ότι η φωνή του προσώπου που την κρατούσε είναι η ίδια με τη φωνή του Κατηγορουμένου. Ο Μ.Κ.10 με τη σειρά του τον αναγνώρισε μόνο ως το πρόσωπο που εργαζόταν στο παρελθόν στο αρτοποιείο, όμως δεν ήταν το άτομο που τον κρατούσε στο έδαφος. Ο Μ.Κ.6, σε συμπληρωματική κατάθεση, αναφέρει ότι διαπίστωσε ότι μοιάζει με το πρόσωπο που τον κτύπησε πίσω στο κεφάλι και έχασε λίγο την ισορροπία του. Ο σωματότυπος του είναι ο ίδιος. Ο Μ.Κ.6 τον ακολούθησε με σκοπό να τον πιάσει όταν αυτός έτρεξε να φύγει. Λόγω του ότι έπαιζαν ποδόσφαιρο πολλές φορές, ο Μ.Κ.6 ανέφερε στην κατάθεση του ότι ο τρόπος που έτρεχε ήταν πανομοιότυπος με αυτόν του Κατηγορουμένου. Η Γ/Αστ. 669 Καλλισθένη Κουσουλίδου, του ΤΑΕ Λευκωσίας, Μ.Κ.9, που ήταν παρούσα κατά την αναγνώριση του Κατηγορουμένου και έλαβε τις συμπληρωματικές καταθέσεις από τους Μ.Κ.10 και 11, με τη βοήθεια του Μ.Κ.2, επέστησε την προσοχή του Κατηγορουμένου στο Νόμο και αυτός δεν έδωσε απάντηση. Ακολούθως η Μ.Κ.9 έλαβε τα παρειακά επιχρίσματα των Μ.Κ.10 και 11, Τεκμήρια 11 και 10 αντίστοιχα. Κατατέθηκαν, επίσης, τα παρειακά επιχρίσματα του Μ.Κ.6 ως Τεκμήριο
- Αναφορικά με το θέμα της αναγνώρισης του Κατηγορουμένου από τους Μ.Κ.6 και 11, ο Μ.Κ.6 διευκρίνισε προφορικά ότι την επίδικη νύκτα δεν είχε αντιληφθεί ότι ο Κατηγορούμενος ήταν ένας εκ των δραστών, ενώ αργότερα τον κατάλαβε γιατί έπαιζαν μαζί μπάλα, και ο τρόπος που έτρεχε ήταν πολύ χαρακτηριστικός, δηλαδή το πώς κουνούσε το κορμί και τα χέρια του, και ήταν πάρα πολύ γρήγορος. Ο Μ.Κ.6 αρνήθηκε τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι δεν είχε καταλάβει ότι επρόκειτο για τον Κατηγορούμενο και επανέλαβε ότι ανέφερε ότι δεν ήταν απόλυτα βέβαιος ότι ο Κατηγορούμενος ήταν ο ένας εκ των δραστών και επειδή δεν ήθελε να πει ψέματα είπε ότι μοιάζει με τον δράστη. Η Μ.Κ.11 με τη σειρά της ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος εργάστηκε στο αρτοποιείο από τον Οκτώβριο 2008 μέχρι τον Μάιο
- Αυτός διέμενε σε υποστατικό στην αυλή του αρτοποιείου και, επομένως, γνώριζε τις ώρες λειτουργίας του. Η Μ.Κ.11 είχε καθημερινή επαφή μαζί του και μιλούσαν καθημερινά, στα Ελληνικά. Η ίδια έμαθε Ελληνικά στον Κατηγορούμενο, ο οποίος τα μιλούσε σπασμένα. Η Μ.Κ.11 είπε, επίσης, ότι ο Κατηγορούμενος γνώριζε τη διαδικασία αναφορικά με την είσπραξη από το αρτοποιείο και την τοποθέτηση των χρημάτων στο χρηματοκιβώτιο στο σπίτι τους, και ότι αυτός γνώριζε τον εσωτερικό χώρο του σπιτιού, καθότι η ίδια τον έστελνε να πάρει τα ψώνια εκεί, και ακόμα βοηθούσε την οικιακή βοηθό τους να μεταφέρει χαλιά από όλα τα δωμάτια στην αποθήκη πίσω από το σπίτι. Η Μ.Κ.11 πρόσθεσε ότι το Καλοκαίρι του 2011 ο Κατηγορούμενος ζήτησε άδεια και πήγε στη χώρα του για δύο μήνες για να παντρευτεί και, όταν επέστρεψε, είπε σε όλους τους συναδέλφους του ότι είχε παντρευτεί. Η υπεράσπιση υπέβαλε στη Μ.Κ.11 ότι αυτή δεν αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο, αλλά αυτό έγινε καθ΄ υπόδειξη της Αστυνομίας, ενώ η Μ.Κ.11 ανέφερε ότι τον είχε αναγνωρίσει από το ίδιο βράδυ. Ήταν σίγουρη γι΄ αυτό και το ανέφερε από την πρώτη στιγμή στην Αστυνομία. Ενώπιον του Δικαστηρίου υποδείχθηκε το μαχαίρι, Τεκμήριο 8, και στους 3 παραπονούμενους, και κανείς δεν το αναγνώρισε. Κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας τους αναφέρθηκε, επίσης, ότι ο Μ.Κ.6 δεν γνώριζε κατά πόσο ο Κατηγορούμενος είχε επαγγελματικές διαφορές με τους ιδιοκτήτες του αρτοποιείου, ενώ ο Μ.Κ.10 παραδέχθηκε ότι είχαν κάποιες εργατικές διαφορές οι οποίες διευθετήθηκαν μέσω του Υπουργείου Εργασίας. Στις 6.8.2013 ο Μ.Κ.2 βοήθησε στη λήψη δεύτερης ανακριτικής κατάθεσης του Κατηγορουμένου από τον Μ.Κ.14, Τεκμήριο 3 Α στην Αραβική και Τεκμήριο Β στην Ελληνική. Κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.14 ο συνήγορος υπεράσπισης υπέβαλε στον μάρτυρα ότι η Μ.Κ.11 ουδέποτε αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο, αλλά αυτό έγινε κατόπιν υπόδειξης και προτροπής του μάρτυρα. Ο Μ.Κ.14 αρνήθηκε επίμονα αυτή τη θέση λέγοντας ότι με την άφιξη του στη σκηνή, η Μ.Κ.11 ήταν απόλυτη ότι ένας εκ των δραστών ήταν ο Κατηγορούμενος. O συνήγορος υπεράσπισης επέμενε ότι ο Μ.Κ.14 είχε υποψίες για τον Κατηγορούμενο αφότου έλαβε την Έκθεση του Δρος Καριόλου, θέση την οποία ο μάρτυρας αρνήθηκε λέγοντας ότι η Έκθεση έγινε πολύ μεταγενέστερα της μαρτυρίας της Μ.Κ.11 και της έκδοσης του εντάλματος σύλληψης που έγινε την επομένη της ληστείας. Ο Μ.Κ.14 πρόσθεσε ότι η μεταγενέστερη αναγνώριση του Κατηγορούμενου από τη Μ.Κ.11 έγινε συμπληρωματικά με την κατάθεση της ως επιβεβαίωση της αρχικής αναγνώρισης της, καθώς και ότι το λεκτικό που περιέχεται στη συμπληρωματική της κατάθεση (ότι ανέφερε στην προηγουμένη της κατάθεση «ότι μπορεί να ήταν εκ των προσώπων που διέπραξαν τη ληστεία») είναι το λεκτικό που χρησιμοποιεί πάντοτε η Αστυνομία και δεν αφορούσε τη θέση της Μ.Κ.
- Τέλος ο συνήγορος υπεράσπισης αμφισβήτησε τη διαδικασία αναγνώρισης εφόσον αυτή αφορούσε μόνο τον Κατηγορούμενο και μάλιστα χωρίς καλυμμένο το πρόσωπο. Ο Μ.Κ.14 απάντησε επισημαίνοντας ότι ο ίδιος ο Κατηγορούμενος προτίμησε αυτή τη διαδικασία. Ο Αστ. 3515 Μάκης Νικολάου του ΤΑΕ Λευκωσίας, Μ.Κ.12, κλήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή κατόπιν αιτήματος του συνηγόρου υπεράσπισης για αντεξέταση. Αρχικά ρωτήθηκε γιατί η κατάθεση στην οποία ο ίδιος προέβη για την παρούσα υπόθεση δεν φέρει ημερομηνία, και αυτός απάντησε ότι αυτό δεν ενέχει σημασία καθότι η κατάθεση του τοποθετήθηκε στον φάκελο της υπόθεσης όταν ο Κατηγορούμενος, τότε ύποπτος, τελούσε υπό κράτηση με διάταγμα προσωποκράτησης. Ο συνήγορος υπεράσπισης έθεσε στον μάρτυρα το ακόλουθο απόσπασμα από την κατάθεση του, «Την 16.7.13 και περί ώρα 10:30 έλαβα γραπτό παράπονο από τον Ειρηναίο Καλοπέσα ότι περί ώρα 23:00 της 15.7.13 τρία άγνωστα πρόσωπα τα οποία βρίσκονταν εντός της κατοικίας του στη Λεωφόρο Λυκαβηττού 2 στον Αρχάγγελο του επιτεθήκαν με μαχαίρια όπου ο ένας εξ αυτών τον χτύπησε στο πίσω μέρος του κεφαλιού του και στη συνέχεια τράπηκαν σε φυγή προς άγνωστη κατεύθυνση». Όταν του τέθηκε ότι αυτό το απόσπασμα δεν συμφωνεί με την κατάθεση του Μ.Κ.10, ο Μ.Κ.12 παρέπεμψε στην κατάθεση του παραπονούμενου, Μ.Κ.10, ως την πηγή των όσων αναφέρει στη δική του κατάθεση. Μάλιστα διάβασε το σημείο της αναφοράς του Μ.Κ.10 ότι τα δύο άγνωστα πρόσωπα τράπηκαν σε φυγή από αντίθετες κατευθύνσεις, ο ένας προς την οδό Πειραιώς και ο άλλος προς τη Λεωφόρο Λυκαβηττού, εξηγώντας ότι ο ίδιος ανέφερε ότι οι δράστες τράπηκαν σε φυγή σε άγνωστη κατεύθυνση καθότι ο Μ.Κ.10 ήξερε τις οδούς αλλά δεν γνώριζε πού ακριβώς κατευθύνθηκαν στη συνέχεια. Στις 24.10.2013 ο Ιατροδικαστής Σοφοκλής Σοφοκλέους, Μ.Κ.5, κλήθηκε στο ΤΑΕ Λευκωσίας για να δώσει την άποψη του κατά πόσο όταν προκληθεί ένα τραύμα με μαχαίρι μπορεί να αφήσει αίμα στη λεπίδα του μαχαιριού. Ο Μ.Κ.5 εξέφρασε τη θέση ότι σε ένα τραύμα με μαχαίρι μπορεί η λεπίδα του μαχαιριού να φέρει ή και να μην φέρει ίχνη αίματος διότι κατά την έξοδο από την πληγή, μπορεί το αίμα να αφέθηκε στους ιστούς (δέρμα) και στο λίπος ή ακόμα πάνω στα ρούχα που δυνατό να φορούσε κάποιος. Σε ερώτηση κατά πόσο ένα τραύμα ενός εκατοστού μπορεί να προκληθεί με το μαχαίρι (Τεκμήριο 8) που απεικονίζεται στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 6, η απάντηση του μάρτυρα ήταν καταφατική. Ο Μ.Κ.13 Δρ Μάριος Καριόλου είναι Ανώτερος Μοριακός Γενετιστής και Διευθυντής του Εργαστηρίου Δικανικής Γενετικής (εφεξής «ΕΔΙΓ») στο Ινστιτούτο Νευρολογίας & Γενετικής Κύπρου (εφεξής «ΙΝΓΚ»). Κατά την κυρίως εξέταση του παρουσίασε βιογραφικό σημείωμα του ως Έγγραφο 12Α, καθώς και την Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης, την οποία ετοίμασε σχετικά με την παρούσα υπόθεση, ως Έγγραφο 12Β. Αναφέρεται στην εν λόγω έκθεση ότι προσωπικό του ΕΔΙΓ παρέλαβε από μέλη της Αστυνομίας 14 αντικείμενα και επιχρίσματα από τη σκηνή και τον περίγυρο, καθώς και παρειακά επιχρίσματα από τον Κατηγορούμενο και τους Μ.Κ. 6, 10 και
- Ζητήθηκε να απομονωθεί γενετικό υλικό και να γίνουν επιστημονικές αναλύσεις σε επίπεδο DNA. Στο Έγγραφο 12Β αναφέρεται, επίσης, πως απομονώθηκε γενετικό υλικό από 13 από τα αντικείμενα και επιχρίσματα που φέρονται να προήλθαν από τη σκηνή. Ο Δρ Καριόλου εξήγησε ότι τα δείγματα αυτά μελετήθηκαν και με βάση τις συγκρίσεις που έγιναν σε επίπεδο γενετικού υλικού κατέληξε σε σειρά 20 συμπερασμάτων τα οποία κατέγραψε στην έκθεσή του. Κατά την προφορική του μαρτυρία αναγνώρισε ως ένα από τα αντικείμενα που εξέτασε το Τεκμήριο 8 (μαχαίρι με κόκκινη χειρολαβή) και ως τα παρειακά επιχρίσματα τα Τεκμήρια 9 -
- Εξήγησε τον άμεσο και έμμεσο τρόπο μεταφοράς γενετικού υλικού, καθώς και την έννοια του ηλεκτροφερογράμματος που αναφέρεται στην έκθεσή του, ως την εικόνα που παίρνει κάποιος επιστήμονας αφού μελετήσει ένα δείγμα DNA και παίρνει το γενετικό προφίλ. Παρουσίασε δε, τέτοια ηλεκτροφερογράμματα για τα συμπεράσματα υπ' αρ. 1 και 2 του Εγγράφου 12Β, καθώς και για τα γενετικά προφίλ του Κατηγορουμένου και των τριών Παραπονουμένων, ως Τεκμήριο
- Στο τελευταίο επισυνάπτονται και οι αποκαλούμενοι «Μάρτυρες», οι οποίοι αφορούν την επιβεβαίωση ορθής λειτουργίας του γενετικού αναλυτή. Προς διευκόλυνση παρουσίασε και επεξηγηματικό σημείωμα ηλεκτροφερογραμμάτων ως Τεκμήριο 14, τονίζοντας ότι όταν εντοπίζονται πέραν των δύο αλληλίων σε κάθε χρωμοσωμική θέση, τότε αυτό συνιστά ένδειξη ότι υπάρχει μείγμα DNA (και όχι μονό). Στη συνέχεια επεξήγησε το δεύτερο συμπέρασμα του Εγγράφου 12Β, δηλαδή το ότι το γενετικό προφίλ της κύριας συνεισφοράς του μικτού DNA από τη λεπίδα του Τεκμηρίου 8 ταυτίζεται πλήρως με το γενετικό προφίλ του DNA το οποίο λήφθηκε από τον Ειρηναίο Καλοπέσα (Μ.Κ. 6), προβαίνοντας και σε υποδείξεις στα σχετικά ηλεκτροφερογράμματα. Με βάση πειράματα στο ΙΝΓΚ και τα χαρακτηριστικά του εντοπισθέντος DNA στη λεπίδα εξέφρασε την άποψη πως η εναπόθεση του εκεί πρέπει να ήταν άμεση. Αναφορικά με το πρώτο συμπέρασμά του ο Δρ Καριόλου είπε πως αφορά το γενετικό υλικό το οποίο εντοπίστηκε στην κόκκινη χειρολαβή του ιδίου μαχαιριού, δηλαδή του Τεκμηρίου
- Αναφέρεται στην έκθεση ότι εκεί απομονώθηκε μικρή ποσότητα μικτού γενετικού υλικού που παρουσιάζει μικτό γενετικό προφίλ, το οποίο προέρχεται από τουλάχιστον τέσσερα άτομα. Θεωρώντας τέσσερα άτομα ως δότες μελετήθηκαν δύο αλληλοαναιρούμενες θέσεις - σενάρια ως προς την προέλευση του μείγματος, ήτοι ότι προέρχεται (α) είτε από τον Κατηγορούμενο και τρία άγνωστα άτομα, (β) είτε από τέσσερα άγνωστα άτομα. Από τη μελέτη κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το εν λόγω μείγμα είναι 19.000.000.000 φορές πιο πιθανόν να παρατηρηθεί εάν είναι μείγμα που προέρχεται από τον Κατηγορούμενο και τρία άγνωστα άτομα, παρά από τέσσερα άγνωστα άτομα. Ο Δρ Καριόλου προχώρησε να εξηγήσει το πιο πάνω συμπέρασμα τονίζοντας εξαρχής ότι εξαιτίας της ύπαρξης πάρα πολλών αλληλίων και του ότι σε κάποιες περιπτώσεις αυτά έχουν αρκετά μικρές κορυφές σε σχετικές μονάδες φθορισμού (Σ.Μ.Φ ή RFUs), η ανάλυση αυτού του μείγματος είναι πιο δύσκολη διότι πρέπει να ληφθούν πάρα πολλά πράγματα υπόψιν. Στα πλαίσια αυτά εξήγησε τα σχετικά ηλεκτροφερογράμματα του Τεκμηρίου 13 υποδεικνύοντας ότι τα αλλήλια που παρατηρούνται στο γενετικό προφίλ του Κατηγορουμένου παρατηρούνται όλα και στο μικτό γενετικό προφίλ από τη χειρολαβή σε όλες τις χρωμοσωμικές θέσεις και σε ορισμένες μάλιστα παρατηρούνται σε σχετικά μεγαλύτερη ποσότητα, (δίνοντας παραδείγματα). Όσον αφορά τους Μ.Κ. 6, 10 και 11 παρότι υπάρχουν αλλήλια τους σε αρκετές χρωμοσωμικές θέσεις, εντούτοις απουσιάζουν κάποια (αλλήλια) σε άλλες θέσεις. Είναι γι' αυτό που δεν μπορούν να αποκλειστούν από δότες μέρους του υλικού στη χειρολαβή. Έχοντας υπόψιν τα αλλήλια από το γενετικό υλικό του Κατηγορουμένου, έκρινε αναγκαίο να εξηγήσει για ποιο λόγο κατέληξε στην πρώτη εκδοχή - σενάριο (Κατηγορούμενος και τρεις άγνωστοι) συνεκτιμώντας ότι κάποιος τρίτος θα μπορούσε ίσως να σκεφτεί ότι η ύπαρξη κάποιων αλληλίων εκτός αυτών του Κατηγορουμένου σε κάποιες θέσεις αφορά άλλο ομόζυγο άτομο. Για την απάντηση χρησιμοποίησε την Ανάλυση του Λόγου των Πιθανοτήτων ως προς τις δύο εκδοχές (σενάρια (α) και (β) ανωτέρω). Όπως έχει λεχθεί, σύμφωνα με το μάρτυρα, οι στατιστικές πράξεις οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το πρώτο σενάριο είναι 19 δις φορές πιο πιθανό έναντι του άλλου. Ως προς τον τρόπο που εργάστηκε για την στατιστική αυτή ανάλυση παρουσίασε σχετικό έγγραφο παράδειγμα ως Τεκμήριο
- Πρόσθεσε ότι εν πάση περιπτώσει είχε υπολογίσει και τον λόγο των πιθανοτήτων θέτοντας ως πρώτο σενάριο την περίπτωση να είναι δότες ο Κατηγορούμενος και οι Μ.Κ. 6, 10 και
- Διαπίστωσε ότι έτσι ο λόγος των πιθανοτήτων είναι πολύ πιο ψηλός και, ως εκ τούτου, επέλεξε την πιο συντηρητική τιμή του λόγου αυτού. Κατά την άποψη του οι μικρές διαφορές στις συχνότητες αλληλίων μεταξύ διαφορετικών πληθυσμών δεν είναι ικανές να διαφοροποιήσουν την σπανιότητα ενός γενετικού προφίλ, όταν η αναλογία είναι 1 προς 19.000.000.
