← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Dong Thi HUONG, Αρ. Υπόθεσης: 22957/2013, 13/2/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Dong Thi HUONG, Αρ. Υπόθεσης: 22957/2013, 13/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:B16 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 22957/2013 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον Dong Thi HUONG Κατηγορουμένης ----------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 13 Φεβρουαρίου 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Ναθαναήλ Κατηγορούμενη παρούσα. ------------------------ Π Ο Ι Ν Η Η κατηγορούμενη βρέθηκε ένοχη μετά από ακρόαση στις κατηγορίες της κλοπής υπό υπαλλήλου κατά παράβαση των άρθρων 255, 268 και 29 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως έχει τροποποιηθεί, αριθμός κατηγορίας 1 και της επίθεσης εναντίον αστυνομικού κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του κατά παράβαση των άρθρων 244(β) και 29 του Ποινικού Κώδικα, αριθμός κατηγορίας

  1. Βρέθηκε επίσης ένοχη μετά από δική της παραδοχή στο αδίκημα της παραμονής στην Κυπριακή Δημοκρατία μετά την εκπνοή της προσωρινής άδειας διαμονής αλλοδαπού κατά παράβαση άρθρων του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου Κεφ. 105 όπως έχει τροποποιηθεί και των σχετικών κανονισμών, αριθμός κατηγορίας
  2. Τα γεγονότα που αφορά η παρούσα υπόθεση αποτέλεσαν αντικείμενο της απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 31.1.2014 στην οποία περιέχονται και όλα τα ευρήματα μου. Θεωρώ περιττό να τα αναπαράξω. Αναφέρω μόνο ότι τα αδικήματα υπ' αριθμόν 1 και 2 στο κατηγορητήριο έλαβαν χώρα στις 30.11.2012 ενώ η κατηγορούμενη εργοδοτείτο ως οικιακή βοηθός στο σπίτι του ζεύγους Χ' Ιωάννου που βρίσκεται στην οδό Σινά 3 στη Λευκωσία. Αντικείμενο κλοπής ήταν διάφορα κοσμήματα, περιουσία της κας Στέλλας Χ'Ιωάννου, συνολικής αξίας €12.
  3. Στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης, η εξεταστής Γ./Αστ. 3405 Κ. Χαραλάμπους όταν προσπάθησε να υποβάλει κάποιες ερωτήσεις στην κατηγορουμένη έτυχε επίθεσης από αυτήν, συγκεκριμένα η κατηγορούμενη σηκώθηκε από την καρέκλα που καθόταν και την έπιασε από τον λαιμό σπρώχνοντας την προς τα πίσω. Σε σχέση με το αδίκημα της παράνομης παραμονής που η ίδια έχει παραδεχτεί, τα γεγονότα είναι ότι η άδεια προσωρινής παραμονής και εργασίας στη Δημοκρατία που της είχε παραχωρηθεί έληξε και η ίδια παρέμεινε στη Δημοκρατία χωρίς να εξασφαλίσει άδεια. Όπως ανέφερε η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής η κατηγορούμενη είναι πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου, ενώ τα έξοδα που έχουν δημιουργηθεί ανέρχονται στο ποσό των €
