Δημοκρατία ν. Heidar Dastafkan, Αρ. Υπόθεσης: 22845/13, 23/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2014:2 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ : Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Χ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 22845/13 Δημοκρατία ν Heidar Dastafkan, από το Ιράν Κατηγορουμένου ----------------------------- Ημερομηνία: 23 Ιανουαρίου, 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τη Δημοκρατία: κα Π. Ευθυβούλου-Ευθυμίου για Γενικό Εισαγγελέα Ο Κατηγορούμενος εμφανίζεται αυτοπροσώπως ------------------------------- Π Ο Ι Ν Η Ο Κατηγορούμενος κατόπιν δικής του παραδοχής βρέθηκε ένοχος στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει στην παρούσα υπόθεση και αφορούν το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος (1η κατηγορία) κατά παράβαση του Άρθρου 371 και το αδίκημα της ληστείας (2η κατηγορία) κατά παράβαση των Άρθρων 282 και 283 του Ποινικού Κώδικα. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όπως εκτέθηκαν από την ευπαίδευτη εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής έχουν ως ακολούθως: Στις 18.12.12 γύρω στις 12.45μ.μ δύο πρόσωπα εισήλθαν εντός του χρυσοχοείου «Αγγέλα Jewellery Ltd» στα Λατσιά και με την πρόφαση ότι θα αγόραζαν κάτι φώναξαν στην ιδιοκτήτρια (Μ.Κ.1) να τους πλησιάσει. Μόλις εκείνη τους πλησίασε, ο ένας εκ των δύο την άρπαξε, της έκλεισε το στόμα και με τη συνδρομή του δεύτερου προσώπου τη μετέφεραν σε δωμάτιο στο πίσω μέρος του χρυσοχοείου. Εκεί της έκλεισαν το στόμα με πλαστική ταινία και της έδεσαν τα χέρια και τα πόδια με σύρμα. Στην προσπάθεια της Μ.Κ.1 να αντιδράσει ο ένας από τους δράστες ανέσυρε μαχαίρι και την κτύπησε στο πρόσωπο. Ενώ εξελίσσονταν τα πιο πάνω γεγονότα δύο άλλα πρόσωπα, ένας εκ των οποίων ήταν ο Κατηγορούμενος, εισήλθαν στο κατάστημα και άρχισαν να αρπάζουν μεγάλες ποσότητες χρυσαφικών και ασημικών από τις βιτρίνες, τα οποία στη συνέχεια τοποθετούσαν σε τσάντες ώμου. Η συνολική αξία της κλοπιμαίας περιουσίας ανήλθε σε €189.157. Το επίδικο συμβάν διήρκησε περίπου 8 λεπτά και οι δράστες διέφυγαν πεζοί από την σκηνή. Η Μ.Κ.1 κατάφερε και σύρθηκε μέχρι την πόρτα της αποθήκης του καταστήματος και αφού αφαίρεσε την πλαστική ταινία από το στόμα της, άρχισε να καλεί σε βοήθεια. Την ώρα που οι δράστες συμπεριλαμβανομένου και του Κατηγορουμένου εξέρχονταν του καταστήματος έμπαινε μέσα ο Μ.Κ.2, ο οποίος έχει γειτονικό κατάστημα και βλέποντας τους θεώρησε ότι επρόκειτο για πελάτες. Εν συνεχεία αυτός είδε τη Μ.Κ.1 στο έδαφος οπόταν της έλυσε τα χέρια και τα πόδια. Στο μεταξύ οι δράστες είχαν απομακρυνθεί. Η Μ.Κ.1 η οποία μετέβη στο Νοσοκομείο Λευκωσίας όπου διεπιστώθη ότι έφερε οίδημα και ερυθρότητα του δεξιού ζυγωματικού καθώς και εκδορές και ερυθρότητα στα χέρια. Μέσα στα πλαίσια των εξετάσεων που διενεργήθηκαν σε τεκμήρια της σκηνής εντοπίστηκαν δακτυλικά αποτυπώματα τα οποία ταυτίστηκαν με πρόσωπο ιρανικής καταγωγής. Εναντίον του οποίου εκδόθηκε διεθνές και ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης χωρίς, ωστόσο, να καταστεί δυνατή η έκδοση του προσώπου αυτού