- Ανεξαρτήτως της άποψης αυτής προσπάθησε με έρευνα στη διεθνή βιβλιογραφία να εντοπίσει τις συχνότητες αλληλίων του Αιγυπτιακού πληθυσμού στις χρωμοσωμικές θέσεις που μελετά το σύστημα του ΕΔΙΓ (PowerPlex ESX 17), πλην, όμως, εντόπισε μόνο μερικές. Με βάση αυτές προέβη σε στατιστική εκτίμηση σύγκρισης Ελληνοκυπριακού και Αιγυπτιακού πληθυσμού, απλώς, για να διαφανεί η διακύμανση, δεχόμενος όμως ότι το αποτέλεσμα της εκτίμησης αυτής δεν μπορεί να συγκριθεί με το συμπέρασμα αρ. 1 επειδή στο τελευταίο υπήρχαν όλες οι χρωμοσωμικές θέσεις του συστήματος. Το συμπέρασμα του όπως εξήγησε και στο Τεκμήριο 16 ήταν ότι η χρήση δεδομένων του Ελληνοκυπριακού πληθυσμού για τον υπολογισμό του λόγου των πιθανοτήτων είτε δεν διαφέρει κατά πολύ από τιμές που λαμβάνει κάποιος χρησιμοποιώντας δεδομένα του Αιγυπτιακού πληθυσμού, είτε η τιμή είναι πολύ πιο συντηρητική από αυτή που λαμβάνεται με τη χρήση δεδομένων των Αιγυπτίων. Με το Τεκμήριο 17 το οποίο παρουσίασε, ο Δρ Καριόλου αναφέρεται στη χρήση Δειγμάτων - Μαρτύρων (Controls) των οποίων ο ρόλος είναι να επιβεβαιώνουν ότι το περιβάλλον στο χώρο των αναλύσεων και τα αντιδραστήρια δεν έχουν επιμολύνσεις, καθώς και ότι το σύστημα γενετικού αναλυτή τυποποιεί τα δείγματα σωστά. Αντεξεταζόμενος εξήγησε ότι η διατήρηση του DNA σε κάποιο αντικείμενο επηρεάζεται από περιβαλλοντικές επιβαρύνσεις (π.χ. πλύσιμο, έκθεση στον ήλιο), αλλά είναι πιθανός και ο εντοπισμός του μετά από αρκετό χρόνο, αναλόγως των περιστάσεων. Μέχρι σήμερα όμως από επιστημονικής πλευράς δεν μπορεί να καθοριστεί η ηλικία ενός δείγματος DNA. Ως προς τη στατιστική ανάλυση διευκρίνισε πως το ότι στα δύο σενάρια του πρώτου συμπεράσματος εξέλαβε ως άγνωστα τα τρία άτομα, εκτός του Κατηγορούμενου, είναι προς το συμφέρον του τελευταίου καθότι σε αντίθετη περίπτωση ο λόγος των πιθανοτήτων θα ήταν πλέον 1 προς 200.000.000.000, δηλαδή πιο δυνατός. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής το Δικαστήριο εξετάζοντας τη μαρτυρία έκρινε καθηκόντως και στην απουσία σχετικής εισήγησης από μέρους της Υπεράσπισης ότι απεδείχθη εκ πρώτης όψεως υπόθεση και στις δύο κατηγορίες που ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Αφού εξηγήθηκαν στη συνέχεια από το Δικαστήριο τα δικαιώματα που είχε ο Κατηγορούμενος για σκοπούς υπεράσπισης του, αυτός επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής και να μην προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία. Σε τέτοια περίπτωση, όπου ο Κατηγορούμενος παραλείπει να δώσει ενόρκως μαρτυρία ή να καλέσει μάρτυρες προς υπεράσπιση, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής είναι (α) αξιόπιστη και, αν ναι, (β) αν είναι ικανοποιητική για να αποδείξει την κατηγορία, καθότι ο Κατηγορούμενος συνταγματικά και νομολογιακά τεκμαίρεται αθώος μέχρις ότου η Κατηγορούσα Αρχή αποδείξει την ενοχή του στο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Αξιολόγηση Μαρτυρίας Κατηγορούσας Αρχής Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μας. Αξιολογήσαμε τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, ποιότητα και σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και καθοδηγούμενοι από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης και διάφορα άλλα στοιχεία τα οποία κατά περίπτωση θα αναφερθούν κατωτέρω. Προτού προχωρήσουμε να αξιολογήσουμε τη μαρτυρία κάθε μάρτυρα, επιθυμούμε να τονίσουμε ότι η αξιολόγηση μας δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά την έχουμε συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, δηλαδή, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό[1]. Αξιολόγηση μαρτύρων-αστυνομικών Θα ασχοληθούμε πρώτα με την αξιολόγηση των αστυνομικών που κατέθεσαν στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης. Ο Μ.Κ.3 υιοθέτησε ως μέρος της κύριας εξέτασης του την κατάθεση που ετοίμασε για τις ενέργειες του στο πλαίσιο διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης και κατέθεσε ως τεκμήρια τόσο τις φωτογραφίες που ο ίδιος έλαβε όσο και άλλα τεκμήρια που είχε στην κατοχή του μαζί με τον σχετικό Κατάλογο Τεκμηρίων. Όλες οι ενέργειες του επιβεβαιώνονται από τα τεκμήρια που ο ίδιος κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, έτσι ώστε να διαφαίνεται η όλη εμπλοκή του μάρτυρα στην παρούσα υπόθεση με αντικειμενικό και ολοκληρωμένο τρόπο. Ο Μ.Κ.3 ήταν ιδιαίτερα επεξηγηματικός αναφορικά με τις φωτογραφίες και έδωσε ακόμα περαιτέρω λεπτομέρειες γι΄ αυτές κατά την αντεξέταση του η οποία περιορίστηκε σε αυτό το θέμα. Η μαρτυρία του Μ.Κ.3 ουδόλως αμφισβητήθηκε ή κλονίστηκε σε οποιοδήποτε στάδιο της μαρτυρίας του και έτσι την αποδεχόμαστε στο σύνολο της ως αξιόπιστη. Ο Μ.Κ.4 επίσης δημιούργησε θετική εικόνα προς το Δικαστήριο. Και ο εν λόγω μάρτυρας υιοθέτησε την κατάθεση του και αναφέρθηκε στις δικές του ενέργειες αφού έφτασε στη σκηνή. Κλήθηκε από τον συνήγορο υπεράσπισης κατά την αντεξέταση του να δώσει κάποιες επιπρόσθετες πληροφορίες αναφορικά με την παρούσα υπόθεση. Η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη και ακλόνητη και, επομένως, την αποδεχόμαστε ως αληθή. Σε αυτό το σημείο επισημαίνουμε ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.4 συνάδει με τη μαρτυρία της Μ.Κ.8, η οποία με τη σειρά της αφίχθηκε στη σκηνή και κλήθηκε από τον Μ.Κ.4 να θέσει υπό φρούρηση το μαχαίρι, Τεκμήριο 8, μέχρι την άφιξη του Μ.Κ.3 στο μέρος. Η αντεξέταση της ήταν ιδιαίτερα σύντομη και ήταν ουσιαστικά μία επανάληψη των συνθηκών εντοπισμού του μαχαιριού που δεν είχε γίνει από την ίδια αλλά από τον Μ.Κ.
- Προσθέτουμε ακόμα ότι η μαρτυρία των Μ.Κ.3, 4 και 8 συμπληρώνει η μία την άλλη, αναφορικά με τη δράση της Αστυνομίας στη σκηνή. Υπό το φως αυτών των δεδομένων, καταλήγουμε ότι και η μαρτυρία της Μ.Κ.8 είναι αξιόπιστη και γίνεται πλήρως αποδεκτή από το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο υιοθετεί, επίσης, ως αξιόπιστη τη μαρτυρία του Μ.Κ.7, ο οποίος, απλώς, έλαβε τα παρειακά επιχρίσματα του Κατηγορούμενου και δεν έτυχε καν αντεξέτασης. Η Μ.Κ.9 ήταν αυτή που έλαβε τα παρειακά επιχρίσματα των Μ.Κ.10 και 11 και ήταν παρούσα κατά τη διαδικασία αναγνώρισης του Κατηγορούμενου από τη Μ.Κ.
- Η μαρτυρία της περιορίστηκε στις εν λόγω ενέργειες της, ενώ στην αντεξέταση της επισήμανε ότι η Μ.Κ.11 είχε αναγνωρίσει τη φωνή του Κατηγορούμενου και το ανέφερε στην αρχική της κατάθεση. Η Μ.Κ. 9 είπε επίσης την επίστηση που έκανε στον Κατηγορούμενο μετά την αναγνώριση του. Η μαρτυρία της Μ.Κ.9 αφορούσε βασικά τις δικές της ενέργειες για την παρούσα υπόθεση. Αυτή δεν αμφισβητήθηκε και, επομένως, κρίνεται πλήρως αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Ο Μ.Κ.12 επίσης άφησε θετική εικόνα προς το Δικαστήριο, καθότι η αντεξέταση του περιορίστηκε στο θέμα της παράλειψης καταγραφής της ημερομηνίας στην κατάθεση του και σε ένα απόσπασμα αυτής. Θεωρούμε ότι ο Μ.Κ.12 έδωσε τις απαραίτητες εξηγήσεις γι΄ αυτά τα θέματα, οι οποίες κρίνονται λογικές. Εν πάση περιπτώσει τελικώς η μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα δεν προσφέρει οτιδήποτε στην υπόθεση, καθότι αυτός, απλώς, μετέφερε τα λεγόμενα του Μ.Κ.10, ο οποίος, βεβαίως, κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου και θα τύχει αξιολόγησης από το Δικαστήριο. Τέλος, ο Μ.Κ.14 αναφέρθηκε στις ενέργειες του ως εξεταστής και ο κύριος ανακριτής της παρούσας υπόθεσης. Κατέθεσε με ευθύτητα και συνέπεια. Έδωσε όλες τις απαραίτητες επεξηγήσεις και λεπτομέρειες αναφορικά με τις ενέργειες του. Ήταν χαρακτηριστική η επιμονή του στις θέσεις του κατά την αντεξέταση του προβάλλοντας μία σταθερή αλλά και λογική εκδοχή απορρίπτοντας τις θέσεις της υπεράσπισης. Θεωρούμε ότι ο εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε με ειλικρίνεια και ήταν αντικειμενικός κατά τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης. Άλλωστε οι ενέργειες του επιβεβαιώνονται και από το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, δηλαδή η ημερομηνία έκδοσης του εντάλματος σύλληψης και οι συνθήκες αναγνώρισης του Κατηγορούμενου και αναφοράς σ΄ αυτόν από τη Μ.Κ.
- Επομένως θεωρούμε ότι η μαρτυρία του είναι αξιόπιστη και την αποδεχόμαστε στο σύνολο της. Αξιολόγηση άλλων μαρτύρων Κατηγορίας - Μ.Κ.1, 2 και 5 Όσον αφορά τον Μ.Κ.1 θεωρούμε ότι η μαρτυρία του ήταν τυπική καθότι αυτή αφορά την ύπαρξη του εισιτηρίου στον φάκελο του Κατηγορούμενου στην Υπηρεσία Ασύλου και την ημερομηνία καταχώρησης του στον φάκελο, στοιχεία τα οποία φαίνονται από τον ίδιο τον φάκελο. Ο Μ.Κ.1 δεν μπορούσε να δώσει οποιεσδήποτε άλλες λεπτομέρειες που δεν προέκυπταν από τον φάκελο, ούτε και η μαρτυρία του αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Επομένως, αποδεχόμαστε τη μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα ως αξιόπιστη. Σημειώνουμε ότι το γεγονός της έκδοσης εισιτηρίου και του προγραμματισμού αναχώρησης από την Κύπρο είναι κάτι που παραδέχεται στην κατάθεση του ο Κατηγορούμενος (Τεκμήριο 2). Ο Μ.Κ.2 εκτέλεσε χρέη διερμηνέα στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης. Ο μάρτυρας εξήγησε στο Δικαστήριο πώς γνωρίζει την Αραβική και την Ελληνική γλώσσα και αποδεχόμαστε την ικανότητα του στη μετάφραση στις δύο γλώσσες. Ο Μ.Κ.2 περιορίστηκε στην εμπλοκή του στην παρούσα υπόθεση και αναγνώρισε όλα τα σχετικά έγγραφα, δηλαδή τις καταθέσεις που λήφθηκαν από τον Κατηγορούμενο, τη συγκατάθεση του να περάσει κάποιο πρόσωπο για να τον αναγνωρίσει και τη συγκατάθεση του για τη λήψη αποτυπωμάτων, φωτογραφιών και άλλων. Ο Μ.Κ.2 κατέθεσε με αντικειμενικότητα και δεν δίστασε εντίμως να αναφέρει ότι δεν θυμόταν τη φωτογραφία με το μαχαίρι που είχε υποδειχθεί στον Κατηγορούμενο. Ο Μ.Κ.2 δεν έτυχε αντεξέτασης. Η μαρτυρία του συνάδει με τη μαρτυρία του Μ.Κ.14, αναφορικά με τις ενέργειες του Μ.Κ.14 με τη βοήθεια του Μ.Κ.