  4. Σε ότι αφορά το μοναδικό τεκμήριο που κρατείται, ζήτησε να επιστραφεί στο νόμιμο δικαιούχο. Όπως έχω αναφέρει και στην απόφαση μου ημερ. 31.1.2014 στην κατηγορούμενη εξηγήθηκε το δικαίωμα εκπροσώπησης της από δικηγόρο με όρους νομικής αρωγής πλην όμως αρνήθηκε να χρησιμοποιήσει το δικαίωμα της αυτό και χειρίστηκε την υπόθεση προσωπικά. Το Δικαστήριο την ερώτησε και πάλι πριν να επιβληθεί ποινή κατά πόσον επιθυμεί να εκπροσωπηθεί από δικηγόρο στο στάδιο αυτό και η απάντηση της ήταν και πάλι αρνητική. Ενώπιον του Δικαστηρίου είναι η έκθεση του Γραφείου Ευημερίας σε σχέση με τις προσωπικές περιστάσεις της κατηγορούμενης την οποία ζήτησε το Δικαστήριο. Σύμφωνα με αυτή, η κατηγορούμενη είναι ηλικίας 36 ετών, κατάγεται από το Βιετνάμ και είναι παντρεμένη και μητέρα τριών ανηλίκων παιδιών. Ο σύζυγος της και τα παιδιά της διαμένουν στις Φιλιππίνες. Η ίδια ήρθε στην Κύπρο λόγω οικονομικών δυσκολιών που υπήρχαν στην οικογένεια, για να εργαστεί. Αρχικά εργοδοτήθηκε ως οικιακή βοηθός σε ηλικιωμένη γυναίκα στη Λευκωσία όπου εργάστηκε συνολικά για 19 μήνες, μετά τον θάνατο της εργοδότριας της εργοδοτήθηκε σε ηλικιωμένο ζευγάρι, το ζεύγος Χ'Ιωάννου, όπου εργάστηκε για άλλους 17 μήνες. Λόγω της υφιστάμενης ποινικής υπόθεση η εργοδότηση της τερματίστηκε η ίδια ακολούθως μετέβηκε στην επαρχία Λάρνακας όπου εργαζόταν περιστασιακά ως καθαρίστρια ενώ λόγω της υπό κρίση υπόθεσης δεν μπόρεσε να ανανεώσει την άδεια παραμονής και εργασίας της. Τα αδικήματα για τα οποία έχει βρεθεί ένοχη η κατηγορούμενη είναι πολύ σοβαρά, λαμβανομένου υπόψη του ανώτατου ορίου ποινής, όπως προβλέπεται από τους νόμους, γι' αυτά τα αδικήματα. Το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για την επιμέτρηση της ποινής. Το ανώτατο όριο ποινής λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για την έκταση της. Το αδίκημα της κλοπής είναι σοβαρό αδίκημα διότι, με παράνομη ενέργεια, ο δράστης της κλοπής αποστερεί το νόμιμο ιδιοκτήτη του κλαπέντος αντικειμένου από την ιδιοκτησία του. Το δικαίωμα του ανθρώπου να κατέχει την περιουσία του είναι θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου που κατοχυρώνεται από το ίδιο το Σύνταγμα. Η πολιτεία οφείλει να εγγυηθεί αυτό το δικαίωμα με νόμους που ποινικοποιούν την άδικη και παράνομη στέρηση της περιουσίας του ανθρώπου. Εκεί όπου η κλοπή έχει επιτευχθεί με σχεδιασμό και με σκέψη θεωρείται πιο σοβαρό το αδίκημα. Εκεί όπου ο παραβάτης έχει χρησιμοποιήσει βία ή απειλή της βίας εναντίον του θύματος για να πετύχει το σκοπό του, το αδίκημα θεωρείται πιο σοβαρό. Στις σοβαρές μορφές της κλοπής η ποινή που πρέπει να επιβληθεί πρέπει να έχει αποτρεπτικό χαρακτήρα. Όμως, στις περιπτώσεις όπου η κλοπή έχει διαπραχθεί με ερασιτεχνικό τρόπο και ο δράστης της κλοπής ενήργησε μ' αυτό το τρόπο, από απελπισία ή χωρίς να σκεφτεί τις συνέπειες των πράξεων του, το Δικαστήριο μπορεί να δώσει περισσότερη προσοχή στις προσωπικές του συνθήκες, ιδιαίτερα εάν έχει επιδείξει μεταμέλεια για τις πράξεις του. Αυτή τη θεώρηση των πραγμάτων υιοθέτησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Χριστοφής ν. Αστυνομία, Ποινική Έφεση 5534, ημερ. 13.2.1992, όπου η αξία του κλαπέντος αντικειμένου ήταν πολύ μικρή και η κλοπή διαπράχθηκε από πρόσφυγα πατέρα ο οποίος αμέσως ομολόγησε το έγκλημα του και αποζημίωσε τους ιδιοκτήτες. Επίσης, στην περίπτωση που η κλοπή δεν παρουσιάζει κανένα επιβαρυντικό στοιχείο και ο δράστης έχει, με τις ενέργειες του, αποδείξει την έμπρακτη μεταμέλεια του, το Δικαστήριο δύναται και οφείλει να