← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Παπάνδρεα Αθανάση, Αρ. Υπόθεσης:14499/13, 19/2/2014

Δημοκρατία ν. Παπάνδρεα Αθανάση, Αρ. Υπόθεσης:14499/13, 19/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2014:5 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Σύνθεση Κακουργιοδικείου: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Χ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:14499/13 Δημοκρατία - v - Παπάνδρεα Αθανάση, από Αστρομερίτη Κατηγορουμένου ----------------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 19 Φεβρουαρίου

  1. Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Κυθραιώτου Για Κατηγορούμενο: κ. Παυλίδης με κα Λούτσιου Κατηγορούμενος παρών --------------------------------------------- ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος στη μοναδική κατηγορία που αντιμετώπιζε στην παρούσα υπόθεση, αυτή του βιασμού κατά παράβαση των Άρθρων 144 και 145 του Ποινικού Κώδικα. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου τα οποία εκτίθενται αναλυτικά και με λεπτομέρεια στην Απόφαση μας ο Κατηγορούμενος σε άγνωστη ημερομηνία περί τα τέλη Μαίου μέχρι αρχές Ιουνίου 2013 βίασε την παραπονούμενη. Επισημαίνουμε ευθύς εξ αρχής ότι ο Κατηγορούμενος είναι πρόσωπο του στενού οικογενειακού περιβάλλοντος της παραπονούμενης εφόσον είναι αδελφός του πατέρα της, δηλ. θείος της. Όσον αφορά το επάγγελμα του αυτός είναι ιερέας της εκκλησίας της Παναγίας Χρυσοπαντάνασσας στη Λινού. Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διεπράχθη το επίδικο αδίκημα μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: Οι γονείς της παραπονούμενης χώρισαν εδώ και πολλά χρόνια, ο πατέρας της διέμενε στη Λινού και διαχειριζόταν το καφενείο της κοινότητας, ενώ αντιμετώπιζε διάφορα προβλήματα υγείας. Η παραπονούμενη ηλικίας 26 ετών, κατάγεται από τον Οίκο. Από το 2005 πήγε στη Λευκωσία όπου σπούδασε και στη συνέχεια παρέμεινε εκεί για εργασία, μέχρι τα μέσα Μαΐου
  2. Ήταν σε αυτό το χρονικό στάδιο που έλαβε τηλεφώνημα από τον Κατηγορούμενο ο οποίος της ζήτησε, αν μπορούσε, να βοηθήσει τον πατέρα της που διέμενε στη Λινού και ήταν άρρωστος. Η παραπονούμενη, αφού ήρθε την επομένη μέρα στη Λινού και διαπίστωσε την κατάσταση του πατέρα της, αποφάσισε να μείνει στη Φλάσου για να μπορεί να τον βοηθά. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια αποδέχθηκε την πρόταση του Κατηγορουμένου να της παραχωρήσει προσωρινά διαμονή στο καραβάνι που είχε στη Φλάσου χωρίς οποιαδήποτε επιβάρυνση. Έτσι η παραπονούμενη εγκαταστάθηκε στο καραβάνι στο οποίο πήγαινε το βράδυ για ύπνο και το μεσημέρι για ντους, ενώ τις υπόλοιπες ώρες βρισκόταν στο καφενείο του πατέρα της και τον φρόντιζε. Μετά από κάποιες μέρες διαμονής της στο καραβάνι και παρόλο που είχε συμφωνηθεί να μένει μόνη σ' αυτό η παραπονούμενη, ο Κατηγορούμενος ερχόταν και κοιμόταν κι αυτός τα βράδια εκεί σε άλλο δωμάτιο με τη