- Αυτή παρέμεινε ακλόνητη και, επομένως, την κρίνουμε αξιόπιστη και την αποδεχόμαστε στο σύνολο της. Ο Μ.Κ.5 κατέθεσε υπό την ιδιότητα του ως Ιατροδικαστής. Η εμπειρογνωμοσύνη του μάρτυρα αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός και από τις δύο πλευρές. Επιπλέον, ο Μ.Κ.5 υιοθέτησε την κατάθεση του στην οποία αναφέρει την επιστημονική του άποψη. Κατά την αντεξέταση του επανέλαβε πειστικά τη θέση του αναφορικά με το μαχαίρι και το τραύμα που αυτό μπορεί να προκαλέσει. Ο μάρτυρας ήταν σαφής και σταθερός στις θέσεις του και κατέθεσε με αντικειμενικότητα. Είναι ενδεικτικό ότι δεν δίστασε να δεχθεί πως δεν μπορούσε να αναφέρει απόλυτα και με βεβαιότητα ότι το επίδικο μαχαίρι προκάλεσε τραύμα 1 εκ. επιμένοντας στη θέση, όμως, ότι δύναται να το προκαλέσει, πράγμα που, κατά την άποψη μας, συνάδει και με την κοινή λογική. Επομένως, ικανοποιούμαστε ότι ο Μ.Κ.5 κατέθεσε ως ειδικός εμπειρογνώμονας μάρτυρας και κρίνεται πλήρως αξιόπιστος. Η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή και υιοθετείται στο σύνολο της από το Δικαστήριο. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Κ.10 Αξιολογώντας τη μαρτυρία του Μ.Κ.10 λέμε ότι ήταν σαφής και θετική. Περιέγραψε με άνεση το πώς εκτυλίχτηκαν τα γεγονότα όταν στις 15.7.2013 γύρω στις 22.45μ.μ. επέστρεψε με τη γυναίκα του στο σπίτι και βρισκόταν στο σαλόνι ψάχνοντας τις παντόφλες του. Εξιστόρησε δε ό,τι είχε υποπέσει στην αντίληψη του και συγκεκριμένα τα τρία άτομα που είχαν μπει από την κύρια είσοδο του σπιτιού του και είχαν καλυμμένα τα πρόσωπά τους. Περιέγραψε δε στη συνέχεια το τι έλαβε χώρα με τον ένα από τους τρεις δράστες, αυτόν που κατευθύνθηκε προς το μέρος του και ο οποίος, όπως είχε προσέξει, κρατούσε μαχαίρι με χειρολαβή πράσινου ανοιχτού χρώματος με καμπυλωτή λεπίδα. Επίσης ό,τι συνέβη πιο ύστερα μεταξύ τους, δηλαδή το τι του ανέφερε ο δράστης και τους τραυματισμούς που του επέφερε τραυματίζοντας τον δείκτη και το μεσαίο δάχτυλο του δεξιού χεριού με το μαχαίρι αφού προηγουμένως του έκανε μια μαχαιριά πάνω από το δεξί φρύδι και το αριστερό μάτι. Περιέγραψε ακόμη και ό,τι έλαβε χώρα αργότερα, δηλαδή ότι ενώ του είχε ζητήσει ο Μ.Κ.10 να τον αφήσει εκεί επειδή ήταν εγχειρισμένος, ο δράστης τον τραυμάτισε ξανά στο ίδιο σημείο με αποτέλεσμα ο Μ.Κ.10 να αντισταθεί, να τον αρπάξει από την κουκούλα και να τον δαγκώσει στο αριστερό χέρι. Ο Μ.Κ.10 ήταν σαφής ότι δεν είχε δει τους άλλους δύο δράστες επισημαίνοντας ότι πρέπει να είχαν πάει στο υπνοδωμάτιο της συζύγου του γιατί τους είχε ακούσει να μιλούν και η σύζυγος του να τους λέει «πείτε μου τι θέλετε, να σας δώσω». Με σαφήνεια περιέγραψε και το σημείο κατά το οποίο είδε τον δεύτερο δράστη να παίρνει το ποσό των €800 που είχε βγάλει από το παντελόνι του (ο Μ.Κ.10) και τοποθετήσει πάνω σε ένα ερμάρι στο χώρο του καθιστικού. Όπως παραστατικά εξήγησε αυτό έγινε κατά το στάδιο μετά που τον είχε αφήσει ο πρώτος δράστης που τον κρατούσε και βγήκε ο δεύτερος δράστης φεύγοντας από το υπνοδωμάτιο που ήταν η σύζυγός του ο οποίος και πήρε τα λεφτά αυτά. Ο Μ.Κ.10 παρέμεινε σταθερός και συνεπής στην εκδοχή του και κατά το στάδιο της αντεξέτασης. Να επισημάνουμε εδώ ότι η μαρτυρία του δεν είχε αμφισβητηθεί κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης. Μόνον επιδιώχθηκε κατ' εκείνο το στάδιο να δοθούν κάποιες περαιτέρω διευκρινίσεις και εξηγήσεις επί των όσων είχε καταθέσει κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης, τις οποίες ο Μ.Κ.10 έδωσε καταθέτοντας με την ίδια σαφήνεια και θετικότητα όπως και στο προηγούμενο στάδιο της εξέτασης του. Χωρίς αμφιβολία ο Μ.Κ.10 κατέθεσε με ειλικρίνεια για τα γεγονότα που υπέπεσαν στην αντίληψή του όταν αυτός και η σύζυγός του έπεσαν θύματα ληστείας από άγνωστα άτομα. Ως αποτέλεσμα η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στο σύνολό της. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Κ.11 Εξετάζοντας στη συνέχεια τη μαρτυρία της Μ.Κ. 11 διαπιστώσαμε ότι και αυτή εξιστόρησε με σαφήνεια και φυσικότητα τα γεγονότα που έλαβαν χώρα. Χωρίς καμία δυσκολία περιέγραψε ό,τι είχε αντιληφθεί και βίωσε. Συγκεκριμένα τις ενέργειες των δύο δραστών που είχαν εισέλθει στο δωμάτιό της κρατώντας μαχαίρια και οι δύο και ο ένας από αυτούς την είχε αρπάξει από το λαιμό, ενώ ο άλλος έψαχνε στο δωμάτιο. Αναφέρθηκε ξεκάθαρα στο τι της λέχθηκε από το άτομο που την κρατούσε και για τον τρόπο που αυτός μιλούσε, δηλαδή σπασμένα Ελληνικά, αλλά και για το ότι αυτή είχε, από την πρώτη στιγμή, αναγνωρίσει από τη φωνή ότι επρόκειτο για τον Κατηγορούμενο. Εξήγησε πλήρως το λόγο που την οδήγησε στο να αναγνωρίσει από τη φωνή και τον τρόπο ομιλίας τον τρίτο δράστη ως τον Κατηγορούμενο, λέγοντας ότι αυτός δούλευε μαζί τους στο αρτοποιείο για 3½ χρόνια και ότι ήταν αυτή που του είχε μάθει να μιλά ελληνικά και ότι γνώριζε, επομένως, πολύ καλά τη χροιά της φωνής του και τον τρόπο που μιλούσε που ήταν, όπως τόνισε, πανομοιότυπος με τη φωνή του Κατηγορούμενου. Επισήμανε δε ότι ο δράστης που την κρατούσε ήταν σε πολύ κοντινή απόσταση από εκείνη. Καθ' όλη τη διάρκεια της εξέτασης της Μ.Κ.11 υπήρξε σαφήνεια στις θέσεις και απαντήσεις της και αμεσότητα απαντήσεων σε κάθε ερώτηση που της υποβάλλετο. Η κυρίως εξέταση της δεν περιορίστηκε μόνο στο περιεχόμενο των δύο γραπτών καταθέσεων που είχε δώσει στην Αστυνομία και υιοθέτησε ενώπιον του Δικαστηρίου, εφόσον της υποβλήθηκαν διάφορες ερωτήσεις τις οποίες απάντησε με άνεση και θετικότητα. Μέσα στα πλαίσια αυτών των ερωτήσεων ανέφερε λεπτομέρειες σε σχέση με τον Κατηγορούμενο που ήταν πρώην υπάλληλος τους και το τι εκείνος γνώριζε για διάφορα ζητήματα. Με σαφήνεια επισήμανε ότι ο Κατηγορούμενος είχε μπει πολλές φορές στο σπίτι τους και γνώριζε όλους τους χώρους, όπως, επίσης, γνώριζε και για την ύπαρξη του χρηματοκιβωτίου και το ότι αποκαλείτο από την οικογένεια Καλοπέσα με το όνομα «κάσια». Την ίδια στάση την οποία η Μ.Κ.11 επέδειξε κατά τη διάρκεια της κυρίως εξέτασης της είχε και στο στάδιο της αντεξέτασης. Εξακολούθησε, δηλαδή, η Μ.Κ.11 να είναι συνεπής και σταθερή στην εκδοχή της. Απέρριψε δε με κατηγορηματικό τρόπο ότι ήταν η Αστυνομία η οποία της είχε δώσει την ιδέα ότι ο Κατηγορούμενος την κρατούσε από το λαιμό και ότι της είχε υποβάλει να το αναφέρει, τονίζοντας ότι από το πρώτο λεπτό είχε η ίδια εντοπίσει τη χροιά της φωνής του Κατηγορουμένου και ότι δεν χρειαζόταν κανείς να της το υποβάλει γιατί ήταν σίγουρη. Όταν δε της ετέθη ότι, αν ήταν έτσι τα πράγματα θα αναμένετο από την ιδία εφόσον είχε αναγνωρίσει τον Κατηγορούμενο να τον αποκαλέσει κατά τον ουσιώδη χρόνο με το όνομά του, η Μ.Κ.11 έδωσε την απόλυτα λογική και πειστική απάντηση ότι, αν το έκανε αυτό κι εκείνος αντιλαμβανόταν ότι τον είχε καταλάβει, δεν θα ήταν η ίδια εδώ, υπογραμμίζοντας χαρακτηριστικά ότι εκείνη τη στιγμή «τα μαχαίρια πήγαιναν το ένα από τη μια και το άλλο από την άλλη». Συμφωνούμε ότι ήταν εύλογος ο φόβος της για χειρότερες συνέπειες. Πλήρως επεξηγηματική ήταν και σε σχέση με τον προσδιορισμό του ύψους του δράστη ο οποίος την κρατούσε από το λαιμό που υπολόγισε γύρω στο 1.60μ, λέγοντας ότι εφόσον αυτός στεκόταν από πίσω της και την περνούσε λίγο και η ίδια είναι περίπου 1.50μ μ' αυτόν τον τρόπο είχε προσδιορίσει και το δικό του ύψος, θέση απολύτως λογική και πειστική. Ήταν απόλυτα κατηγορηματική ότι είχε αναγνωρίσει τη φωνή του Κατηγορουμένου από την πρώτη στιγμή όταν άκουσε τη φωνή του δράστη που την κρατούσε τονίζοντας ότι δεν είχε επηρεαστεί σε αυτό το ζήτημα από κανένα απορρίπτοντας εκ νέου τις θέσεις της Υπεράσπισης ότι δεν ήταν 100% σίγουρη για κάτι τέτοιο και ότι μπορεί αυτό να της το είχε υποβάλει η Αστυνομία. Με τον ίδιο κατηγορηματικό και ανενδοίαστο τρόπο απέρριψε τη θέση ότι η αναφορά της στη λέξη «κάσια» ήταν κατόπιν υπόδειξης της Αστυνομίας, τονίζοντας ότι τη λέξη «κάσια» η ίδια την ανέφερε και κανένας άλλος. Να σημειώσουμε, τέλος, ότι πλείστα όσα ανέφερε η Μ.Κ.11 στην κύρια εξέταση της δεν είχαν αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση κατά το στάδιο της αντεξέτασης όπως π.χ. η αναφορά της ότι είχε δει τον δράστη (που προηγουμένως την κρατούσε από το λαιμό και τον είχε αναγνωρίσει από τη φωνή) να τρέχει και να εισέρχεται στην οδό Μόρφου κρατώντας το μαχαίρι που είχε δει προηγουμένως η Μ.Κ.11 με μεγάλη λεπίδα μήκους 10-12εκ. περίπου. Σημειώνουμε πως ένα τέτοιο μαχαίρι με μεγάλη λεπίδα εντοπίστηκε όντως στη διαδρομή που ακολούθησε ο δράστης αυτός (τρίτος δράστης) και έχει παρουσιαστεί ενώπιον μας ως το Τεκμήριο
- Χωρίς κανένα ενδοιασμό θεωρούμε τη μαρτυρία της Μ.Κ.11 ως απόλυτα αξιόπιστη και ειλικρινή. Ως αποτέλεσμα η μαρτυρία της γίνεται στο σύνολο της αποδεκτή Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Κ 6 Αξιολογώντας στη συνέχεια τη μαρτυρία του Μ.Κ. 6 λέμε ότι με σαφήνεια και με άνεση περιέγραψε ο μάρτυρας αυτός τα γεγονότα που βίωσε όταν εισερχόμενος το βράδυ της 15ης Ιουλίου 2013 στο σπίτι του είδε τον πατέρα του στο πάτωμα να αιμορραγεί και από πάνω του να βρίσκεται ένας άνδρας με καλυμμένο το πρόσωπο και να κρατά μαχαίρι. Ο Μ.Κ.6 αναφέρθηκε στα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν στη συνέχεια όπως ο ίδιος τα αντιλήφθηκε. Συγκεκριμένα ότι μετά που του επιτέθηκε ο άγνωστος άντρας ο ίδιος αμύνθηκε ρίχνοντας του διάφορα αντικείμενα που βρήκε στο σαλόνι με αποτέλεσμα ο δράστης αυτός να φοβηθεί και να τραπεί σε φυγή. Υπήρξε δε συνέχεια στην εξέλιξη των γεγονότων και ο Μ.Κ.6 περιέγραψε με ξεκάθαρο τρόπο τη σκηνή που ακολούθησε, ήτοι το ότι δεύτερο άγνωστο άτομο (ο δεύτερος δράστης) εισήλθε στο σαλόνι κρατώντας μαχαίρι και το ότι μεταξύ τους υπήρξε συμπλοκή και ότι αλληλοεπιτίθεντο με αποτέλεσμα και οι δύο να βγουν στην αυλή και σε κάποια φάση να εμφανιστεί και ο τρίτος δράστης από πίσω του ο οποίος χτύπησε το μάρτυρα με κατάληξη ο τρίτος να φύγει προς την οδό Μόρφου και ο δεύτερος προς την οδό Πειραιώς. Ο Μ.Κ. 6 ήταν πλήρως κατατοπιστικός σε σχέση με τον τρίτο δράστη ο οποίος τον είχε χτυπήσει από πίσω στο κεφάλι και τον οποίο ο Μ.Κ.6 καταδίωξε προσπαθώντας ανεπιτυχώς να τον πιάσει. Επισημαίνουμε εδώ ότι η κύρια εξέταση του Μ.Κ 6 δεν περιορίστηκε μόνο στο περιεχόμενο των δύο γραπτών καταθέσεων που είχε δώσει στην Αστυνομία και υιοθέτησε ενώπιον του Δικαστηρίου εφόσον του υποβλήθηκαν διάφορες ερωτήσεις τις οποίες απάντησε με άνεση και θετικότητα εξιστορώντας την όλη αλληλουχία των γεγονότων όπως τη βίωσε από την αρχή μέχρι το σημείο που και οι τρείς δράστες είχαν τραπεί σε φυγή. Η μαρτυρία του Μ.Κ.6 παρέμεινε συνεπής και σταθερή κατά το στάδιο της αντεξέτασης όπου κλήθηκε εκ νέου να περιγράψει και περιέγραψε με την ίδια άνεση και φυσικότητα το πώς εκτυλίχθηκε το όλο επεισόδιο με τους τρεις δράστες στο σπίτι του δίνοντας ξανά την ίδια περιγραφή. Σ' ό,τι αφορά τον τρίτο δράστη ο Μ.Κ.6 εξήγησε τον λόγο που του θύμισε τον Κατηγορούμενο λέγοντας ότι αυτό προέκυψε από τον τρόπο που έτρεχε ο δράστης και που ήταν πολύ γρήγορος, προσθέτοντας ότι με τον Κατηγορούμενο, όταν ο τελευταίος δούλευε στο φούρνο τους, έπαιζαν οι δύο τους ποδόσφαιρο και γι' αυτό γνώριζε ότι έτσι κινείτο και ότι ήταν γρήγορος. Ήταν ξεκάθαρος και ταυτόχρονα απόλυτα ειλικρινής λέγοντας ότι όταν αναφέρθηκε στον Κατηγορούμενο είχε πει ότι μοιάζει με τον τρίτο δράστη του συμβάντος γιατί ακριβώς, όπως το έθεσε, δεν ήταν απολύτως σίγουρος και ούτε ήθελε να κατηγορήσει κάποιον. Δεν θα αποδώσουμε στην αναφορά αυτή του Μ.Κ.6 οποιαδήποτε βαρύτητα λαμβάνοντας υπόψη ότι ούτε άμεση, αλλά ούτε και βέβαιη υπήρξε. Συγκεκριμένα η αναφορά του Μ.Κ.6 ότι ο τρίτος δράστης είχε τον σωματότυπο του Κατηγορούμενου και ότι έτρεχε με πανομοιότυπο τρόπο όπως αυτός, δεν έγινε στο στάδιο που ο Μ.Κ.6 έδωσε την αρχική του κατάθεση στις 16.7.2013, μια μέρα μετά το συμβάν, αλλά στα πλαίσια της δεύτερης του κατάθεσης στις 6.8.2013 και αφού κλήθηκε στο ΤΑΕ Λευκωσίας να δεί τον Κατηγορούμενο. Επιπλέον ο Μ.Κ.6 ήταν ξεκάθαρος, και δεν είχε οποιονδήποτε ενδοιασμό να το τονίσει κατά το στάδιο της αντεξέτασης του, ότι δεν ήταν σίγουρος ότι ο Κατηγορούμενος ήταν όντως ο τρίτος δράστης και γι' αυτό χρησιμοποίησε τη λέξη ότι έμοιαζε του Κατηγορούμενου γιατί δεν ήθελε, όπως το έθεσε, να πεί ψέματα ή να κατηγορήσει κάποιον. Μάλιστα, όπως εντίμως διευκρίνισε κατά το στάδιο της αντεξέτασης του, την επίδικη νύκτα δεν είχε αντιληφθεί ότι ο Κατηγορούμενος ήταν ένας εκ των δραστών. Έχουμε υπόψιν την ερώτηση που του τέθηκε κατά την αντεξέταση σχετικά με το ότι στην πρώτη κατάθεσή του δεν είχε αναφέρει ότι είχε ακολουθήσει τον τρίτο δράστη, (αυτόν που κατευθύνθηκε προς την οδό Μόρφου) για να τον πιάσει. Ο Μ.Κ.6 εξήγησε ότι όταν έγινε το επίδικο συμβάν ήταν λίγο συγχισμένος και δεν ήταν όλα καθαρά στο μυαλό του γιατί υπήρχαν πολλές εικόνες, τονίζοντας, ωστόσο, ότι όντως είχε τρέξει από πίσω του έστω κι αν δεν το είχε αναφέρει εκεί. Εξήγηση που κρίνουμε, υπό τις περιστάσεις, απόλυτα λογική και πειστική. Θα πρέπει να τονίσουμε εδώ ειδικά ότι αποδεχόμαστε την αναφορά του πως το τραύμα (1 εκ.) στη νεφρική του χώρα έγινε κατά τη διάρκεια της ληστείας. Δεν μας προκαλεί οποιαδήποτε αρνητική εντύπωση το γεγονός ότι ο Μ.Κ.6 δεν το είχε αναφέρει αυτό στη γραπτή κατάθεση που έδωσε αμέσως μετά. Κατ΄ αρχάς το ίδιο το γεγονός της ύπαρξης τραύματος κατά την ιατρική εξέταση του είναι παραδεκτό. Επιπλέον δεχόμαστε την εξήγηση του ότι δεν ανέφερε πως ήταν μαχαιρωμένος λόγω και της σύγχυσης που είχε από το όλο επεισόδιο, πράγμα καθόλου παράξενο. Δεν διαφεύγει δε της προσοχής μας πως ζαλίστηκε όταν κτυπήθηκε από τον τρίτο δράστη στο πίσω μέρος του κεφαλιού του. Ως αποτέλεσμα η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στο σύνολό της με τις πιο πάνω παρατηρήσεις μας όσον αφορά τη μεταγενέστερη αναγνώριση του τρίτου δράστη ως του Κατηγορούμενου. Αξιολόγηση μαρτυρίας Δρος Καριόλου Ο Μ.