ελλείψει ύπαρξης διακρατικής σύμβασης για έκδοση φυγοδίκων με το Ιράν. Στις 6.11.13 διαπράχθηκε ληστεία στη Λεμεσό με παρόμοια περιστατικά και συνελήφθηκαν 3 πρόσωπα. Σύγκριση φωτογραφιών των συλληφθέντων με το περιεχόμενο του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης του χρυσοχοείου «Αγγέλα Jewellery Ltd» οδήγησε στην αναγνώριση του Κατηγορουμένου ως εμπλεκόμενου προσώπου στη διάπραξη των αδικημάτων της παρούσας ο οποίος τελούσε υπό σύλληψη για την υπόθεση της ληστείας στη Λεμεσό. Ο Κατηγορούμενος ανακρινόμενος παραδέχθηκε ενοχή κατονομάζοντας και τα άλλα τρία πρόσωπα με τα οποία διέπραξε τη ληστεία. Στα πλαίσια της θεληματικής του κατάθεσης ανέφερε ότι εισήλθε στο έδαφος της Δημοκρατίας παράνομα μέσω των κατεχόμενων περιοχών μαζί με τρία άλλα πρόσωπα ιρανικής καταγωγής. Αφού ήλθαν στη Λευκωσία ενοικίασαν αυτοκίνητο το οποίο στάθμευσαν κοντά στο χρυσοχοείο. Εντός του καταστήματος εισήλθαν αρχικά τα άλλα δύο πρόσωπα. Στη συνέχεια εισήλθαν ο Κατηγορούμενος με τον 4ο δράστη και έκλεψαν τα χρυσαφικά ενώ 5ο πρόσωπο τους οδήγησε το ίδιο βράδυ στα κατεχόμενα. Ο Κατηγορούμενος στα πλαίσια της κατάθεσης του ισχυρίστηκε, επίσης, ότι έλαβε περίπου €2.000 και ότι τα χρυσαφικά τα πήρε κάποιος από τα άλλα πρόσωπα που εμπλέκοντο στην υπόθεση. Στις 12.11.13 ο Κατηγορούμενος αναγνωρίστηκε από τη Μ.Κ.1 ως ένα από τα δύο πρόσωπα που εισήλθαν στο κατάστημα την ώρα που οι πρώτοι δύο δράστες την ακινητοποιούσαν και ως ένα από τα πρόσωπα που έκλεβε τα χρυσαφικά από τις βιτρίνες του καταστήματος της. Ο Κατηγορούμενος αναφέρθηκε εν πρώτοις στις προσωπικές και οικονομικές του περιστάσεις υπογραμμίζοντας ότι ο λόγος που είχε έρθει στη Δημοκρατία ήταν για να βρει εργασία και να δουλέψει και όχι να διαπράξει αδικήματα. Επεσήμανε ότι είναι εθισμένος στα ναρκωτικά και ότι βρισκόταν σε δεινή οικονομική κατάσταση. Έκαμε δε αναφορά και στην 5χρονη κόρη του λέγοντας ότι είναι άρρωστη γιατί πάσχει από θαλασσαιμία και ότι υπήρξε υποτροπή στην κατάσταση της υγείας της. Απέδωσε δε τη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων στο γεγονός ότι είχε πιεσθεί να συμμετάσχει σε αυτά και χωρίς να θέλει να αναμειχθεί σε αδικήματα ένιωσε παγιδευμένος και ότι δεν είχε επιλογή. Το αδίκημα της ληστείας σημειώνουμε ότι τιμωρείται με φυλάκιση 14 ετών αλλά προνοείται ισόβια φυλάκιση όταν ο παραβάτης συνοδεύεται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα ή όταν κατά τη διάρκεια της ληστείας τραυματίζει, κτυπά ή χρησιμοποιεί οποιαδήποτε άλλη βία εναντίον οποιουδήποτε προσώπου. Ισόβια φυλάκιση κατά μέγιστο όριο προβλέπεται, επίσης, και στην περίπτωση που ο παραβάτης είναι οπλισμένος με οποιοδήποτε επικίνδυνο ή επιθετικό όπλο ή εργαλείο[1]. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η παρούσα κατατάσσεται στις περιπτώσεις για τις οποίες προβλέπεται ισόβια φυλάκιση. Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει κατ' επανάληψη τονίσει τη σοβαρότητα του αδικήματος, κάτι το οποίο αντανακλάται στη φυλάκιση διά βίου που ο νομοθέτης θεώρησε σκόπιμο να προνοήσει ως ανώτατο όριο ποινής[2]. Όπως προσφάτως έχει τονιστεί στην υπόθεση Παναγιώτης Μακρή ν. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 33/12 ημερ. 15.1.13 από την ίδια τη φύση του αδικήματος που εμπεριέχει τις διά της βίας και της επίδειξης βίας προς εκφοβισμό και εξαναγκασμό ενέργειες που παραβιάζουν κάθε έννοια της πολιτισμένης συμπεριφοράς, δικαίως το αδίκημα της ένοπλης ληστείας θεωρείται από τα σοβαρότερα του Ποινικού Κώδικα. Θεωρούμε δε αναγκαίο να επισημάνουμε εδώ ότι εγκλήματα αυτού του είδους, άσχετα από την επακριβή μορφή που παίρνει η κάθε περίπτωση, βρίσκονται, δυστυχώς, σε έξαρση και παρουσιάζουν μια αυξητική τάση[3]. Τούτο το διαπιστώνουμε όχι μόνο από τις επισημάνσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου αλλά και από τις δικές μας προσωπικές εμπειρίες βάσει της καθημερινής και επαναλαμβανόμενης ενασχόλησης με τέτοιου είδους υποθέσεις. Δεν είναι, πιστεύουμε, υπερβολή να πούμε ότι οι ληστείες, πλείστες εκ των οποίων είναι ένοπλες και με τη χρήση βίας, είναι πλέον καθημερινό φαινόμενο με υποψήφια και ανυποψίαστα θύματα τον καθένα από εμάς με απρόβλεπτες και ανυπολόγιστες συνέπειες. Όπως επισημάνθηκε και σε σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί ο καιρός που οι κάτοικοι της χώρας μας ένιωθαν και ζούσαν σε συνθήκες ασφάλειας. Κανείς πλέον και πουθενά δεν έχει την άνεση να αισθάνεται ασφαλής καθότι όλοι αποτελούμε εν δυνάμει θύματα με ενδεχόμενο τίμημα όχι μόνο την περιουσία μας αλλά και την ίδια τη σωματική μας ασφάλεια και ακεραιότητα. Τούτο καθιστά επιτακτική σε αδικήματα, όπως το υπό εξέταση, την ανάγκη επιβολής αυστηρής ποινής που θα επενεργήσει, ελπίζουμε, αποτρεπτικά.[4] Ο βαθμός βίας που χρησιμοποιείται και η έκθεση ή μη σε κίνδυνο ανθρώπινης ζωής είναι παράγοντες που, ανάλογα με την περίπτωση, συντείνουν στον καθορισμό του ύψους της ποινής η οποία, εν πάση περιπτώσει, θα πρέπει να έχει αποτρεπτικό χαρακτήρα[5]. Όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω, το Ανώτατο Δικαστήριο έχει κατ' επανάληψη τονίσει την σοβαρότητα του αδικήματος χαρακτηρίζοντας τη μάλιστα ως δεσπόζουσας βαρύτητας στην επιμέτρηση της ποινής. Μάλιστα στην απόφαση του στην υπόθεση Τalal Faeg Mahmoud Abed v. Δημοκρατίας,
(2007)2 Α.Α.Δ 128, ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Χρ. Αρτεμίδης, αφού εκδήλωσε την έντονη αγωνία των κατοίκων της χώρας μας και την άκρως ανησυχητική κατάσταση που επικρατεί σήμερα στον τόπο μας, τόνισε και τα ακόλουθα σχετικά: «Το έγκλημα έχει, δυστυχώς, προσλάβει νέα μορφή. Εν πολλοίς, εξελίχτηκε, σε επάγγελμα. Μισθοφόροι διαπράττουν εγκλήματα, ενώ σε πολλές περιπτώσεις εγκληματίες αποσπούν με τη χρήση βίας, ενίοτε σκληρής και άγριας, περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν σε φιλήσυχους και ανυποψίαστους πολίτες, όπως στην περίπτωση που είναι ενώπιον μας. Η ποινή που επέβαλε στον εφεσείοντα το κακουργιοδικείο είναι αυστηρή. Επικροτούμε όμως και την αυστηρότητα και το ύψος της. Οι προσωπικές περιστάσεις, με τα γνωστά στοιχεία που αφορούν στις οικογενειακές, κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορούμενου αποτελούν μετριαστικούς παράγοντες όταν το έγκλημα και οι περιστάσεις που διεπράχθη δεν είναι