← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Παπάνδρεα Αθανάση, Αρ. Υπόθεσης:14499/13, 7/2/2014

Δημοκρατία ν. Παπάνδρεα Αθανάση, Αρ. Υπόθεσης:14499/13, 7/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2014:4 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Σύνθεση Κακουργιοδικείου: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Χ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:14499/13 Δημοκρατία - v - Παπάνδρεα Αθανάση, από Αστρομερίτη Κατηγορουμένου ------------------------------- Ημερομηνία: 7 Φεβρουαρίου 2014 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Κυθραιώτου Για Κατηγορούμενο: κ. Παυλίδης με κα Λούτσιου Κατηγορούμενος παρών ---------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία για βιασμό, αδίκημα το οποίο φέρεται να διαπράχθηκε σε άγνωστη ημερομηνία περί τα τέλη Μαΐου μέχρι αρχές Ιουνίου 2013 στη Λινού της επαρχίας Λευκωσίας, με θύμα τη Νατάσα Περικλέους από τη Λευκωσία. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ Η καταγγελία από την παραπονούμενη έγινε στις 11.6.2013 στην Αστυνομική Διεύθυνση Μόρφου. Σύμφωνα με τη μαρτυρία των Αστ. 4834 Ανδρέα Παραπάνου (Μ.Κ.1) και της Γ/Αστ. 3293 Σωτήρας Ανδρέου (Μ.Κ.4), η παρούσα υπόθεση ήρθε στην επιφάνεια όταν το βράδυ της 11ης Ιουνίου 2013 η παραπονούμενη (Μ.Κ.2) προσήλθε στο ΤΑΕ Μόρφου και υπέβαλε την καταγγελία της. Επειδή οι Μ.Κ.1 και 4 είχαν τύχει εκπαίδευσης για τη διερεύνηση σεξουαλικών αδικημάτων, κλήθηκαν από τον Λοχ. 4345 Πάμπο Στυλιανού για να λάβουν την καταγγελία. Οι Μ.Κ.1 και 4 συνάντησαν την παραπονούμενη στο γραφείο του Λοχ. 4345, όπου η ίδια κατάγγειλε ότι δέχθηκε άσεμνη επίθεση από τον Κατηγορούμενο. Ο Μ.Κ.1 αντιλήφθηκε ότι η παραπονούμενη προσπαθούσε να πει κάτι αλλά ντρεπόταν και έκλαιγε, οπότε αυτός και ο Λοχίας αποχώρησαν από το γραφείο και εκεί παρέμεινε η Μ.Κ.4 για να λάβει την καταγγελία. Κατά τη λήψη της κατάθεσης από την παραπονούμενη, αυτή απεκάλυψε στη Μ.Κ.4 ότι περί τα τέλη Μαΐου 2013 ο Κατηγορούμενος, που είναι θείος της, ήρθε σε σεξουαλική επαφή μαζί της παρά τη θέληση της, στο τροχόσπιτο του (στο οποίο η ίδια διέμενε τότε), κάτι το οποίο δεν είχε εκμυστηρευτεί σε κανένα μέχρι εκείνη τη στιγμή. Η Μ.Κ.4 περιέγραψε την παραπονούμενη ως πολύ αναστατωμένη κατά τη διάρκεια λήψης της κατάθεσης της. Η Μ.Κ.4 ρώτησε την παραπονούμενη γιατί δεν ανέφερε προγενέστερα για τον βιασμό, και αυτή της είπε ότι δεν είχε εμπιστοσύνη στην Αστυνομία επειδή ο Κατηγορούμενος της έλεγε ότι γνώριζε άτομα από την Αστυνομία. Την επομένη, 12.6.2013, και ώρα 09:00, ο Αστ. 291 Μάριος Κόκκινος του ΤΑΕ Μόρφου, Μ.Κ.3, συνέλαβε τον Κατηγορούμενο δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης, και αφού του εξηγήθηκαν οι λόγοι της σύλληψης του και του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, αυτός απάντησε ότι δεν είχε να πει οτιδήποτε. Λίγο αργότερα, του δόθηκαν τα δικαιώματα κρατουμένου, ο Κατηγορούμενος τα διάβασε και τα υπέγραψε. Ο Μ.Κ.3 χαρακτήρισε τον Κατηγορούμενο ως συνεργάσιμο, τόσο κατά τη σύλληψη του, όσο και στο ΤΑΕ. Την ίδια μέρα και μεταξύ των ωρών 13:35-13:50, ο Μ.Κ.3, με τη βοήθεια του Μ.Κ.1 και του Αστ. 2731, ερεύνησε το τροχόσπιτο του Κατηγορουμένου στην τοποθεσία «Παναγία Χρυσοπαντάνασσα» στη Λινού, δυνάμει δικαστικού εντάλματος. Παρών κατά την έρευνα ήταν και ο Κατηγορούμενος. Ο Μ.Κ.3 παρέλαβε από το κρεβάτι του κυρίως υπνοδωματίου ένα χρωματιστό σεντόνι, το οποίο συσκεύασε και σφράγισε, και το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο

  1. Αφού ο Μ.Κ.3 επέστησε την προσοχή του Κατηγορουμένου στο Νόμο, αυτός απάντησε ότι το σεντόνι είναι δικό του. Καθ΄ υπόδειξη του Μ.Κ.3, ο Μ.Κ.1 έλαβε φωτογραφίες εξωτερικά και εσωτερικά του τροχόσπιτου, και εκτύπωσε συνολικά 12 φωτογραφίες οι οποίες κατατέθηκαν ως Τεκμήριο
  2. Το βράδυ της ίδιας μέρας ο Μ.Κ.1 έλαβε από τον Κατηγορούμενο, κατόπιν γραπτής του συγκατάθεσης, δύο παρειακά επιχρίσματα, τα οποία κατατέθηκαν ως Τεκμήριο
  3. Ακολούθως ο Μ.Κ.1 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο, Τεκμήριο
  4. Εν τω μεταξύ την ίδια μέρα, 12.6.2013, και μεταξύ των ωρών 11:10-12:00, η παραπονούμενη εξετάστηκε από την Ιατροδικαστή Ελένη Αντωνίου, στο Γ.Ν. Λευκωσίας, στην παρουσία της Μ.Κ.
  5. Η Ιατροδικαστική Έκθεση της Δρος Αντωνίου ημερ. 12.6.2013 αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός από τις δύο πλευρές και κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  6. Σε αυτή αναφέρεται ότι η Δρ Αντωνίου δεν διαπίστωσε οποιαδήποτε κάκωση στο σώμα, στα εξωτερικά γεννητικά όργανα και στον κόλπο της παραπονούμενης. Η Δρ Αντωνίου επίσης εξέφρασε τη θέση ότι αν υπήρχαν οποιεσδήποτε κακώσεις, μετά το χρονικό διάστημα των 10 ημερών από το περιστατικό, οι κακώσεις εξαφανίζονται. Στις 14.6.2013 και ώρα 17:15 η παραπονούμενη παρέδωσε στη Μ.Κ.4, στα γραφεία του ΤΑΕ Μόρφου, ένα γαλάζιο σεντόνι, το οποίο η παραπονούμενη ανέφερε ότι βρισκόταν πάνω στο κρεβάτι της τη νύκτα που ο θείος της τη βίασε. Το εν λόγω σεντόνι κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  7. Η Μ.Κ.4 διευκρίνισε ότι, όταν η παραπονούμενη προέβη στην καταγγελία της, είχε αναφέρει ότι κατείχε το σεντόνι και ότι δεν το είχε πλύνει. Έτσι η Μ.Κ.4 της ζήτησε από τότε να το παραδώσει, κάτι το οποίο έγινε στις 14.6.
  8. Η παραπονούμενη προέβη σε κατάθεση στην οποία αναφέρεται στο σεντόνι. Στην εν λόγω κατάθεση κάνει επίσης αναφορά σε ένα παλαιό περιστατικό σεξουαλικής κακοποίησης της, πλην όμως δεν επιθυμούσε να αναφέρει το όνομα του δράστη. Σύμφωνα με τη Μ.Κ.4, για παλαιότερο συμβάν η παραπονούμενη μίλησε και κατά την πρώτη της κατάθεση, όμως δεν επιθυμούσε τότε την καταγραφή του σε αυτή. Ακολούθως η Μ.Κ.4 έλαβε από την παραπονούμενη, κατόπιν γραπτής της συγκατάθεσης, δύο παρειακά επιχρίσματα, τα οποία κατατέθηκαν ως Τεκμήριο
  9. Στις 19:00 η παραπονούμενη παρέδωσε το κινητό τηλέφωνο της στον Μ.Κ.1, αναφέροντας ότι αυτό περιέχει γραπτά μηνύματα που ο Κατηγορούμενος της έστειλε από το δικό του κινητό. Την επομένη, 15.6.2013, ο Κατηγορούμενος παρέδωσε επίσης το δικό του κινητό στον Μ.Κ.
  10. Στις 18.6.2013, στην παρουσία του Μ.Κ.1, ο Αστ. 1568 Χ. Βορκάς του ΤΑΕ Μόρφου έλαβε δεύτερη ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  11. Στην εν λόγω κατάθεση του ο Κατηγορούμενος αναφέρει ότι ο ίδιος έβαλε το σεντόνι, Τεκμήριο 6, στο κρεβάτι αφότου έφυγε η παραπονούμενη και εκεί είχε μετά σεξουαλική επαφή με τη σύζυγο του. Αργότερα στις 18.6.2013, όταν η σύζυγος του Κατηγορουμένου πήγε να τον επισκεφθεί στα κρατητήρια, ο Μ.Κ.1 τη ρώτησε προφορικά κατά πόσο αυτή είχε σεξουαλική επαφή με τον Κατηγορούμενο μετά που η παραπονούμενη είχε φύγει από το τροχόσπιτο και αυτή απάντησε αρνητικά. Ερωτηθείς κατά την αντεξέταση του ο Μ.Κ.1 γιατί δεν έκρινε σκόπιμο να υποβάλει τέτοια ερώτηση στη σύζυγο του Κατηγορουμένου κατά τη λήψη κατάθεσης από αυτή, ο Μ.Κ.1 απάντησε ότι η κατάθεση της συζύγου του Κατηγορουμένου λήφθηκε στις 13.6.2013, Τεκμήριο 9, ενώ ο Κατηγορούμενος αναφέρθηκε σε αυτό μεταγενέστερα, στη δεύτερη του κατάθεση, στις 18.6.
  12. Ο Μ.Κ.1 ανέφερε ακόμα ότι η δεύτερη ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο κρίθηκε αναγκαία εν όψει νέων στοιχείων που είχαν προκύψει κατά την έρευνα και κυρίως της συμπληρωματικής κατάθεσης της παραπονούμενης και της εξέτασης των κινητών τηλεφώνων. Μετά την ολοκλήρωση των εξετάσεων, τα τηλέφωνα έχουν επιστραφεί στους ιδιοκτήτες τους. Ο Μ.Κ.1 είπε ότι ο Κατηγορούμενος δεν κατηγορήθηκε γραπτώς, καθότι έλαβαν οδηγίες για την άμεση καταχώριση της υπόθεσης. Λόγω του ότι στις καταθέσεις του ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι η παραπονούμενη έκανε χρήση ναρκωτικών, σε συνεννόηση με τη Νομική Υπηρεσία, λήφθηκαν αίμα και ούρα από την παραπονούμενη για να γίνουν σχετικές εξετάσεις. Όπως ανέφερε η Μ.Κ.4, στις 12.7.2013 αυτή συνόδευσε την παραπονούμενη στο Τμήμα Α΄ Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, όπου ο Δρ Ηλιάδης έλαβε το αίμα και η Μ.Κ.4 παρέλαβε τα ούρα από την παραπονούμενη. Η Μ.Κ.4 τα συσκεύασε και τα παρέδωσε στην κα Μαρία Αυξεντίου του Γενικού Χημείου του Κράτους για εξέταση. Αυτά κατατέθηκαν ως Τεκμήριο
  13. Η κα Αυξεντίου, Μ.Κ.5, κατέθεσε το Βιογραφικό της Σημείωμα, στο οποίο φαίνονται τα ακαδημαϊκά προσόντα και η πείρα της, ως Τεκμήριο 11, και την Έκθεση που ετοίμασε στις 23.7.2013 αναφορικά με την εξέταση των τεκμηρίων. Η Μ.Κ.5 διευκρίνισε ότι η εξέταση της αφορούσε την ανίχνευση ναρκωτικών ουσιών. Ο τρόπος διενέργειας αυτής είναι ότι πρώτα γίνεται προκαταρκτική ανάλυση των ούρων και, αν προκύψει θετικό αποτέλεσμα, τότε γίνεται επιβεβαιωτική ανάλυση των ούρων και του αίματος. Στην προκειμένη περίπτωση η προκαταρκτική ανάλυση των ούρων κατέδειξε αρνητικό αποτέλεσμα στις κύριες ναρκωτικές ουσίες που κυκλοφορούν στην Κύπρο. Αυτές είναι οι αμφεταμίνες, γνωστές ως ναρκωτικό crystal ice, βενζοδιαζεπίνες, που είναι ηρεμιστικές/υπνωτικές ουσίες, κανναβινοειδή, γνωστά ως χασίς, μεταβολίτης κοκαΐνης, που είναι η κοκαΐνη, οπιοειδή, που είναι το όπιο, η ηρωίνη και η μορφίνη, και το MDMA που είναι τα χάπια ecstasy. Η Μ.Κ.5 είπε ότι ο καθοριστικός χρόνος για τα αποτελέσματα των αναλύσεων είναι ο χρόνος λήψης του δείγματος, και ότι γενικά οι εξετάσεις καταδεικνύουν ότι δεν έγινε χρήση των ουσιών για 48-72 ώρες προηγουμένως, πλην της κάνναβης της οποίας οι εξετάσεις καταδεικνύουν ότι δεν έγινε χρήση για περίπου 1-2 μήνες προηγουμένως. Στην αντεξέταση της η Μ.Κ.5 εξήγησε ότι η αναφορά στον ένα με δύο μήνες αφορά τις περιπτώσεις παρατεταμένης χρήσης κάνναβης ενώ για μία χρήση κάνναβης η εξέταση αφορά το χρονικό διάστημα των 2-7 ημερών προηγουμένως. Τα Τεκμήρια 6 και 7 έτυχαν επιστημονικής εξέτασης από τον Δρα Μάριο Καριόλου, Διευθυντή του Εργαστηρίου Δικανικής Γενετικής του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου, ο οποίος ετοίμασε Έκθεση ημερ. 4.10.
  14. Τα ακαδημαϊκά προσόντα, η πείρα και η εμπειρογνωμοσύνη του Δρος Καριόλου, Μ.Κ.7, όπως επίσης η ορθότητα της μεθοδολογίας που χρησιμοποίησε για τη διενέργεια των εξετάσεων, αποτέλεσαν παραδεκτό γεγονός από τις δύο πλευρές. Ο Μ.Κ.7 υιοθέτησε την Έκθεση του και αναγνώρισε ότι τα Τεκμήρια 4-7 αντιστοιχούν στα αντικείμενα τα οποία έτυχαν εξέτασης και αριθμούνται 2,5,1 και 4 στη σελίδα 6 της Έκθεσης του αντίστοιχα. Ο Μ.Κ.7 επεξήγησε ότι χρησιμοποίησε μόνο το ένα από τα δύο παρειακά επιχρίσματα αντίστοιχα τόσο του Παπά Ανδρέα Αθανάση όσο και της Νατάσας Περικλέους, ότι από το Τεκμήριο 6 έγιναν 9 δειγματοληψίες, καθώς και ότι από το Τεκμήριο 7 έγιναν 6 δειγματοληψίες, από τις οποίες έγινε προσπάθεια απομόνωσης του Μη Σπερματικού Μέρους (ΜΣΜ) και του Σπερματικού Μέρους (ΣΜ). Αυτός ο διαχωρισμός δεν σημαίνει αυτόματα ότι στο ΣΜ υπάρχουν σπερματικά κύτταρα, και αυτό διαφαίνεται από περαιτέρω εξετάσεις του ΣΜ. Έγιναν επίσης εξετάσεις με τη χρήση της αντίδρασης του Εδικού Αντιγόνου του Προστάτη (ΕΑΠ) σε όλα τα σημεία των Τεκμηρίων 6 και 7, και τα αποτελέσματα ήταν θετικά. Αυτό σημαίνει ότι στα εν λόγω σημεία υπήρχε σπερματικό υγρό που υπάρχει στον προστάτη. Τα συμπεράσματα του Μ.Κ.7 από τις συγκρίσεις που έγιναν στο επίπεδο του γενετικού υλικού είναι τα ακόλουθα: 1) Σε πέντε σημεία στο Τεκμήριο 6, ήτοι στα σημεία 1.1, 1.3, 1.4, 1.7 και 1.9, που είναι κομμάτια από αίμα, θετικά σε ΕΑΠ και ΜΣΜ, υπάρχει ταύτιση του μονού γενετικού υλικού που απομονώθηκε από αυτά με το γενετικό προφίλ που απομονώθηκε από το παρειακό επίχρισμα του Παπά Ανδρέα Αθανάση. 2) Στο σημείο 1.2 του Τεκμηρίου 6, που είναι κομμάτι από αίμα, θετικό σε ΕΑΠ, ΜΣΜ και ΣΜ, απομονώθηκε πάρα πολύ μικρή ποσότητα μικτού γενετικού υλικού, και ο Παπά Ανδρέας Αθανάση δεν μπορεί να αποκλεισθεί από δότης μέρους του εν λόγω μικτού γενετικού υλικού. 3) Στο σημείο 1.8 του Τεκμηρίου 6, που είναι κομμάτι από αίμα, θετικό σε ΕΑΠ και ΜΣΜ, απομονώθηκε πάρα πολύ μικρή ποσότητα μικτού γενετικού υλικού, και ο Παπά Ανδρέας Αθανάση δεν μπορεί να αποκλεισθεί από δότης μέρους του εν λόγω μικτού γενετικού υλικού. 4) Από το σημείο 4.1 του Τεκμηρίου 7, που είναι κομμάτι από αίμα, θετικό σε ΕΑΠ και ΜΣΜ, απομονώθηκε μικτό γενετικό υλικό που παρουσιάζει κύρια συνεισφορά από άγνωστο άνδρα. Ο Παπά Ανδρέας Αθανάση δεν μπορεί να αποκλεισθεί από δότης μέρους του εν λόγω μικτού γενετικού υλικού. Ακόμα ο άγνωστος άνδρας, το γενετικό υλικό του οποίου απομονώθηκε, μπορεί να έχει στενή συγγενική σχέση με τον Παπά Ανδρέα Αθανάση. 5) Στο σημείο 4.2 του Τεκμηρίου 7, που είναι κομμάτι από αίμα, θετικό σε ΕΑΠ, ΜΣΜ και στην παρουσία Σπερματικών Κυττάρων, υπάρχει ταύτιση του μονού γενετικού υλικού που απομονώθηκε από αυτό με το γενετικό προφίλ που απομονώθηκε από το παρειακό επίχρισμα του Παπά Ανδρέα Αθανάση. 6) Στα σημεία 4.3 και 4.6 του Τεκμηρίου 7, που είναι κομμάτια από αίμα, θετικά σε ΕΑΠ και στην παρουσία Σπερματικών Κυττάρων, υπάρχει ταύτιση του μονού γενετικού υλικού που απομονώθηκε από αυτά με το γενετικό προφίλ που απομονώθηκε από το παρειακό επίχρισμα του Παπά Ανδρέα Αθανάση. 7) Στο σημείο 4.6 του Τεκμηρίου 7, επίσης, που είναι κομμάτι από αίμα, θετικό σε ΕΑΠ και ΜΣΜ, υπάρχει ταύτιση του πλήρους ανδρικού γενετικού υλικού της κύριας συνεισφοράς του μικτού γενετικού υλικού που απομονώθηκε από αυτό με το γενετικό προφίλ που απομονώθηκε από το παρειακό επίχρισμα του Παπά Ανδρέα Αθανάση. 8) Στο σημείο 4.3 του Τεκμηρίου 7, επίσης, που είναι κομμάτι από αίμα, θετικό σε ΕΑΠ και ΜΣΜ, απομονώθηκε μικτό γενετικό υλικό που παρουσιάζει κύρια συνεισφορά, και υπάρχει ταύτιση του πλήρους ανδρικού γενετικού υλικού της κύριας συνεισφοράς του μικτού γενετικού υλικού που απομονώθηκε από αυτό με το γενετικό προφίλ που απομονώθηκε από το παρειακό επίχρισμα του Παπά Ανδρέα Αθανάση. Η Νατάσα Περικλέους δεν μπορεί να αποκλεισθεί από δότρια μέρους του εν λόγω μικτού γενετικού υλικού. 9) Στα σημεία 4.4 και 4.5 του Τεκμήριου 7, που είναι κομμάτια από αίμα, θετικό σε ΕΑΠ και ΜΣΜ, υπάρχει ταύτιση του μονού γενετικού υλικού που απομονώθηκε από αυτά με το γενετικό προφίλ που απομονώθηκε από το παρειακό επίχρισμα της Νατάσας Περικλέους. 10) Στο σημείο 4.5 του Τεκμηρίου 7, που είναι κομμάτι από αίμα, θετικό σε ΕΑΠ και στην παρουσία Σπερματικών Κυττάρων, απομονώθηκε πάρα πολύ μικρή ποσότητα μικρού γενετικού υλικού, και λόγω αυτού είναι δύσκολο να γίνουν με ασφάλεια οποιεσδήποτε περαιτέρω συγκρίσεις. Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω συμπεράσματα, εντοπίστηκαν Σπερματικά Κύτταρα στα σημεία 4.2, 4.3, 4.5 και 4.6 του Τεκμηρίου
  15. Κατά την αντεξέταση του ο Μ.Κ.7 εξήγησε το συμπέρασμα του αναφορικά με το σημείο 4.3 του Τεκμηρίου 7 σε σχέση με τη Νατάσα Περικλέους, λέγοντας ότι δεν υπάρχει ταύτιση αλλά ταυτόχρονα δεν μπορεί να αποκλειστεί από πιθανή δότρια, καθότι απουσιάζουν κάποια γενικά χαρακτηριστικά ενώ υπάρχουν κάποια άλλα. Τέλος, ανέφερε ότι αν ένα αντικείμενο πλυθεί, τότε αφαιρούνται οι βιολογικές ουσίες που εναποτίθενται σε αυτό. Μαρτυρία Παραπονούμενης (Μ.Κ.2) Η παραπονούμενη έδωσε στην Αστυνομία δύο καταθέσεις τις οποίες υιοθέτησε ενώπιον του Δικαστηρίου ως μέρος της κύριας εξέτασής της. Πρόκειται για το Έγγραφο 2 και το Έγγραφο
  16. Η παραπονούμενη, η οποία κατάγεται από τον Οίκο, από το 2005 πήγε στη Λευκωσία όπου σπούδασε και στη συνέχεια παρέμεινε για εργασία, μέχρι τα μέσα Μαΐου