Κ.13 Δρ Καριόλου παρέθεσε τα επιστημονικά προσόντα του και την πολύχρονη εμπειρία του σε έγγραφη μορφή (Έγγραφο 12Α). Η υπεράσπιση δεν έχει αμφισβητήσει οτιδήποτε από αυτά που αναφέρονται στο εν λόγω έγγραφο. Από το 4σέλιδο αυτό κείμενο τονίζουμε πολύ περιληπτικά ότι μετά τις σπουδές του στη Μοριακή Βιολογία και την εξασφάλιση σχετικού διδακτορικού τίτλου κατέχει από το 1991 μέχρι σήμερα στο ΙΝΓΚ μεταξύ άλλων τη θέση του Διευθυντή Εργαστηρίου Δικανικής Γενετικής, ενώ από το 2012 απέκτησε και τον ακαδημαϊκό τίτλο του Καθηγητή στη Σχολή Μοριακής Ιατρικής Κύπρου. Το πιο πάνω Εργαστήριο διεξάγει εξετάσεις DNA σε αστυνομικά τεκμήρια και από το 1999 έχει ασχοληθεί με περισσότερες από 26.000 υποθέσεις και περισσότερες από 60.000 εξετάσεις DNA. Ενδεικτικά σημειώνουμε ότι σχετικά πρόσφατα (Οκτώβριο 2013) παρακολούθησε στη Δανία ειδικά μαθήματα για την εκπαίδευση των εκπαιδευτών σε στατιστικές μεθόδους στη Δικανική Γενετική (train the trainers). Αναμφίβολα λοιπόν είναι εμπειρογνώμονας σε θέματα γενετικού υλικού και υπό την ιδιότητα αυτή θα εξεταστεί και η μαρτυρία του. Είναι πολύ καλά γνωστές οι αρχές με βάση τις οποίες αξιολογείται τέτοια μαρτυρία και δεν χρειάζεται επανάληψη τους. Αρκεί σε συντομία να λεχθεί ότι ο ρόλος των εμπειρογνωμόνων είναι να προσφέρουν στο Δικαστήριο τα απαιτούμενα στοιχεία ούτως ώστε το δικαστήριο να κρίνει την ορθότητα των συμπερασμάτων τους και όχι να αντικαταστήσουν την κρίση του Δικαστηρίου. Για αυτό ο εμπειρογνώμονας πρέπει να είναι σε θέση να παρουσιάσει την (επιστημονική ή άλλη) βάση επί της οποίας εργάστηκε ούτως ώστε το Δικαστήριο να μπορέσει να εξαγάγει τα δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα. Η εμπειρογνωμοσύνη σε κάποιο θέμα δεν βασίζεται μόνο στα ακαδημαϊκά προσόντα, αλλά δυνητικά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται στο θέμα αυτό[2]. Οφείλουμε να αναφέρουμε ότι ως μάρτυρας στην παρούσα υπόθεση ο Δρ Καριόλου υπήρξε υποδειγματικά άψογος και εκπλήρωσε τα καθήκοντά του απέναντι στο Δικαστήριο κατά τρόπο απολύτως ορθό και με αξιοθαύμαστο επαγγελματισμό. Εφοδίασε το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του παρέχοντας τη δυνατότητα διαμόρφωσης της δικής μας ανεξάρτητης κρίσης με την εφαρμογή των κριτηρίων αυτών στα γεγονότα τα οποία αποδεικνύονται με τη μαρτυρία. Η επιστημονικότητα του λόγου του, η ακρίβεια με την οποία αιτιολογούσε το κάθε σημείο στις απαντήσεις του, καθώς και η αντικειμενική παράθεση όλων των στοιχείων και δεδομένων που κατείχε τον καθιστούν πλήρως ανεξάρτητο και αξιόπιστο εμπειρογνώμονα. Ο Δρ Καριόλου εξήγησε κατά τρόπο λεπτομερή τα κύρια χαρακτηριστικά του γενετικού υλικού και του τρόπου που χρησιμοποιείται για τις αναλύσεις και την εξαγωγή σχετικών συμπερασμάτων. Πλήρης αναφορά περιέχεται στην Έκθεση του στις σελίδες 4 - 6 του Τεκμηρίου 12Β, την οποία υιοθετούμε. Συνοπτικά μπορεί να λεχθεί ότι το γενετικό υλικό είναι ένα οξύ που εντοπίζεται στον πυρήνα των ανθρωπίνων κυττάρων και συντομογραφείται ως «DNA». Αυτό οργανώνεται σε 46 χρωμοσώματα και είναι πανομοιότυπο σε όλα τα κύτταρα ενός ατόμου. Με τη χρήση κατάλληλης μεθόδου γίνεται τυποποίηση του DNA σε περιοχές του οι οποίες παρουσιάζουν μικρές διαδοχικές επαναλήψεις (STRs). Ο αριθμός των επαναλήψεων δίδει το μήκος των αλληλίων (γονιδίων) για κάθε ζεύγος χρωμοσωμάτων που μελετούνται. Οι επαναλήψεις αυτές εκφράζονται σε αριθμούς είτε σε ετερόζυγη, είτε σε ομόζυγη θέση. Τα αλλήλια καθορίζουν τον γονότυπο και οι γονότυποι σε διαφορετικές χρωμοσωμικές θέσεις καθορίζουν το γενετικό προφίλ του DNA. Έτσι είναι δυνατή η σύγκριση του γενετικού προφίλ ενός ατόμου με αυτό του δείγματος αναφοράς (π.χ.από τεκμήριο υπόθεσης). Βασικά όλα τα δείγματα DNA που παραδίδονται στο ΕΔΙΓ υποβάλλονται σε Αλυσιδωτή Αντίδραση Πολυμεράσης (γνωστή ως «PCR») για την τυποποίηση 16 χρωμοσωμικών θέσεων οι οποίες δίδουν το γενετικό προφίλ. Αυτό το προφίλ είναι που απεικονίζεται με το ηλεκτροφερόγραμμα. Το δείγμα πιθανόν να παρουσιάζει μονό ή μικτό γενετικό προφίλ. Το μικτό, στο οποίο διαπιστώνονται πέραν των δύο αλληλίων σε χρωμοσωμικές θέσεις που μελετούνται, σε αντίθεση με το μονό, καταδεικνύει την ύπαρξη γενετικού υλικού το οποίο έχει δύο ή περισσότερες πηγές. Εάν η αντίδραση PCR δεν δώσει αποτέλεσμα και για τις 16 θέσεις τότε πρόκειται για μερικό γενετικό προφίλ. Σε ένα μικτό γενετικό προφίλ πιθανόν να παρατηρηθεί κύρια (δηλαδή μεγαλύτερη) και μικρή συνεισφορά. Στις περιπτώσεις μικτών προφίλ από 2 άτομα, τα οποία συνεισφέρουν περίπου ίσες ποσότητες, είναι δυνατές οι συγκρίσεις με τα δείγματα αναφοράς. Πιο δύσκολες είναι οι περιπτώσεις στις οποίες παρατηρούνται «πολύπλοκα» μικτά προφίλ, τα οποία προέρχονται από τρεις ή περισσότερες πηγές και δεν παρατηρείται κύρια συνεισφορά σε κάποιες από τις χρωμοσωμικές θέσεις που μελετούνται. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει αμφισβητηθεί και αποτελεί εύρημα μας ότι το μαχαίρι με την κόκκινη χειρολαβή, δηλαδή το Τεκμήριο 8, καθώς και τα παρειακά επιχρίσματα των Μ.Κ. 6, 10, 11 και του Κατηγορουμένου δηλαδή τα Τεκμήρια 9, 11, 10 και 12 αντίστοιχα παραδόθηκαν από μέλη της Αστυνομίας δεόντως σφραγισμένα στο ΕΔΙΓ στις 16.7.2013 (μαχαίρι) και 2.8.2013 (τα παρειακά επιχρίσματα). Από το μαχαίρι έγιναν δύο δειγματοληψίες στο ΕΔΙΓ, ήτοι μία από τη λεπίδα και μία από τη χειρολαβή, ενώ δειγματοληψία έγινε και από ένα παρειακό επίχρισμα του κάθε ατόμου εκ των προαναφερθέντων. Όλα τα δείγματα αυτά μελετήθηκαν, μαζί με όλα τα απαραίτητα δείγματα ποιοτικού ελέγχου, με αναλύσεις Μικρών Διαδοχικών Επαναλήψεων (ή STRs) σε 16 χρωμοσώματα, με τη χρήση του συστήματος PowerPlex ESX-17 (εφεξής «PowerPlex»), βάσει των κατασκευαστικών προδιαγραφών και των επικυρωτικών μελετών του ΕΔΙΓ. Σημειώνουμε ότι πρόκειται για σύστημα το οποίο εισηγείται με σχετική Οδηγία της η Ευρωπαϊκή Ένωση. Δεν έχουν αμφισβητηθεί και δεχόμαστε τα όσα έχει αναφέρει ο Δρ Καριόλου για τη χρήση Δειγμάτων-Μαρτύρων οι οποίοι επιβεβαιώνουν την έλλειψη επιμολύνσεων (Τεκμήριο 13, 17), καθώς και όσα ανέφερε για την ορθή λειτουργία του συστήματος (γενετικού αναλυτή). Με τον πιο πάνω τρόπο προέκυψε η τυποποίηση των δειγμάτων από το μαχαίρι και από τα παρειακά επιχρίσματα. Το γενετικό προφίλ του DNA από τη χειρολαβή, τη λεπίδα και τα παρειακά επιχρίσματα εμφαίνονται στις σελ. 1-14 των ηλεκτροφερογραμμάτων, τα οποία έχουν παρουσιαστεί ως Τεκμήριο
- Τα αποτελέσματα αυτά δεν έχουν αμφισβητηθεί και δεχόμαστε την ορθότητά τους. Τηρώντας τη σειρά με την οποία ανέλυσε τα συμπεράσματα του ο Δρ Καριόλου πρέπει να σημειώσουμε ότι το μικτό DNA που απομονώθηκε από τη λεπίδα παρουσιάζει κύρια συνεισφορά και ότι για τις χρωμοσωμικές θέσεις που μελετήθηκαν το πλήρες αντρικό γενετικό προφίλ αυτής ταυτίζεται με το γενετικό προφίλ του DNA που απομονώθηκε από το παρειακό επίχρισμα του Ειρηναίου, δηλ. του Μ.Κ.
- Η σύγκριση των σχετικών ηλεκτροφερογραμμάτων στις σελ. 5 και 13 του Τεκμηρίου 13 αποδεικνύει το βάσιμο του σχετικού συμπεράσματος (αρ. 2 στην Έκθεση, Έγγραφο 12Α) του Δρος Καριόλου, το οποίο επίσης δεχόμαστε. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε που δεν υπεβλήθη οποιαδήποτε σχετική ερώτηση κατά την αντεξέταση από την Υπεράσπιση. Έχοντας υπόψιν την πολύχρονη εμπειρία του Δρος Καριόλου θεωρούμε βάσιμη επιστημονικά και την άποψη του ότι η ως άνω εναπόθεση DNA του Ειρηναίου (Μ.Κ.6) στη λεπίδα προήλθε από άμεση επαφή του με το αντικείμενο αυτό και δεν πρόκειται για περίπτωση έμμεσης μεταφοράς. Άλλωστε σ' αυτό το συμπέρασμα κατατείνει και η ίδια η μαρτυρία του Μ.Κ. 6 ότι μαχαιρώθηκε κατά τη διάρκεια της ληστείας. Αντιθέτως, όμως, στη χειρολαβή του ίδιου μαχαιριού (Τεκμήριο 8) δεν εντοπίστηκε κύρια συνεισφορά. Από το σχετικό επίχρισμα απομονώθηκε μικρή ποσότητα μικτού γενετικού υλικού το οποίο παρουσιάζει μικτό γενετικό προφίλ προερχόμενο τουλάχιστον από 4 άτομα. Είναι ενδεικτικό της επιμέλειας του Δρος Καριόλου πως προέβη σε δύο εξετάσεις αυτού του δείγματος (σελίδες 1, 2 και 3, 4 του Τεκμηρίου 13). Η σύγκριση του προφίλ αυτού με το γενετικό προφίλ του Κατηγορουμένου (σελ. 7) οδήγησε βασίμως το Δρα Καριόλου σε κάποιες διαπιστώσεις, τις οποίες υπέδειξε και επεξήγησε λεπτομερώς και πολύ πειστικά. Είχαμε την ευκαιρία να τις ελέγξουμε και διαπιστώσουμε μέσα από το Τεκμήριο
- Η πρώτη είναι πως τα αλλήλια από το γενετικό προφίλ του Κατηγορουμένου παρατηρούνται και στο μικτό γενετικό προφίλ από τη χειρολαβή σε όλες ανεξαιρέτως τις χρωμοσωμικές θέσεις χωρίς να απουσιάζει οποιοδήποτε αλλήλιο. Η δεύτερη είναι ότι σε ορισμένες θέσεις τα αλλήλια του Κατηγορουμένου παρατηρούνται σε σχετικά μεγαλύτερη ποσότητα στο μικτό προφίλ (π.χ. στις θέσεις D3S1358 και D21S11). H τρίτη είναι ότι σε κάποιες θέσεις απουσιάζουν αλλήλια των Μ.Κ. 6, 10 και 11 (μερικό DNA ). Το περίπλοκο της υπόθεσης έγκειται στο ότι εντοπίστηκε μικρή ποσότητα μικτού γενετικού υλικού. Αυτό είναι κάτι που είχε συνεχώς υπόψιν ο Δρ Καριόλου και κατά τη μαρτυρία του, πράγμα που επιβεβαιώνει το αίσθημα υπευθυνότητας και σοβαρότητας που επέδειξε. Δεόντως λοιπόν ακολούθησε τη σύσταση της Επιτροπής DNA της Διεθνούς Εταιρείας Δικανικής Γενετικής δημοσιευμένη στο Forensic Science International, 2006, Τόμος
- Βάσει αυτής ο καλύτερος τρόπος ερμηνείας μικτών γενετικών προφίλ στην απουσία κύριας συνεισφοράς είναι ο Λόγος των Πιθανοτήτων. Το γραπτό παράδειγμα τέτοιας στατιστικής ανάλυσης το οποίο παρουσίασε ως Τεκμήριο 15 καταδεικνύει ακριβώς τον τρόπο με τον οποίον εργάστηκε επ' αυτού ο Δρ Καριόλου. Ο ίδιος επιλέγει τη μέθοδο η οποία αγνοεί το ύψος/εμβαδόν των κορυφών του κάθε αλληλίου στα ηλεκτροφερογράμματα, μέθοδος η οποία συνιστά και κατά τη γνώμη μας πιο συντηρητική αντιμετώπιση. Βασικά από πλευράς δικανικής τίθεται από τη μία πλευρά το σενάριο που θα συνέδεε τον Κατηγορούμενο και από την άλλη το σενάριο που θα κατέληγε στο ότι πρόκειται για άγνωστα πρόσωπα, χρησιμοποιώντας διεθνή τύπο για διαπίστωση της συχνότητας ενός γονότυπου στο γενικό πληθυσμό. Σκοπός είναι να εντοπιστούν οι πιθανότητες για το κάθε σενάριο και ακολούθως να υπολογιστεί ο Λόγος των Πιθανοτήτων όσον αφορά τις δύο εκδοχές. Να τονιστεί ότι με την ίδια διεργασία υπολογίζονται όλοι οι άλλοι πιθανοί συνδυασμοί αλληλίων που παρατηρούνται ανά χρωμοσωμική θέση που μελετάται, δηλαδή στην παρούσα για 16 θέσεις. Με αυτό τον τρόπο προκύπτουν 16 Λόγοι των Πιθανοτήτων οι οποίοι πολλαπλασιάζονται και δίδουν την τελική εκτίμηση του Λόγου των Πιθανοτήτων. Στην παρούσα περίπτωση αυτός ο λόγος είναι 19.000.000.000 φορές υπέρ του πρώτου σεναρίου, δηλαδή δότες του μικτού DNA να είναι ο Κατηγορούμενος και τρία άγνωστα άτομα. Δεν παραγνωρίζουμε καθόλου ότι η ως άνω στατιστική εκτίμηση έγινε με βάση τις συχνότητες των αλληλίων στον Ελληνοκυπριακό πληθυσμό. Δεχόμαστε προς τούτο την επιστημονική άποψη ότι για κάθε διαφορετική χρωμοσωμική θέση παρατηρείται ποικιλία αλληλίων τα οποία είναι τα ίδια μεταξύ διαφορετικών πληθυσμών με, σχετικά, μικρές διαφορές στις παρατηρούμενες συχνότητες τους. Κυρίως, όμως, δεχόμαστε την άποψη του Δρος Καριόλου ότι οι διαφορές αυτές δεν είναι ικανές να διαφοροποιήσουν την τελική γενική εικόνα που σχηματίζεται για την σπανιότητα ενός προφίλ το οποίο προέκυψε από τη μελέτη επαναλήψεων (STRs) σε πολλές χρωμοσωμικές θέσεις. Βασικά αυτό που προκύπτει και δεχόμαστε είναι ότι οι μικρές διαφορές στις συχνότητες των αλληλίων μεταξύ Αιγυπτιακού και Ελληνοκυπριακού πληθυσμού δεν δύνανται να ανατρέψουν την στατιστική δύναμη του λόγου 1 προς 19 δις. Ο εντοπισμός από τον Δρα Καριόλου κάποιων συχνοτήτων των αλληλίων του Αιγυπτιακού πληθυσμού τις οποίες τυποποιεί το PowerPlex, δηλαδή στις 10 από τις 16 χρωμοσωμικές θέσεις που φαίνονται στο Τεκμήριο 16 και η σύγκριση των στατιστικών εκτιμήσεων του Λόγου των Πιθανοτήτων που προκύπτουν από τις αντίστοιχες συχνότητες αλληλίων του Ελληνοκυπριακού πληθυσμού, σαφώς δεν σχετίζονται ευθέως με το συμπέρασμα αρ.1, όπως εντίμως και ο ίδιος δέχθηκε. Όμως από την άλλη, πρόκειται στην ουσία για σύγκριση του Λόγου των Πιθανοτήτων επί τη βάσει 10 χρωμοσωμικών θέσεων στους δύο πληθυσμούς. Το αποτέλεσμα αυτής της σύγκρισης, όπως το έχει καταγράψει, επιβεβαιώνει ουσιαστικά την γενικότερη άποψη που είχε εκφράσει ήδη στην έκθεση του, αφού κατεδείχθη ότι η χρήση δεδομένων του Ελληνοκυπριακού πληθυσμού για υπολογισμό του Λόγου των Πιθανοτήτων είτε δεν διαφέρει κατά πολύ από τις τιμές που λαμβάνονται με τη χρήση δεδομένων του Αιγυπτιακού πληθυσμού, είτε η τιμή είναι πολύ πιο συντηρητική από αυτή που λαμβάνει κάποιος χρησιμοποιώντας δεδομένα των Αιγυπτίων. Ουσιαστικά δηλαδή οι μικρές διαφορές δεν διαφοροποιούν σημαντικά τα αποτελέσματα, ανεξαρτήτως του πληθυσμού που θα χρησιμοποιηθεί. Η πιο πάνω μεθοδολογία και κυρίως το συμπέρασμα του Δρος Καριόλου ουσιαστικά δεν έχουν αμφισβητηθεί κατά την αντεξέταση. Θα υπενθυμίζαμε ότι αντιθέτως ο συνήγορος υπεράσπισης (κ. Σαββίδης) εξέφρασε την ευαρέσκεια και τον θαυμασμό του ως προς την πολυγνωσία και την επιστημονική γνώση του Δρος Καριόλου για το αντικείμενο του. Προέκυψε μόνον αυτό το οποίο και στην έκθεση του είχε ήδη καταγράψει ο Δρ Καριόλου, ότι δηλαδή δεν θα μπορούσε να καθορίσει ο ίδιος τον χρόνο εναπόθεσης του DNA είτε στη λεπίδα, είτε στη χειρολαβή. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αποδεχόμαστε στο σύνολο της τη μαρτυρία του. Μάλιστα θα πρέπει να τονίσουμε ότι, όπως διεφάνη και στο στάδιο της αγόρευσης από τον νέο συνήγορο υπεράσπισης (κ. Δημητρίου) και επεξηγούμε αναλυτικότερα πιο κάτω, τελικά δεν αμφισβητείται αυτός καθεαυτός ο εντοπισμός DNA του Κατηγορουμένου στη χειρολαβή, αφού η προσπάθεια ήταν να δοθούν κάποιες ερμηνείες για την ύπαρξη του εκεί. Στην πραγματικότητα λοιπόν ο λόγος των πιθανοτήτων είναι τόσο ισχυρός που το αποτέλεσμα του ισοδυναμεί με λογική βεβαιότητα ύπαρξης DNA του Κατηγορούμενου στη χειρολαβή. Σχολιασμός κατάθεσης Κατηγορουμένου Η Κατηγορούσα Αρχή στο πλαίσιο προσκόμισης της μαρτυρίας της και στα πλαίσια του καθήκοντος της να δώσει ολοκληρωμένη εικόνα της υπόθεσης[3], παρουσίασε και τις δύο ανακριτικές καταθέσεις που λήφθηκαν από τον Κατηγορούμενο (Τεκμήρια 2Α και 2Β και Τεκμήρια 3Α και 3Β αντίστοιχα). Είναι νομολογιακά θεμελιωμένη αρχή ότι σχετικά με την αξιολόγηση κατάθεσης ενός Κατηγορούμενου κάθε μέρος αυτής που γίνεται δεκτό αποτελεί μαρτυρία που αξιολογείται για την αλήθεια των γεγονότων στα οποία αναφέρεται και όχι μόνο στο μέρος εκείνο που συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη, το δε Δικαστήριο προβαίνει σε εκτίμηση των ισχυρισμών που προβάλλονται. Δύναται, όμως, να δώσει, όπως αυτό κρίνει ότι επιβάλλεται, διαφορετική βαρύτητα σε διαφορετικά μέρη της κατάθεσης ή και μικρότερη σημασία ή και να απορρίψει ένα ή περισσότερα μέρη αυτής. Είναι, με άλλα λόγια, η εκτίμηση κατάθεσης θέμα που ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της συνολικής αξιολόγησης που επιβάλλεται[4]. Στην προκειμένη περίπτωση επισημαίνουμε ότι κάποιες αναφορές που γίνονται στην κατάθεση του Κατηγορούμενου[5] επιβεβαιώνονται και από τη μαρτυρία που δόθηκε από τους ίδιους τους Παραπονούμενους. Πρόκειται για τις ακόλουθες: ü Εργοδοτείτο στο αρτοποιείο «ΧΡΥΣΟΒΑΛΑΝΤΟΥ» στον Αρχάγγελο για 3½ χρόνια[6], ήτοι μέχρι τον Μάιο του