δικαιολογία ότι θα ξυπνούσε πρωί να πάει στο κοπάδι του. Μια μέρα περί τα τέλη Μαίου , το μεσημέρι η παραπονούμενη πήγε στο καραβάνι για να κάνει ντους σκοπεύοντας στη συνέχεια να επιστρέψει στο καφενείο. Βγαίνοντας από το ντους με το μπουρνούζι της είδε τον Κατηγορούμενο μπροστά της, στο σαλόνι. Αμέσως αυτή πήγε στο δωμάτιο της και αφού πρόλαβε και φόρεσε το νυχτικό της ο Κατηγορούμενος ήρθε στο δωμάτιο της φορώντας το μποξεράκι του και από πάνω ένα πουκάμισο μισάνοιχτο. Κάθισε δε δίπλα της στο κρεβάτι και άρχισε να της μιλά για γυναίκες και για φιλενάδες που είχε και γενικώς κουβέντες σεξουαλικού περιεχομένου. Τότε η παραπονούμενη αντιλήφθηκε ότι κάτι άλλο ήθελε και χωρίς να το καταλάβει αυτός την έπιασε από τα χέρια, την έριξε στο κρεβάτι ανάσκελα πέφτοντας ολόκληρος πάνω της και άρχισε να τη φιλά στα χείλη και να την αγγίζει με τα χέρια του στο στήθος, στα οπίσθια και σ' ολόκληρο το σώμα της. Η παραπονούμενη τον έσπρωχνε για να φύγει από πάνω της λέγοντάς του να φύγει ενώ αυτός εξακολουθούσε να είναι από πάνω της, να τη χαϊδεύει και να τη φιλά στο πρόσωπο και στον λαιμό με λυσσαλέο τρόπο. Παρά την αντίδραση της, αυτός εξακολουθούσε να τη φιλά και σε κάποια στιγμή που τη χάιδευε με τα χέρια του έβαλε το χέρι του μέσα στο εσώρουχο της και ταυτόχρονα έτριβε το πέος του στο αιδοίο της και πιέζοντάς την το έβαλε εντός αυτού. Συγκεκριμένα με το ένα του δε χέρι κρατούσε τα δύο της χέρια και την πίεζε, και με το άλλο του χέρι έπιασε το πέος του και το έβαλε μέσα στο αιδοίο της. Μόλις έγινε αυτό η παραπονούμενη αντιδρώντας με όλη της τη δύναμη κατάφερε και τον έριξε προς την μια πλευρά του κρεβατιού και έτρεξε και βγήκε από το καραβάνι αφού προηγουμένως έπιασε από το σαλόνι μια τσάντα που είχε πάντοτε μέσα κάποια ρούχα της. Από το επόμενο πρωινό του βιασμού ο Κατηγορούμενος άρχισε συνεχώς να την απειλεί μέσω γραπτών μηνυμάτων από το κινητό του μέχρι που η παραπονούμενη πήγε και κατήγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία στις 11/6/
  3. Συγκεκριμένα την απειλούσε με μηνύματα ότι θα τη σκότωνε και ότι θα της έκανε κακό, ενώ της πρότεινε χρηματική αμοιβή για να τα ξεχάσει όλα. Ακόμη ο Κατηγορούμενος της έλεγε ότι είχε τα μέσα στο ΤΑΕ, στη Μητρόπολη και γενικά στην Αστυνομία, ότι είχε δύναμη και γνώριζε πολύ κόσμο ενώ ταυτόχρονα άφηνε να νοηθεί στη γύρω περιοχή ότι η παραπονούμενη ήταν χρήστης ναρκωτικών και κοπέλα ελευθέρων ηθών. Ο Κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Ο συνήγορος του Κατηγορουμένου αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής εν πρώτοις εξέφρασε τη λύπη του Κατηγορουμένου που έφτασε σε αυτό το σημείο. Εν συνεχεία έκανε αναφορά στο περιεχόμενο της Απόφασης επισημαίνοντας ότι αυτή στηρίχθηκε μόνο στη μαρτυρία της παραπονούμενης για να διατυπώσει αμέσως μετά τη θέση ότι υπό αυτές τις συνθήκες πάντοτε ελλοχεύει η πιθανότητα σφάλματος. Με δεδομένο ότι η κρίση του