  17. Τότε έλαβε τηλεφώνημα από τον αδελφό του πατέρα της, τον ιερέα στη Λινού Πατέρα Αθανασίου (ο Κατηγορούμενος), ο οποίος της ζήτησε αν μπορούσε να βοηθήσει τον πατέρα της που διέμενε στη Λινού και ήταν άρρωστος. Η παραπονούμενη, αφού ήρθε την επομένη μέρα στη Λινού και διαπίστωσε την κατάσταση του πατέρα της, αποφάσισε να μείνει στη Φλάσου για να μπορεί να τον βοηθά. Αποδέχθηκε δε την πρόταση του Κατηγορουμένου να της παραχωρήσει προσωρινά διαμονή στο καραβάνι που είχε στη Φλάσου χωρίς οποιαδήποτε επιβάρυνση. Η παραπονούμενη εγκαταστάθηκε λοιπόν στο καραβάνι στο οποίο πήγαινε το βράδυ για ύπνο και το μεσημέρι για ντους, ενώ τις υπόλοιπες ώρες βρισκόταν στο καφενείο του πατέρα της και τον φρόντιζε. Μετά από δύο βδομάδες διαμονής της στο καραβάνι και παρόλο που είχε συμφωνηθεί να μένει μόνη σ' αυτό η παραπονούμενη, ο Κατηγορούμενος ερχόταν και κοιμόταν κι αυτός τα βράδια εκεί σε άλλο δωμάτιο με τη δικαιολογία ότι θα ξυπνούσε πρωί να πάει στο κοπάδι του. Όταν ξυπνούσε το πρωί η ώρα 05:00 ερχόταν στο δωμάτιο της παραπονούμενης και την σκουντούσε να ξυπνήσει ενώ άλλες φορές της χάιδευε το κεφάλι και της φώναζε να ξυπνήσει για να πάει στο καφενείο. Τότε η παραπονούμενη πίστευε ότι ο Κατηγορούμενος την αγαπούσε σαν κόρη του όπως εξάλλου της έλεγε κι ο ίδιος χωρίς το μυαλό της να πηγαίνει στο πονηρό. Ένα βράδυ περί τα τέλη Μαΐου 2013 που η παραπονούμενη πήγε στο καραβάνι για να κοιμηθεί αισθανόμενη μεγάλη κούραση, τόσο σωματική όσο και ψυχολογική λόγω της έγνοιας που είχε για τη φροντίδα του πατέρα της, ήρθε στο δωμάτιο της ο Κατηγορούμενος, κάθισε στο κρεβάτι της και άρχισε να της μιλά. Στην πορεία άρχισε να της κάνει μασάζ στην πλάτη ενώ αυτή φορούσε τα ρούχα της με αποτέλεσμα αυτή να αποκοιμηθεί. Σ' αυτό το στάδιο η παραπονούμενη άρχισε να διερωτάται κατά πόσο τελικά ο Κατηγορούμενος δεν την έβλεπε ως κόρη του και αν προσπαθούσε στην πραγματικότητα να την προσεγγίσει ως άντρας. Την επομένη μέρα το μεσημέρι η παραπονούμενη πήγε στο καραβάνι για να κάνει ντους σκοπεύοντας στη συνέχεια να επιστρέψει στο καφενείο. Βγαίνοντας από το ντους με το μπουρνούζι της είδε τον Κατηγορούμενο μπροστά της, στο σαλόνι. Αμέσως αυτή πήγε στο δωμάτιο της και, αφού πρόλαβε και φόρεσε το νυχτικό της, ο Κατηγορούμενος ήρθε στο δωμάτιο της φορώντας το μποξεράκι του και από πάνω ένα πουκάμισο μισάνοιχτο. Κάθισε δε δίπλα της στο κρεβάτι και άρχισε να της μιλά για γυναίκες και για φιλενάδες που είχε και γενικώς της έλεγε κουβέντες σεξουαλικού περιεχομένου. Τότε η παραπονούμενη αντιλήφθηκε ότι ο Κατηγορούμενος κάτι άλλο ήθελε και, χωρίς η ίδια να το καταλάβει, αυτός την έπιασε από τα χέρια, την έριξε στο κρεβάτι ανάσκελα πέφτοντας ολόκληρος πάνω της και άρχισε να τη φιλά στα χείλη και να την αγγίζει με τα χέρια του στο στήθος, στα οπίσθια και σ' ολόκληρο το σώμα της. Η παραπονούμενη τον έσπρωχνε για να φύγει από πάνω της λέγοντάς του να φύγει ενώ αυτός εξακολουθούσε να είναι από πάνω της, να τη χαϊδεύει και να τη φιλά στο πρόσωπο και στον λαιμό με λυσσαλέο τρόπο. Παρά το γεγονός ότι η παραπονούμενη τον έσπρωχνε και του φώναζε να φύγει από πάνω της, αυτός εξακολουθούσε να τη φιλά και σε κάποια στιγμή που τη χάιδευε με τα χέρια του ένιωσε το χέρι του να το βάζει μέσα στο εσώρουχο της. Ταυτόχρονα ένιωσε το πέος του να τρίβεται στο αιδοίο της και πιέζοντάς την το έβαλε εντός αυτού, δηλαδή με το ένα του χέρι κρατούσε τα δύο της χέρια και την πίεζε και με το άλλο του χέρι έπιασε το πέος του και το έβαλε μέσα στο αιδοίο της. Μόλις έγινε αυτό η παραπονούμενη με όλη της τη δύναμη κατάφερε και τον έριξε προς την αριστερή πλευρά του κρεβατιού και έτρεξε και βγήκε από το καραβάνι, αφού προηγουμένως έπιασε από το σαλόνι μια τσάντα που είχε πάντοτε μέσα κάποια ρούχα της. Φεύγοντας από το καραβάνι φορούσε το νυχτικό της γι΄ αυτό πήγε πίσω από την εκκλησία που βρίσκεται δίπλα από το καραβάνι και φόρεσε τα ρούχα της και στη συνέχεια πήγε στο καφενείο. Εκείνο το βράδυ δεν επέστρεψε στο καραβάνι επειδή φοβόταν να μην συμβεί το ίδιο που της συνέβη και επειδή ένιωθε αηδία. Κοιμήθηκε στο καφενείο του πατέρα της. Δεν επέστρεψε στο καραβάνι για σκοπούς διαμονής της σε αυτό παρά μόνο μετά από δύο μέρες για να πάρει τα προσωπικά της αντικείμενα τα οποία και μετέφερε στο καφενείο. Από την ημέρα που συνέβηκε το πιο πάνω περιστατικό ο Κατηγορούμενος ερχόταν καθημερινά στο καφενείο και συμπεριφερόταν ωσάν να μην είχε συμβεί οτιδήποτε και ζητούσε από την παραπονούμενη να πάνε να μιλήσουν, ενώ της έλεγε ότι, αν δεν τον άκουγε, θα της δημιουργούσε προβλήματα. Η παραπονούμενη δεν ανέφερε σε κανένα αυτό που της συνέβη. Αισθανόταν πολύ πληγωμένη και στενοχωρημένη γιατί δεν περίμενε να την εκμεταλλευτεί ο ίδιος ο θείος της. Από το επόμενο πρωινό του βιασμού ο Κατηγορούμενος άρχισε συνεχώς να την απειλεί μέσω γραπτών μηνυμάτων από το κινητό του ότι αν η παραπονούμενη έφευγε από τη Φλάσου θα την σκότωνε, ότι και να θέλει να φύγει δεν θα τα κατάφερνε ενώ ό,τι έκανε θα τον έβρισκε εμπόδιο μπροστά της. H Παραπονούμενη αποφάσισε να κάνει την καταγγελία στην Αστυνομία γιατί φοβήθηκε μήπως ο Κατηγορούμενος πράξει το ίδιο και σε άλλα άτομα και επειδή αυτό που έκανε δεν αρμόζει από πρόσωπο που υπηρετεί τον Θεό. Η παραπονούμενη επιθυμούσε να πάει να πάρει τα πράγματα της από το καραβάνι. Ένεκα του ότι φοβόταν, ούτε είχε αυτοκίνητο ή κάποιο έμπιστο της πρόσωπο να τη βοηθήσει, δύο μέρες μετά το συμβάν αναγκάστηκε και ειδοποίησε τηλεφωνικώς τον καλό της φίλο Κούλλη Κοσιάρη να έρθει με το αυτοκίνητό του για να τη βοηθήσει να πάρει τα πράγματά της, όπως και έγινε. Στον Κούλλη η παραπονούμενη είχε, απλώς, αναφέρει ότι ο θείος της είχε προσπαθήσει να της βάλει χέρι, γιατί δεν ήθελε ο Κούλλης να εμπλακεί και να τσακωθεί με τον Κατηγορούμενο. Τελικώς ο Κούλλης ήρθε με ένα κοινό τους γνωστό, πήραν την παραπονούμενη από το καφενείο και πήγαν στο μέρος όπου βρισκόταν το καραβάνι. Εκεί η παραπονούμενη είδε ότι ο Κατηγορούμενος ξάπλωνε, στο δωμάτιο όπου αυτή κοιμόταν ενόσω διέμενε στο καραβάνι, κρατώντας ένα κυνηγετικό. Γι΄ αυτό φώναξε στον Κούλλη να έρθει και αυτός μέσα να τη βοηθήσει να μαζέψει τα πράγματά της, όπως και έγινε. Όταν ο Κατηγορούμενος βγήκε μετά έξω από το καραβάνι όπου ήταν η παραπονούμενη, ο Κούλλης και ο άλλος γνωστός τους, τούς είπε ότι η παραπονούμενη είχε περάσει μια δύσκολη νύχτα την πρώτη βδομάδα που ήρθε στη Φλάσου λόγω κρίσης που έπαθε επειδή ήταν στερημένη των ναρκωτικών ουσιών. Πράγμα που απέρριψε η παραπονούμενη λέγοντας ότι δεν είναι χρήστης τέτοιων ουσιών. Από εκείνο το βράδυ μέχρι το βράδυ που η παραπονούμενη πήγε και κατήγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία ο Κατηγορούμενος την απειλούσε με μηνύματα ότι θα τη σκότωνε και ότι θα της έκανε κακό, ενώ της πρότεινε χρηματική αμοιβή για να τα ξεχάσει όλα. Εξήγησε ότι το σεντόνι που παρέδωσε στην Αστυνομία το είχε φυλάξει μετά τη νύχτα του βιασμού κάτω από το κρεβάτι πίσω από την αποθήκη του καφενείου του πατέρα της. Όσο καιρό διέμενε στο καραβάνι η παραπονούμενη δεν είχε έρθει σε σεξουαλική επαφή με οποιοδήποτε πρόσωπο πάνω στο κρεβάτι της εκτός από την περίπτωση του βιασμού που περιέγραψε. Η παραπονούμενη για πρώτη φορά ανέφερε στην Αστυνομία ότι είχε παλιά μια σεξουαλική κακοποίηση, ενώ ήταν 9 ετών, όταν πήγε να δώσει την πρώτη της κατάθεση. Συγκεκριμένα, ανέφερε αυτό το γεγονός προφορικά στη Μ.Κ.4 λέγοντας της ταυτόχρονα να μην το γράψει στην κατάθεσή της. Αντεξεταζόμενη η παραπονούμενη κλήθηκε να προσδιορίσει με περισσότερη ακρίβεια το πότε έλαβε χώρα το επίδικο συμβάν και αυτή ανέφερε ότι ήταν μερικές μέρες μετά το γάμο της αδελφής της που ήταν 25.5.
  18. Όσον αφορά τον λόγο που μεσολάβησε μια περίοδος 10 ημερών περίπου για να προβεί σε καταγγελία η παραπονούμενη εξήγησε ότι στη διάρκεια αυτού του χρονικού διαστήματος ήταν πολύ στενοχωρημένη, πληγωμένη και συγχυσμένη γιατί δεν ανέμενε ποτέ να της συμβεί κάτι τέτοιο από το συγκεκριμένο άτομο που ήταν ιερέας της Εκκλησίας και αδελφός του πατέρα της. Επιπλέον αναφέρθηκε και στο ότι ο Κατηγορούμενος την απειλούσε συνεχώς και πιεστικά ότι θα τη σκότωνε και ότι αν έφευγε από το χωριό θα πλήρωνε άτομα να την παρακολουθούν και να της κάνουν κακό. Ακόμη ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος της έλεγε ότι είχε τα μέσα στο ΤΑΕ, στη Μητρόπολη και γενικά στην Αστυνομία, ότι είχε δύναμη και γνώριζε πολύ κόσμο, ενώ ταυτόχρονα άφηνε να νοηθεί στη γύρω περιοχή ότι η παραπονούμενη ήταν χρήστης ναρκωτικών και κοπέλα ελευθέρων ηθών ("πουτάνα") γεγονός που την έκανε να αισθάνεται πολύ άσχημα και πιεσμένη. Επίσης ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος της έστελλε απειλητικά μηνύματα στο κινητό της με αποτέλεσμα να ζει μια ψυχοφθόρα κατάσταση. Είναι σε αυτό το στάδιο που μια νύχτα που είχε διανυκτερεύσει στο σπίτι του φίλου της Κούλλη Κοσιάρη, αυτός, που μέχρι εκείνη τη στιγμή απλώς πίστευε ότι ο Κατηγορούμενος είχε προσπαθήσει να της βάλει χέρι, την παρότρυνε να καταγγείλει τον Κατηγορούμενο, οπότε το ίδιο βράδυ η παραπονούμενη αποφάσισε, τελικώς, να πάει στην Αστυνομία να καταγγείλει το συμβάν. Όσον αφορά το σεντόνι που είχε κρύψει εξήγησε ότι το έκρυψε σε περίπτωση που θα αποφάσιζε να καταγγείλει το επίδικο συμβάν, ενώ το είχε πάρει από το καραβάνι όταν πήγε να πάρει κάποια προσωπικά της αντικείμενα και όχι ειδικά το σεντόνι. Τα εσώρουχα της τα είχε πλύνει γιατί αμέσως μετά που έφυγε από το καραβάνι και πήγε στο καφενείο του πατέρα της, βάζοντας τα ρούχα του πατέρα της στο πλυντήριο τα έριξε κι αυτά μέσα αισθανόμενη εκείνη τη στιγμή αηδία. Σε άλλη ερώτηση διευκρίνισε ότι στο καραβάνι δεν είχε ξαναπάει μετά το συμβάν για να κοιμηθεί. Είχε, όμως, πάει κρυφά, και σε στιγμή που γνώριζε ότι ο Κατηγορούμενος δεν βρισκόταν εκεί, για να πάρει τα προσωπικά της αντικείμενα. Σε σχέση με το σεντόνι Τεκμήριο 6 ανέφερε ότι σε καμία περίπτωση δεν κοιμήθηκε πάνω σ' αυτό, ούτε σκεπάστηκε με αυτό γιατί χρησιμοποιούσε το δικό της με το οποίο ταυτόχρονα σκεπαζόταν. Ερωτηθείσα γιατί δεν επεδίωξε μέσω συμπληρωματικής κατάθεσης της να προβεί στη διόρθωση που έκανε ενώπιον του Δικαστηρίου στην αρχική της κατάθεση αναφορικά με το ότι ο Κατηγορούμενος της κρατούσε και τα δύο χέρια της και όχι μόνο το ένα, απάντησε ότι δεν το είχε προσέξει νωρίτερα. Αρνήθηκε ακόμη ότι της υπέδειξε κάποιος να το κάνει γιατί είναι 26 χρονών γυναίκα και δεν έχει την ανάγκη να της υποδείξει κανείς, προσθέτοντας ότι μόνο εκείνη γνωρίζει τι τής συνέβη την ημέρα που έγινε το επίδικο περιστατικό. Σε άλλη ερώτηση εξήγησε πώς προέκυψε και υποβλήθηκε σε αναλύσεις αίματος και ούρων, λέγοντας ότι αυτό τής είχε ζητηθεί από το ΤΑΕ και συγκεκριμένα από τη Μ.Κ.4, επειδή ο Κατηγορούμενος ισχυριζόταν ότι η παραπονούμενη έκανε χρήση ναρκωτικών. Η παραπονούμενη είχε δηλώσει ότι δεν είχε κανένα πρόβλημα να υποβληθεί σε τέτοιες αναλύσεις αν αυτός θα ήταν ένας τρόπος να αποδείξει ότι δεν ήταν χρήστης ναρκωτικών. Αντεξεταζόμενη σχετικά είπε ότι δεν έχει κατηγορηθεί ποτέ για χρήση ναρκωτικών, ούτε ποτέ της είχε ανάμειξη με ναρκωτικά. Μόνο την είχαν ρωτήσει προφορικά για κάποιο άλλο άτομο. Αρνήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος ουδέποτε τη βίασε ή ήρθε σε σεξουαλική επαφή μαζί της και ότι η ιστορία της ήταν δική της επινόηση για να πιέσει τον Κατηγορούμενο να της δίνει χρήματα. Πρόσθεσε ότι ποτέ στη ζωή της δεν ζήτησε οικονομική βοήθεια από οποιονδήποτε κι ότι από μικρή ηλικία δούλευε και ξέρει να τα βγάζει πέρα. Τόνισε δε ότι δεν θα έκανε τέτοια «σκηνή» «και να βγει το όνομα της» για λεφτά. Η μόνη βοήθεια που ζήτησε ήταν από τον Πατέρα Χριστόφορο που την πρώτη φορά της έδωσε μια επιταγή για €100 και τη δεύτερη φορά €30 και αυτό έγινε για να μπορέσει να τα βγάλει πέρα με τον πατέρα της που ήταν αλκοολικός και άρρωστος. Αρνήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος τής είχε δώσει €500 για να μπει κουμπάρα στον γάμο της αδερφής της. Πρόσθεσε ότι ο Κατηγορούμενος τής είχε προτείνει να της δώσει €1000 για να μη μιλήσει για την παρούσα υπόθεση. Όσον αφορά το γεγονός ότι μετά το συμβάν ο Κατηγορούμενος την είχε κοινωνήσει, η παραπονούμενη ανέφερε ότι εκεί ήταν η γυναίκα του και τα παιδιά του, οι οποίοι δεν τής είχαν κάνει τίποτα. Συγκεκριμένα εκείνη τη μέρα η γυναίκα του είχε μαγειρέψει και όλοι μετά έφαγαν μαζί. Γι' αυτό πήγε εκείνο το πρωί και κοινώνησε μαζί με τη γυναίκα του Κατηγορουμένου. Τόνισε ότι δεν ζήτησε η ίδια να την κοινωνήσει ο Κατηγορούμενος προσθέτοντας ότι δεν θα πήγαινε ποτέ της να κοινωνήσει, ενώ η μόνη μέρα που πήγε ήταν εκείνη που ήταν και η γυναίκα του Κατηγορουμένου εκεί. Διερωτήθηκε δε τι θα έλεγε στη γυναίκα του για το τι άνδρας είναι ο ιερέας που λειτουργεί την Εκκλησία. Μαρτυρία Κλινικής Ψυχολόγου (Μ.Κ.6) Η Μ.Κ.6 είναι κλινική ψυχολόγος και ψυχοθεραπεύτρια η οποία εργάζεται στις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας στην επαρχία Λάρνακας από τον Οκτώβριο του
  19. Είναι κάτοχος πτυχίου στην επιστήμη της Ψυχολογίας από το Πανεπιστήμιο Κρήτης, μεταπτυχιακού διπλώματος στην κλινική ψυχολογία από το Πανεπιστήμιο Κρήτης και ευρωπαϊκού διπλώματος στις ψυχολογικές θεραπείες από το European Institute of Psychotherapy. Η Μ.Κ.6 είναι εγγεγραμμένη ψυχολόγος στο Συμβούλιο των Επαγγελματιών Ψυχολόγων στην ειδικότητα της κλινικής ψυχολογίας. Είναι, επίσης, ιδρυτικό μέλος της Κυπριακής Εταιρείας Συνθετικής Ψυχοθεραπείας και επόπτρια της ίδιας εταιρείας σε ειδικευόμενους ψυχολόγους και ψυχοθεραπείας. Υπήρξε και μέλος του Συμβουλίου Εγγραφής Ψυχολόγων. Όπως εξήγησε η κλινική ψυχολογία αποτελεί ειδικότητα της ψυχολογίας και ασχολείται κατ΄ εξοχήν με τη διάγνωση, θεραπεία και αποκατάσταση των ψυχικά ασθενών, δηλ. με τη διάγνωση και θεραπεία των ψυχικών παθήσεων και διαταραχών. Ασχολείται με πρόληψη, συμβουλευτική και ψυχοθεραπεία παιδιών, ενηλίκων, ζευγαριών, οικογενειακών και οργανωμένων συνόλων. Στις δομές που η Μ.Κ.6 εργάστηκε και εργάζεται ασχολείται με άτομα που είναι 17 ετών και άνω. Εξέτασε πάνω από 100 υποθέσεις που αφορούσαν ενήλικα πρόσωπα με υποψία σεξουαλικής κακοποίησης. Γνωρίζει την παραπονούμενη επειδή αυτή παραπέμφθηκε στις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας Λάρνακας μετά από αίτημα του ΤΑΕ Μόρφου προς τη Διεύθυνση Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας και τής δόθηκαν οδηγίες να την εξετάσει με σκοπό την αξιολόγηση της ψυχικής της κατάστασης. Για την υπό κρίση περίπτωση η Μ.Κ.6 ετοίμασε σχετική Έκθεση την οποία υιοθέτησε ενώπιον του Δικαστηρίου ως μέρος της κύριας εξέτασής της. Πρόκειται για το Έγγραφο
  20. Εν πρώτοις στην Έκθεση της η Μ.Κ.6 αναφέρεται στο ότι αυτή στηρίζεται σε τρεις ψυχοδιαγνωστικές Κλινικές Συνεντεύξεις, στη λήψη του ιστορικού της παραπονούμενης και στην αξιολόγηση του Πολυδιάστατου Ερωτηματολογίου Προσωπικότητας της Μινεσότα MMPI-
  21. Αφού γίνεται αναφορά σε σημαντικά, όπως χαρακτηρίζονται, στοιχεία του ιστορικού της παραπονούμενης και στα γεγονότα της υπόθεσης της καταγγελίας, γίνεται σχολιασμός της στάσης της παραπονούμενης κατά τη ψυχοδιαγνωστική διαδικασία. Όπως αναφέρεται συναφώς, η εξεταζόμενη κατά τη διάρκεια των Κλινικών Συνεντεύξεων παρουσιάστηκε συνεργάσιμη δίδοντας τις πληροφορίες που τής ζητήθηκαν. Ταυτόχρονα καταγράφεται ότι παρουσίαζε έντονη συναισθηματική φόρτιση και χρειάστηκε, σε κάποιες περιπτώσεις, ψυχολογική ενθάρρυνση για να μπορέσει να συνεχίσει, ενώ δεν αντιμετώπισε ιδιαίτερο πρόβλημα κατανόησης σε ό,τι ρωτήθηκε παρά το ότι σε αρκετές περιπτώσεις διαφάνηκε βαθμός ψυχολογικής σύγχυσης και έλλειψης συγκέντρωσης. Σύμφωνα με τη ψυχοδιαγνωστική αξιολόγηση στην Έκθεση καταγράφεται ότι κατά τη φάση της διαδικασίας της ψυχοδιαγνωστικής Κλινικής Συνέντευξης, δόθηκε η αίσθηση ότι η παραπονούμενη αναβίωνε την εμπειρία την οποία περιέγραφε όπως διαφάνηκε μέσα από τις αντιδράσεις τις οποίες εκδήλωνε, κυρίως εκείνες που υποδήλωναν άγχος, θλίψη, σύγχυση στο χρόνο και τρόμο στο πρόσωπο. Όσον αφορά την αξιολόγηση του Πολυδιάστατου Ερωτηματολογίου Προσωπικότητας της Μινεσότα ΜΜΡΙ-2 στην Έκθεση αναφέρεται ότι η παραπονούμενη περιέγραψε με ακρίβεια την τρέχουσα ψυχολογική της κατάσταση, ενώ μέσα από τη συγκεκριμένη ψυχομετρική διαδικασία διαφάνηκε ότι η παραπονούμενη παρουσίαζε ένταση, προβλήματα ύπνου και ταλαιπωρία από διάφορα σωματικά συμπτώματα. Τα συμπεράσματα που καταγράφονται στην Έκθεση είναι ότι η παραπονούμενη παρουσιάζει έντονο άγχος, θλίψη, επεισόδια ψυχικής κατάρρευσης με έντονο κλάμα, σύγχυση στο να ειπωθούν τα γεγονότα με ακριβή χρονική τοποθέτηση, παραμέληση της φροντίδας εαυτού και προβλήματα ύπνου. Προστίθεται δε ως σημαντικό στοιχείο η ανάγκη της παραπονούμενης για κοινωνική αποδοχή. Με βάση τα πιο πάνω συμπτώματα, είναι η κατάληξη της Μ.Κ.6 στην Έκθεσή της ότι διαπιστώνεται η ύπαρξη Διαταραχής Μετά Από Ψυχοτραυματικό Στρες. Η Μ.Κ.6 εξήγησε ότι μέσω των κλινικών ψυχοδιαγνωστικών συνεντεύξεων, που στην προκειμένη περίπτωση ήταν τρεις