του επιβάλει ποινή που προσιδιάζει με την προσωπικότητα του. (Βλ. Ανδρέας Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 5443, ημερ. 30.4.1991). Το αδίκημα της κλοπής από υπάλληλο είναι ακόμα πιο σοβαρό αδίκημα, πράγμα που αντανακλάται και στην προβλεπόμενη ποινή. Συγκεκριμένα στο άρθρο 268 του Ποινικού Κώδικα προβλέπεται ποινή φυλάκισης 10 χρόνων. Το αδίκημα αυτό καταρρακώνει την σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη και υπαλλήλου, και για τον επιπρόσθετο αυτό λόγο θεωρείται ιδιαίτερα σοβαρό. Παραθέτω απόσπασμα από την απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Βασιλιώτης

(1967)2 C.L.R. 20 όπου τονίσθηκε πως, «...τέτοια συμπεριφορά (κλοπή υπό υπαλλήλου) τείνει να υπονομεύσει τη βάση πάνω στην οποία εκατοντάδες άνθρωποι διεξάγουν την εργασία τους ως εργοδότες ή κερδίζουν τα προς τον ζην ως εργοδοτούμενοι. Η σχέση εμπιστοσύνης που πρέπει πάντα να υπάρχει μεταξύ τους είναι μεγάλης σημασίας και δικαιούται επαρκούς προστασίας από το Νόμο». Στην υπόθεση Aristotelous v. Police
(1985)2 C.L.R. 212 που αφορούσε στο ίδιο αδίκημα, και ενώ κατά τον χρόνο έκδοσης της εν λόγω απόφασης η προβλεπόμενη ποινή για το αδίκημα της κλοπής υπό υπαλλήλου ήταν 7 χρόνια, η επιβληθείσα ποινή φυλακίσεως 9 μηνών θεωρήθηκε ως επιεικής. Στην υπόθεση Πέτρος Πέτρου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 219, η επιβληθείσα ποινή φυλακίσεως 2 ½ ετών μειώθηκε από το Εφετείο σε 18 μήνες. (Βλ. επίσης Ανδρέας Κωστάκη Στυλιανού ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 58/08, ημερ. 13.10.2008, και Suma Akter v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 1/2005, ημερ. 24.2.2005 και Μάριος Αδάμου ν. Δημοκρατίας, Π.Ε. 199/11 ημερ. 9.8.2012). Το αδίκημα της επίθεσης εναντίον Αστυνομικού είναι επίσης σοβαρό, οι Αστυνομικοί είναι όργανα της τάξης εντεταλμένα να επιβάλλουν το νόμο και στα καθήκοντα τους συμπεριλαμβάνεται και η διερεύνηση καταγγελιών και παραπόνων. Υποχρέωση του κάθε ενός από εμάς είναι η παροχή βοήθειας σε αυτούς κατά τη διεκπεραίωση του έργου τους και σε καμία περίπτωση η παρεμπόδιση τους, πόσο μάλλον η επίθεση κατ' αυτών. Σε σχέση με το αδίκημα της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία αναφέρω ότι είναι αδίκημα που βρίσκεται σε έξαρση και αδίκημα ιδιαιτέρως σοβαρό. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Mohamed El Fedy ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 16: «Η Κύπρος είναι χώρα φιλόξενη και ανεκτική. Ιστορικά υπήρξε και εξακολουθεί να είναι κόμβος συγκοινωνιακός, οικονομικός και πολιτιστικός. Όμως κάθε κράτος διατηρεί το δικαίωμα μη αποδοχής αλλοδαπών (βλέπε ανάπτυξη του καθηγητή J.G. Starke "Introduction to International Law", 10η έκδοση στη σελ. 748 και επ.), το οποίο παραβιάζεται με διάπραξη τέτοιας φύσεως αδικημάτων». Ανάλογη προσέγγιση υπήρξε και στην Nazari ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 231, όπου αναφέρθηκε ότι: «Παράνομη παραμονή αλλοδαπών στην Κύπρο συνιστά δεσπόζον (prevalent) αδίκημα, γεγονός που δικαιολογεί την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Η Κύπρος, πρέπει να