Δικαστηρίου στην παρούσα υπόθεση εκφράστηκε μέσω της ετυμηγορίας του, σε αυτό το στάδιο που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει στον Κατηγορούμενο την αρμόζουσα ποινή είναι αδόκιμο αυτή η ετυμηγορία να αμφισβητείται έστω και εμμέσως, πολύ δε περισσότερο να γίνεται προσπάθεια οικοδόμησης επιχειρημάτων που έχουν σχέση με την έκταση και ή το εύρος της ποινής. Κατά συνέπεια τα όσα αναφέρθηκαν από τον συνήγορο Υπεράσπισης επί του προκειμένου δεν μπορούν να έχουν οποιαδήποτε σημασία. Ανάμεσα στους ελαφρυντικούς παράγοντες που επικαλέστηκε ο κος Παυλίδης ήταν και οι επιπτώσεις που θα προκύψουν από την επιβολή φυλάκισης τόσο στον ίδιο στον Κατηγορούμενο όσο και στην οικογένεια του. Επεσήμανε δε ότι αυτό θα οδηγήσει στην απώλεια της εργασίας του, ενώ ταυτόχρονα θα έχει παράπλευρες απώλειες για την οικογένεια του με δεδομένο ότι αυτός είναι ο μοναδικός προστάτης της οικογένειας του εφόσον η σύζυγος του, λόγω σοβαρού προβλήματος υγείας, αδυνατεί να εργασθεί. Ως μία παράπλευρη επίπτωση από το γεγονός της καταδίκης του Κατηγορούμενου στην προκειμένη υπόθεση επικαλέστηκε και τον στιγματισμό που επέφερε κοινωνικά ειδικά ενόψει του γεγονότος ότι η οικογένεια του διαμένει σε μία κοινότητα στην ύπαιθρο επισημαίνοντας ταυτόχρονα και το βαρύ κλίμα που, επίσης, επέφερε εντός του εκκλησιαστικού χώρου. Τέλος επικαλέστηκε το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου. Για το αδίκημα του βιασμού για το οποίο κρίθηκε ένοχος ο Κατηγορούμενος η φυλάκιση δια βίου που προβλέπεται ως η μεγίστη ποινή αντικατοπτρίζει τη σοβαρότητα που προσδίδεται στο συγκεκριμένο έγκλημα από το Νόμο και αντανακλά τις κοινωνικά ζημιογόνες επιπτώσεις του[1]. Σε σεξουαλικά αδικήματα πρέπει να επιβάλλεται αποτρεπτική ποινή για την καταστολή τους εν όψει της ιδιαίτερης σοβαρότητας τους ως εγκλημάτων τα οποία όχι μόνο στρέφονται κατά των ηθών αλλά και γιατί προσβάλλουν την προσωπικότητα του θύματος[2]. Ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, η ποινή μπορεί να είναι ιδιαίτερα αυστηρή και πολυετής.[3] Τα Δικαστήρια μας έχουν σε παρόμοιας ή της ίδιας φύσης αδικήματα με τα υπό εξέταση, αντιμετωπίσει με αυστηρότητα παραβάτες αυτού του είδους. Έχοντας υπόψη τα κοινωνικά ήθη του τόπου, τη σημασία της οικογενειακής ηθικής στην Κύπρο και γενικά τον χαρακτήρα και τις υψηλές, ευτυχώς, ακόμα ηθικές αξίες της Κυπριακής κοινωνίας θεώρησαν ότι παρόμοιες παράνομες πράξεις του είδους που έπραξε ο Κατηγορούμενος πλήττουν ακριβώς τα πιο πάνω και σείουν τα θεμέλια της οικογένειας και της ηθικής τάξης του τόπου. Ταυτόχρονα, τονίσθηκε το μέγεθος των συνεπειών στα θύματα τέτοιων αποτρόπαιων πράξεων, στον ψυχικό τους κόσμο και τη δυσκολία επούλωσης των ψυχικών τραυμάτων που αυτές τους προκαλούν. Αδικήματα του είδους που ο Κατηγορούμενος διέπραξε άρχισαν, δυστυχώς, να προσλαμβάνουν ανησυχητικές διαστάσεις κάτι το οποίο είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε εντός των πλαισίων της δικαστικής μας γνώσης από τις υποθέσεις που επιλαμβανόμαστε συχνά. Όταν καθίσταται αναγκαία η επιβολή αποτρεπτικών ποινών είναι πάγια νομολογιακή αρχή ότι οι προσωπικές συνθήκες και περιστάσεις του Κατηγορουμένου ναι μεν λαμβάνονται υπόψη στα πλαίσια της εξατομίκευσης αλλά στον βαθμό και κατά την έκταση που δεν εξουδετερώνουν τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να έχει η ποινή[4] και την ανάγκη για παραδειγματική τιμωρία ανίερων πράξεων όπως αυτές που διέπραξε ο Κατηγορούμενος οι οποίες προκαλούν το αίσθημα της αποστροφής στους υγιείς πολίτες της κοινωνίας μας. Σε σειρά αποφάσεων του, το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε τέτοιου είδους αδικήματα.[5] Επιπλέον να επισημάνουμε την πάγια νομολογιακή αρχή ότι όπου παρατηρείται έξαρση και επιμονή στη διάπραξη παρόμοιας φύσεως αδικημάτων παρά τις επιβληθείσες από τα Δικαστήρια αυστηρές ποινές, δικαιολογείται η επιβολή ακόμη αυστηρότερων ποινών για σκοπούς αποτροπής[6]. Στην υπόθεση Αbed Alkaadir Typye v. Αστυνομίας

(2008)2 Α.Α.Δ. 279, επιβεβαιώθηκε ποινή φυλάκισης δέκα ετών σε κατηγορία βιασμού ανήλικης από τον πατριό της. Τονίσθηκε δε ότι η προβλεπόμενη ποινή δια βίου φυλάκισης την οποία το Κακουργιοδικείο ορθώς εξέλαβε ως αφετηρία όσο και ενδεικτική της σοβαρότητας του αδικήματος, δεν καθιστούσε τη δεκαετή ποινή δυσανάλογη ως προς τούτο. Τονίσθηκε, επίσης, ότι η περίπτωση αφορούσε ανήλικη, γεγονός στο οποίο ορθώς απέδωσε σημασία το Κακουργιοδικείο όπως και το γεγονός της εκμετάλλευσης από τον εφεσείοντα με την ιδιότητα του ως πατριού της παραπονούμενης. Όσον αφορά τη σημασία των προηγούμενων υποθέσεων τονίζουμε ότι δεν παρέχουν πάντα ασφαλή καθοδήγηση. Μπορεί από κάποιες προηγούμενες αποφάσεις να διαφαίνεται ότι μπορεί να διαμορφωθεί ένα είδος ταρίφας. Οι αποφάσεις και οι ποινές που επιβάλλονται σε παρόμοιας φύσεως υποθέσεις, λαμβάνονται βέβαια υπόψη επειδή δεν είναι επιθυμητή η ανομοιομορφία στη μεταχείριση αδικοπραγούντων. Όπως, όμως τονίστηκε και στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Al-Awar κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ 160 στη σελ.166, με τις ποινές που επιβάλλονται, δεν καθορίζεται με οποιονδήποτε τρόπο μια στατική διατίμηση. Οι προηγούμενες ποινές και η προσέγγιση των Δικαστηρίων στο πρόσφατο και απώτερο παρελθόν είναι ενδεικτικές του τρόπου αντιμετώπισης των υποθέσεων κατά τον χρόνο διάπραξής τους. Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123, 130-131, από τον τότε Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Σόλωνα Νικήτα, δεν μπορεί να οδηγεί σε αποστέωση της εξουσίας του Δικαστηρίου μπροστά στη ζωντανή πραγματικότητα που εμφανίζει κάθε υπόθεση με τις ιδιαιτερότητες της χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν θα ισχύσει η διατίμηση όπου υπάρχουν ουσιαστικές ομοιότητες. Στην παρούσα υπόθεση μπορεί να