(3), τίθενται ερωτήσεις με σκοπό τη διερεύνηση των ψυχολογικών ενοχλημάτων που μπορεί να παρουσιάζει ένα άτομο. Διερευνώνται, συγκεκριμένα, η συναισθηματική αντίδραση και η συμπεριφορά σε διάφορα στρεσογόνα γεγονότα. Όσον αφορά δε το ιστορικό, σκοπός είναι η συλλογή διαφόρων πληροφοριών που αφορούν τη ζωή του εξεταζομένου για διερεύνηση της προσωπικότητας του και των διαφόρων σταθμών της ζωής του, τη διαχείριση ή ανταπόκριση του σε διάφορα στρεσογόνα γεγονότα, τις συναισθηματικές του αντιδράσεις, το μορφωτικό του επίπεδο, την εργασία του και τις σχέσεις του με άλλα πρόσωπα. Σε σχέση με το Πολυδιάστατο Ερωτηματολόγιο Προσωπικότητας της Μινεσότα εξήγησε ότι αυτό αποτελεί ένα ερωτηματολόγιο που μετρά πιθανή ψυχοπαθολογία, πιθανή διαταραχή προσωπικότητας και προφίλ προσωπικότητας κάποιου ατόμου και χορηγείται επικουρικά ως διαγνωστικό μέσο με στόχο την επιβεβαίωση ή όχι των αποτελεσμάτων της ψυχοδιαγνωστικής κλινικής συνέντευξης. Ερωτηθείσα σχετικά με τη διαπίστωση της ότι η παραπονούμενη έχει Διαταραχή Μετά Από Ψυχοτραυματικό Στρες και το πώς αυτή προκαλείται, ανέφερε ότι προκύπτει μετά από ένα ακραίο τραυματικό γεγονός το οποίο το άτομο έχει βιώσει ή έχει γίνει μάρτυρας σε τραυματικό γεγονός που είχε βιώσει άλλο άτομο. Σε ερώτηση κατά πόσο αυτό το γεγονός θα μπορούσε να είναι και ένας βιασμός, η Μ.Κ.6 απάντησε καταφατικά. Όσον αφορά τον χωρισμό των γονέων της παραπονούμενης, η Μ.Κ.6 ανέφερε ότι με δεδομένο ότι υπήρχαν για πάρα πολλά χρόνια δυσκολίες στις σχέσεις των γονέων δεν θεωρεί ότι αυτό αποτέλεσε σοκ ή έκπληξη ώστε να της προκαλέσει ψυχικό τραύμα. Όσον αφορά την οικονομική δυσχέρεια που βίωσε και την απώλεια του σπιτιού τους, η μάρτυρας ανέφερε ότι αυτό θα μπορούσε να δημιουργήσει κάποια συμπτώματα μετατραυματικής διαταραχής. Όμως θεωρεί ότι,επειδή έχουν περάσει αρκετά χρόνια και δεν υπήρξε από το ιστορικό τα τελευταία 1-2 χρόνια οποιαδήποτε συμπτωματολογία που να σχετίζεται με αυτά,δεν τα θεωρεί ως γεγονότα που να συνδέονται με τη διάγνωση που διατύπωσε για την παραπονούμενη. Όσον δε αφορά τη βία του πατέρα της, η μάρτυρας τόνισε ότι η παραπονούμενη έκανε μεγάλη προσπάθεια να διατηρήσει καλές σχέσεις και με τους δύο γονείς της, ενώ το θέμα της βίας του πατέρα της το ενέταξε στο πρόβλημα του αλκοολισμού και πιθανόν αυτός να ήταν και ο λόγος που επεδίωξε να τον βοηθήσει με τα θέματα υγείας του. Σε άλλο σημείο της κύριας εξέτασής της η Μ.Κ.6 ανέφερε ότι όταν δεν υπάρχει υποστηρικτικό πλαίσιο, δηλ. κοινωνικά στηρίγματα όπως οικογένεια, φίλοι και εργασία που δίνει ικανοποίηση και ευχαρίστηση, το άτομο είναι πιο ευάλωτο να αναπτύξει τη διαταραχή μετά από ψυχοτραυματικό στρες που σχετίζεται με την εμπειρία του βιασμού. Η Μ.Κ.6 κατέθεσε ως Τεκμήριο 12 απόσπασμα από το Βιβλίο «Βασικά Στοιχεία Κλινικής Ψυχιατρικής» του Νίκου Μάνου στο οποίο αναφέρεται το εγχειρίδιο διαγνωστικών κριτηρίων για ψυχικές διαταραχές, το γνωστό DSM-IV, όπου καταγράφονται αυτά τα διαγνωστικά κριτήρια. Σε άλλο σημείο της κύριας εξέτασής της η Μ.Κ.6 ανέφερε ότι η μη ακριβής χρονική τοποθέτηση γεγονότων και η χρονική σύγχυση παρουσιάζεται πολύ συχνά σε ενήλικες που έχουν κακοποιηθεί σεξουαλικά. Εξήγησε, συναφώς, ότι από το σοκ του ατόμου που βιώνει τέτοια τραυματική εμπειρία υπάρχει ένας μηχανισμός άμυνας να αρνηθεί ότι έγινε το συγκεκριμένο περιστατικό. Είναι ένας μηχανισμός απώθησης συγκεκριμένων πλευρών του τραύματος για να μπορέσει το άτομο να αντέξει την πραγματικότητα. Μετά την καταγγελία ενός τέτοιου γεγονότος στην Αστυνομία η σύγχυση του ατόμου αναφορικά με άλλα γεγονότα ως προς τον χρόνο τοποθέτησης τους εντάσσεται στη γενικότερη ψυχική δυσκολία του ατόμου όταν περνά τέτοια στρεσογόνα διαδικασία η οποία από μόνη της μπορεί να δημιουργήσει σύγχυση. Σε ό,τι αφορά τους παράγοντες που παίζουν ρόλο στην αποκάλυψη τέτοιου γεγονότος σε τρίτα πρόσωπα ή καταγγελία στην Αστυνομία, η μάρτυρας ανέφερε ότι στην περίπτωση ενός ενήλικα, θύματος βιασμού, αυτό μπορεί να ενθαρρυνθεί από το περιβάλλον του, φίλους ή συγγενείς να προχωρήσει σε καταγγελία, κάτι που έχει να κάνει με τον βαθμό εμπιστοσύνης που έχει με συγκεκριμένο άτομο το οποίο θεωρεί έμπιστο αλλά και άτομο που μπορεί να το διαχειριστεί. Πολλά άτομα φοβούνται να μην προκαλέσουν τραύματα σε δικά τους άτομα αν αποκαλύψουν τέτοιο γεγονός, οπόταν προτιμούν πολλές φορές να το αποσιωπήσουν. Ανασταλτικός παράγοντας σχετικός με το θέμα της καθυστέρησης στην υποβολή καταγγελίας είναι, όπως ανέφερε η Μ.Κ.6, όταν ο θύτης είναι στενό συγγενικό πρόσωπο. Το άτομο που έχει υποστεί π.χ. ένα βιασμό δεν έχει να σκεφτεί μόνο τον εαυτό του αλλά και τις επιπτώσεις πάνω στα συγγενικά του πρόσωπα, δηλ. στη δική του οικογένεια και την ευρύτερη οικογένεια και ακόμη και στην οικογένεια του ίδιου του θύτη. Ανασταλτικός παράγοντας στο να προβεί στην καταγγελία ανέφερε ότι μπορεί να είναι και όταν ο θύτης αναφέρει στο θύμα ότι έχει πολλή δύναμη και γνωρίζει πολλά πρόσωπα στην Αστυνομία. Ερωτηθείσα κατά πόσο δικαιολογείτο στην προκειμένη περίπτωση μια καθυστέρηση 10-15 ημερών στην υποβολή καταγγελίας στην Αστυνομία, η Μ.Κ.6 ανέφερε ότι κάτι τέτοιο δικαιολογείτο απόλυτα, εξηγώντας ότι το άτομο θέλει να αξιολογήσει τις επιπτώσεις, να σκεφτεί τι πρέπει να κάνει, είναι ακόμη σε κατάσταση σοκ και να υπολογίσει τι επιπτώσεις θα έχει στην οικογένειά του. Σε άλλο ερώτημα η μάρτυρας ανέφερε ότι ένα θύμα σεξουαλικής κακοποίησης πολύ πιο εύκολα εμπιστεύεται άτομο του ιδίου φύλου, κάτι το οποίο ισχύει και στην περίπτωση αστυνομικού εξεταστή όπου το θύμα θα εμπιστευόταν περισσότερο άτομο του ιδίου φύλου. Η Μ.Κ.6 ρωτήθηκε και κατά πόσο, λαμβάνοντας ως δεδομένο ότι η παραπονούμενη είχε κακοποιηθεί σεξουαλικά στην ηλικία των 9-10 ετών, η διαταραχή μετά από ψυχοτραυματικό στρες που διέγνωσε οφείλεται σε εκείνο το παλαιότερο περιστατικό ή στο τελευταίο. Η μάρτυρας ανέφερε επί τούτου ότι με βάση το ιστορικό της παραπονούμενης δεν παρουσίαζε συμπτωματολογία διαταραχής μετά από ψυχοτραυματικό στρες πριν τον βιασμό τον τελευταίο χρόνο, για να μην πει τα τελευταία χρόνια. Συγκεκριμένα, έλαβε υπόψη την ψυχική της κατάσταση, τη συμπεριφορά της, τις σχέσεις της με τους άλλους, την εργασία της, το γεγονός ότι κατάφερε να σπουδάσει, να έχει φίλους και να προχωρήσει δηλαδή με τη ζωή της. Όσον αφορά δε τις 7 απόπειρες αυτοκτονίας που περιγράφει η παραπονούμενη στο ιστορικό της από 10-14 ετών αυτή η συμπεριφορά, όπως είπε, εντάσσεται στην κακή ψυχολογική της κατάσταση λόγω της κακοποίησης που είχε υποστεί σε εκείνη την ηλικία. Κατά την αντεξέταση της η Μ.Κ.6 εξήγησε ότι το πολυδιάστατο Ερωτηματολόγιο Προσωπικότητας της Μινεσότα ΜΜΡΙ-2 έχει κλίμακες εγκυρότητας και αξιοπιστίας και, εφόσον κριθεί έγκυρο και ερμηνεύσιμο το τεστ από ένα ειδικό ψυχολόγο, τότε προβαίνουν στην ερμηνεία των κλινικών κλιμάκων κατά πόσο εμπίπτουν ή όχι σε ψυχοπαθολογία. Επεσήμανε ότι κάποια πράγματα που μέτρησε με το ΜΜΡΙ-2 προσμετρήθηκαν συμπληρωματικά μαζί με την αξιολόγηση για να γίνει η Έκθεση. Σε άλλη ερώτηση ανέφερε ότι η παρουσία της συμπτωματολογίας που περιγράφει στην Έκθεση της και αφορά Διαταραχή Μετά από Ψυχοτραυματικό Στρες εντοπίζεται από τον Μάιο και μετά. Από το ιστορικό δεν προκύπτει να υπήρχε πιο πριν συμπτωματολογία τέτοιου τύπου. Σε σχέση με τις απόπειρες αυτοκτονίας, στις οποίες η παραπονούμενη είχε προβεί σε παιδική ηλικία, διευκρίνισε ότι οι απόπειρες αυτοκτονίας δεν δημιουργούν Διαταραχή Μετά Από Ψυχοτραυματικό Στρες αλλά η εν λόγω διαταραχή μπορεί να οδηγήσει σ' αυτές. Πρόσθεσε ότι με βάση το ιστορικό της παραπονούμενης προκύπτει ότι αυτή μεγάλωσε σε μια οικογένεια με ενδοοικογενειακή βία, οικονομικά προβλήματα, είχε υποστεί σεξουαλική κακοποίηση στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού, οπόταν το ιστορικό της αυτό επιβεβαιώνει τη μετέπειτα συμπεριφορά της. Σε άλλη ερώτηση ανέφερε ότι τα συμπτώματα που περιγράφει στην Έκθεση της όπως έντονο άγχος, θλίψη, επεισόδια ψυχικής κατάρρευσης με έντονο κλάμα, σύγχυση στο να ειπωθούν τα γεγονότα με ακριβή χρονική τοποθέτηση, παραμέληση της φροντίδας εαυτού και προβλήματα ύπνου, σχετίζονται με το γεγονός ότι η παραπονούμενη περιέγραψε ό,τι της συνέβη τον περασμένο Μάιο. Πρόσθεσε ότι τα συμπτώματα βάσει των οποίων φαίνεται ότι είχε Διαταραχή Μετά Από Ψυχοτραυματικό Στρες σε παιδική ηλικία είχαν εξασθενήσει και ότι αυτό υποδεικνύεται από το πρόσφατο παρελθόν πριν από τον περασμένο χρόνο. Όπως επεσήμανε, με βάση το ιστορικό της παραπονούμενης, προκύπτει ότι αυτή είχε καταφέρει να σπουδάσει, να έχει φίλους, να έχει καλές σχέσεις - όσο μπορούσε φυσικά - με άλλα πρόσωπα και ότι δεν παρουσίαζε συμπτώματα άλλα που να υποδεικνύουν ψυχοπαθολογία πέραν από μία αγχώδη κατάσταση όσον αφορά τα στρεσογόνα περιστατικά που της συνέβησαν. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασής της ανέφερε ότι από το ιστορικό της παραπονούμενης προκύπτει ότι είχε αναπτύξει τη συμπτωματολογία της συγκεκριμένης διαταραχής τα πρώτα χρόνια της παιδικής της ηλικίας που υπέστη την πρώτη κακοποίηση και ότι αυτή η κατάσταση μπήκε σε ύφεση εφόσον τα τελευταία χρόνια δεν παρουσίασε τέτοια συμπτωματολογία. Ερωτηθείσα κατά πόσο δεν έχει μείνει στην παραπονούμενη οποιοδήποτε κατάλοιπο από όλα όσα καταγράφονται στο ιστορικό της π.χ. σεξουαλική κακοποίηση στην παιδική της ηλικία, η Μ.Κ.6 εν πρώτοις υπογράμμισε ότι ένα τέτοιο γεγονός δεν ξεχνιέται και πρόσθεσε ότι το άτομο προσπαθεί μέσα από τους μηχανισμούς που ανέπτυξε με την πάροδο του χρόνου και με τα επιτεύγματα τα οποία ενδεχομένως μπορεί να πέτυχε στη ζωή του να κρατηθεί στην πραγματικότητα και να προχωρήσει με τη ζωή του. Σε ερώτηση κατά πόσο αυτά τα περιστατικά που συνέβησαν προηγουμένως δεν θα μπορούσαν να έχουν ξεσπάσματα στην παραπονούμενη, η Μ.Κ.6 απάντησε ότι αν υπήρχε η συμπτωματολογία σε έξαρση, όπως δηλαδή τα πρώτα χρόνια που έκανε και τις απόπειρες αυτοκτονίας, τότε αυτό είναι πιθανόν. Σε ό,τι αφορά το ότι η παραπονούμενη δέχτηκε τη Θεία Κοινωνία από τον Κατηγορούμενο μερικές μέρες μετά το επίδικο συμβάν, η Μ.Κ.6 εξήγησε ότι όλες οι συμπεριφορές, ειδικά τις πρώτες μέρες που το άτομο είναι ακόμα σε σοκ και δεν ξέρει τι να κάνει, είναι αναμενόμενες, δηλαδή δεν αποτελεί έκπληξη ειδικά αν η προσπάθειά του είναι να μην αποκαλύψει το γεγονός καθότι φοβάται ότι με την αποκάλυψή του θα κινδυνεύσουν άλλοι είτε ψυχολογικά είτε κοινωνικά. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ Μαρτυρία Κατηγορουμένου Αφού ο Κατηγορούμενος κλήθηκε να προβάλει την υπεράσπιση του και τού εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, αυτός επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Αρχικά ο Κατηγορούμενος κλήθηκε να αναφερθεί για τα γεγονότα όπως αυτά εξελίχθηκαν μετά που είχε ειδοποιηθεί από την Αστυνομία σχετικά με την παρούσα υπόθεση οπόταν ακολούθησε η σύλληψη του και η έρευνα στο τροχόσπιτο. Στα πλαίσια της αναφοράς του αυτής αναγνώρισε το Τεκμήριο 6 ως το σεντόνι που βρισκόταν στο διπλό κρεβάτι όπου διέμενε η παραπονούμενη και το Τεκμήριο 7 ως το σεντόνι που ήταν στο διπλανό δωμάτιο πάνω στο μονό κρεβάτι όπου ξάπλωνε ο ίδιος. Στη συνέχεια υιοθέτησε τις δύο ανακριτικές καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία (Τεκμήρια 1 και 2). Εξηγώντας πώς έγινε και η παραπονούμενη ήρθε να μείνει στο καραβάνι του, ανέφερε ότι, κατόπιν πρότασης του αδελφού του Περικλή τον οποίο ο Κατηγορούμενος είχε υπό την επίβλεψή του γιατί μετά τον χωρισμό του από τη μητέρα της παραπονούμενης το είχε ρίξει στο ποτό και δεν μπορούσε να «στεριώσει από μόνος του», ο Κατηγορούμενος τηλεφώνησε στην παραπονούμενη στις 18.5.2013 για να έρθει κοντά στον πατέρα της. Ο πατέρας της διατηρούσε καφενείο στη Φλάσου, το οποίο τού είχε παραχωρηθεί από την Ιερά Μητρόπολη Μόρφου, γιατί ανήκε στην Εκκλησιαστική Επιτροπή της Φλάσου, κατόπιν μεσολάβησης του Κατηγορουμένου και αφού ο τελευταίος είχε δεσμεύσει τον μισθό του κάθε τέλος του μήνα σε περίπτωση που δεν θα πληρωνόταν το ενοίκιο. Η πρόταση προς την παραπονούμενη ήταν, εφόσον ο πατέρας της είχε πρόβλημα, όπως ερχόταν η ίδια στο καφενείο όπου θα μπορούσε να βγάζει ένα καλό μεροκάματο και να την στηρίξουν όλοι, ο παππούς και η οικογένεια της και να σταματούσε αυτό που έκανε. Όπως είχε αναφέρει ο Κατηγορούμενος, η παραπονούμενη είχε πάρει τον κακό δρόμο και είχε μπλεχτεί στα ναρκωτικά. Μέχρι εκείνο το στάδιο ο Κατηγορούμενος δεν είχε επαφή με την παραπονούμενη. Η παραπονούμενη από τα 13 της, όταν χώρισαν οι γονείς της και λίγο πριν, έφυγε και πήγε στην Περιστερώνα όπου συζούσε με τον Κυριάκο Κοσιάρη, ο οποίος ήταν άτομο που διατηρούσε νυχτερινά κέντρα και μπυραρίες. Τον Κοσιάρη γνώριζε και ο Κατηγορούμενος και είχε μαζί του κάποια συνεργασία βοηθώντας τον να κόψει καμιά ελιά ή να μαζέψει ξύλα κ.λ.π. για να βγάλει ένα μεροκάματο. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι τα απογεύματα όταν σχόλανε από τη δουλειά του συνήθιζε να πηγαίνει στο καφενείο στον Αστρομερίτη για να ανταλλάζει δύο κουβέντες με τους χωριανούς. Εκεί νεαροί τον πλησίαζαν και του μιλούσαν γιατί ο Κατηγορούμενος ήταν άτομο με νέες αντιλήψεις που του άρεσε να συνδέεται με τη νεολαία και να τη βοηθά. Στα πλαίσια δε αυτής της επαφής που είχε, οι νεαροί του έλεγαν για την παραπονούμενη και συγκεκριμένα ότι είχε μια κοπέλα στη μπυραρία του Κοσιάρη που λεγόταν Νατάσα Περικλέους η οποία ήταν πρόθυμη να ικανοποιήσει σεξουαλικά τον οποιοδήποτε έναντι αμοιβής. Για τις κουβέντες αυτές ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι αισθανόταν ντροπή και ότι ουδέποτε τους είχε πει ότι ήταν αδελφότεκνη του επειδή ένιωθε μεγάλη ντροπή. Γι' αυτό με την πρώτη ευκαιρία που του δόθηκε με την περίπτωση του αδελφού του και αισθανόμενος ότι θιγόταν η οικογένεια του από αυτά, πήρε την απόφαση, αφού του το είχε ζητήσει ο αδελφός του, να τηλεφωνήσει στην παραπονούμενη. Αυτό λοιπόν έγινε στις 18.5.2013 και συμφώνησαν τελικώς να βρεθούν στις 22.5.2013 το απόγευμα στο σπίτι της αδελφής της στο Αρεδιού. Στο Αρεδιού ο Κατηγορούμενος πήγε μαζί με τον φίλο του Ανδρέα Κυριάκου. Στη συνέχεια της κυρίας εξέτασής του ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι ενώ ευρίσκονταν στο σπίτι της αδελφής της παραπονούμενης, η παραπονούμενη είχε πλησιάσει τον φίλο του τον Ανδρέα Κυριάκου και του έδωσε ένα χαρτομάντιλο μέσα στο οποίο υπήρχαν δύο μπαλίτσες με ασημόχαρτο. Όταν δε τις είδε ο Ανδρέας Κυριάκου βούρκωσαν τα μάτια του και ο Κατηγορούμενος του έγνεψε με το βλέμμα του να καταλάβει ότι έπρεπε να τις κρατήσει. Στη συνέχεια ο Αντρέας Κυριάκου τις έδωσε στον Κατηγορούμενο ο οποίος διαπίστωσε ότι επρόκειτο για «χόρτο». Μετά όταν μπήκε στο αυτοκίνητο πανικοβλημένος έστειλε μήνυμα στην παραπονούμενη λέγοντάς της «Διάς τα οπουδήποτε αυτά τα πράματα» για να πάρει απάντηση από αυτήν ότι το είχε κάνει για να δοκιμάσει τον Ανδρέα Κυριάκου. Όσον αφορά τη συνέχεια στην εξέλιξη των γεγονότων ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι έχοντας πάει στις 22.5.2013 στο τροχόσπιτο η παραπονούμενη του είχε πει ότι είχε σπάσει το αυτοκίνητό της και γι' αυτό ο Κατηγορούμενος τής έδωσε το δικό του και εκείνη έφυγε στις 7 το απόγευμα για τις Βρυσούλλες για να φέρει τα προσωπικά της αντικείμενα. Επέστρεψε γύρω στις 3 το βράδυ και με τη βοήθεια του Κατηγορουμένου ξεφόρτωσε τα πράγματά της. Εκεί, αφού της πρόσφερε κάτι για να πιει, είδε την παραπονούμενη ξαφνικά να αλλάζει το χρώμα της και να ασπρίζει, να ξαπλώνει στον καναπέ που υπήρχε στο σαλονάκι και σε διάστημα 1½ - 2 λεπτών να σηκώνεται να την πιάνει μια έξαψη και να βγάζει όλα της τα ρούχα, να ξαπλώνει κάτω και να την πιάνουν σπασμοί και να παραμιλά. Ο Κατηγορούμενος πανικοβλημένος βρήκε μια ρόμπα από τα ρούχα της και την έριξε πάνω της για να τη σκεπάσει. Ένεκα του ότι γνώριζε ότι η παραπονούμενη έπαιρνε ναρκωτικά σκέφτηκε ότι αν αυτό ήταν μία κρίση σχετική με ναρκωτικά θα το ξεπερνούσε σε 1-2 ώρες και γι αυτό παρέμεινε εκεί και τη χάιδευε στο κεφάλι, στον λαιμό και στον ώμο. Η παραπονούμενη σε εκείνο το στάδιο άρχισε να του διηγείται την ιστορία της ζωής της. Ανάμεσα σε αυτά που ανέφερε