- ü Κατά τη διάρκεια της εργοδότησης του στο πιο πάνω αρτοποιείο διέμενε σε δωμάτιο στον χώρο του αρτοποιείου[7]. ü Πίσω από το αρτοποιείο βρίσκεται η οικία των ιδιοκτητών του αρτοποιείου[8]. ü Με τον Ειρηναίο («Ρένο») Καλοπέσα ήταν φίλοι στη δουλειά και κάποτε έπαιζαν ποδόσφαιρο[9]. Σημειώνουμε ότι σε σχετική ερώτηση για τις κινήσεις του κατά την ημέρα και ώρα της ληστείας ο Κατηγορούμενος άφησε να νοηθεί ότι ήταν μια συνηθισμένη ημέρα εργάσιμη για εκείνον προβάλλοντας κάποιες πιθανές δραστηριότητες στις οποίες προβαίνει συνήθως σε τέτοιες ημέρες. Φυσικά δεν αναμένεται από οποιονδήποτε άνθρωπο να θυμάται με λεπτομέρεια τις κινήσεις μιας καθημερινής ημέρας εκτός αν γίνει κάτι το ξεχωριστό. Εκείνο που θέλουμε να διευκρινίσουμε είναι πως στην παρούσα ο Κατηγορούμενος στην πραγματικότητα δεν προέβαλε βασικά κάτι που θα μπορούσε να εκληφθεί ή θα έπρεπε να εξεταστεί ως άλλοθι. Έτσι τα όσα ανέφερε έχουν την έννοια μόνον ότι ήταν μια συνηθισμένη μέρα για εκείνον που ουσιαστικά ισοδυναμεί με άρνηση ενοχής. Με κάποιες άλλες αναφορές του Κατηγορούμενου που γίνονται στις καταθέσεις του θα ασχοληθούμε σε άλλο μέρος της Απόφασης μας. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Κατ' ακολουθίαν της πιο πάνω αξιολόγησης προβαίνουμε πιο κάτω στη διατύπωση των πιο ουσιωδών ευρημάτων μας: § Οι Αντώνης και Φρόσω Καλοπέσα (Μ.Κ.10 και 11 αντίστοιχα) είναι ανδρόγυνο και διαμένουν μαζί με τον γιο τους, Ειρηναίο Καλοπέσα (Μ.Κ.6) στην οδό Λυκαβητού 2, Λακατάμεια, Αρχάγγελο. Είναι ιδιοκτήτες του αρτοποιείου «Χρυσοβαλάντου» το οποίο βρίσκεται μπροστά από την οικία τους. § Ο Κατηγορούμενος υπήρξε εργοδοτούμενος στο πιο πάνω αρτοποιείο για περίοδο 3½ ετών, ήτοι μέχρι τον Μάιο του
- § Κατά τη διάρκεια της εργοδότησης του στο πιο πάνω αρτοποιείο ο Κατηγορούμενος διέμενε σε δωμάτιο στον χώρο του αρτοποιείου. § Από τότε που μετακόμισαν στο σπίτι, δηλαδή από το 1995-1996, έχουν χρηματοκιβώτιο, το οποίο βρίσκεται στη δεξιά πλευρά πίσω από την κύρια είσοδο της οικίας. Συνηθίζουν στον κύκλο της οικογένειας και της εργασίας να αποκαλούν το χρηματοκιβώτιο «κάσια» για να μην μπορεί να γίνεται αντιληπτό ότι αφορά χρηματοκιβώτιο και σε αυτό φυλάσσονται τα κοσμήματα της Μ.Κ.11 και οι εισπράξεις από το αρτοποιείο. § Το αρτοποιείο ανοίγει στις 05.30π.μ. και κλείνει στις 23.00μ.μ. Ο Μ.Κ.6 συνήθως παίρνει τις εισπράξεις της ημέρας και κλείνει το αρτοποιείο. Ο Μ.Κ.6 έρχεται από τη δεξιά πλευρά του αρτοποιείου από τον διάδρομο, ανεβαίνει τις σκάλες και μπαίνει στο σπίτι. § Στις 15.7.2013 και περί ώρα 22.45μ.μ., οι Μ.Κ.10 και 11 επέστρεψαν στο σπίτι τους, ενώ ο Μ.Κ.6 είχε επιστρέψει πιο νωρίς και είχε πάει στο αρτοποιείο για να πάρει τις εισπράξεις της ημέρας. Οι Μ.Κ.10 και 11 μπήκαν στο σπίτι και η Μ.Κ.11 προχώρησε στο υπνοδωμάτιο της για να ετοιμαστεί να ξαπλώσει. Ο Μ.Κ.10 έμεινε στο σαλόνι και έψαχνε τις παντόφλες του. Ενώ τις βρήκε και ήταν σκυφτός, είδε 3 άτομα να μπαίνουν από την κύρια είσοδο του σπιτιού η οποία ήταν ανοικτή και να πηγαίνουν προς εκείνο. Και οι 3 είχαν καλυμμένα τα πρόσωπα τους και φαίνονταν μόνο τα μάτια τους. Είδε ότι οι δύο από αυτούς κρατούσαν μαχαίρια. Ο ένας (πρώτος δράστης) είχε ύψος περίπου 1.85μ. και ήταν λεπτός. Κρατούσε μαχαίρι με χειρολαβή πράσινου ανοικτού χρώματος και καμπυλωτή λεπίδα. Αυτός πήγε προς το μέρος του Μ.Κ.10, τον πήρε από τον λαιμό έχοντας το μαχαίρι που κρατούσε κοντά στο μάτι του και τον γονάτισε στο έδαφος. Είπε στον Μ.Κ.10 σε σπασμένα Ελληνικά «Κόψω κκελλέ σου» και ο Μ.Κ.10 τον ρώτησε γιατί. Αυτός του είπε «λεφτά» ή κάτι για λεφτά. Όταν ο Μ.Κ.10 του είπε ότι δεν έχει, αυτός τον τραυμάτισε με το μαχαίρι τον δείκτη και το μεσαίο δάκτυλο του δεξιού χεριού. Πριν από αυτό, ο δράστης του έκανε μια μαχαιριά πάνω από το δεξί φρύδι και το αριστερό μάτι. Ο Μ.Κ.10 του είπε επίσης ότι είναι εγχειρισμένος και να τον αφήσει και τότε αυτός τραυμάτισε ξανά τον Μ.Κ.10 στο ίδιο σημείο. Ακολούθως ο Μ.Κ.10 αντιστάθηκε και τον άρπαξε από την κουκούλα και τον δάγκωσε στο αριστερό χέρι. Εν τω μεταξύ, τη δεύτερη φορά που ο πρώτος δράστης τον τραυμάτισε στα δάκτυλα, μπήκε στο σπίτι ο Μ.Κ.
- Μόλις ο πρώτος δράστης είδε τον Μ.Κ.6, άφησε τον Μ.Κ.10 και έτρεξε να φύγει. § Ενώ η Μ.Κ.11 ήταν στο δωμάτιο της άκουσε τον σύζυγο της να φωνάζει και μετά από λίγο μπήκαν στο δωμάτιο της δύο άτομα, ο ένας έψαχνε στο δωμάτιο και ο άλλος την άρπαξε από τον λαιμό. Και οι δύο κρατούσαν μαχαίρι. Αυτός που κρατούσε τη Μ.Κ.11 (τρίτος δράστης) της είπε σε σπαστά Ελληνικά «Μεν φοάσαι δεν θα κάνω σου κακό». Της είπε ότι ήθελε λεφτά και ρωτούσε πού είναι τα λεφτά, και ακόμα της είπε «Θέλω λεφτά, πούντα λεφτά, θέλω κλεικιά κάσια, πούντα κλεικιά κάσια;» Αυτός ήταν μέτριου αναστήματος, γύρω στα 1.60μ., δηλαδή λίγο πιο ψηλός από τον τρίτο, λεπτός με σκουρόχρωμα ρούχα και φαίνονταν μόνο τα μάτια του επειδή είχε καλυμμένο το πρόσωπο του. Ο δεύτερος (δεύτερος δράστης) ήταν λίγο πιο ψηλός από τον τρίτο, λεπτός με σκουρόχρωμα ρούχα και επίσης είχε καλυμμένο το πρόσωπο. Και οι δύο προσπάθησαν να την καθίσουν στο κρεβάτι αλλά δεν τα κατάφεραν επειδή αντιστάθηκε και έμειναν εκεί για περίπου 5 λεπτά. § Ο τρίτος δράστης ήταν πολύ κοντά της Μ.Κ.11 όταν της μιλούσε και την κρατούσε με το ένα χέρι από τον λαιμό, δηλαδή στο στόμα και στη μύτη, ενώ με το άλλο είχε το μαχαίρι στον λαιμό της. Όταν αυτή προσπάθησε να αντισταθεί ένιωσε 3 φορές να τη γδέρνει με το μαχαίρι στη δεξιά πλευρά του λαιμού της, ενώ ο άλλος τον βοηθούσε και την έγδαρε 2 φορές με το μαχαίρι που κρατούσε στην αριστερή πλευρά του λαιμού της. Η Μ.Κ.11 απάντησε ότι τα κλειδιά τα είχε ο γιος της και να προσέχουν τον άντρα της επειδή ήταν εγχειρισμένος, γιατί αυτή τον άκουγε που σπάραζε, και ο τρίτος δράστης της είπε να μην φωνάζει και αυτή ηρέμησε λίγο, ενώ ο δεύτερος που έψαχνε στο δωμάτιο της είπε δύο φορές «σιώπα». Η Μ.Κ.11 είδε το μαχαίρι αυτού που το κρατούσε στη δεξιά πλευρά της και είχε λεπίδα μήκους 10-12 εκ., ενώ δεν είδε το μαχαίρι αυτού που το κρατούσε στην αριστερή πλευρά της επειδή ο τρίτος την κρατούσε με το κεφάλι προς τα πάνω και γυρισμένο προς τα δεξιά. Ο τρίτος δράστης ήταν ύψους 1.50-1.60μ. περίπου. § Όταν ο Μ.Κ.6 μπήκε στο σπίτι είδε τον πρώτο δράστη πάνω από τον πατέρα του ο οποίος βρισκόταν στο πάτωμα μέσα στο σαλόνι και αιμορραγούσε. Ο δράστης αυτός του επιτέθηκε προτάσσοντας το μαχαίρι. Τότε ο Μ.Κ.6 άφησε το ταμείο στον καναπέ και προσπάθησε να αμυνθεί ρίχνοντας σε αυτόν διάφορα αντικείμενα τα οποία βρήκε στο σαλόνι. Ο Μ.Κ.6 δεν ήρθε σε σωματική επαφή με τον πρώτο δράστη και, μεταξύ άλλων, του έριξε ένα στρογγυλό τραπεζάκι που βρισκόταν στο μέσο του σαλονιού. Το μαχαίρι που κρατούσε ο πρώτος δράστης είχε καμπυλωτή λεπίδα. Αυτός ο δράστης φοβήθηκε και άνοιξε την πόρτα και τράπηκε σε φυγή. Τότε ο Μ.Κ.6 είδε ένα άλλο άτομο (τον δεύτερο δράστη) να εισέρχεται στο σαλόνι, κρατώντας μαχαίρι στο αριστερό του χέρι. Αυτός πήρε τα χρήματα, €800, που ο Μ.Κ.10 άφησε πάνω στο ερμαράκι αφού τα είχε βγάλει από το παντελόνι του, και όταν είδε τον Μ.Κ.6 του επιτέθηκε προτάσσοντας το μαχαίρι. Για να αμυνθεί, ο Μ.Κ.6 τον πήρε από το χέρι με το οποίο κρατούσε το μαχαίρι και άρχισε να τον κτυπά με τα χέρια και τα πόδια του, με αποτέλεσμα να βγουν έξω στην αυλή του σπιτιού. Αυτός ο δράστης (δεύτερος δράστης) ήταν πιο ψηλός του, δηλαδή πάνω από 1.74μ. Το μαχαίρι είχε ευθεία λεπίδα και ο δράστης είχε κάτι σαν μουστάκι. Εν τω μεταξύ βγήκε και το τρίτο άτομο, (τρίτος δράστης) και, όπως ο δεύτερος δράστης κτυπιόταν με τον Μ.Κ.6, αυτός, δηλαδή ο τρίτος δράστης, τον κτύπησε στο πίσω μέρος του κεφαλιού, προφανώς με το πίσω μέρος του μαχαιριού, με αποτέλεσμα να ζαλιστεί. § Τότε τα δύο άτομα τράπηκαν σε φυγή από διαφορετικές κατευθύνσεις. Ο ένας (δεύτερος δράστης) κατευθύνθηκε από την πίσω πλευρά του σπιτιού προς την οδό Πειραιώς και ο άλλος (τρίτος δράστης) έφυγε προς την οδό Μόρφου. Η οδός Μόρφου βρίσκεται ακριβώς μπροστά από την οικία των παραπονούμενων, οριζόντια σε σχέση με αυτή. Ο Μ.Κ.6 βγήκε στον δρόμο και άρχισε να καλεί σε βοήθεια. Εν τω μεταξύ βγήκε στην αυλή και η Μ.Κ.11, η οποία είδε τον τρίτο δράστη που την κρατούσε από τον λαιμό να τρέχει και να μπαίνει στην οδό Μόρφου με κατεύθυνση την εκκλησία του Αγ. Παντελεήμονα, κρατώντας το μαχαίρι στα χέρια του. Αυτός έτρεχε πολύ γρήγορα και δεν μπορούσε να τον φθάσει και άρχισε να φωνάζει βοήθεια. § Στη διαδρομή που ακολούθησε ο τρίτος δράστης εντοπίστηκε από το Μ.Κ.4 λίγο αργότερα το μαχαίρι με την κόκκινη χειρολαβή (Τεκμήριο 8). § Σε σύντομο χρονικό διάστημα έφθασε στο μέρος η Αστυνομία και το ασθενοφόρο με το οποίο οι Μ.Κ.6 και 10 διακομίστηκαν στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός από τις δύο πλευρές ότι κατά την εξέταση του Μ.Κ.6 διαπιστώθηκε ότι αυτός έφερε πρόσφατο τραύμα 1 εκ. μήκους που έγινε με αιχμηρό αντικείμενο στη δεξιά νεφρική χώρα και του έγινε συρραφή. Επίσης ο Μ.Κ.6 έφερε κάταγμα πρώτου δακτύλου στο δεξί πόδι. Αποτελεί επίσης παραδεκτό γεγονός ότι κατά την εξέταση του Μ.Κ.10 αυτός είχε στο αριστερό μέτωπο αμυχή περίπου 2 εκ. και παλαμιαίο θλαστικό τραύμα στα δεξιά άκρα χειρός, τον δείκτη και το μεσαίο δάκτυλο, περίπου 1 εκ. Ουσιαστικά έφερε τέμνοντα τραύματα στο δείκτη και το μέσο δάκτυλο δεξιού άκρου χειρός, στην παλαμιαία επιφάνεια στο επίπεδο της μέσης φάλαγγας. Ο Μ.Κ.10 νοσηλεύτηκε και έλαβε εξιτήριο στις 18.7.
- Αυτός χειρουργήθηκε όσον αφορά τα τραύματα στο χέρι και κατά την επέμβαση ανευρέθηκε ότι τα δακτυλικά νεύρα του μεσαίου δακτύλου και του δείκτη παρουσίαζαν ημιδιατομή και έγινε συρραφή νεύρων με τεχνική μικροχειρουργική. Έχοντας αποδεκτεί την αστυνομική μαρτυρία στην ολότητα της, όπως αυτή παρατίθεται πιο πάνω, διατυπώνουμε στη βάση αυτής τα ανάλογα ευρήματα σε σχέση με το σύνολο των ενεργειών των αστυνομικών οργάνων που έλαβαν χώρα στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης χωρίς την ανάγκη να τα επαναλάβουμε. § Το DNA που απομονώθηκε από τη λεπίδα του μαχαιριού (Τεκμήριο 8) παρουσιάζει κύρια συνεισφορά και για τις χρωμοσωμικές θέσεις που μελετήθηκαν το πλήρες αντρικό γενετικό προφίλ αυτής ταυτίζεται με το γενετικό προφίλ του DNA που απομονώθηκε από το παρειακό επίχρισμα του Ειρηναίου, δηλ. του Μ.Κ.
- Η ως άνω εναπόθεση DNA του Ειρηναίου στη λεπίδα προήλθε από άμεση επαφή του με το αντικείμενο αυτό και δεν πρόκειται για περίπτωση έμμεσης μεταφοράς. § Η ανεύρεση DNA του Μ.Κ.6 στο Τεκμήριο 8 (το οποίο εντοπίστηκε στη διαδρομή του τρίτου δράστη) σε συνδυασμό με την αναφορά του Μ.Κ.6 για μαχαίρωμα του κατά τη διάρκεια της ληστείας ως επίσης και με τη μαρτυρία παραδεκτών γεγονότων ότι το τραύμα του ήταν πρόσφατο και ότι, με βάση την ιατροδικαστική μαρτυρία, θα μπορούσε να είχε προκληθεί από αιχμηρό όργανο, μας οδηγεί αβίαστα στο μόνο λογικό συμπέρασμα ότι με αυτό το μαχαίρι (δηλ. το Τεκμήριο 8) προκλήθηκε το εν λόγω τραύμα στον Μ.Κ.6 εκείνο το βράδυ. § Στη χειρολαβή του ίδιου μαχαιριού (Τεκμήριο 8) δεν εντοπίστηκε κύρια συνεισφορά. Από το σχετικό επίχρισμα απομονώθηκε μικρή ποσότητα μικτού γενετικού υλικού το οποίο παρουσιάζει μικτό γενετικό προφίλ προερχόμενο τουλάχιστον από 4 άτομα. § Δεν θα μπορούσε να καθορισθεί επιστημονικά ο χρόνος εναπόθεσης του DNA είτε στη λεπίδα, είτε στη χειρολαβή. Με βάση τη Στατιστική Ανάλυση του Λόγου των Πιθανοτήτων είναι 19.000.000.000 πιο πιθανό δότες του μικτού DNA να είναι ο Κατηγορούμενος και τρία άγνωστα άτομα. Ο λόγος των πιθανοτήτων είναι τόσο ισχυρός που το αποτέλεσμα του ισοδυναμεί με λογική βεβαιότητα ύπαρξης DNA του Κατηγορούμενου στη χειρολαβή. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις πρώτες δύο κατηγορίες που αφορούν τα αδικήματα της συνωμοσίας για διάπραξη κακουργήματος και συγκεκριμένα ληστείας και της ληστείας. Σε σχέση με το πρώτο αδίκημα, όπως τονίσθηκε στην υπόθεση Λαζάρου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ 633, το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότερα πρόσωπα συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέραν από τη συμφωνία[10]. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν, σταμάτησαν, παρεμποδίστηκαν, απέτυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο[11]. Είναι χωρίς σημασία το κατά πόσο αυτό που τελικά πραγματοποιείται διαφέρει από αυτά που έχουν συμφωνηθεί. Στη Λαζάρου (ανωτέρω) επισημάνθηκε, ακόμη, ότι η συνωμοσία, εκτός της ύπαρξης συμφωνίας περιλαμβάνει και το στοιχείο της πρόθεσης (mens rea) και για τούτο η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδεικνύει όχι μόνο τη συμφωνία μεταξύ των κατ΄ ισχυρισμό συνωμοτών να εκτελέσουν ένα παράνομο σκοπό (αποδεικνυόμενης είτε με λόγια, είτε με άλλο τρόπο επικοινωνίας μεταξύ τους), αλλά επιπρόσθετα θα πρέπει να αποδεικνύει την πρόθεση στη σκέψη καθενός κατ΄ ισχυρισμό συνωμότη να εκτελέσει τον παράνομο σκοπό[12]. Σημειώνουμε ότι η πρόθεση δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης και κατά κανόνα αναδύεται ως εξυπακουόμενο στοιχείο μέσα από τα παρουσιαζόμενα γεγονότα τα οποία και αποτελούν τα ευρήματα του Δικαστηρίου[13]. Όσον αφορά το αδίκημα της ληστείας τα Άρθρα 282 και 283 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 προβλέπουν τα εξής: «
- Όποιος κλέβει κάτι και κατά ή αμέσως πριν ή αμέσως μετά το χρόνο της κλοπής χρησιμοποιεί ή απειλεί να χρησιμοποιήσει πραγματική βία εναντίον οποιουδήποτε προσώπου ή περιουσίας, με σκοπό απόκτησης ή κατακράτησης εκείνου που εκλάπηκε ή με σκοπό αποτροπής ή εξουδετέρωσης αντίστασης που προβάλλεται εναντίον της κλοπής ή κατακράτησης αυτού, είναι ένοχος του κακουργήματος της ληστείας.