μην υπήρξαν τέτοια στοιχεία όπως χρήση υπέρμετρης βίας πέραν εκείνης που ασκήθηκε για να καμφθεί η αντίσταση της παραπονούμενης και να επιτευχθεί η παράνομη συνουσία , ούτε διάρκεια στην όλη πράξη που ίσως σε άλλες υποθέσεις βιασμού να αποτέλεσαν αντικείμενο εξέτασης στη νομολογία μας. Η παρούσα, ωστόσο, περίπτωση, κατά τη γνώμη μας, έχει ιδιαίτερα επιβαρυντικές πτυχές που την καθιστούν από τις σοβαρότερες του είδους της. Ο Κατηγορούμενος δεν είναι μόνο ο θείος της παραπονούμενης. Είναι ιερέας. Το γεγονός δε ότι ένα τέτοιο άτομο χωρίς οποιονδήποτε ενδοιασμό προέβη στις ακατονόμαστες πράξεις που περιγράψαμε εκμεταλλευόμενος σεξουαλικά την αδελφότεκνη του μόνο φρίκη και αποτροπιασμό μας προκαλεί. Ο Κατηγορούμενος αντί να λειτουργήσει ως θείος ο οποίος νοιάζεται και φροντίζει την αδελφότεκνη του η οποία, όπως και ο ίδιος πολύ καλά γνώριζε, ήταν ένα άτομο ταλαιπωρημένο προερχόμενο από μια διαλυμένη οικογένεια και η οποία από πολύ μικρή ηλικία βίωσε αρκετά προσωπικά, οικογενειακά και οικονομικά προβλήματα, επέλεξε συνειδητά να ικανοποιήσει τις διεστραμμένες ορέξεις και ορμές του και τα ανώμαλα ένστικτα του. Το τραγελαφικό δε της όλης υπόθεσης είναι ότι της παρουσιάσθηκε ως άτομο στο οποίο θα μπορούσε η παραπονούμενη να στηριχθεί και να έχει μια πιο ήρεμη ζωή. Και αφού διέπραξε την ειδεχθή πράξη του βιασμού συνέχισε τις ημέρες που ακολούθησαν, και μέχρι το στάδιο που η παραπονούμενη πήρε το κουράγιο και το θάρρος να τον καταγγείλει στην Αστυνομία, να την απειλεί και ταυτόχρονα να τη λασπολογεί σε διάφορους κύκλους προκαλώντας της μια έντονα ψυχοφθόρα κατάσταση στα πλαίσια μιας άνευ προηγουμένου εκστρατείας του να την αποτρέψει από του να αποκαλύψει σε οποιονδήποτε το τι είχε συμβεί. Δεν διαφεύγει, επίσης, της προσοχής μας ότι, όπως προέκυψε από τη μαρτυρία της ψυχολόγου κας Χριστοφή, η παραπονούμενη παρουσιάζει έντονο άγχος, θλίψη, επεισόδια ψυχικής κατάρρευσης με έντονο κλάμα, σύγχυση στο να ειπωθούν τα γεγονότα με ακριβή χρονική τοποθέτηση, παραμέληση της φροντίδας εαυτού και προβλήματα ύπνου. Προστίθεται δε ως σημαντικό στοιχείο η ανάγκη της παραπονούμενης για κοινωνική αποδοχή. Με βάση δε τα πιο πάνω συμπτώματα, είναι η κατάληξη της κας Χριστοφή στην Έκθεσή της ότι διαπιστώνεται η ύπαρξη Διαταραχής Μετά Από Ψυχοτραυματικό Στρες. Διαταραχή η οποία προκύπτει μετά από ένα ακραίο τραυματικό γεγονός το οποίο το άτομο έχει βιώσει όπως είναι ένας βιασμός. Είναι εμφανές λοιπόν ότι η συμπεριφορά του Κατηγορουμένου έχει, δυστυχώς, αφήσει ανεξίτηλα τραύματα στον ψυχισμό της παραπονούμενης τα οποία αποτελούν ακόμη ένα επιβαρυντικό στοιχείο στην παρούσα υπόθεση και δείχνουν το μέγεθος της σοβαρότητας που το αδίκημα του είδους που ο Κατηγορούμενος διέπραξε προσλαμβάνει. Όπως συναφώς έχει αναφερθεί από τον τότε Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Γ. Μ. Πική στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Α. Β.