ήταν και ότι όταν ήταν 9 ετών είχε δει τη μητέρα της να κάνει έρωτα με τον νονό της. Μετά από το γεγονός αυτό ο Κατηγορούμενος πήγε εκκλησία και έκανε τη λειτουργία της Κυριακής και όταν επέστρεψε στο τροχόσπιτο γύρω στις 9:30-10:00 και συνάντησε την παραπονούμενη διαπίστωσε ότι ήταν ένας άλλος άνθρωπος. Είχε σηκωθεί, είχε ενέργεια και έτρεχε από εδώ και απ' εκεί στο τροχόσπιτο έχοντας τακτοποιήσει τα πράγματά της. Ένα άλλο ζήτημα που κάλυψε στην κύρια εξέτασή του ο Κατηγορούμενος ήταν ο λόγος που έμενε στο καραβάνι. Εξήγησε συναφώς ότι όταν είχε προτείνει στην παραπονούμενη να τής παραχωρήσει το καραβάνι της είχε πει ταυτόχρονα ότι θα διέμενε κι εκείνος 2-3 βράδια της εβδομάδας λόγω της Εκκλησίας, λόγω της φάρμας που είχε και για τις εργασίες του και εκείνη το αποδέχθηκε. Σε όλο το διάστημα που η παραπονούμενη διέμενε στο καραβάνι, δηλαδή από τις 22/5ου μέχρι 2/6ου ο Κατηγορούμενος διανυκτέρευσε στο καραβάνι 3 φορές. Το επόμενο βράδυ ο Κατηγορούμενος πήγε στο σπίτι του στον Αστρομερίτη. Εκείνο το βράδυ η παραπονούμενη, εκμεταλλευόμενη το γεγονός αυτό τηλεφώνησε στον φίλο της το Νεκτάριο, ο οποίος κατάγεται από τις Βρυσούλλες και ήταν ο άνθρωπος που την είχε φιλοξενήσει δύο βδομάδες πριν αυτή έρθει να μείνει στο τροχόσπιτο. Ο Νεκτάριος ξεκίνησε λοιπόν από τις Βρυσούλλες για να έρθει στη Λινού να συναντήσει την παραπονούμενη και το ίδιο βράδυ τον συνέλαβε η Αστυνομία και του κατάσχαν το αυτοκίνητο. Αυτά τα έμαθε ο Κατηγορούμενος την επομένη από την παραπονούμενη όταν πήγε στο τροχόσπιτο έχοντας σκοπό να πάει στη φάρμα. Εκεί μετά εκπλήξεως διαπίστωσε ότι στο υπνοδωμάτιο της η παραπονούμενη κοιμόταν με έναν άντρα. Ο Κατηγορούμενος ντράπηκε, δεν τους ξύπνησε και έφυγε. Στις 09:30 συνάντησε την παραπονούμενη στο καφενείο μαζί με το Νεκτάριο όπου η παραπονούμενη του είπε τι είχε συμβεί την προηγούμενη με την Αστυνομία. Η παραπονούμενη τον είχε πληροφορήσει ότι ο Νεκτάριος είχε συλληφθεί γιατί δεν είχε ασφάλεια και άδεια κυκλοφορίας για το αυτοκίνητό του. Σε άλλο σημείο της κυρίας εξέτασής του ο Κατηγορούμενος ρωτήθηκε αν τελικά η παραπονούμενη ήταν χρήστης και ο Κατηγορούμενος ανάφερε ότι αναγκάστηκε, λόγω των γεγονότων που συνέβαιναν εκείνο το διάστημα που διέμενε στο τροχόσπιτο, να συμβουλευθεί κάποιον αξιωματικό της Δίωξης Ναρκωτικών που εδρεύει στην Περιστερώνα. Αυτός, από μελέτη που έκανε, τον πληροφόρησε ότι υπήρχαν 10 περιπτώσεις όπου η παραπονούμενη είχε συλληφθεί επ' αυτοφώρω να μεταφέρει ναρκωτικά χωρίς να παραδεχτεί καθώς και άλλες δύο περιπτώσεις στο Δικαστήριο το 2009 και 2010 οι οποίες είναι παραδοχές. Σε άλλο σημείο ανέφερε ότι η παραπονούμενη είχε πολύ καλές σχέσεις με τον υπόκοσμο και ότι μάλιστα «σπούδασε» σε ειδικά θέματα για το πώς να προφυλάγεται και να υπερασπίζεται τον εαυτό της μεταφέροντας και εμπορευόμενη ναρκωτικά. Ερωτηθείς κατά πόσο είχε δει ποτέ την παραπονούμενη σαν γυναίκα, ο Κατηγορούμενος απάντησε αρνητικά προσθέτοντας ότι την έβλεπε ως την κόρη του, την αδελφότεκνη του, ως αίμα του που έπρεπε να στηρίξει, παραδεχόμενος ταυτόχρονα ότι ίσως να ήταν τελικά ένα μεγάλο λάθος το ότι ήταν τόσο υπερπροστατευτικός μαζί της. Ερωτηθείς αν της επιτέθηκε ποτέ άσεμνα, απάντησε ότι ποτέ δεν του δόθηκε η ευκαιρία και ότι ούτε θέλησε ποτέ να τη δει ως γυναίκα, πόσο μάλλον να της επιτεθεί, προσθέτοντας «αλίμονο άνθρωποι που τελούμε την αλήθεια και τη διακηρύσσουμε κάθε Κυριακή και με κάθε Λειτουργία να βλέπουμε την κάθε γυναίκα και ο μόνος μας σκοπός να είναι ο έρωτας και το σεξ». Σε ερώτηση αν ξάπλωσε ποτέ γυμνός στο κρεβάτι που είχε παραχωρήσει στην παραπονούμενη απάντησε ότι μετά που είχε φύγει η παραπονούμενη από το τροχόσπιτο είχε χρησιμοποιήσει το κρεβάτι που έμενε η παραπονούμενη και ότι ερχόταν και η παπαδιά του και ότι έπρεπε να έχουν κι ένα κρεβάτι διπλό να ξαπλώνουν. Ο Κατηγορούμενος αναφέρθηκε και σε τρίτη κρίση που είχε υποστεί η παραπονούμενη όταν διέμενε στο τροχόσπιτο περί τα τέλη του Μαΐου γύρω στις 27, 28 Μαίου, η οποία ήταν «σε πιο χαμηλά επίπεδα», δηλαδή είχε βγάλει τα ρούχα της αλλά είχε αφήσει τα εσώρουχα της. Η δεύτερη κρίση συνέβη στις 26 Μαίου ημέρα Κυριακή πρωί μετά τον γάμο της αδελφής της παραπονούμενης όπου η τελευταία είχε διανυκτερεύσει στο σπίτι τους στον Αστρομερίτη όπως και ο πατέρας της. Η παραπονούμενη είχε κοιμηθεί στον καναπέ στο σαλόνι και ο Κατηγορούμενος, όταν πήγε στην κουζίνα το πρωί, την είδε να έχει τρομερούς σπασμούς όπως την πρώτη φορά. Πανικοβλήθηκε και ξύπνησε την παπαδιά του. Σε ερώτηση αν έδινε ποτέ στην παραπονούμενη χρήματα, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι ήταν προσεκτικός με αυτό το θέμα γιατί φοβόταν μήπως αν της έδιναν πολλά λεφτά η παραπονούμενη να τα χρησιμοποιούσε για ναρκωτικά. Έτσι συνεννοήθηκε μαζί της να δίνει στην ίδια το επίδομα του πατέρας της, που ήταν γύρω στα €450 και τα εισοδήματα του καφενείου, υπό την προϋπόθεση ότι θα αναλάμβανε τα έξοδα του καφενείου. Ο Κατηγορούμενος είχε αναλάβει να πληρώνει το ρεύμα και το ενοίκιο και να προμηθεύει κάποια τρόφιμα ο ίδιος για να έχει η παραπονούμενη το εισόδημα. Ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι όλα όσα ανέφερε η παραπονούμενη για βιασμό της από αυτόν ήταν μια καλοστημένη παγίδα για να βρει τρόπο να τον απαλλαγεί για τον λόγο ότι ο Κατηγορούμενος είχε γίνει πολύ υπερπροστατευτικός και της είχε «ξηλώσει το πρόγραμμα». Όπως το έθεσε, το πρόγραμμά της ήταν να έρθει και πιστεύει ότι ήταν και "βαλτή" από κάποια άτομα, να τον πλησιάσει και να κάνει το δικό της έργο πιο αποτελεσματικό μέσω του καφενείου και μέσω του αγροκτήματος. Ο Κατηγορούμενος αναφέρθηκε και στα γεγονότα που ισχυρίστηκε ότι έλαβαν χώρα την 1.6.2013 όπου με βάση την εκδοχή του είχε έρθει σε αντιπαράθεση με την παραπονούμενη . Συγκεκριμένα θα διοργανωνόταν την Παρασκευή προς Σάββατο στον μόλο ένα πάρτι του Ροκ όπου αυτοί που πηγαίνουν έχουν σκοπό να πάρουν τη δόση τους και να κυκλοφορούν «τίτσιροι και ανυπόλυτοι» και γι΄ αυτό έφερε αντίρρηση στο να συμμετάσχει η παραπονούμενη λέγοντάς της ότι ο ίδιος ενημέρωνε και τον Κυριάκο γι' αυτό. Τελικώς η παραπονούμενη δέχτηκε να μην πάει. Την επόμενη η παραπονούμενη ήταν παρούσα στη Θεία Λειτουργία και μάλιστα την κοινώνησε ο ίδιος προσωπικά. Μετά τη Θεία Λειτουργία ήρθε η παπαδιά του και μπήκαν όλοι στο αυτοκίνητο και πήγαν στο κοιμητήριο για να τελέσει τρισάγιο και μετά χαράς είχε προθυμοποιηθεί να έρθει και η παραπονούμενη. Αργότερα συμφώνησαν όλοι να φάνε μαζί στο καφενείο όπου δούλευε η παραπονούμενη και η παπαδιά του έφερε το φαγητό από τον Αστρομερίτη. Η παραπονούμενη έφυγε από το καραβάνι την ίδια μέρα, δηλ. 2.6.
  1. Όπως φαίνεται, όταν ο Κατηγορούμενος πήγε στη φάρμα η παραπονούμενη, μετά το καφενείο, πήγε στο καραβάνι και πήρε κάποια προσωπικά της αντικείμενα. Το βράδυ, αφού ο Κατηγορούμενος τηλεφώνησε στον Κοσιάρη και του είπε ότι είχε πρόβλημα με την παραπονούμενη, αυτός ήρθε και τη μετέφερε στο καφενείο με τα προσωπικά της αντικείμενα. Πιστεύει ότι ο λόγος που η παραπονούμενη έφυγε από το καραβάνι ήταν η σοβαρή αντιπαράθεση που είχαν το βράδυ για την περίπτωση του μόλου. Μαρτυρία υπολοίπων Μαρτύρων Υπεράσπισης Ο Μ.Υ.2, Πάτερ Χριστόφορος Δημητρίου, είναι ο πρωτοπρεσβύτερος της Μητρόπολης Μόρφου. Γνωρίζει τον Κατηγορούμενο πάνω από 23 χρόνια, ήτοι από τον καιρό που εξέφρασε την επιθυμία του να ιερωθεί. Κατέθεσε ότι στην κοινότητα της Λινούς ο Κατηγορούμενος ήταν αποδεκτός και αγαπητός. Μάλιστα, πριν δύο χρόνια εξελέγη ως Πρόεδρος της Εκκλησιαστικής Επιτροπής στην κοινότητα του κατόπιν εκλογών, γεγονός που δείχνει ότι είχε την αποδοχή των κατοίκων της Κοινότητας ως ιερέας εκεί. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του υιοθέτησε γραπτή κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία (Έγγραφο 9). Σ' αυτή αναφέρονται, όπως μπορούμε να συνοψίσουμε, τα εξής: Γνωρίζει την παραπονούμενη από τον καιρό που ήταν τελειόφοιτη στο Λύκειο Σολέας και εξομολογείτο κοντά του. Από τότε που αποφοίτησε την είδε ξανά πριν 25 μέρες (από την ημέρα που δόθηκε η κατάθεση του ημερ. 8.6.2013) όταν ήρθε για να ζητήσει (από τον Μ.Υ.2) πνευματική και οικονομική βοήθεια. Μίλησαν για 15 λεπτά περίπου όπου ανέφερε στον Μ.Υ.2 ότι διαμένει στο τροχόσπιτο του Κατηγορουμένου με τον οποίον ήταν πολύ ευχαριστημένη που της πρόσφερε στέγη και τροφή. Στο τέλος της συζήτησης ο Μ.Υ.2 της έδωσε €30 γιατί η παραπονούμενη ήταν απένταρη. Πριν φύγει του ανέφερε ότι θα ερχόταν την επόμενη εβδομάδα για να εξομολογηθεί. Από εκείνη την ημέρα και μετά ο Κατηγορούμενος τον έπαιρνε τηλέφωνο και του ζητούσε να βοηθήσει την παραπονούμενη. Στις 8.6.2013 το απόγευμα ο Μ.Υ.2 ειδοποίησε τηλεφωνικώς την παραπονούμενη να έρθει να της παραδώσει το βοήθημα που ανερχόταν σε €100 ευρώ όπως κι έγινε. Την ίδια μέρα και ώρα 19:15 ο Μ.Υ.2 είδε στο κινητό του μία αναπάντητη κλήση και ένα μήνυμα από την παραπονούμενη. Ακολούθησε μια συνομιλία με γραπτά μηνύματα στα οποία η παραπονούμενη είχε πει στον Μ.Υ.2 ότι ήθελε να του μιλήσει για ένα θέμα πολύ επείγον και αναφερόταν σε ένα πρόσωπο που έχει σχέση με την Εκκλησία ότι είναι διπλοπρόσωπο. Επίσης η παραπονούμενη του ανέφερε ότι δεν έχει δώσει το δικαίωμα σε κανέναν να την εκμεταλλευτεί. Ο Μ.Υ.2 γνωρίζοντας το παρελθόν του θείου της, του Κατηγορουμένου, υποψιάστηκε ότι πρόκειται γι' αυτόν και της είπε να έρθει την επόμενη Δευτέρα στη Μητρόπολη Μόρφου να μιλήσουν. Από εκείνη την ημέρα και μετά δεν είχαν μεταξύ τους άλλη επικοινωνία. Ο Μ.Υ.2, προσθέτοντας στα όσα είχε υιοθετήσει από τη γραπτή του κατάθεση, ανέφερε ότι στη συνομιλία που είχε με την παραπονούμενη, που θα ήταν γύρω στις 22-25 του Μάη, τού μίλησε για την πορεία της από την αποφοίτηση κάνοντας μια αναφορά στο πού βρισκόταν, τι έκανε και πού κατέληξε αισθανόμενη στο τέλος ενοχές για κάποια πράγματα που ζούσε τα τελευταία 2-3 χρόνια. Ο Μ.Υ.2 αντιλήφθηκε ότι υπήρχαν πράγματα για τα οποία η παραπονούμενη δεν αισθανόταν καλά στη συνείδησή της και μάλιστα του είπε ότι ο Κατηγορούμενος μακάρι να είναι καλά που την έβγαλε από τον "βούρκο" τον οποίο ζούσε. Στις 8.6.2013 ο Μ.Υ.2 είχε τελέσει μυστήριο γάμου με τον Κατηγορούμενο. Ο τελευταίος του είχε πει ότι πρέπει να βοηθήσουν την παραπονούμενη η οποία είχε πάθει μια κρίση η οποία τον σόκαρε. Το γεγονός αυτό του είχε αναφερθεί για πρώτη φορά από τον προσωπάρχη της Μητρόπολης Παναγιώτη Καμμά. Πρόσθεσε δε ότι ο Κατηγορούμενος είχε έγνοια ότι η παραπονούμενη είχε μπλεχθεί σε καταστάσεις που μπορεί να προκάλεσαν αυτό το γεγονός της κρίσης που, όπως ο Μ.Υ.2 αντιλήφθηκε, πρέπει να ήταν τα ναρκωτικά. Ερωτηθείς ο Μ.Υ.2 να εξηγήσει την αναφορά του στην κατάθεσή του ότι είχε υποψιαστεί τον Κατηγορούμενο γνωρίζοντας το παρελθόν του όταν η παραπονούμενη του είχε στείλει κάποια μηνύματα, ανέφερε ότι, επειδή ο Κατηγορούμενος του έλεγε ότι σκεφτόταν να βρει τρόπο να φέρει την παραπονούμενη μακριά από τον χώρο όπου εργαζόταν και να τη φέρει στη Λινού, κατάλαβε ότι εφόσον η παραπονούμενη αναφερόταν σε εκκλησιαστικό πρόσωπο πρέπει να αναφερόταν στον Κατηγορούμενο ο οποίος έκανε τις σχετικές προσπάθειες. Πρόσθεσε ότι ο Κατηγορούμενος του είχε πει ότι η παραπονούμενη εργαζόταν σε κάποια "καφέ" και ότι φοβόταν ότι την εκμεταλλεύονταν. Αντεξεταζόμενος ο Μ.Υ.2 είπε ότι ο Κατηγορούμενος είχε τεθεί σε αργία λόγω του ότι υπήρχε μια καταγγελία. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασής του ανέφερε ότι είχαν ακουστεί κάποιες κουβέντες χωρίς να γνωρίζει λεπτομέρειες δεχόμενος ότι αφορούσαν θέμα ηθικής. Όταν ρωτήθηκε κατά πόσον υπήρχε φήμη στην κοινότητα της Λινούς ότι ο Κατηγορούμενος είναι γυναικάς και ότι έχει φιλενάδες, ο Μ.Υ.2 απάντησε ότι κουβέντες ακούγονταν πολλές για να προσθέσει στη συνέχεια ότι υπήρχαν τέτοιες κατηγορίες, δεχόμενος ότι συζητείτο στο χωριό αυτό για το οποίο ρωτήθηκε. Πρόσθεσε ότι είχαν ακουστεί κάποιες κουβέντες όσον αφορά τον Κατηγορούμενο για κάποια μηνύματα που λάμβανε από κάποια πρόσωπα τα οποία, όπως διευκρίνισε μετά από σχετική ερώτηση, ήταν από μέρους γυναικών. Πρόσθεσε σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του ότι ο Μητροπολίτης είχε βάλει ανθρώπους να εξετάσουν την υπόθεση και ότι μέχρι να εξεταστεί ο Κατηγορούμενος είχε τεθεί σε αργία και στη συνέχεια επαναφέρθηκε με απαίτηση των κατοίκων της Λινούς. Ο τρίτος μάρτυρας υπεράσπισης ήταν ο Αντώνης Νικολαΐδης, Κοινοτάρχης της Φλάσου τα τελευταία 15 χρόνια. Ο Μ.Υ.3 ανέφερε ότι γνωρίζει τον πατέρα της παραπονούμενης εδώ και ενάμιση χρόνο από τότε που ενοικιάζει το καφενείο της κοινότητας του χωριού. Η διαχείριση και λειτουργία του καφενείου δόθηκε στον πατέρα της παραπονούμενης στο πλαίσιο του καθήκοντος και της προσφοράς του Κοινοτικού Συμβουλίου για να μεριμνά για άτομα που υποφέρουν και χρήζουν βοήθειας. Γνώριζε ότι ο κ. Περικλής έκανε αποτοξίνωση λόγω κατανάλωσης αλκοόλ. Αφού ο Κατηγορούμενος ζήτησε από τον μάρτυρα να βοηθήσουν τον κ. Περικλή, στις αρχές του 2013 ο Κατηγορούμενος του έφερε ένα μπουκάλι, υπό τη μορφή κουμπαρά, στο οποίο ο Μ.Υ.3 έβαζε τα χρήματα από τους καφέδες που έπινε και τα ποτά που κερνούσε από το καφενείο. Στο τέλος του κάθε μήνα ο Μ.Υ.3 εισέπραττε από το ποσό που μαζευόταν το ενοίκιο του καφενείου και αν υπήρχε περίσσευμα το έδινε στον κ. Περικλή. Ο Κατηγορούμενος πρόσφερε τον ίδιο κουμπαρά και στον κοινοτάρχη της Λινούς, αλλά αυτός αρνήθηκε να τον πάρει. Ο Μ.Υ.3 είπε ότι όταν η Νατάσα πήγε στο καφενείο, και αυτή συμπεριφερόταν καλά και ήταν εξυπηρετική προς τον ίδιο. Άκουσε ότι η Νατάσα εργαζόταν σε μία μπυραρία στον Αστρομερίτη που ανήκε σε κάποιον Κοσιάρη. Ο Κατηγορούμενος του είπε ότι η Νατάσα ήταν μπλεγμένη με ναρκωτικά και ότι ήθελε να τη φέρει στη Φλάσου για να τη βοηθήσει. Ο Μ.Υ.3 έκανε αναφορά στο φεστιβάλ ροκ μουσικής που διοργανώνεται στην περιοχή του μόλου της κοινότητας. Το μοναδικό πρόβλημα που προέκυψε ήταν ότι σε μία περίπτωση η αστυνομία τους κατήγγειλε ότι χρησιμοποιούσαν μεγάφωνα μετά τις 11-12 τα μεσάνυκτα. Τέλος, ο Μ.Υ.3 αναφέρθηκε στη διαδρομή από το τροχόσπιτο του Κατηγορουμένου μέχρι την εκκλησία και είπε ότι δεν υπάρχει άλλος κατοικημένος χώρος εκεί. Στα δεξιά της εκκλησίας απέναντι από αυτή, υπάρχει ένα σπίτι όπου διαμένει μία γριά, ονόματι Παρθένα, με την οικιακή βοηθό της. Στην αντεξέταση του ο Μ.Υ.3 διευκρίνισε ότι υπήρχε ακόμα μία Παρθένα που έχει αποβιώσει και της οποίας το σπίτι είναι ακατοίκητο. Στην πίσω πλευρά της εκκλησίας δεν υπάρχουν σπίτια που να έχουν οπτική επαφή με την εκκλησία. Ο Μ.Υ.3 ανέφερε επίσης ότι ακούγονταν διαδόσεις ότι ο Κατηγορούμενος έστελνε μηνύματα σε κοπέλες, αλλά δεν γνωρίζει αν αυτά ήταν σεξουαλικού περιεχομένου, και ακόμα ότι άκουσε ότι ο Κατηγορούμενος ήρθε στα χέρια με ένα άλλο άτομο, όχι του χωριού. Γνωρίζει ακόμα ότι λίγο πριν την υπό κρίση υπόθεση ο Κατηγορούμενος τέθηκε σε αργία, αλά δεν γνωρίζει τον λόγο. Ο Μ.Υ.4 Χρίστος Φουτάς, γιατρός στο Κέντρο Υγείας Ευρύχου εδώ και 8 χρόνια, ανέφερε ότι γνωρίζει τον Περικλή Περικλέους καθότι τους απασχόλησε κατά καιρούς στο Κέντρο Υγείας. Μάλιστα, ο Μ.Υ.4 τον έστειλε και δύο φορές στο Νοσοκομείο Κυπερούντας και Λευκωσίας. Όταν ο Μ.Υ.4 εξέταζε τον κ. Περικλέους κατά καιρούς, υπήρχε απόπνοια αλκοόλ, όμως ο μάρτυρας δεν μπορούσε να κάνει διάγνωση ούτε και να εκφέρει άποψη κατά πόσο αυτός ήταν αλκοολικός. Επειδή φαινόταν κατάχρηση στο ποτό, προσπάθησαν να τον πείσουν να ενταχθεί στο ΘΕΜΕΑ, όμως αυτός αρνήθηκε. Ο Μ.Υ.5 Παναγιώτης Καμμάς, Προσωπάρχης στην Ιερά Μητρόπολη Μόρφου από το 1998, ανέφερε ότι στις 22 ή 23 Μαΐου το απόγευμα του τηλεφώνησε ο Κατηγορούμενος και του μίλησε για ένα σοβαρό θέμα που αφορούσε την αδελφότεκνη του Νατάσα Περικλέους, η οποία αντιμετώπιζε ορισμένα προβλήματα. Κατά την τηλεφωνική τους επικοινωνία, ο Κατηγορούμενος κλαίγοντας του ανέφερε ότι την είδε να έχει σπασμούς. Αξιολογώντας το θέμα, ο Μ.Υ.5 μίλησε με τον Μ.Υ.2 και είπε στον Κατηγορούμενο να την στείλει την επόμενη μέρα κοντά του για να την αξιολογήσει. Κατά τη συνάντηση τους ο Μ.Υ.5 άκουσε την παραπονούμενη με προσοχή, τής έδωσε συμβουλές και ο ίδιος ασχολήθηκε με το οικονομικό μέρος. Ακολούθως αυτή περίμενε να δει τον Μ.Υ.