του είδους που περιγράφουμε πιο πάνω. Σε εγκλήματα προσχεδιασμένα και όπου ο σκοπός είναι η παράνομη απόσπαση οικονομικού οφέλους, χωρίς σεβασμό στην προσωπικότητα και ακεραιότητα των θυμάτων, μόνο η παραδοχή και απολογία αποτελούν σοβαρό παράγοντα που λαμβάνεται ευνοϊκά υπόψη στη επιμέτρηση της ποινής. Οι υπόλοιποι παράγοντες είναι πράγματι περιθωριακοί.» Στην πιο πάνω απόφαση επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 9 ετών που επεβλήθη πρωτόδικα. Όσον αφορά τα γεγονότα της υπόθεσης εκείνης ο Εφεσείων μαζί με άγνωστο συνεργό του είχαν στήσει καρτέρι το βράδυ στον παραπονούμενο ο οποίος, συνοδευόμενος από την αλλοδαπή φίλη του, πήγαινε σε διαμέρισμα πολυκατοικίας. Χρησιμοποίησαν τον ανελκυστήρα για να ανεβούν στο δεύτερο όροφο. Μόλις άνοιξε η πόρτα του ανελκυστήρα ο Εφεσείων και ο συνεργός του επιτέθηκαν εναντίον του παραπονούμενου με ρόπαλο και τον χτύπησαν επανειλημμένα στο κεφάλι και άλλα μέρη του σώματός του προκαλώντας του βαθύ τραύμα στο κεφάλι, χείλη και αριστερό ώμο. Σκοπός τους, και τον πέτυχαν, ήταν να του αποσπάσουν χαρτοφύλακα ο οποίος περιείχε ένα αρκετά σεβαστό χρηματικό ποσό. Αφού άρπαξαν το χαρτοφύλακα άρχισαν να τρέχουν. Τους καταδίωξε η φίλη του παραπονούμενου σε μια προσπάθεια να τους προλάβει. Ωστόσο, ο Εφεσείων και ο συνεργός του κατόρθωσαν να διαφύγουν και εξαφανίστηκαν. Κατά τη φυγή τους μέρος των χρημάτων, που περιείχε ο χαρτοφύλακας, έπεσε στο δρόμο. Το υπόλοιπο ποσό που παρέμεινε στο χαρτοφύλακα και οικειοποιήθηκαν ο Εφεσείων με το συνεργό του ήταν περίπου Λ.Κ.6.000. Αυτό το ποσό δεν ανευρέθη, ούτε επεστράφη. Στην υπόθεση Muhannad Mohammad Mustafa Abunazha ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ 551 κατόπιν παραδοχής του εφεσείοντα του επιβλήθηκε πρωτόδικα ποινή φυλάκισης 8 ετών σε κατηγορία για ένοπλη ληστεία η οποία ποινή επικυρώθηκε κατ΄ έφεση. Οι αποφάσεις και οι ποινές που επιβάλλονται σε παρόμοιας φύσεως υποθέσεις, λαμβάνονται βέβαια υπόψη επειδή δεν είναι επιθυμητή η ανομοιομορφία στη μεταχείριση αδικοπραγούντων. Όπως όμως τονίστηκε και σε σχετικές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου με τις ποινές που επιβάλλονται, δεν καθορίζεται με οποιονδήποτε τρόπο μια στατική διατίμηση. Οι προηγούμενες ποινές και η προσέγγιση των Δικαστηρίων στο πρόσφατο και απώτερο παρελθόν είναι ενδεικτικές του τρόπου αντιμετώπισης των υποθέσεων κατά το χρόνο διάπραξής τους[6]. Επιπλέον να επισημάνουμε την πάγια νομολογιακή αρχή ότι όπου παρατηρείται έξαρση και επιμονή στη διάπραξη παρόμοιας φύσεως αδικημάτων παρά τις επιβληθείσες από τα Δικαστήρια αυστηρές ποινές, δικαιολογείται η επιβολή ακόμη αυστηρότερων ποινών για σκοπούς αποτροπής[7]. Εξετάζοντας τις συνθήκες διάπραξης των επίδικων αδικημάτων επισημαίνουμε ευθύς εξ αρχής ότι ήταν ιδιαίτερα επιβαρυντικές. Είναι προφανές ότι ο Κατηγορούμενος μαζί με άλλα πρόσωπα, αφού συμφώνησαν να διαπράξουν ληστεία, έθεσαν σε εφαρμογή το σχέδιο που κατάστρωσαν. Αρχικά εισήλθαν οι πρώτοι δύο δράστες στο χρυσοχοείο «Αγγέλα Jewellery Ltd» παριστάνοντας τους πελάτες και ζητώντας να τους πλησιάσει η ιδιοκτήτρια του χρυσοχοείου. Όταν αυτό