γίνει κατανοητό, είναι μια μικρή χώρα, με τεράστια προβλήματα. Η περιφρούρηση της Κυπριακής Επικράτειας αποτελεί θεμελιώδες καθήκον. Δεν υποτιμούμε την αγωνία των όπου γης ανθρώπων για την εξασφάλιση εργασίας και, γενικά, τη βελτίωση των συνθηκών της ζωής τους. Όμως, στην περίπτωση της Κύπρου, πρέπει να γίνει καθολικά σεβαστό ότι συντρέχουν ιδιαίτερα ισχυροί λόγοι για την αυστηρή εφαρμογή της αρχής του διεθνούς δικαίου που επιτρέπει τον αποκλεισμό αλλοδαπών προς διασφάλιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας». Στην παρούσα περίπτωση οι επιβαρυντικοί παράγοντες το Δικαστήριο θα λάβει υπόψη του είναι το γεγονός ότι η κατηγορούμενη έκλεψε κοσμήματα μεγάλης χρηματικής αξίας από την εργοδότη της, μια ηλικιωμένη γυναίκα η οποία την εργοδοτούσε για 17 μήνες και με την οποία οι σχέσεις της ήταν πολύ αρμονικές όπως και η ίδια η κατηγορούμενη παραδέχτηκε. Η κατηγορούμενη δεν τίμησε την εμπιστοσύνη που είχαν οι εργοδότες της προς την ίδια, ούτε το γεγονός ότι στο χρονικό διάστημα που εργοδοτείτο, οι εργοδότες της εκπλήρωσαν στο ακέραιο τις υποχρεώσεις τους προς αυτήν. Ο άλλος επιβαρυντικός παράγοντας όπως έχει ήδη αναφερθεί είναι το γεγονός ότι η κατηγορούμενη ήταν υπάλληλος της παραπονούμενης και ήταν σε θέση να πραγματοποιήσει την κλοπή ανενόχλητα και με ευκολία. Ενήργησε απερίσκεπτα και εξέθεσε τον εαυτό της σε περιπέτειες, αφού με τον τρόπο που ενήργησε ήταν θέμα χρόνου να γίνει αντιληπτό από την παραπονούμενη, όπως και έγινε, ότι αυτή ήταν υπεύθυνη για την κλοπή. Άλλο επιβαρυντικό στοιχείο είναι ότι τα κλοπιμαία δεν ανευρέθηκαν και ιδιαίτερα το γεγονός ότι η κατηγορούμενη μέχρι και αυτό το στάδιο δεν παρουσιάζεται να έχει μεταμεληθεί για τα αδικήματα που έχει διαπράξει, αντίθετα παραμένει στη θέση ότι, σε ότι αφορά τα αδικήματα της 1ης και 2ης κατηγορίας, είναι αθώα. Η κατηγορούμενη δεν συνεργάστηκε με την Αστυνομία αντίθετα όπως έχει ήδη αναφερθεί επιτέθηκε εναντίον και της εξεταστή της υπόθεσης κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων της. Οι προσωπικές της συνθήκες και το λευκό ποινικό της μητρώο θα προσμετρήσουν κατά την επιβολή ποινής όπως και το γεγονός ότι είναι μητέρα τριών ανηλίκων παιδιών. Θα λάβω επίσης υπόψη μου ότι έχει από τις ίδιες τις πράξεις της αποστερήσει ουσιαστικά τα παιδιά της από τα αναγκαία χρήματα για το μεγάλωμα, την φροντίδα και την μόρφωση τους τα οποία η ίδια κέρδιζε από την εργασία της στην Κύπρο. Περαιτέρω λαμβάνω υπόψη μου το γεγονός ότι η κατηγορούμενη προέρχεται από μια φτωχιά χώρα, ότι οι συνθήκες διαβίωσης στην εν λόγω χώρα την ανάγκασαν να ξενιτευτεί μακριά από τα παιδιά της για να εργαστεί. Οι στόχοι του Δικαστηρίου κατά την επιβολή της ποινής είναι ως εξής:
  1. Αναμόρφωση του παραβάτη. Η ποινή που επιβάλλεται πρέπει να είναι τέτοια που να δίδονται κίνητρα στον παραβάτη να διορθώσει τα λάθη του και να λάβει τα μέτρα να μην επαναλάβει αυτή τη συμπεριφορά.
  2. Τιμωρία του παραβάτη. Η ποινή που επιβάλλεται πρέπει να είναι τέτοια ώστε να ικανοποιείται το αίσθημα δικαιοσύνης των πολιτών με το να τιμωρηθεί ο παραβάτης για την αξιόμεμπτη του πράξη.