  2. Σύμφωνα με τον Μ.Υ.5, η Νατάσα αντιμετώπιζε οικονομικά και πνευματικά προβλήματα, και η ίδια του είπε ότι ο Κατηγορούμενος τη συμβούλευσε να έρθει στη Λινού για να βοηθήσει τον πατέρα της στο καφενείο. Ο Μ.Υ.5 γνωρίζει τον πατέρα της Νατάσας και οι πληροφορίες του ήταν ότι αυτός είχε πρόβλημα με το ποτό. Κατά την αντεξέταση του ο Μ.Υ.5 ανέφερε ότι αξιολόγησε την περίπτωση της Νατάσας ως σοβαρή μετά τη συνομιλία του με τον Κατηγορούμενο, καθότι αυτός του μίλησε για σπασμούς. Ο ίδιος την καθοδήγησε να αιτηθεί κρατικής βοήθειας. Ο Μ.Υ.5 είπε ότι ο Κατηγορούμενος του τηλεφώνησε το απόγευμα της 22ης Μαΐου, γύρω στις 6 το απόγευμα, του μίλησε για τους σπασμούς της Νατάσας και ο ίδιος την είδε την επομένη, στις 23 Μαΐου. Ερωτηθείς πώς θυμόταν τις ημερομηνίες, ο Μ.Υ.5 είπε ότι τις υπολόγισε βάσει των σημειώσεων του, στις οποίες δεν αναγράφεται ημερομηνία, αποκλείοντας να την είδε στις 24 Μαΐου, που είχαν γιορτή και λειτουργία στην εκκλησία, ή σε οποιαδήποτε άλλη βδομάδα του Μαΐου. Αναφέρθηκε ακόμα στο ότι υπάρχει αδιάψευστη μαρτυρία για την ημερομηνία της επίσκεψης της Νατάσας στη Μητρόπολη, που είναι η τηλεόραση/κάμερα της Μητρόπολης. Τέλος, ο Μ.Υ.5 είπε ότι ο Κατηγορούμενος είχε τεθεί ξανά σε αργία σε προηγούμενο έτος, όχι στο 2013, για πνευματικούς λόγους, ενώ ο ίδιος δεν άκουσε για διαδόσεις ότι ο Κατηγορούμενος έστελνε μηνύματα σεξουαλικού περιεχομένου σε κοπέλες. Ο επόμενος μάρτυρας υπεράσπισης ήταν ο Ανδρέας Κυριάκου, κάτοικος Κοράκου. Ο Μ.Υ.6 γνωρίζει τον Κατηγορούμενο τα τελευταία 4-5 χρόνια, καθότι είναι και αυτός κτηνοτρόφος και συνεργάζεται με τον Κατηγορούμενο. Σύμφωνα με τον Μ.Υ.6, πριν μερικούς μήνες ο Κατηγορούμενος πέρασε από τη φάρμα του και του είπε ότι έπρεπε να πάει στο Αρεδιού και δεν ήξερε πού ήταν. Επειδή ο Μ.Υ.6 ήταν γνώστης της περιοχής, προθυμοποιήθηκε να τον οδηγήσει εκεί και μπήκε μέσα στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος και πήγαν στο σπίτι της αδελφής της Νατάσας, της Βάνας. Ο Κατηγορούμενος του είπε ότι ο σκοπός του ήταν να πείσει τη Νατάσα να αναλάβει το καφενείο του πατέρα της στη Λινού και να τον βοηθήσει με τα διάφορα προβλήματα που είχε, γιατί έπινε αλκοόλ. Εκεί ο Κατηγορούμενος μίλησε με τη Νατάσα αναφορικά με τον πατέρα της, η Νατάσα του είπε ότι και η ίδια αντιμετωπίζει διάφορα προβλήματα και ο Κατηγορούμενος της είπε ότι θα τη βοηθούσε αν πήγαινε στο χωριό. Ο Μ.Υ.6 προσέθεσε ότι εκεί η Νατάσα του έδωσε ένα χαρτομάντιλο, αυτός δίστασε να το πάρει, και το πήρε αφού του έκανε κάποια κίνηση ο Κατηγορούμενος. Ο Μ.Υ.6 το έδωσε στον Κατηγορούμενο. Ο ίδιος δεν γνωρίζει τι είχε μέσα και ούτε συζήτησε το θέμα με τον Κατηγορούμενο. Ακολούθως ο Μ.Υ.6 έφυγε μαζί με τον Κατηγορούμενο, και οδήγησε αυτός στην επιστροφή, ενώ η Νατάσα παρέμεινε στο σπίτι. Αργότερα ο Κατηγορούμενος του είπε ότι άνοιξε το χαρτομάντιλο και μέσα υπήρχαν ναρκωτικά τα οποία έδωσε σε υψηλόβαθμο στέλεχος της αστυνομίας. Επίσης, ο Μ.Υ.6 είπε ότι μετά από μερικές μέρες που η Νατάσα ήρθε στο χωριό, ο Κατηγορούμενος του είπε ότι την προηγούμενη νύκτα αυτή έπαθε κρίση και σπαρταρούσε στο κρεβάτι. Στην αντεξέτασή του ο Μ.Υ.6 επανέλαβε την περιγραφή του Κατηγορουμένου για το επεισόδιο με τους σπασμούς της Νατάσας, στο σπίτι της Ρίτας, όπου μάλιστα ο Κατηγορούμενος έπεσε στο έδαφος και τους έδειξε τι έκανε η Νατάσα. Ο ίδιος έτυχε να οδηγήσει το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου στην επιστροφή επειδή συνήθιζε να οδηγεί αυτός ακόμα και αυτοκίνητα άλλων. Ο Μ.Υ.6 περιέγραψε με περισσότερη λεπτομέρεια το συμβάν με το χαρτομάντιλο. Συγκεκριμένα, ο Μ.Υ.6 είπε ότι αφού τελείωσαν την επίσκεψη τους, παρέμειναν οι δύο τους με τη Νατάσα στο μπαλκόνι του σπιτιού για ακόμα 30 λεπτά όταν η Νατάσα τους είπε να του δώσει κάτι να πιουν στον δρόμο. Ο Μ.Υ.6 της είπε ότι δεν χρειάζονταν επειδή είχαν ήδη πιει καφέ, και τότε η Νατάσα μπήκε στο σπίτι και βγήκε κρατώντας το χαρτομάντιλο. Εκείνη την ώρα έφθασε ο σύζυγος της Βάνας και έμπαινε στο σπίτι, και επειδή ο Μ.Υ.6 στεκόταν πιο κοντά στη Νατάσα, αυτή του έδωσε το χαρτομάντιλο. Ο Μ.Υ.6 το πήρε κατόπιν προτροπής του Κατηγορουμένου. Ίσως και να προοριζόταν για τον Κατηγορούμενο. Ακολούθως μπήκαν όλοι μαζί στο σπίτι και ήπιαν πάλι καφέ, και όταν έφυγαν, ο Μ.Υ.6 είπε στον Κατηγορούμενο τι είναι αυτό οπότε του το έδωσε. Ο Κατηγορούμενος το έβαλε στην τσέπη του και δεν συζήτησαν οτιδήποτε περαιτέρω. Ο Κατηγορούμενος του ανέφερε ότι το χαρτομάντιλο περιείχε ναρκωτικά μετά από 2-3 μέρες. Ο Μ.Υ.6 αρνήθηκε τη θέση της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ότι η αναφορά του στο χαρτομάντιλο είναι ψευδής και ότι κατέθεσε στο Δικαστήριο για να βοηθήσει τον Κατηγορούμενο. Είπε ότι ο λόγος που δεν έδωσε κατάθεση στην αστυνομία ήταν επειδή η σύζυγος του δεν ήθελε να έχει ο ίδιος ανάμειξη στην υπόθεση, και ότι η μαρτυρία του στο Δικαστήριο του δημιουργεί οικογενειακό πρόβλημα. Ακόμα ο Μ.Υ.6 ανέφερε ότι δεν υπάρχει σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ του και του Κατηγορουμένου αλλά απλώς είναι συνεργάτες, και ότι δεν δέχθηκε απειλές για να καταθέσει στο Δικαστήριο παρά μόνο είχε προστριβή με τη σύζυγο του. Ο Μ.Υ.7 υπεύθυνος του κλιμακίου ΥΚΑΝ Λευκωσίας, Μιχάλης Μιχαήλ, κλήθηκε από την υπεράσπιση για να καταθέσει αναφορικά με τους φακέλους Σ.6/09 και Σ.144/
  3. Και στις δύο περιπτώσεις η Νατάσα Περικλέους ανακρίθηκε καθότι ήταν παρούσα με το πρόσωπο που συνελήφθηκε για τις εν λόγω υποθέσεις, όμως δεν προέκυψε οποιαδήποτε μαρτυρία εναντίον της και δεν είχε εμπλοκή σε αυτές. Περαιτέρω ο Μ.Υ.7 ανέφερε ότι για τη Νατάσα Περικλέους δεν εξετάστηκε οποιαδήποτε υπόθεση στην ΥΚΑΝ, και ότι στους τελευταίους 5 μήνες που ο ίδιος είναι επικεφαλής του κλιμακίου, δεν λήφθηκε πληροφορία σχετικά με τη Νατάσα Περικλέους αναφορικά με ανάμειξη της σε ναρκωτικά. Στην αντεξέταση του ο Μ.Υ.7 είπε ότι η Νατάσα Περικλέους ουδέποτε συνελήφθη για κατοχή ναρκωτικών και ουδέποτε παραδέχθηκε στην ΥΚΑΝ ότι μετέφερε και εμπορευόταν ναρκωτικά. Ο Μ.Υ.8 ιατροδικαστής Πανίκος Σταυριανός ήταν ο επόμενος μάρτυρας της υπεράσπισης. Αφού διάβασε την Ιατροδικαστική Έκθεση της Δρος Ελένης Αντωνίου, Τεκμήριο 10, ανέφερε την άποψη του γι΄ αυτή. Ειδικότερα, ο Μ.Υ.8 είπε ότι πρέπει απαραίτητα να λαμβάνεται το ιστορικό από το θύμα, κάτι το οποίο ελλείπει στην προκειμένη περίπτωση. Επίσης δεν έγινε αυτοψία του χώρου του ισχυριζόμενου βιασμού, έστω και σε μεταγενέστερο χρόνο, ούτε και η λήψη τεκμηρίων και φωτογραφιών του χώρου αυτού. Σύμφωνα με τον Μ.Υ.8 η λήψη ενδοκολπικών δειγμάτων είναι απαραίτητη για να εξεταστεί το ενδεχόμενο παρουσίασης μολυσματικής ασθένειας, η οποία εμμέσως, με ανάλογη εξέταση των δειγμάτων από τον ύποπτο, να συνδέει το θύμα με τον ύποπτο, ως επίσης πρέπει να γίνεται ανάλυση αίματος για τυχόν διάγνωση εγκυμοσύνης. Ακόμα πρέπει να λαμβάνεται λεπτομερώς ιατρικό ιστορικό, το οποίο θα αξιολογηθεί ανάλογα. Αναφορικά με το σημείο στην Έκθεση της για τη μη ύπαρξη κακώσεων, οι οποίες και αν υπήρχαν στο διάστημα των 10 ημερών οπωσδήποτε εξαφανίζονται, ο Μ.Υ.8 εξέφρασε τη θέση ότι αυτό είναι υπό συζήτηση καθότι ο χρόνος εξαφάνισης τους εξαρτάται από τη σοβαρότητα και τη μορφή της κάκωσης. Επίσης έπρεπε να παραληφθούν τα ρούχα που φορούσε το θύμα την ώρα του ισχυριζόμενου βιασμού για την εξέταση τους. Γενικά ο Μ.Υ.8 κατέληξε ότι η Έκθεση της Δρος Αντωνίου είναι ελλιπής. Κατά την αντεξέταση του ο Μ.Υ.8 ανέφερε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο λήφθηκε ιστορικό από την παραπονούμενη στην υπό κρίση περίπτωση, καθότι ο ίδιος είδε μόνο το περιεχόμενο της Έκθεσης. Ερωτηθείς κατά πόσο η εξέταση από τον Ιατροδικαστή εξαρτάται από τα δεδομένα της κάθε περίπτωσης, αυτός είπε ότι είναι γι΄ αυτόν τον λόγο που η λήψη του ιστορικού είναι απαραίτητη και στην παρούσα Έκθεση κάτι τέτοιο δεν φαίνεται. Ο Μ.Υ.8 επανέλαβε ότι κακώς δεν λήφθηκαν ενδοκολπικά δείγματα για να γίνει εξέταση για τυχόν μολυσματική ασθένεια και δεν έγινε εξέταση για τυχόν εγκυμοσύνη, ούτε και λήψη του ιατρικού ιστορικού του θύματος. Συμφώνησε όμως με τη θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι, μετά την παρέλευση 10 ημερών, δεν μπορεί να φανεί η ύπαρξη σπερματικών κυττάρων από την ανάλυση των ενδοκολπικών δειγμάτων. Όπως επίσης συμφώνησε ότι η μη ύπαρξη εγκυμοσύνης ή η μη ύπαρξη κακώσεων δεν αναιρεί την πιθανότητα να έγινε βιασμός. Τέλος, ο Μ.Υ.8 διαφώνησε με τη θέση της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ότι τα ρούχα του θύματος πρέπει να λαμβάνονται αμέσως μετά τον ισχυριζόμενο βιασμό, λέγοντας ότι τα ρούχα, αν δεν πλυθούν ή πεταχτούν, πρέπει να τύχουν ανάλογης αξιολόγησης. Πρόσθεσε ότι τα ρούχα μπορούν να ληφθούν και πολύ μεταγενέστερα και οποιαδήποτε ένδειξη σε αυτά, είτε σκίσιμο είτε κηλίδα αίματος, βρίσκεται ακόμα θα εκτιμηθεί με τα υπόλοιπα δεδομένα, γι΄ αυτό η λήψη του ιστορικού είναι απολύτως αναγκαία. Μαρτυρία Δρος Στέλιου Γεωργιάδη (Μ.Υ.9) Ο Μ.Υ.9 είναι κλινικός ψυχολόγος-νευροψυχολόγος. Είναι εγγεγραμμένος κλινικός ψυχολόγος (Chartered Clinical Psychologist) και μέλος του Βρετανικού Συλλόγου Ψυχολόγων (Associate Fellow of the British Psychological Society). Εκπαιδεύτηκε στην κλινική ψυχολογία στο Ινστιτούτο Ψυχιατρικής του Πανεπιστημίου του Λονδίνου και συμπλήρωσε τις διδακτορικές σπουδές του στον τομέα της κλινικής ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Surrey. Εργάστηκε στο τμήμα Κλινικής Ψυχολογίας του Νοσοκομείου του St Ann's στο Βόρειο Λονδίνο μέχρι το 1995 και από το 1995 μέχρι και τον Δεκέμβριο του 1999 διετέλεσε διευθυντής στα τμήματα Ψυχιατρικής Εντατικής Παρακολούθησης και Κοινοτικής Δικανικής Ψυχολογίας της ομάδας νοσοκομείων Barnet NHS Trust Λονδίνου. Από το 2000 εργάζεται ως ιδιώτης κλινικός ψυχολόγος στη Λευκωσία, ενώ το 2005 ενέγραψε το μεταπτυχιακό πρόγραμμα κλινικής ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Λευκωσίας, το οποίο και συντόνιζε μέχρι και τις 30.10.