έλαβε χώρα έθεσαν σε εφαρμογή το σχέδιο τους και αρπάζοντας την ιδιοκτήτρια της έκλεισαν το στόμα και τη μετέφεραν σε δωμάτιο πίσω από το χρυσοχοείο όπου εκεί ουσιαστικά την ακινητοποίησαν φράσσοντας της το στόμα με πλαστική ταινία και δένοντας τα χέρια και τα πόδια της με σύρμα. Μάλιστα όταν η ιδιοκτήτρια προσπάθησε να αντιδράσει ο ένας εκ των δραστών χωρίς δεύτερες σκέψεις ανέσυρε μαχαίρι και την κτύπησε στο πρόσωπο. Ταυτόχρονα με την εξέλιξη των πιο πάνω γεγονότων οι άλλοι δύο δράστες ο ένας εκ των οποίων ήταν ο Κατηγορούμενος ασχολούνταν με την αρπαγή μεγάλων ποσοτήτων χρυσαφικών από τις βιτρίνες του χρυσοχοείου και την τοποθέτηση τους σε τσάντες ώμου. Είναι ξεκάθαρο από την παράθεση των πιο πάνω γεγονότων ότι ο Κατηγορούμενος μαζί με τους υπόλοιπους δράστες ενήργησαν με προσχεδιασμό και εκτέλεσαν προσυνεννοημένα το σχέδιο που είχαν καταστρώσει όντες έτοιμοι να αντιμετωπίσουν με κάθε τρόπο όλα τα ενδεχόμενα που πιθανόν να συναντούσαν. Κρίνουμε ότι η σοβαρότητα των πράξεων του Κατηγορουμένου που οδήγησε στη διάπραξη των αδικημάτων που εκτίθενται στο κατηγορητήριο είναι τέτοια που καθιστά επιβεβλημένη την αντιμετώπιση της περίπτωσης με την αυστηρότητα που της αρμόζει χωρίς, ωστόσο, να παραγνωρίζουμε τους μετριαστικούς παράγοντες που επικαλέστηκε ο ίδιος. Ως τέτοιους θεωρούμε τη συνεργασία και παραδοχή του στην Αστυνομία, το λευκό του ποινικό μητρώο και τις προσωπικές του συνθήκες όπως μας επεξηγήθηκαν από τον ίδιο και όπως αυτές αναδύονται από την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάσθηκε γι αυτόν. Η συνεργασία του Κατηγορουμένου με την Αστυνομία και η παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου συνέτειναν στην εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου και αποτελούν, επομένως, παράγοντες που δικαιολογούν κάποια έκπτωση της ποινής[8]. Θα λάβουμε υπόψη, ακόμη, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο Κατηγορούμενος οδηγήθηκε σ΄αυτή την εγκληματική δραστηριότητα με προεξέχον στοιχείο αυτό της οικονομικής του ανέχειας και των πιεστικών αναγκών του ιδίου. Όπως, ωστόσο, έχει επισημανθεί προσφάτως και σε σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ουδείς δύναται λόγω προσωπικών αναγκών ή περιστάσεων, να δικαιολογεί την προσφυγή του στο έγκλημα και ιδιαίτερα σε εγκλήματα όπως το υπό εξέταση τα οποία σαφώς πλήττουν το θεμέλιο της όλης ασφάλειας των πολιτών[9]. Όπως τονίστηκε από τον Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Δ. Χατζηχαμπή στην υπόθεση Παναγιώτης Μακρή ν. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 33/12 ημερ. 15.1.13: «Όμως, αν τα οικονομικά προβλήματα, συνδεόμενα και με άλλα προβλήματα ευρύτερα, οικογενειακά ή υγείας, μπορούσαν να δικαιολογήσουν την παρανομία, αυτό θα ήταν η οριστική κατάρρευση κάθε ηθικής αρχής αλλά και κάθε αρχής τάξης και δικαίου.» Πρέπει εδώ να σημειώσουμε ότι όπου διαπιστώνεται η ανάγκη επιβολής ποινής με αποτρεπτικό χαρακτήρα, όπως είναι η προκειμένη περίπτωση, οι προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου λαμβάνονται μεν υπόψη αλλά στον βαθμό και την έκταση που δεν εξουδετερώνουν το χαρακτήρα αυτό[10]. Οι όποιες προσωπικές περιστάσεις δεν πρέπει να αποπροσανατολίζουν και να εξουδετερώνουν την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής[11]. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω και έχοντας εξετάσει με τη δέουσα προσοχή όλους τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά το στάδιο επιμέτρησης της ποινής θεωρούμε ότι η επιβολή στον Κατηγορούμενο ποινής στερητικής της ελευθερίας του προβάλλει ως αναπόφευκτη. Το ύψος, όμως, της ποινής που θα επιβληθεί θα αντανακλά το σύνολο των ελαφρυντικών παραγόντων που λήφθηκαν υπόψη. Επιβάλλουμε, επομένως, στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: 1η Κατηγορία (συνωμοσία) ουδεμία ποινή 2η Κατηγορία (ληστεία) 8 χρόνια φυλάκιση Παραμένει ένα τελευταίο ζήτημα προς εξέταση και απόφανση. Στην προκειμένη περίπτωση τέθηκε υπόψη μας το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος έχει ήδη καταδικασθεί κατόπιν παραδοχής του στην υπόθεση 24908/13 Κακουργιοδικείου Λεμεσού για αδικήματα που συμπεριλαμβάνουν και αυτό της ληστείας και ότι του επεβλήθη στις 10.1.14 ποινή φυλάκισης 10 ετών στην κατηγορία της ληστείας. Εγείρεται, επομένως, το θέμα εάν η ποινή που έχει επιβληθεί στην υπό εξέταση υπόθεση θα αρχίσει μετά την έκτιση από τον παρόντα Κατηγορούμενο της μακράς ποινής φυλάκισης που του επεβλήθη από το Κακουργιοδικείο Λεμεσού στις 10.1.14 ως αναφέρθηκε ανωτέρω. Το Άρθρο 117
(2)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ. 155 προβλέπει ότι η ποινή φυλάκισης προσώπου που έχει ήδη καταδικαστεί σε φυλάκιση αρχίζει μετά την έκτιση προηγούμενης ποινής φυλάκισης, εκτός εάν το Δικαστήριο διατάξει άλλως πως. Το Δικαστήριο για να εκδώσει διαφορετική διαταγή πρέπει να υπάρχουν ειδικές ή εξαιρετικές συνθήκες[12]. Όπως έχει νομολογηθεί η διαδοχικότητα της έκτισης της ποινής, που είναι η συνήθης διαταγή με βάση το Άρθρο 117
(2)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, ΚΕΦ. 155, «πρέπει να ιδωθεί ως προς τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου την οποία το Δικαστήριο διατηρεί υπό το φως καταληκτικών λέξεων του εδαφίου
(2), σε συνάρτηση με την αρχή τη αναλογικότητας και της συνολικότητας της ποινής[13]».[14] Επισημαίνεται δε ότι η αρχή αυτή λαμβάνει υπόψη το μη υπέρμετρο ή δυσανάλογο της ποινής ως προς τη συνολική ποινική ευθύνη ενός προσώπου[15]. Δεν μας διαφεύγει της προσοχής και ακόμη μία παράμετρος που υφίσταται στην προκειμένη υπόθεση. Εκείνο το οποίο μπορεί να λεχθεί είναι ότι, ασχέτως των λόγων για τους οποίους δεν ζητήθηκε να ληφθεί η παρούσα υπόθεση υπόψη στην υπόθεση του Κακουργιοδικείου Λεμεσού, φρονούμε ότι θα μπορούσαν τα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης να λαμβάνονταν υπόψη στην υπόθεση εκείνη με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 81 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ. 