  3. Αποτροπή του εγκλήματος. Η ποινή πρέπει να είναι τέτοια που να επενεργεί ως ανασταλτικός παράγοντας για την επανάληψη της διάπραξης του αδικήματος από τον παραβάτη και από άλλους, πιθανόν, παραβάτες παρομοίων αδικημάτων στο μέλλον. Το Δικαστήριο κατά την επιβολή της ποινής πρέπει να έχει υπόψη και τους τρεις αυτούς στόχους. Δεν μπορεί να ικανοποιήσει τον ένα στόχο με αποτέλεσμα να αγνοήσει τους άλλους δύο. Έχει τονιστεί επανειλημμένα, από το Aνώτατο Δικαστήριο, ότι το συμφέρον της κοινωνίας είναι κατ' εξοχήν παράγοντας που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η αποτελεσματική εφαρμογή των νόμων πρωταρχικό καθήκον των Δικαστηρίων (βλ. Sentencing in Cyprus, R v. S Georgiou 22 CLR 147). Επομένως, παρόλο που οι ποινές θα πρέπει να εξατομικεύονται και να λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου διά να βρεθεί η πιο κατάλληλη ποινή, αυτός ο παράγοντας δεν μπορεί να επενεργήσει στην εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος με αποτέλεσμα να μην τιμωρηθεί ο παραβάτης και να μην επιτευχθεί η αποτροπή παρομοίων αδικημάτων στο μέλλον. Στην παρούσα περίπτωση θα πρέπει να επιβληθεί αυστηρή ποινή σε σχέση με τον στόχο της τιμωρίας και της αποτροπής αλλά και με βάση τα γεγονότα και τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος. Η κατηγορούμενη πρέπει μέσω της ποινής που θα της επιβληθεί να συνετιστεί και να αντιληφθεί τη σοβαρότητα των πράξεων της. Αυτά τα αδικήματα είναι από τη φύση τους σοβαρά διότι τέτοιες ενέργειες υπονομεύουν την αναγκαία σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη και εργοδοτούμενου, και την αναγκαία εμπιστοσύνη που πρέπει να υπάρχει μεταξύ οικοδεσπότη και προσώπου που διαμένει και φιλοξενείται σε οικία για να φροντίζει μέλη της οικογένειας. (Βλ. Πέτρου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ
  1. Η ενέργεια της να καταχραστεί την εμπιστοσύνη του εργοδότης της είναι ιδιαίτερα απεχθής συμπεριφορά. Επομένως, πρέπει να τιμωρηθεί αυστηρά, ως προειδοποίηση σε άλλα πρόσωπα που δυνατόν να συμπεριφερθούν με παρόμοιο τρόπο. Σε διαφορετική περίπτωση εκμηδενίζεται η σοβαρότητα του αδικήματος και θα ενθαρρύνεται η παρανομία. Ενόψει των πιο πάνω επιβαρυντικών στοιχείων και λαμβάνοντας υπόψη μου ότι η αξία των κλοπιμαίων ανέρχεται στο ποσό των €12.650 και ότι τα κοσμήματα δεν έχουν ανευρεθεί, έχω τη θέση ότι η μόνη ενδεδειγμένη ποινή υπό τις περιστάσεις είναι αυτή της φυλάκισης. Οι προσωπικές συνθήκες της κατηγορούμενης αλλά και γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση και τα οποία έχουν αναφερθεί στην απόφαση μου λεπτομερώς δεν είναι τέτοια που να επιδρούν καθοιονδήποτε τρόπο στην επιλογή της ποινής που θα της επιβληθεί, αφού είναι η θέση μου ότι η ποινή φυλάκισης είναι η μόνη ποινή που θα την τιμωρήσει επαρκώς για την παράνομη συμπεριφορά της έναντι προσώπων που την εμπιστεύονταν και την είχαν απόλυτα ανάγκη και που θα αποτρέψει την κατηγορούμενη και άλλους μελλοντικούς παραβάτες από τη διάπραξη παρόμοιων αδικημάτων στο μέλλον. Ενόψει των ανωτέρω επιβάλλονται στην κατηγορούμενη οι εξής ποινές: - Κατηγορία αρ. 1 ποινή φυλάκισης 10 μηνών. - Κατηγορία αρ. 2 ποινή φυλάκισης 2 μηνών. - Κατηγορία αρ. 3 ποινή φυλάκισης 3 μηνών. Οι ποινές να συντρέχουν. Δεν δικαιολογείται αναστολή της ποινής ενόψει της σοβαρότητας των αδικημάτων. Οι προσωπικές περιστάσεις της κατηγορουμένης έχουν ληφθεί υπόψη στο ύψος της ποινής. Η ποινή θα αρχίσει από την ημέρα κράτησης της, δηλαδή 11.12.
  2. Έξοδα €90 να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. Το τεκμήριο να επιστραφεί στο νόμιμο δικαιούχο του. (Υπ.) .................. Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.