  4. Διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας μέχρι και σήμερα. Διετέλεσε πρόεδρος του Συμβουλίου Εγγραφής Ψυχολόγων Κύπρου, πρόεδρος του Συνδέσμου Ψυχολόγων Κύπρου. Από το 2005 μέχρι το 2011 αντιπροσώπευε την Κύπρο στην Επιτροπή για "Τραύμα και Παρέμβαση Κρίσης" της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Συλλόγων Ψυχολόγων (European Federation for Psychologists Associations - EFPA). Ο Μ.Υ.9 υιοθέτησε ως μέρος της κύριας εξέτασης του «Έκθεση Αξιολόγησης Ψυχολογικής Έκθεσης» (Έγγραφο 10) στην οποία αναφέρονται μεταξύ άλλων ότι: ü Βασικός σκοπός της Έκθεσης είναι η αξιολόγηση της ψυχολογικής Έκθεσης της κ. Α. Χριστοφή (Μ.Κ.6). Σε καμία περίπτωση δεν αξιολογείται αλλά ούτε και περιγράφεται η ψυχολογική κατάσταση της παραπονούμενης. ü Μια ψυχολογική Έκθεση η οποία αξιολογεί τη ψυχολογική κατάσταση ατόμου που έχει υποστεί τραυματική εμπειρία πρέπει να είναι σαφής και να περιγράφει με ακρίβεια πώς το τραυματικό γεγονός μπορεί να συνέτεινε στην ανάπτυξη συγκεκριμένης συμπτωματολογίας ή σειράς ψυχολογικών δυσκολιών και ή προβλημάτων των οποίων η αξιολόγηση περιγράφεται ξεχωριστή. Οι διάφορες ενότητες και υποενότητες πρέπει να έχουν συνοχή, να είναι αλληλένδετες και να καταλήγουν στη διάγνωση. Η επίδοση του εξεταζόμενου σε ειδικά ψυχομετρικά ερωτηματολόγια περιγράφονται και παρουσιάζονται πριν το τελικό συμπέρασμα ως επιβεβαιωτικά στοιχεία της κλινικής διάγνωσης. Με βάση το ιστορικό, τη λεπτομερή αξιολόγηση συμπτωματολογίας και την επίδοση του ατόμου στα ψυχομετρικά ερωτηματολόγια ο κλινικός ψυχολόγος μπορεί να καταλήξει σε συμπεράσματα και εισηγήσεις. Στην Έκθεση της κας Χριστοφή λείπει η πιο πάνω δομή, ενώ, παράλληλα παρατηρείται σειρά ελλείψεων και ασαφειών. ü Στο ιστορικό αναφέρεται ότι «οι συνθήκες και οι σχέσεις στο οικογενειακό περιβάλλον ήταν προβληματικές», ενώ στη συνέχεια γίνεται αναφορά σε σειρά τραυματικών γεγονότων που βίωσε η παραπονούμενη. Με βάση τις πληροφορίες του ιστορικού η παραπονούμενη πρέπει να παρουσίαζε χρόνια συμπτωματολογία Διαταραχής Μετατραυματικού Στρες ως αποτέλεσμα τραύματος Τύπου
  5. Όμως στην Έκθεση, παρά τη σημαντικότητα των πληροφοριών και κατ΄ επέκταση των τραυματικών εμπειριών που είχε η παραπονούμενη, δεν περιγράφεται πουθενά ότι προϋπήρχαν δυσκολίες Διαταραχής Μετατραυματικού Στρες. ü Στην περιγραφή του περιστατικού εντοπίζεται σειρά κενών και ασαφειών τα οποία καθιστούν την όλη κατανόηση του δύσκολη δημιουργώντας παράλληλα και σειρά ερωτηματικών. Η όλη συμπεριφορά της παραπονούμενης, όπως περιγράφεται στην Έκθεση, δεν συνάδει ούτε με το τι θα αναμενόταν από την παραπονούμενη με βάση τις προηγούμενες της εμπειρίες αλλά ούτε και με την τυπική συμπεριφορά και ή αντίδραση θυμάτων κακοποίησης τα οποία διαφεύγουν και προστρέχουν σε βοήθεια. ü Σύμφωνα με το Διαγνωστικό Εγχειρίδιο για Ψυχικές Διαταραχές (DSM IV - TR) το άτομο για να πληροί κριτήρια διάγνωσης πρέπει να παρουσιάζει αριθμό συμπτωμάτων από συγκεκριμένες κατηγορίες. Τα συμπτώματα αυτά αξιολογούνται με βάση τη συχνότητα τους και τον τρόπο με τον οποίο παρεμβαίνουν στη λειτουργικότητα του ατόμου σε σχέση με το προ-τραυματικό του επίπεδο. Σε μια τυπική αξιολόγηση Διαταραχής Μετατραυματικού Στρες (ΔΜΣ) ο εξεταζόμενος πρέπει να αξιολογηθεί εκτός από την καθ' εαυτή τραυματική εμπειρία στη συμπτωματολογία που περιγράφει ο Μ.Υ.9 στην Έκθεση του σε σχέση με τη συχνότητα και του τρόπου με τον οποίο βιώνει και παρεμβαίνει αρνητικά στην ευρύτερη λειτουργικότητα του. Εν προκειμένω ο Μ.Υ.9 στην Έκθεση του προσδιορίζει τρεις κατηγορίες συμπτωμάτων και συγκεκριμένα: (α) Συμπτώματα Επαναβίωσης Γεγονότος (β) Συμπτώματα Αποφυγής (γ) Συμπτώματα Αυξημένης διεγερσιμότητας. Στην Έκθεση της κας Χριστοφή λείπει εντελώς η υποενότητα της συμπτωματολογίας, ενώ στα σημεία που περιστασιακά αναφέρονται συμπτώματα στην ουσία αυτά φαίνεται να είναι οι παρατηρήσεις και η ερμηνεία που δίνει η κα Χριστοφή και όχι η καθ΄ εαυτή δυσκολία της εξεταζόμενης. Σε κανένα σημείο της Έκθεσης δεν παρουσιάζεται η συμπτωματολογία επαναβίωσης ή συμπτώματα αυξημένης διεγερσιμότητας τα οποία είναι απαραίτητα για τη διάγνωση της ΔΜΣ. Δεν γίνεται καμία αναφορά στο επίπεδο λειτουργικότητας της παραπονούμενης σε σχέση με το προ-τραυματικό της επίπεδο, αλλά ούτε και στον τρόπο που μια αναμενόμενη πιθανή πτώση της λειτουργικότητας της επηρέασε αρνητικά τη ζωή της. Δεν συνδέονται οι προηγούμενες τραυματικές εμπειρίες της παραπονούμενης με την τελευταία εμπειρία και τις πιθανές δυσκολίες που αντιμετωπίζει. Η συναθροιστική ιδιότητα των τραυματικών εμπειριών φαίνεται να αγνοείται εντελώς και η παραπονούμενη παρουσιάζεται να υποφέρει από συμπτωματολογία ΔΜΣ ως αποτέλεσμα τραύματος Τύπου 1, ενώ από το ιστορικό είναι ξεκάθαρο ότι ο συχνός και επαναλαμβανόμενος ψυχολογικός τραυματισμός της παραπονούμενης θεωρητικά θα έπρεπε να ήταν Τύπου
  6. ü Η κα Χριστοφή χρησιμοποίησε το MMPI-2 ως διαγνωστικό εργαλείο αξιολόγησης της παραπονούμενης. Παρά το ότι είναι έγκυρο και σταθμισμένο στα Ελληνικά, δεν ενδείκνυται η χορηγία του για αξιολόγηση της ΔΜΣ γιατί: (i) Δίνει δείκτη ΔΜΣ αλλά δεν περιγράφει επαρκώς τις κατηγορίες συμπτωμάτων και, κατά προέκταση, τις δυσκολίες που βιώνει το άτομο μετά από τραυματική εμπειρία. (ii) Είναι ένα μακροσκελές ερωτηματολόγιο στο οποίο ο εξεταζόμενος καλείται να απαντήσει σε 567 ερωτήσεις και δίνει βαθμολογία σε μεγάλο αριθμό συμπεριφορών, διαγνώσεων και χαρακτηριστικών της προσωπικότητας του ατόμου. Ένα άτομο που παρουσιάζει δυσκολία μνήμης, συγκέντρωσης και σύγχυσης όπως η παραπονούμενη, είναι σχεδόν αδύνατο να απαντήσει όλες τις ερωτήσεις όπως θα έπρεπε για να μπορούν τα αποτελέσματα να θεωρηθούν αξιόπιστα. Θα μπορούσε να χορηγηθούν πολύ πιο μικρά και πολύ πιο εξειδικευμένα ψυχομετρικά ερωτηματολόγια όπως η Αναθεωρημένη Κλίμακα Διαταραχής Μετατραυματικού Στρες και η Κλίμακα Συμπτωματολογίας Διαταραχής Μετατραυματικού Στρες. Αυτές οι κλίμακες, εκτός του ότι μετρούν το γενικό επίπεδο συμπτωματολογίας της διαταραχής μετρούν, επίσης, και τις επιμέρους δυσκολίες και συμπτώματα όπως προκύπτουν από το DSM IV -TR. Η πιθανότητα ψεύδους ή απάτης αξιολογείται, επίσης, με τη χορήγηση συγκεκριμένων εξειδικευμένων κλιμάκων οι οποίες διαφοροποιούν, αν υπάρχει, το ψεύδος προς τους άλλους από το ψεύδος προς τον ίδιο του τον εαυτό. Στο ΜΜΡΙ-2 υπάρχει μια υποκλίμακα ψεύδους η οποία, όμως, δεν διαφοροποιεί τα δύο είδη ψεύδους. Η κα Χριστοφή συμπερασματικά καταλήγει ότι η παραπονούμενη με βάση την επίδοση της στο ΜΜΡΙ-2 πληροί κριτήρια Διάγνωσης Διαταραχής Μετατραυματικού Στρες χωρίς να παραθέτει την επίδοση της Διαταραχής Μετατραυματικού Στρες σε διάφορες υποκλίμακες του ΜΜΡΙ-2 και χωρίς να παρουσιάζει τους συνδυασμούς των διαφόρων υποκλιμάκων. Κατά συνέπεια δεν μπορεί κανένας άλλος εκτός από την ίδια την κα Χριστοφή να επαναξιολογήσει την επίδοση της παραπονούμενης στο ΜΜΡΙ-
  7. ü Ως τελικά συμπεράσματα καταγράφονται τα εξής: · Η Έκθεση της κας Χριστοφή παρουσιάζει κενά, ασάφειες και συμπεράσματα που δεν συνάδουν ούτε με τη βιβλιογραφική αλλά ούτε και με την κλινική θεωρία και πράξη της Διαταραχής που εισηγείται ότι παρουσιάζει η παραπονούμενη. · Η αξιολόγηση της συμπτωματολογίας της είναι ανεπαρκής. Στηρίζεται σε λεπτομέρειες, γεγονότα ή αντιδράσεις της παραπονούμενης κατά τη διάρκεια των συνεντεύξεων που δεν έχουν άμεση σχέση με τα κριτήρια της ΔΜΣ όπως περιγράφεται στο DSM IV-TR. Επίσης σε αρκετές περιπτώσεις παρατηρείται αντικειμενική συμπεριφορική αξιολόγηση των δυσκολιών της παραπονούμενης, η ερμηνεία να δίδεται υποκειμενικά από την κα Χριστοφή στις γενικές περιγραφές της παραπονούμενης. · Η διάγνωση φαίνεται να στηρίζεται από την επίδοση της παραπονούμενης στο ΜΜΡΙ-2 το οποίο, αν και έγκυρο εργαλείο αξιολόγησης, λόγω μεγέθους δεν ενδείκνυται σε περιπτώσεις ατόμου που παρουσίαζε δυσκολίες μνήμης, συγκέντρωσης και σύγχυσης. · Το καθ΄εαυτό επίπεδο δυσκολιών της παραπονούμενης με βάση το ΜΜΡΙ-2 δεν μπορεί να αξιολογηθεί από την Έκθεση γιατί δεν περιγράφεται, ούτε αναφέρεται η επίδοση της παραπονούμενης στην κάθε υποκλίμακα. · Με βάση τα πιο πάνω η Έκθεση της κας Χριστοφή δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως κλινικά έγκυρη διαγνωστική άποψη. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μας. Αξιολογήσαμε τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και καθοδηγούμενοι από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης και διάφορα άλλα στοιχεία τα οποία κατά περίπτωση θα αναφερθούν κατωτέρω. Προτού προχωρήσουμε να αξιολογήσουμε τη μαρτυρία κάθε μάρτυρα, επιθυμούμε να τονίσουμε ότι η αξιολόγηση μας δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά την έχουμε συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, δηλαδή, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό[1]. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας έγινε έχοντας υπόψη όχι μόνο το σύνολο της μαρτυρίας που δόθηκε τόσο για την Κατηγορούσα Αρχή όσο και για την Υπεράσπιση αλλά και όλες τις εισηγήσεις της Υπεράσπισης. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Κατηγορούσας Αρχής Αξιολόγηση Μαρτυρίας Αστυνομικών Το σύνολο των ανακριτικών ενεργειών εκ μέρους της Αστυνομίας στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης προήλθε από τους Μ.Κ.1, 3 και
  8. Εξετάζουμε εν πρώτοις τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 ο οποίος ήταν ο εξεταστής της παρούσας υπόθεσης. Μέσα στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης μετά την καταγγελία της παραπονούμενης ανάμεσα στις ενέργειες του ήταν η λήψη δύο ανακριτικών καταθέσεων από τον Κατηγορούμενο και η λήψη φωτογραφιών εντός του τροχόσπιτου που διέμενε η παραπονούμενη τον ουσιώδη χρόνο. Λέμε ότι η μαρτυρία του ήταν σαφής και θετική. Ο μάρτυρας αυτός περιέγραψε με ειλικρίνεια το σύνολο των ενεργειών του που είχαν σχέση με τη δική του εμπλοκή στην παρούσα υπόθεση και διαφάνηκε από το σύνολο της μαρτυρίας του ότι υπήρξε ένας αντικειμενικός εξεταστής της υπόθεσης. Κατά την εκτενή αντεξέταση που του έγινε από τον συνήγορο Υπεράσπισης απάντησε με άνεση και ευθύτητα όλες τις ερωτήσεις που του τέθηκαν δίνοντας κάθε περαιτέρω λεπτομέρεια και διευκρίνιση που του ζητήθηκε. Διαπιστώσαμε ότι από πλευράς Υπεράσπισης έγινε προσπάθεια να αμφισβητηθούν κάποια σημεία της μαρτυρίας του Μ.Κ.1 και να του αποδοθούν αλλότρια κίνητρα. Για παράδειγμα ότι απώτερος σκοπός του όταν λαμβανόταν η δεύτερη ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο ήταν να πιεσθεί ο Κατηγορούμενος να αλλάξει την κατάθεση του, θέση την οποία ο Μ.Κ.1 απέρριψε κατηγορηματικά επεξηγώντας, ταυτόχρονα, πλήρως τους λόγους που οδήγησαν την Αστυνομία να προχωρήσει στη λήψη δεύτερης ανακριτικής κατάθεσης από τον Κατηγορούμενο. Επίσης εξ αφορμής της αναφοράς του στην κύρια εξέταση ότι είχε ρωτήσει τη σύζυγο του Κατηγορουμένου στις 18.6.2013 μετά το πέρας της δεύτερης ανακριτικής κατάθεσης του Κατηγορουμένου για το κατά πόσο είχε έρθει σε σεξουαλική επαφή με τον Κατηγορούμενο, μετά που η παραπονούμενη έφυγε από το τροχόσπιτο, και εκείνη του απάντησε αρνητικά, του τέθηκε ότι η σύζυγος του Κατηγορουμένου είχε ρωτηθεί από τον Μ.Κ.1 το πρωί στις 9 π.μ. στον Σταθμό, ενώ η ανακριτική τελείωσε στις 9 το βράδυ της ίδιας ημέρας. Ο Μ.Κ.1 απέρριψε την υποβολή με κατηγορηματικό τρόπο παραμένοντας σταθερός και συνεπής στην εκδοχή του. Δεν μας διαφεύγει ότι η αρνητική απάντηση που έλαβε από την σύζυγο του κατηγορουμένου ο Μ.Κ.1 είναι στην πραγματικότητα εξ ακοής μαρτύρια. Προσάγεται για τη διάψευση του Κατηγορουμένου ως προς τη θέση ότι μετά που έφυγε η Παραπονούμενη ο ίδιος είχε σεξουαλική επαφή με τη σύζυγο του στο κρεβάτι το οποίο χρησιμοποιούσε η Παραπονούμενη ενόσω διέμενε στο τροχόσπιτο. Βάσει της επιφύλαξης του Άρθρου 24 του ΚΕΦ. 9 κάθε ποινικό δικαστήριο διατηρεί την ευχέρεια να μην αποδεχθεί τέτοια εξ ακοής μαρτυρία αν κρίνει ότι τούτο εξυπηρετεί τους σκοπούς ορθής απονομής της Δικαιοσύνης. Στην παρούσα δεν εντοπίζουμε οποιοδήποτε λόγο για αποκλεισμό της συγκεκριμένης μαρτυρίας. Έχουμε προς τούτο εξετάσει με προσοχή το σύνολο των περιστάσεων που σχετίζονται με την αποδεικτική της αξία, καθώς και τους παράγοντες του Άρθρου 27 του ΚΕΦ. 9 και ειδικότερα ότι: - Παρότι θα ήταν ίσως εφικτό δεν θα ήταν τόσο εύλογο για την Κατηγορούσα Αρχή να κλητεύσει τη σύζυγο να καταθέσει την εν λόγω δήλωση εναντίον του συζύγου της ιδιαίτερα μετά που έχει διαφανεί ότι για δικούς του λόγους προέβαλε διαφορετική θέση. - Η δήλωση έγινε στις 18.6.2013 και αναφερόταν σε πιθανή σεξουαλική επαφή μετά τη φυγή της Παραπονούμενης, δηλαδή μετά τις 2.6.2013 και άρα έγινε σε σύντομο χρονικό διάστημα ως προς το γεγονός το οποίο αφορούσε. - Πρόκειται για εξ ακοής μαρτυρία πρώτου βαθμού, πράγμα που περιορίζει σοβαρά τους οποιουσδήποτε κινδύνους αλλοίωσης της. - Ο Μ.Κ.1 και η σύζυγος του Κατηγορουμένου δεν είχαν οποιοδήποτε κίνητρο ή λόγο να αποκρύψουν ή παραποιήσουν τα γεγονότα. Σημειώνουμε ότι δεν έχει υποβληθεί κάτι τέτοιο στο Μ.Κ.
  9. Η Υπεράσπιση κατά την αντεξέταση αμφισβήτησε μόνο την ώρα που έγινε η δήλωση και όχι το ότι έγινε στην πραγματικότητα. - Η απάντηση δόθηκε στα πλαίσια διερεύνησης ισχυρισμού που έδωσε ο Κατηγορούμενος στη δεύτερη κατάθεση του (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2), όπως ήταν καθήκον της Αστυνομίας να διερευνήσει. - Δεν υπάρχει καμία ένδειξη ή στοιχείο μαρτυρίας που να τείνει να δείξει ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.1 περί του θέματος είναι διαφορετική από την αρχική δήλωση της συζύγου του. Εξάλλου δεν υπεβλήθη κάτι το αντίθετο στον Μ.Κ.1 από την Υπεράσπιση κατά το στάδιο της αντεξέτασης. - Δεν υπάρχει καμία δυσκολία στην ορθή αξιολόγηση της δήλωσης. Όπως έχουμε αναφέρει δεν θεωρούμε ότι θα ήταν εύκολο για την Κατηγορούσα Αρχή να προσκομίσει την ίδια αυτή δήλωση μέσω της συζύγου ως την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και, προφανώς, εντός αυτών των πλαισίων έπραξε το καλύτερο δυνατό. Σημειώνουμε επ' αυτού ότι στις πλείστες των δικασίμων η σύζυγος παρευρίσκετο στο Δικαστήριο. Συνεκτιμώντας λοιπόν όλους τους πιο πάνω παράγοντες κρίνουμε ότι η δήλωση ως έχει μεταφερθεί από τον Μ.Κ.1 ανταποκρίνεται στην αλήθεια και τη δεχόμαστε[2]. Διάφορες ερωτήσεις που τέθηκαν στον Μ.Κ.1 αφορούσαν τη διακίνηση των διαφόρων τεκμήριων της υπόθεσης. Και σε αυτές τις ερωτήσεις ο Μ.Κ.1 έδωσε πλήρεις και ξεκάθαρες απαντήσεις. Επαναλαμβάνουμε. Στη μαρτυρία του Μ.Κ.1 υπήρξε συνέπεια και σταθερότητα καθ' όλη τη διάρκεια της εξέτασής του ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν κλονίσθηκε η μαρτυρία του σε οποιοδήποτε σημείο. Δεν έχουμε διαπιστώσει να είχε οποιοδήποτε συμφέρον στην έκβαση της υπόθεσης ή να ήταν διατεθειμένος να αλλοιώσει την πορεία των ερευνών εις βάρος του Κατηγορουμένου. Κατ' ακολουθία της πιο πάνω αξιολόγησης η μαρτυρία του Μ.Κ.1 κρίνεται πλήρως αξιόπιστη και, επομένως, την αποδεχόμαστε εξ ολοκλήρου. Όσον αφορά τη μαρτυρία του Μ.Κ.3, ο οποίος στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης είχε συλλάβει με δικαστικό ένταλμα τον Κατηγορούμενο και ερεύνησε πάλι δυνάμει δικαστικού εντάλματος το τροχόσπιτο του, λέμε ότι ήταν και αυτή σαφής και θετική. Επιπλέον να πούμε ότι δεν είχε τύχει αμφισβήτησης από πλευράς Υπεράσπισης κατά το στάδιο της αντεξέτασης, παρά μόνο επιδιώχθηκε να δοθούν κάποιες περαιτέρω λεπτομέρειες και διευκρινίσεις τις οποίες ο μάρτυρας με την ίδια σαφήνεια και θετικότητα έδωσε και σ' αυτό το στάδιο της μαρτυρίας του. Η μαρτυρία του, επομένως, κρινόμενη στο σύνολο της ως αξιόπιστη, γίνεται αποδεκτή. Προχωρώντας στη συνέχεια στην εξέταση της μαρτυρίας της Μ.Κ.4, η οποία ήταν εκείνη η οποία έλαβε το γραπτό παράπονο και την καταγγελία της παραπονούμενης, διαπιστώσαμε ότι αφηγήθηκε με σαφήνεια τα σχετικά γεγονότα και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες, αφού προηγήθηκε προφορική συνομιλία με την παραπονούμενη στην παρουσία του εξεταστή και του Υπεύθυνου του ΤΑΕ ακολούθησε από τη Μ.Κ.4 η λήψη της γραπτής κατάθεσής της. Η Μ.Κ.4 αναφέρθηκε, επίσης, και στο ότι λήφθηκε και δεύτερη κατάθεση από την παραπονούμενη. Πλήρως διαφωτιστική ήταν και σε σχέση με τις συνθήκες υπό τις οποίες προέκυψε η ανάμειξη της με τη λήψη αίματος και ούρων από την παραπονούμενη, εξηγώντας ότι αυτό έγινε κατόπιν συνεννόησης με τη Νομική Υπηρεσία και αποσκοπούσαν σε εξετάσεις σε σχέση με ναρκωτικές ουσίες. Έρευνες οι οποίες, κατά τη γνώμη μας, εντάσσονται στο καθήκον των ανακριτικών αρχών να εξετάσουν και τους ισχυρισμούς υπόπτου προσώπου για τόσο σοβαρό αδίκημα. Το ίδιο σαφής και κατατοπιστική ήταν και αναφορικά με το Τεκμήριο 7 το οποίο είναι το γαλάζιο σεντόνι το οποίο είχε φέρει η παραπονούμενη ισχυριζόμενη ότι ήταν αυτό που βρισκόταν πάνω στο κρεβάτι τη νύχτα που την είχε βιάσει ο Κατηγορούμενος και το οποίο δεν είχε πλύνει. Για το ζήτημα αυτό αντεξετάστηκε ιδιαιτέρως από την Υπεράσπιση και έδωσε διευκρινίσεις επί αυτού εξηγώντας ότι η παραπονούμενη είχε αναφερθεί από τις 11 Ιουνίου που έκανε την καταγγελία της στην ύπαρξη αυτού του σεντονιού το οποίο δεν είχε πλύνει και ότι θα το έφερνε στην Αστυνομία, πράγμα που έγινε μετά από λίγες μέρες, δηλαδή στις 14.6.