(2002)2 Α.Α.Δ. 382 στη σελ. 386 τα ψυχικά τραύματα που αφήνουν τέτοια εγκλήματα είναι βαθιά και δύσκολα επουλώνονται ενώ ανατρέπεται ο ψυχικός κόσμος του θύματος και βεβηλώνεται η ύπαρξή του. Σημειώνουμε δε εδώ ότι, στην παρούσα περίπτωση, οι ψυχολογικές επιπτώσεις επί της παραπονούμενης από τη συμπεριφορά του Κατηγορουμένου έχει αποδειχθεί ότι προκλήθηκαν και δεν αναφέρεται απλώς αυτός ο παράγοντας ως θέμα κοινής ανθρώπινης εμπειρίας, δηλαδή, ως συνέπεια που φυσιολογικά θεωρείται ότι προκύπτει από τέτοιου είδους συμπεριφορές[7] . Συνυπολογίζουμε, επίσης, για σκοπούς επιβολής ποινής το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε μέχρι τέλους τη διάπραξη του αδικήματος. Σταθερή του θέση ήταν ότι δεν έκανε οτιδήποτε το επιλήψιμο. Αυτή ήταν και η γραμμή υπεράσπισης του. Υπό αυτές τις περιστάσεις λέμε ότι κανένα στοιχείο μεταμέλειας δεν χαρακτηρίζει τη συμπεριφορά του. Βρέθηκε τελικά ένοχος μετά από ακρόαση και αφού προηγουμένως η παραπονούμενη αναγκάστηκε να βιώσει ξανά, μέσα από τη μαρτυρία της, τα ιδιαίτερα οδυνηρά γι΄ αυτήν συμβάντα. Τονίζοντας τα πιο πάνω δεν αγνοούμε βεβαίως την πάγια νομολογιακή αρχή ότι η άρνηση των κατηγοριών είναι απόλυτο και αναφαίρετο δικαίωμα κάθε κατηγορούμενου. Η πιο πάνω παραπομπή του Δικαστηρίου στο στοιχείο της καταδίκης μετά από ακρόαση γίνεται με αναφορά στη νομολογιακή αρχή ότι ένας Κατηγορούμενος που παραδέχεται ενοχή δύναται να αναμένει κάποια αναγνώριση υπό τη μορφή μείωσης της ποινής η οποία διαφορετικά θα επιβαλλόταν εάν καταδικαζόταν μετά από μη παραδοχή[8]. Επισημαίνουμε ότι ακριβώς τέτοια ήταν η προσέγγιση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Κ.Κ.v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 294. Η λύπη και απολογία που εκφράστηκαν μέσω του συνηγόρου του στο στάδιο των αγορεύσεων για μετριασμό θεωρούμε ότι έχει πολύ μικρή σημασία. Όσον αφορά τα ελαφρυντικά που μας έχουν τεθεί σημειώνουμε τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορουμένου, όπως μας έχουν επεξηγηθεί με επάρκεια από τον συνήγορο υπεράσπισης ως επίσης και οι οικονομικές συνθήκες της οικογένειας του Κατηγορούμενου. Δεν διαφεύγουν της προσοχής μας οι προσωπικές και οι οικογενειακές του περιστάσεις, ειδικότερα το γεγονός ότι είναι αυτός ο οποίος συντηρεί την οικογένεια του η οποία αποτελείται από τη σύζυγο και τα δύο παιδιά τους. Δυστυχώς, αναμένεται να υπάρξουν δυσμενείς επιπτώσεις στην οικογένεια και εξαρτημένους του Κατηγορουμένου που, όπως επεσήμανε ο κ. Παυλίδης, θα οδηγήσουν σε εξαθλίωση την οικογένεια του εφόσον τις οικονομικές τους ανάγκες ως αποτέλεσμα της αναμενόμενης φυλάκισης του Κατηγορουμένου δεν θα μπορεί πλέον να καλύπτει ο ίδιος ο Κατηγορούμενος. Στην υπόθεση Μ. Θ. v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 174, πέραν της παραδοχής αναγνωρίστηκαν από το Εφετείο ως μετριαστικοί παράγοντες για την ποινή, οι δυσμενείς επιπτώσεις της φυλάκισης στην οικογένεια και εξαρτημένους του Κατηγορουμένου. Να επισημάνουμε εδώ ότι οι επιπτώσεις από φυλάκιση σε μέλη της οικογένειας του Κατηγορουμένου συνιστούν, σύμφωνα με τη νομολογία, ελαφρυντικό παράγοντα όχι, όμως, αποφασιστικής σημασίας[9]. Η βαρύτητα που πρέπει