- Όποιος διαπράττει το ποινικό αδίκημα της ληστείας υπόκειται σε φυλάκιση δεκατεσσάρων χρόνων. Αν ο υπαίτιος είναι οπλισμένος με επικίνδυνο ή επιθετικό όπλο ή όργανο ή συνοδεύεται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα ή αν κατά ή αμέσως πριν ή αμέσως μετά το χρόνο της ληστείας, τραυματίσει, κτυπήσει, πλήξει ή χρησιμοποιήσει οποιαδήποτε άλλη μορφή σωματικής βίας εναντίον άλλου, αυτός υπόκειται στην ποινή της φυλάκισης δια βίου.» Το αδίκημα της ληστείας, σύμφωνα με το Άρθρο 282 του Ποινικού Κώδικα, διαπράττεται, όταν κάποιος: (α) κλέβει κάτι, (β) κατά ή αμέσως πριν ή αμέσως μετά το χρόνο της κλοπής, χρησιμοποιεί ή απειλεί να χρησιμοποιήσει πραγματική βία εναντίον οποιουδήποτε προσώπου ή περιουσίας, (γ) με σκοπό απόκτησης ή κατακράτησης εκείνου που κλάπηκε ή με σκοπό αποτροπής ή εξουδετέρωσης αντίστασης που προβάλλεται εναντίον της κλοπής ή κατακράτησης αυτού που κλάπηκε. Από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, προκύπτει ότι είναι απαραίτητο για στοιχειοθέτηση του αδικήματος, να υπάρχει ταυτόχρονη σύνδεση της χρήσης ή απειλής χρήσης βίας με τον σκοπό, διαφορετικά το αδίκημα της ληστείας δεν είναι δυνατό να στοιχειοθετηθεί. Εν ολίγοις το αδίκημα της ληστείας περιλαμβάνει την κλοπή και τη χρήση ή απειλή χρήσης βίας. Αναλύοντας την πιο πάνω περιληπτική προσέγγιση τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος εξειδικεύονται ως ακολούθως: Κλοπή: απαιτείται η απόδειξη κλοπής. Η αποστέρηση περιουσίας είναι αρκετή ανεξάρτητα εάν αυτή είχε τελικώς παραμείνει στην κατοχή του δράστη ή όχι. Χρήση βίας: η χρήση ή η απειλή χρήσης βίας πρέπει να είναι κατά τον αμέσως προηγούμενο της κλοπής χρόνο, ή να ασκείται κατά τη διάρκεια της, στόχο δε να έχει την υλοποίηση της κλοπής. Η χρήση βίας ή η απειλή χρήσης βίας πρέπει να αποδειχθεί ότι έγινε με στόχο την κλοπή. Εναντίον οποιουδήποτε προσώπου: είναι απαραίτητο να αποδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος χρησιμοποίησε βία, εναντίον οποιουδήποτε προσώπου ή να έθεσε το πρόσωπο αυτό κάτω από φόβο ότι μπορούσε να ήταν αντικείμενο βίας. Αυτό με στόχο την απόκτηση ή κατακράτηση των κλαπέντων ή ως μέσο εξουδετέρωσης της αντίστασης που μπορούσε ενδεχόμενα να προβληθεί. Είναι επίσης απαραίτητο να προσδιοριστεί η ένοχη σκέψη (mens rea), του δράστη, ως προς τουλάχιστον την πρόθεση κλοπής. Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα προέκυψε ότι ο δεύτερος δράστης εξερχόμενος από το δωμάτιο όπου βρισκόταν η Φρόσω Καλοπέσα πήρε το χρηματικό ποσό των €800 που ο Αντώνης Καλοπέσας είχε αφήσει πάνω στο ερμαράκι στο σαλόνι σαφώς με πρόθεση αποστέρησης. Πριν την πιο πάνω κλοπή ο πρώτος δράστης άσκησε βία και τραυμάτισε τον Αντώνη Καλοπέσα στον χώρο του σαλονιού, ενώ ο δεύτερος και ο τρίτος δράστης ευρισκόμενοι στο υπνοδωμάτιο της Φρόσως Καλοπέσα άσκησαν βία εναντίον της. Αμέσως μετά την κλοπή του χρηματικού ποσού των €800 ο δεύτερος και ο τρίτος δράστης άσκησαν βία στον Ειρηναίο Καλοπέσα στα πλαίσια της οποίας μάλιστα ο τρίτος δράστης τον τραυμάτισε έξω στην αυλή του σπιτιού. Στην προκειμένη περίπτωση διαπιστώνεται, επομένως, ότι υπήρξε κλοπή του χρηματικού ποσού των €800 το οποίο ήταν περιουσία του Αντώνη Καλοπέσα. Κατά δε και αμέσως πριν το χρόνο της κλοπής χρησιμοποιήθηκε πραγματική βία εναντίον της Φρόσως και Αντώνη Καλοπέσα και τραυματισμός του τελευταίου. Επίσης κατά και αμέσως μετά το χρόνο της κλοπής χρησιμοποιήθηκε βία και τραυματισμός του Ειρηναίου Καλοπέσα. Είναι προφανές ότι η βία σε όλα τα στάδια αποσκοπούσε στην κτήση και διατήρηση του πιο πάνω οφέλους. Όπως έχει ήδη διαφανεί, στην παρούσα υπόθεση έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό - και δεν αμφισβητείται άλλωστε - ότι τρία πρόσωπα σχεδίασαν, οργάνωσαν και το βράδυ της 15ης Ιουλίου 2013 διέπραξαν ληστεία στην οικία των παραπονουμένων, με θύματα τους τελευταίους. Οι συνθήκες διάπραξης της ληστείας έχουν καταγραφεί μέσα από τα προηγηθέντα ευρήματα του Δικαστηρίου. Συνεπώς αποδεικνύονται τόσο το αδίκημα της συνωμοσίας, όσο και το αδίκημα της ληστείας. Το ερώτημα που εγείρεται είναι η ταυτότητα των δραστών και ειδικότερα εάν στα επίδικα αδικήματα εμπλέκεται ο Κατηγορούμενος. Όπως γίνεται αντιληπτό προς αυτή την κατεύθυνση έχει προσφερθεί από την Κατηγορούσα Αρχή αφενός η άμεση μαρτυρία της ακουστικής αναγνώρισης του τρίτου δράστη από την Παραπονούμενη Φρόσω Καλοπέσα (Μ.Κ.11) και αφετέρου διάφορα στοιχεία περιστατικής μαρτυρίας. Πρόκειται, κατά τη γνώμη μας, για δύο οδούς για τις οποίες θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον είτε η μία, είτε η άλλη, είτε σε συνδυασμό ολικώς ή μερικώς η μία με την άλλη επιτυγχάνουν στον απαιτούμενο βαθμό, σε μια ποινική δίκη, να οδηγήσουν σε συμπέρασμα ενοχής. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗΣ - ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Αναγνώριση Υπόπτου Η μαρτυρία για αναγνώριση προσώπου πρέπει πάντοτε να εξετάζεται εξονυχιστικά και με ιδιαίτερη προσοχή δεδομένης της ανθρώπινης εμπειρίας η οποία δεικνύει ότι, σε αρκετές περιπτώσεις, υπάρχουν περιθώρια για λανθασμένη εκτίμηση ενός μάρτυρα σε σχέση με την ταυτότητα του Κατηγορούμενου ακόμα και εκεί όπου ο μάρτυρας είναι αξιόπιστος διότι καλή τη πίστει πιθανόν να λανθάνεται σε σχέση με την ταυτότητα του Κατηγορουμένου. Συνεπώς, όταν εγείρεται σε μία υπόθεση θέμα αναγνώρισης, αυτό θα πρέπει να εξετάζεται με τέτοια προσοχή και περίσκεψη ούτως ώστε να εξασφαλίζεται βεβαιότητα σε βαθμό που να αποκλείει κάθε ενδεχόμενο λάθους. Το Αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση R. v. Turnbull and others
(1976)3 All E.R. 549 σε μια προσπάθεια του να περιορίσει αυτούς τους κινδύνους έχει διατυπώσει κάποιες κατευθυντήριες γραμμές οι οποίες εφαρμοζόμενες προσδίδουν στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να ελαχιστοποιήσει την ύπαρξη τέτοιων κινδύνων και ταυτόχρονα να δώσει την ευχέρεια προβληματισμού ως προς το θέμα της αναγνώρισης όποτε αυτό είναι επίδικο. Η υπόθεση Turnbull (ανωτέρω) αποτελεί, συνεπώς, την Αγγλική αυθεντία επί του θέματος της αναγνώρισης Κατηγορούμενου και πραγματεύεται διεξοδικά τις αρχές που διέπουν την αναγνώριση κατηγορουμένων προσώπων ως και τις διαδικασίες που θα πρέπει να ακολουθούνται όποτε εγείρεται θέμα αναγνώρισης του δράστη ενός εγκλήματος. Να επισημάνουμε από την αρχή ότι οι κατευθυντήριες αυτές γραμμές δεν αποτελούν κανόνα δικαίου αλλά τίθενται σε μια προσπάθεια υποβοήθησης του έργου του Δικαστηρίου με την εφαρμογή διαπιστώσεων που προκύπτουν από την ίδια την ανθρώπινη πείρα με στόχο τον όσο το δυνατό αποκλεισμό λάθους και την πρόκληση αδικίας στον Κατηγορούμενο. Η υπόθεση Τurnbull (ανωτέρω) έχει υιοθετηθεί από την Κυπριακή Νομολογία και ενδεικτικά γίνεται παραπομπή στις υποθέσεις Rossides v. The Republic
(1983)2 C.L.R. 391, Θεοδωρίδης ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 160 και Χατζημάρκου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ 482. Στη Θεοδωρίδης (ανωτέρω) αναφέρεται ότι στην υπόθεση Τurnbull (ανωτέρω) διαγράφονται οι κίνδυνοι από την εμφιλοχώρηση σφάλματος στην αναγνώριση υπόπτων, αλλά και οι διαδικασίες που πρέπει να τηρούνται για τον κατά το δυνατό αποκλεισμό λάθους. Ανάλογη καθοδήγηση παρέχεται και για την αξιολόγηση της μαρτυρίας αναγνώρισης υπόπτων και τη σημασία ενισχυτικής μαρτυρίας, ως ασφαλιστικής δικλίδας για την αποφυγή λαθών που μπορεί να παρεισφρήσουν στην αναγνώριση. Συνοψίζοντας, όπου η υπόθεση εξαρτάται πλήρως ή ουσιαστικά από την μαρτυρία αναγνώρισης, η υπόθεση Turnbull (ανωτέρω) απαιτεί όπως οι ένορκοι (και εδώ το Δικαστήριο) έχουν υπόψη τους τα ακόλουθα: (α) την ειδική ανάγκη για προσοχή (caution) πριν καταδικάσουν βάσει της εν λόγω μαρτυρίας, (β) το λόγο για τέτοια ανάγκη, (γ) ένας μάρτυρας που έχει λάθος στην αναγνώριση μπορεί να είναι πειστικός μάρτυρας και ένας αριθμός μαρτύρων μπορεί να κάνει λάθος, (δ) να εξετάσουν πολύ προσεκτικά τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε κάθε αναγνώριση, (ε) να υπενθυμίσουν τους εαυτούς τους για συγκεκριμένες αδυναμίες στη μαρτυρία αναγνώρισης, (στ) εκεί όπου είναι σχετικό, να υπενθυμίσουν τους εαυτούς τους ότι λανθασμένη αναγνώριση μπορεί να γίνει ακόμα και από στενούς συγγενείς και φίλους, (ζ) να εντοπίσουν τη μαρτυρία που είναι ικανή να υποστηρίξει την αναγνώριση, και (η) να εντοπίσουν τη μαρτυρία που φαίνεται να υποστηρίζει την αναγνώριση αλλά στην πραγματικότητα δεν έχει τέτοια ιδιότητα. Μια κακής ποιότητας αναγνώριση, η οποία δεν ενισχύθηκε από άλλη ανεξάρτητη μαρτυρία, ήταν ο βασικός λόγος για τον οποίο είχε διαταχθεί η επανεκδίκαση στην υπόθεση Michaelides v. The Republic
(1987)2 C.L.R. 269. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα (στη σελ. 272): "In our view it suffices to say that the trial Court, in a manner rendering its verdict unsafe, appears to have proceeded to treat other evidence adduced at the trial as amounting to corroboration of the credibility of the evidence of witness Palaris regarding his identification of the appellant at locality Zygos, even though such identification had been found, by the trial Court, to be in the circumstances in which it was made, an identification of poor quality, whereas, in our opinion, the basic issue was whether or not there existed other independent evidence rendering it safe to find, beyond reasonable doubt, that the man seen by witness Palaris at the locality Zygos must have been the appellant". Εν πρώτοις, όπως προκύπτει από τη σχετική επί του θέματος αγγλική νομολογία, μαρτυρία από άτομα που ισχυρίζονται ότι αναγνώρισαν τη φωνή του Κατηγορούμενου είναι αποδεκτή σε μία δίκη. Στην αναγνώριση μέσω φωνής, ωστόσο, ενυπάρχουν πολλοί από τους κινδύνους που ισχύουν και για την οπτική αναγνώριση και, συνεπώς, ισχύουν και σε αυτό το είδος αναγνώρισης οι κατευθυντήριες γραμμές που καθορίστηκαν στη γνωστή αγγλική υπόθεση Turnbull (ανωτέρω)[14]. Μάλιστα στη σχετική νομολογία τονίστηκε ότι η μαρτυρία αναγνώρισης φωνής (voice identification/recognition) θα πρέπει να αντικρίζεται με ακόμη περισσότερη προσοχή από ότι η μαρτυρία οπτικής αναγνώρισης (visual identification). Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Davies v. R
(2004)EWCA Crim 2521: "As to the second, we accept that voice identification (or here, more precisely, recognition) evidence needs to be approached with even greater care than visual identification or recognition evidence. But the general principles governing identification stated in Turnbull apply to both: cf e.g.Hersey [1997] EWCA Crim 3106 (1st December 1997)
(1998)Crim. L.R. 281. It is therefore necessary to look carefully at what Turnbull actually decided about the correct approach.». Στην υπόθεση R Flynn and St John
(2008)2 Cr.App.Rep. 20[15] το Δικαστήριο υπογράμμισε τους κινδύνους που ενυπάρχουν στην αναγνώριση μέσω φωνής. Παρόλο που η υπόθεση Flynn (πιο πάνω) αφορούσε περίπτωση αναγνώρισης μέσω ηχογράφησης (covert recording) και όχι περίπτωση άμεσης αναγνώρισης μέσω φωνής που έγινε στην σκηνή του εγκλήματος και το Δικαστήριο κατέληξε ότι η μαρτυρία δεν θα έπρεπε να είχε γίνει αποδεκτή λόγω του ότι η ποιότητα της ηχογράφησης δεν ήταν επαρκής για να γίνει φωνητική αναγνώριση από μη ειδήμονες μάρτυρες, καθορίστηκαν κάποιοι παράγοντες οι οποίοι, ενώ αφορούσαν τη συγκεκριμένη περίπτωση, θα μπορούσαν, κατ΄ αναλογίαν, να ληφθούν υπόψη και σε άλλες περιπτώσεις φωνητικής αναγνώρισης. Παραθέτουμε στο σημείο αυτό το σχετικό απόσπασμα της απόφασης από την παράγρ. 16: «In general terms the expert evidence before us demonstrates the following:
(1)Ιdentification of a suspect by voice recognition is more difficult than visual identification.
(2)Identification by voice recognition is likely to be more reliable when carried out by experts using acoustic and spectrographic techniques as well as sophisticated auditory techniques, than lay listener identification.