  10. Να προσθέσουμε ότι δεν ήταν μόνο για το πιο πάνω θέμα η Μ.Κ.4 σαφής και ξεκάθαρη αλλά και για καθετί για το οποίο ρωτήθηκε κατά το στάδιο της αντεξέτασης. Ούτε για αυτήν έχουμε διαπιστώσει να ήταν διατεθειμένη να αλλοιώσει τα γεγονότα προς όφελος είτε της μιας, είτε της άλλης πλευράς. Κατ' ακολουθία της πιο πάνω αξιολόγησης η μαρτυρία της κρίνεται αξιόπιστη και, επομένως, στο σύνολό της αποδεκτή. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Χημικού, Κλινικής Ψυχολόγου και Γενετιστή Όσον αφορά τη μαρτυρία των Μ.Κ.5, 6 και 7 πρέπει να πούμε από την αρχή ότι, αφού εξετάσαμε το επάγγελμά τους, την εκπαίδευση της οποίας έτυχαν, την πείρα τους και τα προσόντα τους, και έχοντας κατά νου τις αρχές που καθορίζουν το πότε ένας μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας[3], είναι η κατάληξη μας ότι οι μάρτυρες αυτοί είναι εμπειρογνώμονες. Κατά συνέπεια η μαρτυρία τους θα προσεγγιστεί με βάση τις αρχές προσέγγισης μαρτυρίας εμπειρογνώμονα. Όπως έχει συναφώς νομολογηθεί ο εμπειρογνώμονας, κατ' εξαίρεση προς τον γενικό κανόνα που απαγορεύει την έκφραση γνώμης από μάρτυρα, δύναται να εκφράσει γνώμη αναφορικά με ζητήματα που εμπίπτουν στη σφαίρα της ειδικότητας του[4]. Σε τέτοια περίπτωση ο εμπειρογνώμονας εφοδιάζει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του έτσι που να μπορέσει το Δικαστήριο να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία[5]. Εξετάζοντας εν πρώτοις τη μαρτυρία της Χημικού, Μ.Κ.5, λέμε από την αρχή ότι η μάρτυρας αυτή αναφέρθηκε με εμπεριστατωμένο τρόπο στην εξέταση και συγκεκριμένα στη μέθοδο εξέτασης που διενήργησε προς τον σκοπό ανίχνευσης ναρκωτικών ουσιών. Ξεκαθάρισε ότι, ενώ της δόθηκαν δύο δείγματα, ένα δείγμα ούρων και ένα δείγμα αίματος, δεν κρίθηκε απαραίτητη η ανάλυση στο μπουκαλάκι που περιείχε ούρα εξηγώντας ότι γίνονται πρώτα προκαταρκτικές αναλύσεις στα ούρα και όταν προκύψει θετικό αποτέλεσμα τότε γίνεται επιβεβαιωτική ανάλυση των ούρων και του αίματος. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως εξήγησε, το αποτέλεσμα ήταν αρνητικό στις κύριες ναρκωτικές ουσίες που κυκλοφορούν στην Κύπρο. Η μεθοδολογία και ο τρόπος εργασίας της δεν έχουν αμφισβητηθεί και, ως εκ τούτου, γίνεται δεκτή η εν λόγω διαπίστωση της αναφορικά με την παραπονούμενη. Πλήρως κατατοπιστική ήταν και σε σχέση με το ποιος είναι ο καθοριστικός χρόνος για το αποτέλεσμα εξηγώντας ότι αυτός είναι ο χρόνος λήψης του δείγματος και όχι ο χρόνος ανάλυσης. Ακόμη διαφωτιστική ήταν και σε σχέση με το αποτέλεσμα των εξετάσεων στο ότι καταδεικνύουν ότι δεν έγινε χρήση των ναρκωτικών ουσιών για ένα διάστημα 48 μέχρι 72 ωρών προηγουμένως, πλην της περίπτωσης όπου η ναρκωτική ουσία είναι η κάνναβη και για την οποία το χρονικό διάστημα που ισχύει είναι ένας-δύο μήνες προηγουμένως. Η Μ.Κ.5 απάντησε όλες τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν με σαφήνεια και πειστικότητα χωρίς να παραλείπει, εκεί όπου χρειαζόταν, να τις πλαισιώνει με όλες τις απαραίτητες επεξηγήσεις και διευκρινίσεις. Κατά το στάδιο της αντεξέτασης δεν έχουμε διακρίνει να έχει αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση σε οποιοδήποτε σημείο η μαρτυρία της Μ.Κ.
  11. Έγινε προσπάθεια μόνο να διευκρινιστούν κάποια σημεία αυτής και να δοθούν κάποιες περαιτέρω επεξηγήσεις. Ειδικότερα η Μ.Κ.5 εξήγησε περαιτέρω ότι, για ένα περιστασιακό χρήστη κάνναβης, το περιθώριο για να φανεί σε αναλύσεις ανίχνευσης ναρκωτικών ουσιών η χρήση αυτή είναι δύο με επτά μέρες, ενώ, όταν γίνεται παρατεταμένη χρήση, το περιθώριο αυξάνεται σε ένα με δύο μήνες. Εξετάζοντας λοιπόν τη μαρτυρία της Μ.Κ.5 στο σύνολο της τονίζουμε ότι αυτή μας έκανε πολύ καλή εντύπωση τόσο για την επιστημονική προσέγγιση που είχε στη διατύπωση των θέσεων της όσο και για τον απλό και κατανοητό τρόπο που μετέφερε στο Δικαστήριο τις σχετικές διαπιστώσεις και γνώμη της. Συνεπώς η μαρτυρία της γίνεται στο σύνολό της αποδεκτή. Προχωρούμε στη συνέχεια να αξιολογήσουμε τη μαρτυρία του Δρος Μ. Καριόλου, Μ.Κ.
  12. Όπως ήδη αναφέρθηκε στο πλαίσιο που συνοψίσαμε την προσαχθείσα μαρτυρία τα ακαδημαϊκά προσόντα, η πείρα και η εμπειρογνωμοσύνη του Μ.Κ.7, όπως, επίσης, και η ορθότητα της μεθοδολογίας που χρησιμοποίησε για τη διενέργεια των εξετάσεων, αποτέλεσαν παραδεκτό γεγονός. Έχουμε εξετάσει με προσοχή τη μαρτυρία του Μ.Κ.
  13. Διαπιστώσαμε ότι με απλή και κατανοητή φρασεολογία έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τη μέθοδο που ακολούθησε ως και τα επιστημονικά κριτήρια που υιοθέτησε για να καταλήξει στα συμπεράσματα του. Κρίνουμε ότι όλες οι παρατηρήσεις και οι διαπιστώσεις που έκανε ήταν πλήρως τεκμηριωμένες, η δε γνώμη που εξέφρασε ενώπιον του Δικαστηρίου στηριζόταν πάνω σε δεδομένα που με σαφήνεια και θετικότητα έδωσε στο Δικαστήριο, ούτως ώστε το Δικαστήριο να έχει τη δυνατότητα να ελέγξει τη γνώμη του και τα συμπεράσματά του και να είναι σε θέση να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει με αυτή. Ο Μ.Κ.7, ο οποίος μας έκανε εξαιρετική εντύπωση, απάντησε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν σε όλα τα στάδια της εξέτασής του με σαφήνεια και θετικότητα χωρίς να παραλείπει, εκεί όπου χρειαζόταν, να τις συνοδεύει με όλες τις απαραίτητες επεξηγήσεις και διευκρινίσεις. Τα γεγονότα που στην προκειμένη περίπτωση έχουν αποδειχθεί με μαρτυρία ήταν η μεταφορά και παράδοση στον Μ.Κ.7 των παρειακών επιχρισμάτων που λήφθηκαν τόσο από τον Κατηγορούμενο όσο και από την παραπονούμενη. Πρόκειται για το Τεκμήριο 4 στο οποίο υπήρχαν δύο άσπρα κουτάκια και μέσα σε καθένα από αυτά είχε τοποθετηθεί από την Αστυνομία ένα παρειακό επίχρισμα που λήφθηκε από τον Κατηγορούμενο και για το Τεκμήριο 5 όπου και εκεί υπήρχαν δύο κουτάκια και εντός καθενός από αυτά είχε τοποθετηθεί από την Αστυνομία ένα παρειακό επίχρισμα που λήφθηκε από την παραπονούμενη. Ό,τι του ζητήθηκε, και αυτό έπραξε, ήταν να εξετάσει κατά πόσο στα Τεκμήρια 6 και 7 υπήρχε οποιοδήποτε γενετικό υλικό και, αν ναι, να το συγκρίνει με τα παρειακά επιχρίσματα του Κατηγορουμένου. Το αποτέλεσμα των επιστημονικών του εξετάσεων ήταν η ανεύρεση γενετικού υλικού και στα δύο Τεκμήρια. Στο μεν Τεκμήριο 7 στο σημείο 4.3 κατάληξε σε ταύτιση με το γενετικό υλικό της κύριας συνεισφοράς του μικτού γενετικού υλικού που απομονώθηκε από το παρειακό επίχρισμα του Κατηγορουμένου όπως, επίσης, και στο Τεκμήριο 6 στα σημεία 1.1, 1.3, 1.4, 1.7 και 1.9 και στα σημεία 4.2, 4.3, 4.4, 4.5 και 4.6 του Τεκμηρίου 7 υπήρξε ταύτιση του μονού γενετικού υλικού που απομονώθηκε από αυτά με το γενετικό προφίλ που απομονώθηκε από το παρειακό επίχρισμα του Κατηγορουμένου. Το πόρισμα αυτό στηρίζεται σε ακλόνητη επιστημονική βάση και δεν εμφιλοχωρεί ίχνος αμφιβολίας για την ορθότητα του. Δεχόμαστε, επομένως, εξ ολοκλήρου τη μαρτυρία του και υιοθετώντας τα αποτελέσματα των επιστημονικών του εξετάσεων ως και τα συνακόλουθα συμπεράσματα του, τα αναγάγουμε σε ευρήματα του Δικαστηρίου. Όσον αφορά τη μαρτυρία της Μ.Κ.6, αρχικά τονίζουμε ότι η μαρτυρία η οποία προέρχεται από ειδήμονα ψυχίατρο ή ψυχολόγο εξετάζεται και η αποδοχή ή απόρριψη της μαρτυρίας του αποφασίζεται από το Δικαστήριο ανάλογα με τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης. Ειδικότερα ερευνάται ο στόχος τέτοιας μαρτυρίας. Απαραβίαστη είναι η αρχή πως η διακρίβωση των γεγονότων, η αξιολόγηση της μαρτυρίας και η τελική ετυμηγορία, περί ενοχής ή μη του Κατηγορουμένου σε ποινική υπόθεση, ανήκει στο Δικαστήριο και δεν γίνεται ανεκτή καμία εξωγενής επέμβαση σ' αυτό το έργο[6]. Η Μ.Κ.6 μας έκανε πολύ καλή εντύπωση τόσο για την επιστημονική προσέγγιση που είχε στη διατύπωση των θέσεων της όσο και για τον απλό τρόπο με τον οποίο τις μετέφερε στο Δικαστήριο δίνοντας, όπου χρειαζόταν, την αναγκαία τεκμηρίωση και επεξήγηση. Η Μ.Κ.6 απάντησε όλες τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν με σαφήνεια και θετικότητα χωρίς να παραλείπει, εκεί όπου χρειαζόταν, να τις πλαισιώσει με όλες τις απαραίτητες επεξηγήσεις και διευκρινίσεις. Η γνώμη που εξέφρασε ενώπιον του Δικαστηρίου στηριζόταν πάνω σε δεδομένα που με σαφήνεια και θετικότητα έδωσε στο Δικαστήριο, ούτως ώστε το Δικαστήριο με αυτό τον τρόπο να μπορεί να ελέγξει τη γνώμη της και να είναι σε θέση να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει με αυτή. Αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στο τι συνιστά διαταραχή μετατραυματικού στρες και στα κριτήρια που την τεκμηριώνουν κάνοντας ταυτόχρονα μνεία στις αναφορές της παραπονούμενης οι οποίες, όπως επεξήγησε, συνδέονταν άμεσα με αυτά και αποκάλυπταν την ύπαρξη της. Καθ' όλη τη διάρκεια της κατάθεσης της ενώπιον του Δικαστηρίου η μάρτυρας αυτή κατάφερε να επεξηγήσει πλήρως, χρησιμοποιώντας τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια, τη συμπεριφορά και τις αναφορές στις οποίες είχε προβεί η παραπονούμενη κατά τη διάρκεια των προσωπικών συνεντεύξεων που είχε μαζί της, εντάσσοντας την περίπτωση της στη διαταραχή που αναφέρθηκε ανωτέρω. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η επεξήγηση συγκεκριμένης συμπεριφοράς του θύματος από πλευράς ειδικού ψυχολόγου εμπίπτει στο πεδίο της πραγματογνωμοσύνης του. Έτσι η άποψη που εκφράστηκε από τη Μ.Κ.6 για την καθυστέρηση στην υποβολή της καταγγελίας από την παραπονούμενη αιτιολογεί πλήρως αυτό το ζήτημα που η Υπεράσπιση επικαλέστηκε για να υποβαθμίσει την αξιοπιστία της παραπονούμενης (με την οποία θα ασχοληθούμε πιο κάτω) γενικότερα υποστηρίζοντας ότι επρόκειτο για μια φτιαχτή και κατασκευασμένη εκδοχή[7]. Η άποψη της Μ.Κ.6 ήταν απόλυτα σαφής και τεκμηριωμένη αναφορικά με την εξήγηση που έδωσε για τον χρόνο που γίνεται μία καταγγελία στην Αστυνομία σχετικά με περιστατικό σεξουαλικής κακοποίησης, υπογραμμίζοντας τους διάφορους παράγοντες που διαδραματίζουν ρόλο στην αποκάλυψη τέτοιου γεγονότος σε τρίτα πρόσωπα ή καταγγελία στην Αστυνομία. Όπως συγκεκριμένα ανέφερε η Μ.Κ.6, ανασταλτικός παράγοντας σχετικός με το θέμα του χρόνου στην υποβολή καταγγελίας είναι όταν ο θύτης είναι στενό συγγενικό πρόσωπο, οπόταν σε μια τέτοια περίπτωση το άτομο που έχει υποστεί την εγκληματική πράξη, π.χ. ένα βιασμό, δεν έχει να σκεφθεί μόνο τον εαυτό του, αλλά και τις επιπτώσεις πάνω στα συγγενικά του πρόσωπα, δηλαδή στη δική του οικογένεια και την ευρύτερη οικογένεια, ακόμη και στην οικογένεια του ίδιου του θύτη. Επίσης ως ανασταλτικό παράγοντα ανέδειξε η Μ.Κ.6 και την περίπτωση όπου ο θύτης εκφοβίζει και αποτρέπει, όπως όταν αναφέρει στο θύμα ότι έχει πολλή δύναμη και γνωρίζει πολλά πρόσωπα στην Αστυνομία. Σε ό,τι αφορά δε την αξιολόγηση μιας καθυστέρησης στην υποβολή καταγγελίας στην Αστυνομία της τάξης των 10-15 ημερών, η Μ.Κ.6 ήταν ξεκάθαρη ότι κάτι τέτοιο δικαιολογείται απόλυτα εξηγώντας ότι το άτομο - δηλαδή το θύμα - θέλει να αξιολογήσει της επιπτώσεις, να σκεφτεί τι πρέπει να κάνει και να υπολογίσει τις συνέπειες στην οικογένεια του και ότι βρίσκεται ακόμη σε κατάσταση σοκ. Η Μ.Κ.6 έδωσε επίσης όλες τις αναγκαίες επιστημονικές επεξηγήσεις για να δικαιολογήσει και τη μη δυνατότητα της παραπονούμενης να τοποθετήσει με χρονική ακρίβεια το επίδικο συμβάν. Συγκεκριμένα, η Μ.Κ.6 ανέφερε ότι η μη ακριβής τοποθέτηση γεγονότων και η χρονική σύγχυση παρουσιάζεται πολύ συχνά σε ενήλικες που έχουν κακοποιηθεί σεξουαλικά. Με αυτό το δεδομένο, η αδυναμία της παραπονούμενης να τοποθετήσει με ακρίβεια το επίδικο συμβάν κρίνεται απόλυτα φυσιολογική και δικαιολογημένη, κυρίως αν λάβουμε υπόψη ότι αυτή ήταν σε θέση να τοποθετήσει το συμβάν περί τα τέλη Μαΐου και ειδικότερα, μετά τις 25 Μαΐου που ήταν ο γάμος της αδελφής της. Ξεκάθαρη και πλήρως διαφωτιστική ήταν η Μ.Κ.6 και σε σχέση με την άποψη της ότι η διαταραχή μετά από ψυχοτραυματικό στρες που διέγνωσε δεν οφειλόταν σε παλαιότερο συμβάν που αφορούσε τη σεξουαλική της κακοποίηση όταν ήταν 9 - 10 ετών. Όπως εξήγησε συναφώς με βάση το ιστορικό της παραπονούμενης, αυτή δεν παρουσίαζε συμπτωματολογία αυτής της διαταραχής πριν τον επίδικο βιασμό τον τελευταίο χρόνο, για να μην πει τα τελευταία χρόνια. Ευλόγως πιστεύουμε, ως προς αυτό είχε λάβει υπόψη της τη ψυχική κατάσταση της παραπονούμενης, τη συμπεριφορά της, τις σχέσεις της με τους άλλους, την εργασία της, το γεγονός ότι είχε καταφέρει να σπουδάσει, ότι είχε φίλους και γενικά να προχωρήσει με τη ζωή της. Ήταν ξεκάθαρη ότι η παρουσία της συμπτωματολογίας που περιγράφει στην Έκθεση της και αφορά τη διαταραχή μετά από ψυχοτραυματικό στρες εντοπίζεται από το Μάιο και μετά. Ξεκαθάρισε, ακόμη, ότι οι επτά απόπειρες αυτοκτονίας που η παραπονούμενη είχε αναφέρει στο ιστορικό της στην ηλικία των 10 - 14 ετών εντάσσονται στην κακή ψυχολογική της κατάσταση λόγω της κακοποίησης που είχε υποστεί σ΄ εκείνη την ηλικία. Ήταν κατηγορηματική ότι τα συμπτώματα που είχε η παραπονούμενη και παρουσίαζε διαταραχή μετά από ψυχοτραυματικό στρες σε παιδική ηλικία είχαν εξασθενήσει όπως αυτό αποδεικνυόταν από το πρόσφατο της παρελθόν πριν από τον περασμένο χρόνο, επαναλαμβάνοντας πειστικά ότι από το ιστορικό της παραπονούμενης προέκυψε ότι δεν παρουσίαζε συμπτώματα που να αποδεικνύουν ψυχοπαθολογία. Όπως δε το έθεσε στη μαρτυρία της, ενώ η παραπονούμενη είχε αναπτύξει τη συμπτωματολογία της συγκεκριμένης διαταραχής τα πρώτα χρόνια της παιδικής της ηλικίας που υπέστη την πρώτη κακοποίηση, αυτή η κατάσταση είχε μπει σε ύφεση εφόσον τα τελευταία χρόνια δεν παρουσίαζε τέτοια συμπτωματολογία. Επαναλαμβάνουμε ότι σ' όλη τη διάρκεια της εξέτασης της ενώπιον του Δικαστηρίου, η Μ.Κ.6 έθεσε τη γνώμη της με απλό αλλά ταυτόχρονα εμπεριστατωμένο τρόπο δίδοντας όλες τις απαραίτητες διευκρινίσεις και επεξηγήσεις. Ως αποτέλεσμα, η μαρτυρία της στο σύνολο της κρίνεται αξιόπιστη. Επιθυμούμε εδώ να διευκρινίσουμε ότι, παρά το γεγονός ότι η μαρτυρία της Μ.Κ.6 κρίθηκε αξιόπιστη, εντούτοις, για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης περιορισμένη χρήση θα γίνει από το σύνολο της μαρτυρίας της. Και εξηγούμαστε. Σε καμία περίπτωση και για τους λόγους που επεξηγούνται πιο κάτω στην απόφαση μας, δεν στηριζόμαστε στη μαρτυρία της Μ.Κ.6 ως ενισχυτική εκείνης της παραπονούμενης ως προς τη διάπραξη ή όχι αδικήματος και από ποιον. Η χρησιμότητα της μαρτυρίας της Μ.Κ.6 έγκειται πρώτον στην επιστημονική εξήγηση που έδωσε αναφορικά με το καθυστερημένο στάδιο υποβολής καταγγελίας από άτομα - θύματα σεξουαλικής παρενόχλησης - και δεύτερο στις επιστημονικές διαπιστώσεις της για την κατάσταση της παραπονούμενης όταν την εξέτασε και είχε μαζί της απευθείας προσωπικές συνεντεύξεις. Σε σχέση με το δεύτερο, εκείνο που εννοούμε είναι, ασφαλώς, τη διάγνωση της ότι η παραπονούμενη παρουσίαζε Διαταραχή μετά από Ψυχοτραυματικό στρες, πάθηση που προκαλείται από ένα ακραίο τραυματικό γεγονός το οποίο το άτομο έχει βιώσει και θα μπορούσε να είναι ένας βιασμός. Τρόπος Αξιολόγησης Μαρτυρίας Παραπονούμενης - Ενισχυτική Μαρτυρία Όπου παραπονούμενο πρόσωπο με τη μαρτυρία του αποδίδει σε Κατηγορούμενο τη διάπραξη αδικημάτων σεξουαλικής φύσης, η μαρτυρία του χρήζει ως θέμα πρακτικής και όχι ως θέμα νομοθετικής επιταγής ενισχυτικής μαρτυρίας. Οι λόγοι γι΄ αυτό οφείλονται στις αντιδράσεις της ανθρώπινης φύσης κυρίως της γυναικείας σε ό,τι αφορά τους κοινωνικούς κανόνες που αφορούν το σεξ. Είναι αυτή η φύση που φαίνεται να δημιουργεί τον πειρασμό σε ορισμένες γυναίκες (και όχι κατ' ανάγκη ενσυνείδητα) να προβάλλουν τον εαυτό τους για όλους τους λόγους που θα μπορούσε κάποιος να διανοηθεί ή ακόμη και χωρίς κανένα οποιοδήποτε λόγο με την επινόηση ψευδών η υπερβολικών κατηγοριών ή εκδοχών[8]. Όπως εξηγήθηκε στην αγγλική υπόθεση R. v. Herny and Manning