να αποδίδεται στις παρεμφερείς συνέπειες της τιμωρίας ενός Κατηγορουμένου με ποινή φυλάκισης διαφαίνεται σε σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου[10]. Η απώλεια σταδιοδρομίας ενός Κατηγορουμένου συνέπεια της ποινής που θα του επιβληθεί έχει αναγνωριστεί ως μετριαστικός παράγοντας στην υπόθεση Ηλίας Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ 14 και είναι κάτι που λαμβάνουμε υπόψιν και στην παρούσα υπόθεση κατά την επιμέτρηση της εφόσον ο Κατηγορούμενος αναμένεται να τεθεί εκτός του σχήματος της ιεροσύνης. Το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου αναμφίβολα αποτελεί μετριαστικό παράγοντα. Είναι νομολογημένο πως ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο δικαιούται να τύχει της επιείκειας του Δικαστηρίου. Συνεκτιμώντας αφενός τη φύση και τη σοβαρότητα του επίδικου αδικήματος και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτό έχει διαπραχθεί με όλες τις αρνητικές συνέπειες που προκάλεσε στην παραπονούμενη και αφετέρου όλα τα πιο πάνω ελαφρυντικά, κρίνουμε ότι έχουν μειωθεί σε μεγάλο βαθμό τα ερείσματα επιείκειας που το Δικαστήριο θα μπορούσε στην παρούσα υπόθεση να επιδείξει. Η ανάγκη για προστασία δε, της κοινωνίας από άτομα όπως τον Κατηγορούμενο προβάλλει, υπό τα περιστατικά της προκειμένης περίπτωσης, ακόμη μεγαλύτερη. Επισημαίνουμε ότι η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να συνεπάγεται εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος που ο Κατηγορούμενος έχει διαπράξει. Ως αποτέλεσμα επιβάλλουμε στον Κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης δέκα
(10)ετών. Τα διαστήματα μεταξύ των ημερ. 10.7.13 - 14.10.13 και 7.2.14 μέχρι σήμερα κατά τα οποία ο Κατηγορούμενος τελούσε υπό κράτηση να υπολογιστούν κατά την περίοδο έκτισης της ποινής. (Υπ.) Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. (Υπ.) X. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /λδ C:my documents/assize/Ποινές [1] Δέστε Zulfigar Ali Rana κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 489, 500. [2] Δέστε Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 259. [3] Δέστε Γιάγκου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ.
  1. [4] Δέστε Κωνσταντίνου άλλως Γιαλλούρης κ.α. v. Αστυνομίας 2005) 2 Α.Α.Δ. 282,
  2. [5] Δέστε Rana και άλλος v. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 489 και Σοφοκλέους v. . Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 259. [6] Δέστε Λουκά Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ 577 και Abunazha ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 551. [7] Δέστε Μ. Θ. v. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ σελ. 174 και συγκεκριμένα στις σελ. 184-185. [8] Δέστε Ghafari v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442, 447 ,Hamieh v. Γενικού Εισαγγελέα
(2006)2 Α.Α.Δ. 259 και Γιάγκου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 67. [9] Δέστε Αναστασίου ν. Γενικός Εισαγγελέας
(2005)2 Α.Α.Δ. 492, 513. [10] Δέστε Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ 14 και Κολοκασίδης ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ 252. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.