(3)The ability of a lay listener correctly to identify voices subject to a number of variables. There is at present little research about the effect of variability but the following factors are relevant: (
- i)the quality of the recording of the disputed voice or voices ; (
- ii)the gap in time between the listener hearing the known voice and his attempt to recognise the disputed voice; (iii) the ability of the individual lay listener to identify voices in general. Research shows that the ability of an individual to identify voices varies from person to person. (
- iv)the nature and duration of the speech which is sought to be identified is important. Obviously, some voices are more distinctive than others and the longer the sample of speech the better the prospect of identification . (
- v)the greater the familiarity of the listener with the known voice the better his or her chance of accurately identifying a disputed voice. However, research shows that a confident recognition by a lay listener of a familiar voice may nevertheless be wrong. One study used telephone speech and involved fourteen people representing three generations of the same family being presented with speech recorded over both mobile and land line telephones. The results showed that some listeners produced mis-identifications , failing to identify family members or asserting some recordings did not represent any member of the family. The study used clear recordings of people speaking directly into the telephone." Όπως είναι προφανές στην εξέταση μαρτυρίας φωνητικής αναγνώρισης θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε η αναγνώριση αυτή. Επίσης εξετάζεται το πόσο εξοικειωμένος με τη φωνή του υπόπτου ήταν ο μάρτυρας που προέβη σε αναγνώριση μέσω φωνής ως, επίσης, και πόσο γνωστός ή οικείος ήταν ο ύποπτος στον μάρτυρα τον οποίον αναγνώρισε μέσω φωνής. Η συχνότητα επαφής των δύο είναι στοιχείο που μπορεί να οδηγήσει στην απόκτηση τέτοιας εξοικείωσης. Παραθέτουμε στο σημείο αυτό το σχετικό απόσπασμα της απόφασης από την υπόθεση Flynn (πιο πάνω) από την παράγρ. 14: «Τhe first category, expert evidence, in this field can be of two types: firstly, auditory analysis and secondly acoustic/spectrographic analysis. The second category of evidence falls into a group described by the experts in this case as lay listener evidence. The latter requires that the witness possesses some special knowledge of the suspect that enables him or her to recognise the suspect's voice . The most common example of such evidence is the knowledge of a close relative or friend. However, there are other persons who may acquire sufficient special knowledge by their familiarity with the suspect's voice . For example, a person may acquire such familiarity by the frequency of his or her contact with the suspect.....» (δικές μας υπογραμμίσεις για σκοπούς έμφασης) Αξιολόγηση μαρτυρίας αναγνώρισης Στην παρούσα υπόθεση επισημαίνουμε ότι η μαρτυρία αναγνώρισης προήλθε από μια γυναίκα που ήταν εργοδότρια του Κατηγορούμενου για περίοδο 3½ χρόνων περίπου στη διάρκεια των οποίων είχε με αυτόν καθημερινή επαφή και τον είχε μάλιστα βοηθήσει στην εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας. Δεν παραγνωρίζουμε, βεβαίως, ότι δεν είχε άλλη επαφή μαζί του από τον Μάϊο του 2012 μέχρι και την ημερομηνία διάπραξης των επίδικων αδικημάτων, δηλαδή για ένα διάστημα 14 μηνών περίπου, το οποίο όμως θεωρούμε ως σχετικά σύντομο διάστημα. Στην προκειμένη περίπτωση έχουμε σαν δεδομένο ότι η παραπονούμενη Φρόσω Καλοπέσα από την πρώτη στιγμή, όπως μάλιστα το έθεσε η ίδια στη μαρτυρία της, από το πρώτο λεπτό και στη συνέχεια το δήλωσε και στην πρώτη κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία (Έγγραφο 11Α) αναγνώρισε από τη φωνή τον Κατηγορούμενο ως τον ένα από τους τρεις δράστες της ληστείας και, συγκεκριμένα, ως το πρόσωπο που την κρατούσε από το λαιμό. Μάλιστα κατά την αντεξέταση της επανέλαβε ότι είχε αναγνωρίσει τον Κατηγορούμενο από το πρώτο λεπτό από τη χροιά της φωνής του χωρίς κανείς να της υποβάλει τέτοιο πράγμα και ότι ήταν σίγουρη γι΄ αυτό. Η βαρύτητα που μπορεί να δοθεί σε αυτή την αναγνώριση εξαρτάται, όπως ήδη αναφέραμε, από κάποιους παράγοντες οι οποίοι πρέπει να ληφθούν υπόψη λόγω των εγγενών κινδύνων που υπάρχουν για την πιθανότητα ύπαρξης λανθασμένης εκτίμησης από ένα μάρτυρα ακόμη και εκεί που ο μάρτυρας είναι αξιόπιστος. Και στην προκειμένη περίπτωση, για τους λόγους που ήδη εξηγήσαμε στο στάδιο αξιολόγησης της μαρτυρίας, η Φρόσω Καλοπέσα κρίθηκε απόλυτα αξιόπιστη μάρτυρας. Ένας από τους παράγοντες που λαμβάνεται υπόψη είναι ο βαθμός εξοικείωσης του παραπονούμενου με τον ύποπτο δηλ. το πόσο καλά γνώριζε ο παραπονούμενος τον ύποπτο. Στην προκειμένη περίπτωση σημαντικό στοιχείο που πρέπει να επισημανθεί είναι ότι ο Κατηγορούμενος εργαζόταν ως υπάλληλος στο αρτοποιείο των Παραπονουμένων περίπου για ένα χρονικό διάστημα 3½ ετών κατά τη διάρκεια του οποίου διέμενε σε υποστατικό που διατηρούσε η οικογένεια μέσα στην αυλή τους. Όπως ήδη επισημάναμε, η Φρόσω Καλοπέσα είχε με τον Κατηγορούμενο καθημερινή επαφή και συνομιλούσαν μεταξύ τους καθημερινά. Ο Κατηγορούμενος ομιλούσε «σπασμένα ελληνικά», όπως δηλαδή μίλησε και ο δράστης κατά τον επίδικο χρόνο που κρατούσε την Παραπονούμενη από το λαιμό. Παρεμβάλλουμε εδώ το γεγονός ότι ήταν η παραπονούμενη που είχε μάθει στον Κατηγορούμενο να μιλά ελληνικά και γνώριζε, επομένως, όπως εξάλλου το δήλωσε και η ίδια απερίφραστα, τον τρόπο που μιλούσε και τη χροιά της φωνής του. Όσον αφορά δε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε η επίδικη αναγνώριση του δράστη μέσω φωνής επισημαίνουμε την απόσταση που τους χώριζε τη δεδομένη στιγμή από την οποία προέκυψε ότι ο δράστης ήταν σε απόσταση αναπνοής και ότι, επομένως, ήταν από πολύ κοντά που η Παραπονούμενη τον άκουσε να λέει «μεν φοάσαι, δεν θα κάνω σου κακό», «θέλω λεφτά, πούντα λεφτά, θέλω κλεικιά κάσια, πούντα κλεικιά κάσια;». Επομένως, επισημαίνουμε ότι μεταξύ των δύο υπήρξε μεγάλη εγγύτητα. Επιπλέον η Παραπονούμενη είχε την ευκαιρία να ακούσει τον δράστη να εκφέρει ολοκληρωμένες φράσεις κάποιας σχετικής διάρκειας ώστε να παρέχεται ένα ικανοποιητικό δείγμα ομιλίας το οποίο να μπορεί να οδηγήσει κάποιο στο να προβεί σε αναγνώριση. Οι δε φράσεις που χρησιμοποίησε ο δράστης ήταν όντως «σπασμένα ελληνικά» και με ιδιαίτερη προφορά. Στην προκειμένη περίπτωση καθοδηγούμενοι λοιπόν από τις αρχές που διατυπώθηκαν στην Turnbull (ανωτέρω) καταλήγουμε ότι η μαρτυρία αναγνώρισης, όσον αφορά την ποιότητα της, είναι καλή. Ενόψει, ωστόσο, της νομολογίας για το θέμα και των κινδύνων που ενέχει τέτοιου είδους αναγνώριση κρίνουμε ορθό να αναζητήσουμε και άλλη υποστηρικτική μαρτυρία που να ενισχύει την ορθότητα της μαρτυρίας αυτής. Έχουμε δε κατά νου την αρχή ότι τέτοια υποστηρικτική μαρτυρία πρέπει να έχει προέλευση ανεξάρτητη από το μάρτυρα τη μαρτυρία του οποίου αποβλέπει να υποστηρίξει και ταυτόχρονα να τείνει να υποστηρίξει την ορθότητα αναγνώρισης αποκλείοντας, κατά το δυνατό, το ενδεχόμενο λάθους. Όπως έχει τονισθεί προσφάτως στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Νεόφυτου Κωνσταντίνου Ιωάννου, Ποινική Έφεση αρ. 140/2012, ημερ.11/9/2013: «Δεν εγείρεται θέμα εφαρμογής των αρχών της Turnbull και κατ' επέκταση θέμα αναζήτησης υποστηρικτικής μαρτυρίας, στην περίπτωση που το Δικαστήριο δεν θα ήταν διατεθειμένο, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, να δεχθεί ως αληθή και να στηριχθεί σ' αυτήν, την εκδοχή του μάρτυρα ότι όντως είδε το δράστη. Σε μια τέτοια περίπτωση το θέμα τελειώνει εκεί. Σε περίπτωση όμως, που ο μάρτυς, όντως είδε το δράστη και το ζητούμενο είναι η ορθότητα της αναγνώρισης του υπόπτου στο πρόσωπο του δράστη, τότε και μόνο τότε, εγείρεται θέμα εφαρμογής των αρχών που τέθηκαν στην Turnbull. Κοντολογίς, το θέμα είναι αποκλειστικά θέμα ποιότητας της αναγνωριστικής μαρτυρίας. Αν η ποιότητα της αναγνώρισης είναι ικανοποιητική σε βαθμό που το δικαστήριο αισθάνεται ασφαλές να στηριχθεί σ' αυτή χωρίς υποστηρικτική μαρτυρία, τότε δεν συντρέχει λόγος αναζήτησης τέτοιας μαρτυρίας. Αν όμως η ποιότητα της μαρτυρίας αναγνώρισης είναι φτωχή, τότε το δικαστήριο θα πρέπει να αθωώσει τον Κατηγορούμενο, εφόσον άλλωστε, όπως έχουμε ήδη επισημάνει, η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής εδράζεται αποκλειστικά ή ουσιαστικά επί της αναγνωριστικής μαρτυρίας, εκτός αν υπάρχει άλλη μαρτυρία, όχι κατ' ανάγκη αναγνωριστικής φύσης, η οποία τείνει να υποστηρίξει την ορθότητα της αναγνώρισης, αποκλείοντας, κατά το δυνατό, το ενδεχόμενο λάθους (βλ. Younnas
(2012)ENCA CRIM. 2022, στην οποία υιοθετήθηκαν πλήρως οι αρχές της Turnbull).» Όπως θα εξηγήσουμε στην παρούσα υπόθεση υπάρχει υποστηρικτική της αναγνώρισης μαρτυρία την οποία θα προσδιορίσουμε σε άλλο σημείο της Απόφασης μας. Στο σημείο αυτό θεωρούμε σκόπιμο να πούμε δύο λόγια για τη διαδικασία που διενεργήθηκε στα γραφεία του ΤΑΕ Λευκωσίας για σκοπούς αναγνώρισης του Κατηγορούμενου από τους Παραπονούμενους. Οι δύο Παραπονούμενοι και συγκεκριμένα η Μ.Κ.11 και ο Μ.Κ.6 κλήθηκαν να δουν τον Κατηγορούμενο για να πουν κατά πόσο μπορεί να ήταν ένας από τους δράστες της ληστείας. Εν πρώτοις να επισημάνουμε ότι οι δράστες της ληστείας είχαν τα πρόσωπα τους καλυμμένα με αποτέλεσμα κανείς από τους Παραπονούμενους να είναι σε θέση να τους αναγνωρίσει οπτικά κατά τη διάρκεια του επίδικου συμβάντος. Όσον αφορά δε την αρχική αναγνώριση που έκανε η Μ.Κ.11 αυτή ήταν ακουστική, δηλ. μέσω φωνής και όχι οπτική. Τούτου λεχθέντος το να κληθεί η Μ.Κ.11 να δεί τον Κατηγορούμενο ο οποίος ήταν πρώην υπάλληλος στο αρτοποιείο της οικογένειας της και να συνομιλήσει μαζί του δεν μπορούσε να έχει οποιαδήποτε σημασία ή σχέση με την αρχική φωνητική αναγνώριση που είχε κάνει στη σκηνή του εγκλήματος. Ούτε και η κλήση του Μ.Κ.6 να δεί τον Κατηγορούμενο θα μπορούσε με οποιοδήποτε τρόπο να είναι σχετική ή να έχει οποιαδήποτε σημασία εφόσον το άτομο που είχε δεί στη σκηνή- ο πιο χαμηλός από τους τρείς δράστες-είχε καλυμμένο το πρόσωπο του και δεν τον είχε αναγνωρίσει στη σκηνή ως τον Κατηγορούμενο. Επαναλαμβάνουμε. Το μόνο που μπόρεσε ο Μ.Κ.6 να κάνει ήταν να περιγράψει το ύψος των δραστών και τίποτε άλλο. Επρόκειτο δηλ. για μια γενική περιγραφή της σωματικής διάπλασης των δραστών στο περίπου. Τούτου λεχθέντος το να κληθεί ο Μ.Κ.6 στο ΤΑΕ Λευκωσίας για να πεί, απλώς, ότι ένας από τους δράστες της ληστείας έτυχε να έχει παρόμοιο σωματότυπο με εκείνο του Κατηγορούμενου που ήταν πρώην υπάλληλος τους δεν μπορούσε να έχει οποιαδήποτε χρησιμότητα στην όλη υπόθεση και ούτε μπορούσε καθ' οιονδήποτε τρόπο αυτό το γεγονός από μόνο του να οδηγήσει σε οποιοδήποτε ασφαλές συμπέρασμα αναφορικά με την ταυτότητα του δράστη. Περιστατική μαρτυρία Εγείρεται ζήτημα κατά πόσον στην παρούσα υπόθεση η αξία της υπάρχουσας περιστατικής μαρτυρίας είναι τέτοια που οδηγεί σε ασφαλές συμπέρασμα ενοχής. Προτού εξετάσουμε αυτό το ζήτημα κρίνουμε σκόπιμο να θέσουμε το νομικό πλαίσιο που τη διέπει. Η σημασία της περιστατικής μαρτυρίας και πότε αποδεικνύει την ενοχή του Κατηγορούμενου αποτέλεσε αντικείμενο ανάλυσης σε πολλές δικαστικές αποφάσεις[16]. Περιστατική είναι η μαρτυρία η οποία προκύπτει από ή συναρτάται προς τα περιστατικά του εγκλήματος. Αντιδιαστέλλεται δε προς την άμεση μαρτυρία, δηλαδή μαρτυρία η οποία ευθέως αποκαλύπτει τα περιστατικά του εγκλήματος και τον εγκληματία. Η περιστατική μαρτυρία δεν υπολείπεται, ούτε είναι υποδεέστερης αξίας από την άμεση μαρτυρία. Η σημασία της έγκειται στα συμπεράσματα που μπορεί να εξαχθούν από το περιεχόμενό της. Ως προς τον τρόπο αντίκρυσης της περιστατικής μαρτυρίας σχετική είναι η υπόθεση Παφίτης ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ 102 όπου επιβεβαιώθηκε η σπουδαιότητα της. Τείνει να αποδείξει την ενοχή ενός Κατηγορουμένου, πολλές φορές αποκλείοντας και το ανθρώπινο λάθος, αφού εδράζεται σε συμπερασματική στοιχειοθέτηση ενός γεγονότος. Αν και ένα-ένα τα κομμάτια της περιστατικής μαρτυρίας δεν συνιστούν από μόνα τους απόδειξη της ενοχής του Κατηγορουμένου, το συλλογικό τους αποτέλεσμα, όταν ιδωθούν μαζί, μπορεί να αποδείξει την ενοχή του Κατηγορουμένου, νοουμένου πάντοτε ότι το αποτέλεσμα της περιστατικής μαρτυρίας δεν θα είναι συμβατό με οποιαδήποτε άλλη βάση πλην της ενοχής του Κατηγορουμένου. Με άλλα λόγια η περιστατική μαρτυρία πρέπει να οδηγεί όχι μόνο σε εκδοχή συμβατή με την ενοχή ενός Κατηγορουμένου αλλά, επίσης, να αποκλείει οποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα. Ιδιαίτερα τμήματα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει να συναρτώνται μεταξύ τους ως θέμα λογικής συνέπειας ώστε να συγκροτούν ένα αδιάσπαστο σύνολο. Τα σκόρπια μέρη της μαρτυρίας μπορεί να αποκτήσουν τέτοια συνεκτικότητα που να εδραιώσουν με ακαταμάχητη πειστικότητα την καταδίκη για ένα έγκλημα. Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του Κατηγορουμένου πρέπει να είναι άμεση, αφενός, και να μην μπορεί να συμβιβαστεί, αφετέρου, με άλλη λογική ερμηνεία της περιστατικής μαρτυρίας. Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει βάση για την καταδίκη του Κατηγορουμένου μόνο όταν τεκμηριώνει ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας την ενοχή του. Πρέπει, δηλαδή, να είναι τέτοια που στο σύνολό της να οδηγεί αναπόφευκτα σε συμπέρασμα ενοχής, μη επιδεχόμενη λογικά άλλη ερμηνεία ή εξήγηση και να μην είναι συμβατή με άλλη άποψη των πραγμάτων. Η ενοχή του Κατηγορουμένου πρέπει να προκύπτει από τη σύνθεση της περιστατικής μαρτυρίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας[17]. Μαρτυρία γενετικού υλικού Στην παρούσα υπόθεση ένα από τα στοιχεία περιστατικής μαρτυρίας αποτελεί και η μαρτυρία γενετικού υλικού όπως αυτή προσφέρθηκε από τον Δρα Καριόλου και οδήγησε στη διατύπωση των σχετικών ευρημάτων μας. Τούτου λεχθέντος θεωρούμε κατάλληλο το στάδιο να σκιαγραφήσουμε τις νομικές αρχές που εφαρμόζονται όταν αξιολογείται τέτοιας μορφής μαρτυρία. Η μαρτυρία γενετικού υλικού, που συνιστά πάντοτε επιστημονική μαρτυρία, αξιολογείται και τυγχάνει εφαρμογής αναλόγως των γεγονότων της κάθε υπόθεσης. Είναι δε δυνατόν να θεμελιώσει γεγονός για το οποίο προβάλλεται ως αποδεικτική σε βαθμό που κυμαίνεται ανάλογα με την περίπτωση "από την απλή πιθανότητα ως την ουσιαστική βεβαιότητα"[18]. Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Νικολάου
(2010)2 Α.Α.Δ 525 στη σελ. 535: «Περιστατική μαρτυρία δε που προέρχεται από επιστημονικές εξετάσεις, όπως αυτές σε επίπεδο μοριακής γενετικής, είναι ιδιαιτέρως σημαντική ως προς τη δυναμική που αναπτύσσει λόγω της φύσης της ώστε να επαρκεί στην κατάλληλη περίπτωση να θεμελιώσει ενοχή. (R. V. Melias The Times 14.11.87, Σάββας Πλαστήρας Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ 195 και Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας (Αρ.2
(2001)2 Α.Α.Δ 571). Παρά τη δυναμική της δεν έχει βεβαίως οποιοδήποτε εγγενές διαφοροποιητικό στοιχείο που να την διακρίνει από οποιαδήποτε άλλης φύσεως περιστατική μαρτυρία και κατά συνέπεια πρέπει, δίχως άλλο, να είναι δυνατή η σύνδεση της με την ενοχή του κατηγορουμένου κατά τρόπο άμεσο και ταυτόχρονα ασυμβίβαστο με άλλη λογική ερμηνεία επ' αυτής. (Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R 73." Όπως επισημάνθηκε στην Σωτήρης Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ 485 η ταύτιση αποτυπωμάτων στη σκηνή χωρίς να δοθεί από τον Κατηγορούμενο οποιαδήποτε δικαιολογία θεμελιώνει ότι ο Κατηγορούμενος συνδέεται με τη διάπραξη του αδικήματος. Για παράδειγμα στην υπόθεση Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ 746 γενετικό υλικό του Κατηγορουμένου βρέθηκε στην εσωτερική επιφάνεια δακτυλίου περόνης ασφαλείας της χειροβομβίδας που προκάλεσε την έκρηξη, καθώς και στην εξωτερική επιφάνεια του μοχλού όπλισης της. Επίσης στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας (αρ.2)
(2001)2 Α.Α.Δ 571 υπήρξε σαφής διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι τόσο στην κουκούλα την οποία φορούσε ο δράστης της ένοπλης ληστείας, όσο και στη μοτοσικλέτα που χρησιμοποίησε, βρέθηκε γενετικό υλικό του Κατηγορουμένου. Στην υπόθεση Γεωργίου (ανωτέρω) γενετικό υλικό εντοπίστηκε στο χερούλι της πόρτας του αυτοκινήτου από το οποίο έγινε η κλοπή εμπορευμάτων και η κακόβουλη ζημιά. Όπως επισημάνθηκε από το Εφετείο, ενώ η απομόνωση του γενετικού υλικού του Εφεσείοντα επέτρεπε λογικά την ταύτισή του με αυτό αλλά και την παρουσία του κοντά στο αυτοκίνητο, δεν αποδεικνύετο ο τόπος και ο χρόνος της παρουσίας αυτής. Κρίθηκε δε ότι σε εκείνη την περίπτωση δεν δικαιολογείτο το αναμφισβήτητο συμπέρασμα που οδήγησε στην καταδίκη του Εφεσείοντα ότι το γενετικό υλικό εναποτέθηκε κατά τη διάπραξη του αδικήματος. Όπως τονίστηκε, η μόνη μαρτυρία που υπήρχε ήταν ότι ο Εφεσείων είχε ακουμπήσει, ίσως, το χερούλι της πόρτας του αυτοκινήτου. Επισημάνθηκε δε ότι η ανεύρεση του γενετικού υλικού δεν είχε στην περίπτωση εκείνη την αμεσότητα και τη σύνδεση με το αδίκημα που υπήρχε στις υποθέσεις Αντωνίου (ανωτέρω) και Γρηγορίου (ανωτέρω). Στην υπόθεση Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ 428 είχε εντοπιστεί το γενετικό υλικό του Εφεσείοντα στον πάγκο του Ταμείου Τράπεζας όπου είχε γίνει ληστεία από άτομο που έφερε μαύρη κουκούλα, φορούσε μεγάλα γυαλιά με φακούς καθρέφτη χρώματος μπλε βαθύ καθώς και μαύρα γάντια. Όπως είχε προκύψει, το Εφεσείων ήταν αποδεδειγμένα πελάτης της Τράπεζας, είχε κάνει την τελευταία του συναλλαγή εκεί προ πενταμήνου, ο πάγκος δεν καθαριζόταν κατ' ανάγκη από την καθαρίστρια καθ' ολοκληρίαν, ενώ η εναπόθεση του γενετικού υλικού ήταν δυνατή μόνο με έμμεση μεταφορά από τα επιμολυσμένα με το υλικό ρούχα ή γάντια του δράστη. Στα δεδομένα εκείνα, ενώ ήταν δυνατή η διασύνδεση του Εφεσείοντα με το γενετικό υλικό που βρέθηκε στον πάγκο, δεν ήταν επιτρεπτό και το ταυτόχρονο συμπέρασμα ότι το υλικό εναποτέθηκε κατά τη διάρκεια της ληστείας από τον Εφεσείοντα ώστε αυτός να ταυτιζόταν με το δράστη. Στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Νικολάου (Αρ.1)
(2010)2 Α.Α.Δ 525 η καταδίκη εβασίσθη στο ότι το γενετικό υλικό του Κατηγορουμένου είχε βρεθεί στο μηχανισμό ανοίγματος του ιδίου του φορητού χρηματοκιβωτίου που βρισκόταν στο χώρο της διάρρηξης και, σύμφωνα με την ειδική επιστημονική μαρτυρία, είχε εναποτεθεί άμεσα, ώστε η απουσία οποιασδήποτε εξήγησης από τον Κατηγορούμενο, ο οποίος στην ανώμοτη δήλωση του είχε ισχυριστεί ότι δεν ήταν στην σκηνή του αδικήματος και ότι δεν γνώριζε πώς βρέθηκε το γενετικό του υλικό στο συγκεκριμένο σημείο, να μην άφηνε περιθώρια αμφιβολίας. Όπως είχε δε τονισθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο υπήρχε στα δεδομένα της υπόθεσης ικανή περιστατική μαρτυρία που διασύνδεε τον Εφεσίβλητο με τα υπό κρίση αδικήματα αφού αποδείκνυαν την παρουσία του στον χώρο, σε αντίθεση με τα όσα ο ίδιος, έστω ανώμοτα, είχε αναφέρει. Στοιχεία περιστατικής μαρτυρίας Όπως έχει ήδη διαφανεί στην παρούσα υπόθεση και αναφέρθηκε ανωτέρω έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό - και δεν αμφισβητείται άλλωστε - ότι τρία πρόσωπα σχεδίασαν, οργάνωσαν και το βράδυ της 15ης Ιουλίου 2013 διέπραξαν ληστεία στην οικία των Παραπονουμένων, με θύματα τους τελευταίους. Οι συνθήκες διάπραξης της ληστείας έχουν καταγραφεί μέσα από τα προηγηθέντα ευρήματα του Δικαστηρίου. Το μοναδικό ερώτημα που απασχολεί σ΄ αυτό το στάδιο είναι κατά πόσον ο Κατηγορούμενος ήταν ένας από τους δράστες. Ως γίνεται αντιληπτό, πέραν της ακουστικής αναγνώρισης, με την ποιότητα της οποίας ασχοληθήκαμε πιο πάνω, εγείρεται ζήτημα κατά πόσον υπάρχει περιστατική μαρτυρία, της οποίας η αξία να είναι τέτοια που, είτε από μόνη της, είτε σε συνδυασμό με την ακουστική αναγνώριση να οδηγεί σε ασφαλές συμπέρασμα ενοχής. Από αυτής της πλευράς η προσεκτική εξέταση οδηγεί στα πιο κάτω συμπεράσματα και διαπιστώσεις: (
- i)Καταρχάς πρέπει να σημειωθεί ότι ο ευρισκόμενος ενώπιον του Δικαστηρίου Κατηγορούμενος δεν μπορεί να θεωρηθεί και δεν είναι ένα τυχαίο πρόσωπο. Υπήρξε εργοδοτούμενος στο αρτοποιείο των Παραπονουμένων από τον Οκτώβρη του 2008 έως και το Μάιο του 2012, δηλαδή για διάστημα 3,5 ετών περίπου. Καθόλη τη διάρκεια της εργοδότησης του εκεί, διέμενε σε δωμάτιο υποστατικού εντός της αυλής του αρτοποιείου. Υπενθυμίζουμε ότι η πίσω πλευρά του αρτοποιείου εφάπτεται της οικίας στην οποία διεπράχθη η ληστεία, καθώς και ότι στη δεξιά πλευρά του αρτοποιείου υπάρχει διάδρομος που οδηγεί στα σκαλιά βεράντας της οικίας. Το σημαντικότερο είναι πως κατά την εκεί παραμονή και εργοδότηση του είχε την ευκαιρία να γνωρίσει τους Παραπονούμενους, τον τρόπο, πρακτικές και ώρες λειτουργίας του αρτοποιείου, καθώς και χώρους της οικίας τους και κάποιες οικογενειακές συνήθειες. Ειδικότερα είχε την ευκαιρία και γνώριζε ότι το αρτοποιείο έκλεινε περί τις 11 μ.μ. και ότι λίγο πριν οι εισπράξεις μεταφέροντο από κάποιο μέλος της οικογένειας στην οικία. Της οποίας (οικίας) γνώριζε τη διαρρύθμιση και τους διάφορους χώρους, δεδομένου ότι κατά κανόνα μετέφερε μόνος του και παρέδιδε τα ψώνια στην οικιακή βοηθό, την οποία βοηθούσε και στη φύλαξη χαλιών από όλα τα δωμάτια της οικίας. Θα πρέπει να σημειωθεί και ο ισχυρισμός του Κατηγορούμενου στην πρώτη γραπτή κατάθεση του (Τεκμ. 2, Απάντηση 10) ότι όποτε είχε εισέλθει στην επίδικη οικία μεταφέροντας ψώνια, ήταν πάντα μαζί του η ιδιοκτήτρια (Μ.Κ.11). Πρόκειται για θέση η οποία ουδέποτε τέθηκε από την Υπεράσπιση κατά την αντεξέταση της Μ.Κ.11 και η οποία θέση επίσης διαψεύδεται από την ίδια, η οποία πειστικά ανέφερε- και δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση της- ότι τον έστελλε να τα μεταφέρει ακριβώς λόγω της δικής της δυσκολίας να ανεβαίνει τα σκαλιά και έχοντας πάντα υπόψιν ότι ήταν στο σπίτι η οικιακή τους βοηθός. Να σημειωθεί πως ατυχώς το χρηματοκιβώτιο της οικίας, στο οποίο τοποθετούντο οι εισπράξεις, ευρίσκετο από παλιά σε σημείο δεξιά της κύριας εισόδου (όπως απεικονίζεται στην φωτ. 33 του Τεκμηρίου 6). Είναι ζήτημα κοινής λογικής πως ευρισκόμενο σε τέτοια κοινή θέα ήταν ορατό σε οποιονδήποτε ευρισκόμενο εντός και εξερχόμενο της οικίας, δεδομένου ότι όταν είναι ανοικτή η πόρτα καθιστά δύσκολη την οπτική επαφή σε κάποιον που εισέρχεται. Ο Κατηγορούμενος σαφώς είχε και αυτό το πλεονέκτημα, ενόσω εργαζόταν εκεί, γεγονός το οποίο αναγνώρισε και ο συνήγορος του στο στάδιο των αγορεύσεων. Βασικά εννοούμε ότι ως εργοδοτούμενος εκεί είχε πολλές φορές την ευκαιρία να βρεθεί εντός της οικίας των Παραπονουμένων και είναι εύλογη διαπίστωση ότι βγαίνοντας είχε δει το χρηματοκιβώτιο από πιο παλιά. Σε αντίθεση με την ευκαιρία που είχε ο Κατηγορούμενος, κάποιος άλλος ο οποίος θα εισέρχετο για πρώτη φορά στο σπίτι και θα προχωρούσε στο υπνοδωμάτιο δεν θα μπορούσε εύκολα να αντιληφθεί το χρηματοκιβώτιο, ιδιαίτερα εάν παρέμενε ανοικτή η εξώπορτα κατά την είσοδο του, όπως συνέβη τη νύκτα της ληστείας. (
- ii)Έχει εξαχθεί από τα γεγονότα πως δύο από τους τρεις δράστες, αμέσως μετά την είσοδο τους στην οικία, προχώρησαν κατευθείαν στο υπνοδωμάτιο όπου ευρίσκετο η Μ.Κ.11. Αδιαμφισβήτητο παρέμεινε και το ότι ο ένας εξ αυτών των δύο, ο τρίτος δράστης, ήτοι ο πιο κοντός (και από τους τρεις όπως συνάγεται) αναζητούσε επίμονα τα «κλεικιά κάσια». Η λέξη «κάσια» ήταν μια κωδική λέξη την οποίαν οι Παραπονούμενοι χρησιμοποιούσαν μεταξύ τους και σε πολύ στενό οικογενειακό ή επαγγελματικό περιβάλλον όταν αναφέροντο στο χρηματοκιβώτιο της οικίας. Η τόσον άμεση αναφορά σε «κάσια» από τον ένα δράστη καταδεικνύει σαφώς αφενός πρόσωπο το οποίο γνωρίζει την ύπαρξη χρηματοκιβωτίου και αφετέρου κυρίως πρόσωπο το οποίο γνωρίζει το χρηματοκιβώτιο ως «κάσια» και ότι οι χρήστες του το αποκαλούν ακριβώς έτσι. Λόγω της εργοδότησης του ο Κατηγορούμενος είχε την ευκαιρία να γνωρίζει την πληροφορία αυτή. (iii) Άμεσα συνδεδεμένη με τα πιο πάνω (και ανεξαρτήτως ακουστικής αναγνώρισης) είναι και η διαπίστωση ότι ο τρίτος δράστης ο οποίος αναζητούσε τα κλειδιά δεν ήταν πρόσωπο που κατείχε την Ελληνική ως μητρική του γλώσσα. Αυτό προκύπτει από τα λόγια με τα οποία ζητήθηκαν από τη Μ.Κ.11 τα κλειδιά, όπως η τελευταία τα μετέφερε ενώπιον μας και ιδίως από την προφορά και την γραμματική της χρησιμοποιηθείσας φράσης (έλλειψη άρθρων). Ο Κατηγορούμενος είναι πρόσωπο το οποίο δεν κατέχει την Ελληνική. Τα πρώτα του Ελληνικά τα έμαθε από τη Μ.Κ.11 στα πλαίσια της εργοδότησης του στο αρτοποιείο και έφθασε μόνο μέχρι του σημείου να μιλά «σπασμένα Ελληνικά». (
- iv)Ισχυρό στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας είναι η αναφερθείσα εμπλοκή του Κατηγορούμενου στο μικτό DNA επί του Τεκμηρίου 8 και συγκεκριμένα στη χειρολαβή του. Όπως έχουμε εξηγήσει είμαστε πεπεισμένοι ότι αυτό το μαχαίρι χρησιμοποιήθηκε στην επίδικη ληστεία από τον τρίτο δράστη και μάλιστα πρόκειται για το μαχαίρι με το οποίο προκλήθηκε το τραύμα ενός εκ. στην δεξιά νεφρική χώρα του Μ.Κ.6. Το ότι χρησιμοποιήθηκε στη ληστεία, επιβεβαιώνεται από δύο στοιχεία. Πρώτον, από το ότι στη λεπίδα του εντοπίστηκε DNA του Μ.Κ.6 με άμεση εναπόθεση, πράγμα που συνάδει με τον τρόπο πρόκλησης του εν λόγω τραύματος, βάσει της ιατροδικαστικής μαρτυρίας, και δεύτερον από το ότι το μαχαίρι εντοπίστηκε σε σχετικά κοντινή απόσταση (150μ) εντός της διαδρομής που ακολούθησε για τη διαφυγή του ο τρίτος δράστης, ο πιο κοντός, δηλαδή αυτός που ζητούσε τα κλειδιά από τη Μ.Κ.11 και ο οποίος διέφυγε κρατώντας μαχαίρι. Πρόκειται συγκεκριμένα για σημείο στην οδό Μόρφου (φωτ. 2-4 του Τεκμηρίου 6). Σημειώνουμε ότι πρόκειται για μαχαίρι όμοιο του οποίου δεν είχαν ποτέ στην κατοχή τους οι Παραπονούμενοι είτε στην οικία, είτε στο αρτοποιείο. Έχουμε ήδη δεχθεί τη μαρτυρία του Δρος Καριόλου ότι είναι 19.000.000.000 πιο πιθανή η θέση ότι αυτό το μείγμα προέρχεται από τον Κατηγορούμενο και τρία άγνωστα πρόσωπα, παρά από τη θέση ότι προέρχεται από τέσσερα άγνωστα πρόσωπα. Με άλλα λόγια η επιστημονική άποψη που έγινε δεκτή οδηγεί στο συμπέρασμα ότι είναι 19.000.000.000 πιο πιθανό να έχει έρθει σ' επαφή με το μαχαίρι ο Κατηγορούμενος, παρά να μην έχει έρθει αυτός, αλλά κάποιος (άλλος) άγνωστος με τρεις άλλους αγνώστους. Όπως αναφέραμε πιο πάνω ο ισχυρός αυτός λόγος των πιθανοτήτων οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ένας από τους δότες του μικτού DNA είναι ο Κατηγορούμενος. Στην πρόσφατη υπόθεση Χρυσάνθου ν. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 51/12, ημερ. 22.10.2013 έχει αναφερθεί πως η μαρτυρία γενετικού υλικού είναι δυνατό να θεμελιώσει γεγονός για το οποίο προβάλλεται ως αποδεικτική σε βαθμό που κυμαίνεται, ανάλογα με την περίπτωση, από την απλή πιθανότητα ως την ουσιαστική βεβαιότητα[19]. Σημειώνουμε ότι η μαρτυρία του Δρος Καριόλου δεν έχει αμφισβητηθεί κατά την αντεξέταση, ενώ και κατά την αγόρευση του ο συνήγορος υπεράσπισης εξέλαβε ως δεδομένο ότι ένα από τα τέσσερα πρόσωπα του μικτού DNA είναι ο Κατηγορούμενος. Ο συνήγορος υπεράσπισης μάλιστα προχώρησε να εισηγηθεί ότι υπάρχουν άλλες λογικές ερμηνείες για την συγκεκριμένη εναπόθεση του DNA στο μαχαίρι. Συγκεκριμένα, προέβαλε ότι πιθανόν να το κατείχαν φίλοι ή συγγενείς του Κατηγορούμενου και έτσι να πέρασε πολλές φορές από τα χέρια του Κατηγορούμενου (εννοώντας σε ανύποπτο χρόνο). Εν πρώτοις λοιπόν σημειώνεται ότι η ύπαρξη DNA του Κατηγορούμενου επί του Τεκμηρίου 8 δεν είναι μια απλή θεωρητική πιθανότητα, αλλά, αντιθέτως, είναι τόσον ισχυρή που απολήγει ενόψει και των θέσεων που έχουν προβληθεί, σε ικανοποιητική και λογική βεβαιότητα. Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία το επίδικο μαχαίρι (Τεκμηρίου 8) έχει συνολικό μήκος 26 εκ. (10,5 εκ. χειρολαβή και 15,5 εκ. λεπίδα). Δηλαδή δεν πρόκειται για ένα συνηθισμένο μαχαίρι φαγητού, αλλά για ένα σχετικά μεγάλο μαχαίρι, το οποίο φέρει χαρακτηριστική σε έντονο κόκκινο χρώμα χειρολαβή, με αναγραφόμενη σ΄ αυτήν τη μάρκα του με κεφαλαία γράμματα (VICTORINOX - FIBROX). Με βάση την κοινή λογική ένα τέτοιο μαχαίρι χρησιμοποιείται και από επαγγελματίες (π.χ. κρεοπώλες), αλλά και από νοικοκυριά για ειδική χρήση (συνήθως κοπή κρεάτων). Συνεπώς όντως δεν μπορεί να αποκλειστεί η παρουσία του είτε σε επαγγελματικό περιβάλλον, είτε σε οικογενειακό κουζινικό εξοπλισμό. Όπως και να έχουν τα πράγματα, είτε στην μια, είτε στην άλλη περίπτωση, ένα τέτοιο μαχαίρι σε κάποιον ανήκει και δεν πρόκειται για ουδέτερο και μη προσωπικό στοιχείο, όπως π.χ. είναι ένα απλό σακούλι νάυλον. Στην υπόθεση Χρυσάνθου (ανωτέρω) κρίθηκε ότι η ύπαρξη του γενετικού υλικού του Εφεσείοντα σε σακούλι μπορούσε, εφόσον επρόκειτο για «μεταφερόμενο αντικείμενο», να συμβιβαστεί με επαφή του Εφεσείοντα με το σακούλι σε κάποιο άλλο, άσχετο με τα ναρκωτικά, χρονικό σημείο. Όπως δε επισημάνθηκε στην εν λόγω υπόθεση, το σακούλι ως εκ της φύσεως του ήταν ουδέτερο και μη προσωπικό στοιχείο το οποίο μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από διάφορα άτομα για ποικίλους σκοπούς. Η δε ευκολία (readiness) με την οποία ένας κατηγορούμενος μπορεί αθώα να είχε έρθει σε επαφή με ένα τέτοιο αντικείμενο μπορεί, όπως λέχθηκε, να είναι τέτοια που, ακόμα και στην απουσία οποιασδήποτε εξήγησης εκ μέρους του, να μην μπορεί να οδηγήσει σε οποιοδήποτε συμπέρασμα επαρκούς σύνδεσης μεταξύ του και του εγκλήματος. Στην υπό εξέταση περίπτωση, δεν θεωρούμε, με βάση τα πιο πάνω, ότι υπάρχει ευκολία (readiness) στην επαφή με τέτοιο αντικείμενο όπως το Τεκμήριο 8. Ως εκ τη φύσης του ήτοι μεγάλο, με χαρακτηριστικό χρώμα και προοριζόμενο για ειδική επαγγελματική ή οικιακή χρήση θα αναμένετο, λοιπόν, κάποια εξήγηση για πιθανή αθώα επαφή. Επιπλέον σ' ό,τι αφορά τις πιθανές ερμηνείες που προώθησε ο συνήγορος Υπεράσπισης στην αγόρευση του πρέπει στο σημείο αυτό να επισημάνουμε ότι «ένα Δικαστήριο δεν ασχολείται με απομακρυσμένες πιθανότητες, ούτε με σενάρια που ευφάνταστα μπορεί να προωθήσει η υπε