(1969)Cr. App. R. (A) 150: «On a charge of a sexual offence against a woman or a girl the judge should direct the jury in clear and simple language that it is dangerous to convict on the uncorroborated evidence of the complainant, because human experience in the Courts has shown that girls and women, for all sorts of reasons and sometimes for no reason tell a false story which is easy to fabricate and extremely difficult to refuse.» Παρά την ύπαρξη αυτού του κανόνα πρακτικής η καταδίκη μπορεί να στηριχθεί μόνο στη μαρτυρία της παραπονούμενης αφού προηγουμένως το Δικαστήριο έχει προειδοποιηθεί για τους κινδύνους που ελλοχεύουν στην αποδοχή της μαρτυρίας της χωρίς αυτή να ενισχύεται[9]. Έχουμε βέβαια κατά νου πως δεν υπάρχει νομικός κανόνας που να καθιστά αναγκαία την εξέταση του αξιόπιστου της μαρτυρίας της παραπονούμενης προτού εξεταστεί το κατά πόσο οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία την ενισχύει εφόσον δεν υπάρχει λογικό έρεισμα στον κατατεμαχισμό της μαρτυρίας για σκοπούς αξιολόγησης της αξιοπιστίας οποιουδήποτε μάρτυρα και ότι η μαρτυρία πρέπει να κρίνεται ως ενιαίο σύνολο[10]. Η αξιοπιστία ενός μάρτυρα που χρειάζεται ενίσχυση κρίνεται όχι μόνον από την ίδια τη μαρτυρία του, αλλά και από ολόκληρη τη μαρτυρία στην υπόθεση. Σε μερικές περιπτώσεις αυτό που παρέχει αξιοπιστία στη μαρτυρία του παρέχει και την ενίσχυση. Ή για να το θέσουμε διαφορετικά, η ενίσχυση δεν πρέπει να εξετάζεται ως επόμενο της αξιοπιστίας της αλλά ωσάν να περιέχεται σ' αυτήν κατά την εξέταση της υπόθεσης. Όπως επισημάνθηκε προσφάτως στην υπόθεση Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 101/2011, ημερ. 19.7.2012, η ενισχυτική μαρτυρία ως ζήτημα αρχής, δεν είναι λάθος να αναζητείται έστω και αν το Δικαστήριο είναι διατεθειμένο να βασιστεί αποκλειστικά και μόνο στη μαρτυρία του θύματος βιασμού, εφόσον την κρίνει αξιόπιστη. Όπως τονίστηκε, συναφώς, οποιαδήποτε άλλη ενισχυτική μαρτυρία, ενδυναμώνει το ήδη αξιόπιστο της δικαστικής κρίσης. Στην υπόθεση Ττοουλιάς ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 258 εξετάστηκε σε έκταση τι συνιστά ενισχυτική μαρτυρία. Με αναφορά στην απόφαση R. v. Baskerville
(1916)2 K.B. 685, έγινε επανάληψη των στοιχείων που συνθέτουν την ενισχυτική μαρτυρία. Συνοπτικά, αυτή πρέπει να έχει προέλευση ανεξάρτητη από τον μάρτυρα, τη μαρτυρία του οποίου αποβλέπει να ενισχύσει και να τείνει να καταδείξει ουσιωδώς ότι όχι μόνο διαπράχθηκε το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος αλλά, επίσης, ότι εκείνος που το διέπραξε ήταν ο κατηγορούμενος. Δεν απαιτείται όπως η ενισχυτική μαρτυρία αποδεικνύει αφ' εαυτής τα αμφισβητούμενα γεγονότα ή τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Παραπονούμενης Αξιολογώντας λοιπόν τη μαρτυρία της παραπονούμενης λέμε από την αρχή ότι μας έκανε άριστη εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Καθ΄ όλη τη διάρκεια της εξέτασης της ενώπιον του Δικαστηρίου διαπιστώσαμε ότι αφηγείτο τα σχετικά γεγονότα και απαντούσε τις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν με απλό τρόπο, αλλά ταυτόχρονα σαφή και θετικό. Η όλη της έκφραση και ο τρόπος της ενώ κατέθετε ήταν φυσικός και ανεπιτήδευτος. Δεν δυσκολευόταν, ούτε δίσταζε να απαντήσει σε οποιαδήποτε ερώτηση της υποβαλλόταν. Ο λόγος της μάρτυρος, όπως είπαμε και πιο πάνω, ήταν απλός, αλλά δεν υστερούσε σε καθαρότητα, σταθερότητα και δεν είχε δισταγμούς και αμφιταλαντεύσεις. Φαινόταν βεβαίως, και ήταν έκδηλο αυτό από το ύφος της και την έκφραση της, ότι διηγείτο γεγονότα που δεν ήταν ευχάριστα για την ίδια και, ενίοτε, ενοχλητικά γι΄ αυτήν. Κυρίως όμως ήταν προφανές πως διηγείτο γεγονότα τα οποία είχε βιώσει. Δεν απέφευγε, δεν υπέκφευγε. Ήταν σταθερή και συνεπής στη μαρτυρία της σε όλα τα στάδια της εξέτασής της ενώπιον του Δικαστηρίου. Αν και υπέστη εκτεταμένη αντεξέταση η μαρτυρία της παρέμεινε ακλόνητη. Κλήθηκε να απαντήσει σε σωρεία ερωτήσεων και να υπεισέλθει σε αρκετές λεπτομέρειες και, παρά ταύτα, κανένα σημείο της μαρτυρίας της δεν κλονίσθηκε στην αντεξέταση. Η όλη εντύπωση που έδινε η παραπονούμενη ενώ κατάθετε ήταν ότι δεν ήταν καθόλου ευτυχής που αναγκαζόταν να αφηγηθεί τα γεγονότα που περιστοίχιζαν το επίδικο συμβάν με τον Κατηγορούμενο, όπως δεν ήταν και για το γεγονός ότι βρισκόταν στο εδώλιο του μάρτυρα. Και αυτό το τονίζουμε γιατί της λέχθηκε από τον συνήγορο Υπεράσπισης ότι τα όσα κατέθεσε εναντίον του Κατηγορουμένου ήταν δική της επινόηση για να πιέζει τον Κατηγορούμενο να της δίνει χρήματα. Το ύφος και ο τρόπος που κατέθετε η παραπονούμενη κάθε άλλο παρά τέτοια εικόνα δημιουργούσαν. Φαινόταν αντίθετα η παραπονούμενη να καταθέτει στο Δικαστήριο μετά πόνου ψυχής γιατί έπρεπε να πει την αλήθεια και όχι γιατί το επιθυμούσε η ίδια ή επειδή ήταν δική της επιλογή. Μέσω της αυξημένης προσοχής που δώσαμε στη μαρτυρία της παραπονούμενης, έχουμε ανενδοίαστα διαπιστώσει την αδιαπραγμάτευτη θέση της να πει στο Δικαστήριο την αλήθεια και μόνο την αλήθεια. Καθ΄ όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας της στάθηκε με απαράμιλλη αξιοπρέπεια στο εδώλιο του μάρτυρα αποφασισμένη να πει την αλήθεια όπως τη βίωσε. Αντιμετώπισε δε όλες τις ερωτήσεις και υποβολές της Υπεράσπισης με ευθύτητα και θάρρος, αλλά και μ' ένα απαράμιλλο ψυχικό σθένος παρά το ότι ήταν έκδηλο, από το όλο της ύφος και τρόπο που κατέθετε, ότι είχε πονέσει και είχε πληγωθεί από το όλο συμβάν που της έτυχε. Απαντώντας τις ερωτήσεις που της τίθεντο τόσο στο στάδιο της κύριας εξέτασης όσο και στο στάδιο της αντεξέτασης προσέξαμε ότι υπήρξε από μέρους της παραπονούμενης μια αφοπλιστική ειλικρίνεια. Κάποια στοιχεία που είχαν από πλευράς Υπεράσπισης την προοπτική αποδυνάμωσης της μαρτυρίας της παραπονούμενης λάβαμε σοβαρά υπόψη και προχωρούμε να τα σχολιάσουμε. Αρχικά αναφερόμαστε στην εισήγηση του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι η περιγραφή των γεγονότων που αφορούν το επίδικο συμβάν, όπως προκύπτει μέσα από την πρώτη κατάθεση της παραπονούμενης, Έγγραφο 2, δεν ανταποκρίνεται στη λογική και ουσιαστικά είναι αδύνατο αυτό να έχει συμβεί με τέτοιο τρόπο. Έχουμε αναγνώσει με ιδιαίτερη προσοχή το σχετικό απόσπασμα και δεν υιοθετούμε τη θέση της Υπεράσπισης. Συγκεκριμένα, στο επίμαχο σημείο η παραπονούμενη αναφέρει «Ταυτόχρονα ένιωσα το πέος του να τρίφεται πάνω στο πουττί μου, τζιαι πιέζοντας με, έβαλε το πέος του μέσα στο πουττί μου. Με το ένα χέρι του κρατούσε τα δύο μου χέρια και με πίεζε και με το άλλο του χέρι έπιασε το πέος του και το έβαλε μέσα στο πουττί μου». Είναι προφανές ότι με την αναφορά της η παραπονούμενη στο ότι ο Κατηγορούμενος της κρατούσε τα δύο χέρια αναφέρεται και επεξηγεί το πώς την πίεζε με αποτέλεσμα να καταφέρει την εισδοχή του πέους του στο αιδοίο της, χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε σύγχυση ή σύγκρουση με τα όσα η παραπονούμενη περιγράφει ότι είχαν προηγηθεί. Έχοντας το ευεργέτημα της οπτικής παρατήρησης και λαμβάνοντας υπόψιν τον σωματότυπο της παραπονούμενης και του Κατηγορουμένου, σημειώνουμε ότι δεν συμφωνούμε καθόλου με την πιο πάνω εισήγηση. Κανένα ζήτημα λογικής ή πρακτικής αδυναμίας δεν τίθεται στα όσα περιέγραψε η παραπονούμενη. Επαναλαμβάνουμε ότι η όλη περιγραφή του επίδικου επεισοδίου δίνεται με πλήρη και κατανοητό τρόπο από την παραπονούμενη. Επιπλέον επισημαίνουμε ότι αυτό το μέρος της μαρτυρίας της δεν αποτέλεσε αντικείμενο αντεξέτασής της. Επίσης θεωρούμε ότι η διόρθωση της κατάθεσης της στην οποία η παραπονούμενη προέβη κατά την προφορική της μαρτυρία δεν είναι τέτοιας φύσης που να κλονίζει την αξιοπιστία της. Άλλωστε η εξήγηση που η ίδια έδωσε στο Δικαστήριο κρίνεται καθόλα λογική και πειστική, λαμβανομένων υπόψιν και των συνθηκών που επικρατούσαν κατά τη λήψη της εν λόγω κατάθεσης της και, ιδιαίτερα, της δικής της ψυχολογικής κατάστασης, όπως περιγράφηκε και από τη Μ.Κ.
  1. Σημειώνουμε πως ήταν διόρθωση την οποίαν η ίδια αυθορμήτως επεσήμανε προτού υιοθετήσει την γραπτή κατάθεση της. Ο συνήγορος Υπεράσπισης, κατά την αγόρευση του, ισχυρίστηκε ότι υπάρχει ακόμα μία άλλη αντίφαση μεταξύ των καταθέσεων της παραπονούμενης, αναφορικά με το πότε πήγε στο καραβάνι για να πάρει τα προσωπικά της αντικείμενα με ιδιαίτερη αναφορά στο σεντόνι, Τεκμήριο
  2. Με μία προσεκτική ανάγνωση των δύο καταθέσεων δεν διαπιστώνουμε να υπάρχει οποιαδήποτε σύγκρουση των θέσεων της παραπονούμενης γι΄ αυτό το θέμα. Στην πρώτη κατάθεση της η παραπονούμενη κάνει αναφορά μόνο στη φορά που πήγε να πάρει όλα τα προσωπικά της αντικείμενα, ενώ στη δεύτερη κατάθεση της δίνει περισσότερες λεπτομέρειες αναφορικά με αυτή τη φορά που ήταν δύο μέρες μετά το επίδικο συμβάν που είχε πάει με τον Κοσιάρη και βρήκαν τον Κατηγορούμενο εκεί. Στη δεύτερη της κατάθεση ακολούθως αναφέρει ότι είχε πάει στο καραβάνι τη νύκτα της ίδιας μέρας του επίδικου συμβάντος, ενώ γνώριζε ότι ο Κατηγορούμενος δεν ήταν εκεί και πήρε κάποια προσωπικά της αντικείμενα και το σεντόνι, Τεκμήριο
  3. Κατά την αντεξέτασή της διευκρίνισε ότι τα προσωπικά της αντικείμενα ήταν πολύ προσωπικά της αντικείμενα, δηλαδή ο ηλεκτρονικός υπολογιστής και τα προσωπικά της ημερολόγια. Όσον αφορά την αναφορά της παραπονούμενης ότι πήγε στο καραβάνι τη νύκτα της ίδιας μέρας, γεγονός που έτυχε σχολιασμού από τον συνήγορο Υπεράσπισης, παραπέμπουμε στην προφορική μαρτυρία της κατά την αντεξέταση της όπου διευκρίνισε ότι πήγε στο καραβάνι αφού είχε δει τον Κατηγορούμενο να περνά από το καφενείο με το αυτοκίνητο του πηγαίνοντας προς τη μάντρα. Αξίζει να σημειώσουμε ότι στο σημείο εκείνο η Υπεράσπιση αμφισβήτησε μόνο το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος δεν περνά από το καφενείο για να πάει στη μάντρα αλλά ουδόλως αμφισβήτησε ότι αυτό έγινε νύκτα. Αντίθετα ο συνήγορος Υπεράσπισης έθεσε στην παραπονούμενη την εξής ερώτηση: «Αλλά δεν εφοβόσουν να πάεις την ίδια νύκτα, να πάεις να πιάσεις.» για να λάβει την απάντηση από την παραπονούμενη «Ήμουν σίγουρη ότι ήταν στη μάντρα. Εκτός αν μπορούσε να είναι σε δύο διαφορετικούς τόπους την ίδια ώρα». Δεν μας διαφεύγει της προσοχής ότι η παραπονούμενη αρχικώς στην καταγγελία της στην Αστυνομία, δηλ. πριν τη λήψη της κατάθεσης της, αναφέρθηκε σε άσεμνη επίθεση. Θεωρούμε, όμως, ότι δόθηκε σαφής και πειστική εξήγηση γιατί η παραπονούμενη δεν αναφέρθηκε ευθύς εξ αρχής στην προφορική της αναφορά σε βιασμό. Εν πρώτοις, παρόντες ήταν ο Μ.Κ.1, ο εξεταστής της υπόθεσης και ο Υπεύθυνος του ΤΑΕ Μόρφου Λοχ.4345, εκτός από τη Μ.Κ.4 που της έλαβε στη συνέχεια την κατάθεση. Όπως προέκυψε δε από τη μαρτυρία του Μ.Κ.1, όταν οι δύο άνδρες αντιλήφθηκαν ότι η παραπονούμενη προσπαθούσε να τους πει κάποια πράγματα, να μιλήσει, αυτή ντρεπόταν, έδειχνε, όπως τέθηκε, "κλειστή" και για αυτό θεώρησαν πιο σωστό τόσο ο Υπεύθυνος του ΤΑΕ όσο και ο εξεταστής Μ.Κ.1 να αποχωρήσουν και να αφήσουν την παραπονούμενη μαζί με τη Μ.Κ.4 για να υποβάλει την καταγγελία. Όπως και έγινε. Έπειτα, για το ζήτημα αυτό η παραπονούμενη ρωτήθηκε από την ίδια τη Μ.Κ.4 για το γεγονός αυτό, δηλ. ότι δεν είχε αναφερθεί προφορικά στον βιασμό, και η παραπονούμενη της είχε πει ότι δεν είχε εμπιστοσύνη στην Αστυνομία λόγω του ότι ο Κατηγορούμενος της έλεγε ότι γνωρίζει άτομα μέσα στην Αστυνομία. Υπενθυμίζουμε δε στο σημείο αυτό και τα όσα η ίδια η παραπονούμενη κατέθεσε σχετικά με τη στάση και συμπεριφορά του Κατηγορουμένου μετά το επίδικο συμβάν και συγκεκριμένα ότι την απειλούσε λέγοντας της ανάμεσα σε άλλα ότι είχε τα «μέσα» στο ΤΑΕ και γενικά στην Αστυνομία και γενικά ότι είχε δύναμη και γνώριζε πολύ κόσμο. Όλα τα πιο πάνω θεωρούμε ότι εξηγούν την αρχικά συγκρατημένη στάση της παραπονούμενης όταν αναφέρθηκε προφορικά στα πλαίσια της καταγγελίας της μόνο σε άσεμνη επίθεση και όχι βιασμό και με κανένα τρόπο δεν επηρεάζουν το αξιόπιστο της εκδοχής που προώθησε αμέσως σχεδόν στην Αστυνομία και αργότερα ενώπιον του Δικαστηρίου. Ένα άλλο ζήτημα που δεν παραλείψαμε να λάβουμε υπόψη μας είναι και το ότι με βάση τη δική της εκδοχή δεν είχε αποκαλύψει στον φίλο της Κοσιάρη, όταν τον ειδοποίησε τηλεφωνικώς την επομένη του συμβάντος να έρθει να τη βοηθήσει να πάρει τα πράγματα της από το τροχόσπιτο, ότι ο Κατηγορούμενος την είχε βιάσει παρά μόνο του είχε πει ότι της «είχε βάλει χέρι». Για το ζήτημα αυτό έδωσε, ωστόσο, η ίδια στη δεύτερη κατάθεση της (Έγγραφο 3) εξήγηση λέγοντας ότι δεν ήθελε να εμπλακεί ο Κοσιάρης και να τσακωθεί με τον Κατηγορούμενο. Είναι προφανές ότι η παραπονούμενη, κατ΄ εκείνο το στάδιο, δεν ήθελε να τραβήξει τα πράγματα στα άκρα με απρόσμενες εξελίξεις, εξήγηση η οποία κρίνεται λογική και πειστική. Αυτό όμως δείχνει και την αγωνία της, τους προβληματισμούς της και την προσπάθεια που κατέβαλλε να εξισορροπήσει τις διάφορες πιθανές συνέπειες. Τόσο κατά την αντεξέταση της παραπονούμενης όσο και κατά τις αγορεύσεις, η Υπεράσπιση έθεσε ζήτημα όσον αφορά την παρέλευση κάποιου χρόνου μέχρι την καταγγελία. Σύμφωνα με την παραπονούμενη το περιστατικό έγινε περί τα τέλη Μαΐου 2013 και είναι αναντίλεκτο ότι έδωσε την πρώτη γραπτή καταγγελία της στις 11.6.
  4. Το βέβαιο είναι πως το συμβάν έλαβε χώρα μερικές μέρες μετά τον γάμο της αδελφή της, ο οποίος είχε γίνει στις 25.5.2013 (ημέρα Σάββατο, όπως εξάλλου δέχθηκε και ο Κατηγορούμενος). Είναι γεγονός, δηλαδή, πως όντως παρήλθε διάστημα περίπου 12-14 ημερών μέχρι την υποβολή παραπόνου. Εξετάζοντας τις σχετικές εισηγήσεις θα πρέπει, κατ΄αρχάς, να παρατηρήσουμε ότι δεν θεωρούμε ένα τέτοιο διάστημα χρόνου ως υπερβολικό αφ' εαυτού και, κυρίως, δεν θεωρούμε ότι υπονομεύει την αξιοπιστία της παραπονούμενης. Στην εκτίμηση μας αυτή λαμβάνουμε υπόψη πως πρόκειται για σχετικά πολύ μικρό διάστημα χρόνου που αφορά ένα και μόνο περιστατικό, σε αντίθεση με άλλες παρόμοιας φύσης υποθέσεις όπου είχαν γίνει δεκτές τέτοιες εισηγήσεις, όπως η υπόθεση Ευαγγέλου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 371, στην οποία η καταγγελία έγινε δύο χρόνια μετά όχι για ένα αδίκημα, αλλά για οκτώ συνεχή τέτοια αδικήματα για μια περίοδο δύο ετών, ή η υπόθεση Παπαδήμας ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 251, στην οποία η καταγγελία έγινε το 2005 για άσεμνες επιθέσεις που άρχισαν τρία έτη προηγουμένως. Σε αντίθεση με τις εισηγήσεις που έγιναν στην παρούσα, σημειώνουμε ότι στην υπόθεση Τζιαμαλής ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 542 για τρία περιστατικά μεταξύ 29.5.2005 έως 11.6.2005 κρίθηκε πως δεν ήταν μεγάλος ο χρόνος που διέρρευσε μέχρι τις 19.6.2005 που το θύμα προέβη σε άμεσο παράπονο (χωρίς να παραγνωρίζουμε ότι επρόκειτο για ανήλικη 13 ετών). Το κατά πόσο η παραπονούμενη επέδειξε, μετά τις ενέργειες που απέδωσε στον Κατηγορούμενο, τέτοια συμπεριφορά που δεν συνάδει με συμπεριφορά θύματος βιασμού, δεν είναι δυνατό να αποφασιστεί με μόνο το τι εκλογικευμένα ένα τρίτο άτομο θα ανέμενε και μάλιστα εκ των υστέρων από ένα θύμα βιασμού. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766: «Οι σεξουαλικές παρενοχλήσεις, επιθέσεις ή βιασμοί που εκδηλώνονται επί ανηλίκων προσώπων, αγγίζουν τόσο βαθειά την προσωπικότητα των θυμάτων ώστε να μην μπορεί να ανευρεθεί ένα συγκεκριμένο πρότυπο συμπεριφοράς από τα παραπονούμενα πρόσωπα, εφόσον διαφορετικές είναι οι αντιδράσεις ενός εκάστου ανάλογα με τον ψυχισμό τους. Χωρίς προς στιγμήν να παραγνωρίζεται η πρωταρχική ανάγκη η ενώπιον του Δικαστηρίου υπόθεση να αξιολογείται στη βάση του τεκμηρίου της αθωότητας αφενός, αλλά και στην ανάγκη θεμελίωσης των κατηγοριών πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας αφετέρου, πρέπει και το Δικαστήριο να είναι δεκτικό στην ολοένα και πλέον αποδεκτή και συγκλίνουσα θέση, ότι τα θύματα των σεξουαλικών επιθέσεων βιώνουν μια πληθώρα ψυχολογικών μετατραυματικών εμπειριών που αναμφίβολα επηρεάζουν και την δυνατότητα τους να υποβάλουν άμεσα το παράπονο τους, αλλά και τη δυνατότητα τους να λειτουργούν και να αντιδρούν πάντοτε κατά τρόπο που εκλογικευμένα θα θεωρείτο αναμενόμενος. Τα πιο πάνω αναφέρονται και εξηγού

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.