155, ως ήταν και η θέση της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής. Έχοντας λοιπόν κατά νου την πιο πάνω επισήμανση και καθοδηγούμενοι από την πιο πάνω αρχή θεωρούμε ότι στην προκειμένη περίπτωση η έκτιση της ποινής που επιβάλαμε στον Κατηγορούμενο μετά την έκτιση της προηγούμενης ποινής που του επεβλήθη από το Κακουργιοδικείο Λεμεσού, δηλ. κατά διαδοχικό τρόπο, θα παραβίαζε την εν λόγω αρχή και θα αποτελούσε υπέρμετρη ή δυσανάλογη ποινή ως προς τη συνολική ποινική του ευθύνη. Ως εκ τούτου διατάσσουμε όπως η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης των 8 ετών συντρέχει με την επιβληθείσα από το Κακουργιοδικείο Λεμεσού ποινή στην υπόθεση 24908/13. Η έκτιση της ποινής αρχίζει από την 4.12.13. (Υπ.) Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ (Υπ.) Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ (Υπ.) Χ. Χαραλάμπους, Ε.Δ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /γκ C:my documents/assize/Ποινές [1] Δέστε Άρθρο 283 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. [2] Δέστε Μιχαήλ κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 232, 239. [3] Δέστε Suresh Crisnatha Ranajeeva v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 452 και Πόρας κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 452. [4]Δέστε Γενικός Εισαγγελέας ν. Ζανέτου Τσαπατσάρη κ.ά.,
(2000)2 Α.Α.Δ. 304, Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ.83 David Piliev ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 587 και Ζακ v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 854. [5] Δέστε Γενικός Εισαγγελέας ν. Ζανέττου Τσαπατσάρη κ.α.
(2000)2 Α.Α.Δ 304 και Γεώργιος Κώστα Σταύρου «Φάντης» ν. Δημοκρατίας [2002] 2 Α.Α.Δ. 61. [6] Δέστε Al-Awar κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ 160, Παλαούτας ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ 70 και Abunanzha v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ 551. [7] Δέστε Λουκά Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ 577 και Abunazha ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 551. [8] Δέστε Χαρτούμπαλλος v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ 28 και Christofi v Aστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ
- [9] Δέστε Λέανδρος Κωστάκη Κυριάκου ν. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 211/11 ημερ. 25.1.
- [10] Δέστε Βαρνάβα Ευγενίου Κλεοβούλου v. Δημοκρατίας
(1998)2ΑΑΔ 57. [11] Δέστε Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. BISCO
(1991)2 A.A.Δ. 16, Atallah v. Δημοκρατίας
(1992)2 A.A.Δ. 94, Ali Hassan v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 143, Moustafa Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 248, Περικλέους v. Αστυνομίας,
(2003)2 Α.Α.Δ 397 και Abed ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ 128. [12] Δέστε Κουφούκα ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ 396. [13] Δέστε Μιχάλης Παραρέ ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 46/13, ημερ. 20.3.13 και Σάββας Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ
- [14] Δέστε Μιχάλης Παραρέ ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 46/13, ημερ. 20.3.
- [15] Δέστε Θεοδώρου ν. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 72/10, ημερ. 19.9.11 και Κέρκης ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ 433. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο