← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Ευφροσύνης Ορθοδόξου Πούμπουρα, Αρ. Υπόθεσης: 31655/12, 13/3/2014

Δημοκρατία ν. Ευφροσύνης Ορθοδόξου Πούμπουρα, Αρ. Υπόθεσης: 31655/12, 13/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2014:9 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ : Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Χ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 31655/12 Δημοκρατία v. Ευφροσύνης Ορθοδόξου Πούμπουρα Κατηγορουμένης -------------------------------- Ημερομηνία: 13 Μαρτίου 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τη Δημοκρατία: κ. Ν. Κέκκος για Γενικόν Εισαγγελέα Για την Κατηγορουμένη: κ. Γ. Γεωργίου Κατηγορούμενη παρούσα ---------------------------- Π Ο Ι Ν Η Η Κατηγορούμενη κρίθηκε ένοχη και στις 8 κατηγορίες που αντιμετώπιζε με βάση την Απόφαση μας ημερ. 28.2.14. Η πρώτη αφορά το αδίκημα της κλοπής υπό υπαλλήλου του χρηματικού ποσού των €536.430,02 κατά παράβαση των Άρθρων 255, 268 και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε. Η δεύτερη κατηγορία αφορά το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4

(1)(ιιι) και
(2), 5, 7 και 8 του περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου 188(Ι)/2007, σχετικά με το προαναφερόμενο ποσό. Οι υπόλοιπες 6 κατηγορίες αφορούν τα αδικήματα των ψευδών λογαριασμών, κατά παράβαση των Άρθρων 313(β) και 29 του Κεφ.
  1. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης περιέχονται λεπτομερώς στην εν λόγω Απόφαση. Για σκοπούς επιβολής ποινής κρίνουμε σκόπιμο να αναφέρουμε συνοπτικά τα ακόλουθα: Η Κατηγορούμενη εργοδοτήθηκε στην Παραπονούμενη εταιρεία από της ιδρύσεώς της και της έναρξης των εργασιών της το 2003 μέχρι τον Μάρτιο
  2. Σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα ήταν υπεύθυνη του Λογιστηρίου της εταιρείας έχοντας υπό την αποκλειστική ευθύνη και αρμοδιότητα της όλες τις εισπράξεις χρημάτων από πελάτες της εταιρείας μέσω των διανομέων της. Επιπλέον είχε την αποκλειστική ευθύνη της άμεσης ενημέρωσης του λογιστικού συστήματός της εταιρείας και την εγγραφή όλων των λογιστικών καταχωρήσεων στο σύστημα. Μέσα στα πλαίσια της αποκλειστικής της ευθύνης και αρμοδιότητας ενέπιπταν και οι πληρωμές της εταιρείας σε μετρητά. Ενώ λοιπόν η Κατηγορούμενη είχε καθήκον να διατηρεί τα χρήματα της εταιρείας τα οποία παραλάμβανε ως μέρος των εισπράξεων προς όφελος και για λογαριασμό της εταιρείας καθόλη την περίοδο της εργοδότησης της οικειοποιήθηκε σημαντικό μέρος αυτών. Οι δε πράξεις οικειοποίησης ελάμβαναν χώρα συστηματικά και για μεγάλη χρονική περίοδο. Έχοντας δε κλέψει σε διάφορα χρονικά στάδια διάφορα ποσά προέβηκε και σε ψευδείς καταχωρήσεις στα λογιστικά βιβλία της εταιρείας. Προσπάθειά της ήταν να αποκρύψει την κλοπή των εν λόγω ποσών τόσο από τη Διοίκηση όσο και τους αξιωματούχους της εταιρείας παρουσιάζοντας μια πλαστή και αναληθή εικόνα των λογαριασμών που διαχειριζόταν καταβάλλοντας μέσα σε αυτά τα πλαίσια προσπάθεια κάλυψης υπαρκτών ελλειμμάτων στο Ταμείο της εταιρείας. Η διάπραξη των αδικημάτων της ψευδούς καταχώρησης γινόταν ώστε να δίδεται η εντύπωση πως εκτελούσε δεόντως τα καθήκοντά της και για να μη θορυβηθεί η παραπονούμενη εταιρεία και να διεκδικήσει σε οποιοδήποτε στάδιο την περιουσία και τα δικαιώματά της. Η Κατηγορούμενη δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Ο κ. Γεωργίου αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής αφού αναγνώρισε ότι η ποινή που θα επιβληθεί στην παρούσα υπόθεση αναμένεται να ενέχει το στοιχείο της αποτροπής επεσήμανε ταυτόχρονα την πάγια νομολογιακή αρχή ότι δεν ατονεί το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής. Αναφερόμενος στις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες της Κατηγορουμένης τόνισε ότι πρόκειται για έγγαμη γυναίκα και μητέρα δύο παιδιών τα οποία σήμερα σπουδάζουν στο εξωτερικό. Ένα άλλο στοιχείο που ο συνήγορος Υπεράσπισης έθεσε υπόψη μας είναι και την πάροδο περιόδου 4 ετών από της διάπραξης των επίδικων αδικημάτων μέχρι του σταδίου της επιβολής της ποινής χωρίς να ευθύνεται για το γεγονός αυτό η Κατηγορούμενη. Ως ελαφρυντικό παράγοντα που κληθήκαμε να λάβουμε υπόψη μας είναι επίσης το λευκό ποινικό μητρώο της Κατηγορουμένης όπως επίσης και τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει και όπως εμφαίνονται σε σχετικά ιατρικά πιστοποιητικά που τέθηκαν ενώπιον μας (Τεκμήρια Α και Β). Καταληκτικά ο κ. Γεωργίου κάλεσε το Δικαστήριο να κρίνει την Κατηγορούμενη με κάθε δυνατή επιείκεια. Τα υπό αναφορά αδικήματα που η Κατηγορούμενη διέπραξε είναι ιδιαιτέρως σοβαρά. Για το αδίκημα της κλοπής υπό υπαλλήλου προβλέπεται κατά ανώτατο όριο ποινή φυλάκισης 10 ετών, τα αδικήματα των ψευδών καταχωρήσεων επτά ετών και το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες 14 ετών. Η διαχρονική θέση η οποία προκύπτει από τη σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου που, ειρήσθω εν παρόδω δεν είναι ιδιαίτερα πλούσια για το αδίκημα της κλοπής υπό υπαλλήλου, είναι ότι επιβάλλεται η διαφύλαξη σχέσεων εμπιστοσύνης από άτομα που βρίσκονται σε τέτοια θέση λόγω της επαγγελματικής ή άλλης ιδιότητας τους σε σχέση με τρίτους. Συνεπώς, ο τρόπος μεταχείρισης αδικοπραγούντων γι΄ αυτού του είδους τα αδικήματα διαπνέεται από αυτή τη θέση με συνακόλουθο την αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε όσους καταχρώνται αυτής της εμπιστοσύνης. Στο Σύγγραμμα του Γ. Μ. Πική Sentencing in Cyprus, 2η Έκδοση (Sentencing Revisited)
(2007)στη σελίδα 139 διαπιστώνουμε ότι τονίζεται με τον ίδιο τρόπο η σοβαρότητα αυτής της φύσεως αδικημάτων και οι επιπτώσεις που προκαλούνται στην οικονομική ζωή του τόπου από τη διάπραξη τους. Το παραθέτουμε: «High standards of fidelity are expected of employees in the public and private sectors of society in the discharge of their duties and of persons acting in a fiduciary capacity, such as agents or trustees. Stealing by clerks, servants, company directors, agents and trustees is punishable with 7 years' imprisonment. The decisions of the Supreme Court in this area indicate that a serious view is invariably taken of offences belonging to this catecory, owing to their repercussions on the standards of public administration on the one hand and the economy on the other.» Επισημαίνουμε εδώ ότι το Άρθρο 268 του Ποινικού Κώδικα, που αναφέρεται στην κλοπή υπό υπαλλήλου, τροποποιήθηκε με τον περί Ποινικού Κώδικα (Τροποποιητικό) (Αρ.2) Νόμο του 2000, Ν.43 (Ι)/2000, και η προβλεπόμενη κατά μέγιστο όριο ποινή αυξήθηκε από επτά έτη σε δέκα έτη. Η πιο πάνω τροποποίηση είναι ενδεικτική της ανησυχίας του νομοθέτη για την επάρκεια μέχρι τότε των μέσων καταστολής αδικημάτων της φύσης που είναι τα παρόντα. Πολύ πρόσφατα υπήρξε νέα τροποποίηση του σχετικού Άρθρου που οδήγησε στην περαιτέρω αύξηση της κατ΄ ανώτατον ορίου ποινής ώστε αυτή σήμερα να είναι 14 χρόνια. Πρόκειται για τον τροποποιητικό Νόμο 84(Ι)/2012 ο οποίος επισημαίνουμε ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση. Το σημείο αυτό είναι, πιστεύουμε, κατάλληλο για να αναφερθούμε στην υπόθεση Κολοκασίδης ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 252. Στην υπόθεση αυτή, η οποία αφορούσε, μεταξύ άλλων, και το αδίκημα της κλοπής υπό υπαλλήλου, τονίζεται η σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία εμπεριέχεται το στοιχείο της παράβασης καθήκοντος και το γεγονός ότι το ύψος του κλαπέντος ποσού λαμβάνεται σοβαρά υπόψη. Γίνεται, ταυτόχρονα, ιδιαίτερη αναφορά σε κάποιους παράγοντες που μπορούν να ληφθούν υπόψη ως μετριαστικοί υπέρ του κατηγορούμενου κατά την επιμέτρηση της ποινής. Όπως έχει επισημανθεί στην υπόθεση Ιωάννης Ανδρονίκου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2008)2 A.A.Δ 486, η υπόθεση Κολοκασίδη (ανωτέρω) δεν έχει θέσει άκαμπτους κανόνες και ότι δεν θα πρέπει να παραγνωρίζεται το γεγονός ότι αποφασίστηκε πριν 16 χρόνια όταν τα εγκλήματα οικονομικής φύσεως ήταν ολιγότερα. Έκτοτε, πρόσθεσε το Εφετείο, η πολυπλοκότητα των συναλλαγών και οι συνθήκες της σύγχρονης κοινωνίας επέβαλαν, μεταξύ άλλων, και την ανάγκη αύξησης της προβλεπόμενης από το Νόμο ποινής. Παραθέτουμε στο σημείο αυτό σχετική περικοπή από την απόφαση του Εφετείου στη σελίδα 75: «Συνάγεται ότι δεν ισχύει σήμερα με την ίδια δύναμη, όπως την εποχή της Κολοκασίδης, η θέση ότι εγκλήματα αυτού του είδους δεν είναι συχνά και ότι το κατηγορούμενο πρόσωπο, όντας επαγγελματίας (λογιστής, δικηγόρος ή τραπεζικός), δεν είναι εύκολο να διαπράξει εκ νέου παρόμοιο αδίκημα, έτσι ώστε η επιβολή της ποινής της φυλάκισης να είναι από μόνη της αποτρεπτικό στοιχείο, χωρίς να χρειάζεται να είναι μεγάλη σε διάρκεια. Αυτή η θέση πρέπει βέβαια να αντισταθμιστεί και να συσχετιστεί με την εξίσου παραδεκτή αρχή, ότι η αποτρεπτικότητα στην ποινή δεν σχετίζεται μόνο με την τιμωρία και πιθανή αναμόρφωση του ίδιου του παραβάτη, αλλά και την υπόδειξη προς τρίτους ότι η τυχόν δική τους εγκληματική ενέργεια θα αντιμετωπιστεί με την ίδια αυστηρότητα.» Στην υπόθεση Κολοκασίδης (πιο πάνω) έγινε αναφορά στην αγγλική υπόθεση John Barrick
(1985)81 Cr.App.R. 78, στην οποία τέθηκαν κατευθυντήριες γραμμές για τους παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και κρίθηκε ότι θα μπορούσαν οι αρχές της αγγλικής νομολογίας να υιοθετηθούν από τα Κυπριακά Δικαστήρια[1]. Πρέπει στο σημείο αυτό να επισημάνουμε ότι οι παρατηρήσεις του Αγγλικού Εφετείου στην Barrick (πιο πάνω) αναθεωρήθηκαν μεταγενέστερα στην Clark
(1998)2 Cr. App. R. (S) 95 λόγω της έκτοτε διαμορφωθείσας κατάστασης, ένα από τα στοιχεία της οποίας ήταν και ο πληθωρισμός. Έτσι έγινε διαβάθμιση περιπτώσεων σε επίπεδα ποινών θεωρηθέντα ως λογικά για τα αγγλικά δεδομένα με άξονα την αντιστοιχία μεταξύ ύψους κλαπέντος ποσού και ποινής, ως την αφετηρία για τον τελικό καθορισμό της έκτασης της φυλάκισης, αφού θα γινόταν έκπτωση για παραδοχή ενοχής. Σύμφωνα, λοιπόν, με την αναθεωρημένη εισήγηση στην Αγγλία για κλοπή ποσού όχι εντελώς μικρού αλλά χαμηλότερου των 17.500 στερλινών κατάλληλο εύρος υπολογισμού της ποινής θεωρείται οτιδήποτε μεταξύ πολύ σύντομης φυλάκισης και φυλάκισης μέχρι 21 μηνών, ενώ στην επόμενη βαθμίδα για ποσό μεταξύ 17.500 και 100.000 στερλινών κατάλληλο εύρος θεωρείται ποινή φυλάκισης δύο ή τριών ετών. Για ποσά μεταξύ 100.000 και 250.000 στερλινών κατάλληλο εύρος θεωρείται ποινή φυλάκισης τριών μέχρι τεσσάρων ετών. Για ποσό μεταξύ 250.000 και 1 εκατομμύριο στερλινών ποινή φυλάκισης μεταξύ 5 και 9 ετών θεωρείται ως κατάλληλο εύρος ενώ, για ποσά πέραν του 1 εκατομμυρίου ποινή φυλάκισης πέραν των 10 ετών. Αυτή η εισήγηση, διευκρινίσθηκε, ότι αφορά τις υποθέσεις που εκδικάσθηκαν γιατί στην περίπτωση παραδοχής θα πρέπει να υπάρξει ουσιαστική έκπτωση στην ποινή. Το σχετικό απόσπασμα από την υπόθεση Clark (ανωτέρω) καταγράφεται στη σελίδα 142 και έχει ως εξής: «Ιn the light of all these considerations, we make the following suggestions. We stress that they are by way of guidelines only and that many factors other than the amount involved may affect sentence. Where the amount is not small, but is less than £17,500 terms of imprisonment from the very short up to 21 months will be appropriate; cases involving sums between £17,500 and £100,000, will merit two to three years; cases involving sums between £100,000 and £250,000, will merit three to four years; cases involving between £250,000 and £1 million will merit between five and nine years; cases involving £1 million or more, will merit 10 years or more. These terms are appropriate for contested cases. Pleas of guilty will attract an appropriate discount. Where the sums involved are exceptionally large, and not stolen on a single occasion, or the dishonesty is directed at more than one victim or group of victims, consecutive sentences may be called for.» Να σημειώσουμε εδώ ότι οι πιο πάνω κατευθυντήριες γραμμές έτυχαν αναφοράς στην υπόθεση Πέτρος Πέτρου v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 219 χωρίς, ωστόσο, το Ανώτατο Δικαστήριο να αποφασίζει κατά πόσο μπορούν να υιοθετηθούν και από τα δικά μας Δικαστήρια. Εκείνο όμως, που μπορεί να λεχθεί είναι ότι είναι χρήσιμες οι κατευθυντήριες γραμμές αλλά σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να επηρεάζουν την ανάγκη ευελιξίας στη μεταχείριση των αδικοπραγούντων. Στην υπόθεση Wheeler
(1992)13 Cr. App. R. (S) 73 φυλάκιση 8 ετών επιβεβαιώθηκε για κλοπή ποσού 800.000 στερλινών που έλαβε χώρα σε μια διάρκεια 4 ετών από Διευθυντή της εταιρείας που παρείχε επενδυτικές υπηρεσίες. Τέλος, στην υπόθεση Neary
(1999)1 Cr. App. R. (S) 431 ποινή φυλάκισης 5 ετών που επεβλήθη σε δικηγόρο, κατόπιν παραδοχής, για κλοπή ποσού 288,000 στερλινών από εταιρείες για τις οποίες ήταν υπεύθυνος, επιβεβαιώθηκε κατ' έφεση. Το Ανώτατο Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να εξετάσει την πρέπουσα ποινή σε παρόμοιας φύσης αδίκημα, ήτοι, αυτό της κλοπής υπό αντιπροσώπου, κατά παράβαση του Άρθρου 270 του Ποινικού Κώδικα, στην υπόθεση Ιωάννης Ανδρονίκου (ανωτέρω). Στην υπόθεση αυτή το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικα επιβληθείσα ποινή φυλάκισης των επτά ετών. Σημειώνουμε ότι στην εν λόγω υπόθεση διεξήχθη ακρόαση και το συνολικό ποσό, αντικείμενο της κλοπής, ανήρχετο σε £4.888.150,00. Προχωρούμε στη συνέχεια να αναφερθούμε και σε πιο πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στη Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 19 ο Εφεσείων κατόπιν παραδοχής κρίθηκε, μεταξύ άλλων, ένοχος και για το αδίκημα της κλοπής υπό υπαλλήλου. Ο Εφεσείων εργαζόταν ως λογιστής σε εταιρεία και είχε υπεξαιρέσει χωρίς να επιστρέψει οποιαδήποτε ποσό, €604.572. Του επιβλήθηκε στην κατηγορία της κλοπής υπό υπαλλήλου ποινή φυλάκισης 4 ετών. Ως μετριαστικοί παράγοντες λήφθηκαν υπόψη, μεταξύ άλλων, η δεινή οικονομική του κατάσταση η οποία τον είχε αναγκάσει να προσφύγει στις πράξεις με τις οποίες καταχράστηκε το πιο πάνω ποσό ένεκα του ότι είχε συνάψει πολλά χρέη από δάνεια που εξασφάλισε για την ανέγερση της οικίας του και την αντιμετώπιση των προβλημάτων υγείας του παιδιού του που αντιμετώπιζε εκ γενετής. Όπως μάλιστα είχε αναφερθεί λόγω της αδυναμίας του Εφεσείοντα να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του η σύζυγός του, εν αγνοία του, είχε καταφύγει σε δανεισμό από τοκογλύφο, ενέργεια η οποία επέφερε αλυσιδωτές αυξήσεις των χρεών καθώς και αφόρητες πιέσεις για εξόφλησή τους. Η πρωτόδικα επιβληθείσα ποινή φυλάκισης 4 ετών κρίθηκε κατ έφεση ενδεδειγμένη. Στην υπόθεση Αδάμου ν. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 199/2011 ημερ. 9.8.12 ποινή φυλάκισης 6 ετών που επιβλήθηκε στον Εφεσείοντα κατόπιν παραδοχής για το αδίκημα της κλοπής υπό υπαλλήλου η οποία αφορούσε κλοπή καλωδίων αξίας €973.983,40 κρίθηκε κατ΄ έφεση ως η ενδεδειγμένη υπό τις περιστάσεις ποινή. Μεταξύ των παραγόντων που προσμέτρησαν ως ελαφρυντικοί στην πιο πάνω υπόθεση ήταν η άμεση παραδοχή του Εφεσείοντα τόσο στην Αστυνομία όσο και στη συνέχεια ενώπιον του Δικαστηρίου, το λευκό του ποινικό μητρώο, οι προσωπικές του συνθήκες περιλαμβανομένης και της κατάστασης της υγείας του. Στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ 113 η γραμματέας της ΣΠΕ μαζί με τον Εφεσείοντα έκλεψαν το χρηματικό ποσό των Λ.Κ.453.140. Επιβλήθηκαν διάφορες ποινές φυλάκισης η μεγαλύτερη των οποίων ήταν 6 χρόνια στην κατηγορία της παροχής βοήθειας προς τη γραμματέα προς διάπραξη του αδικήματος της κλοπής υπό υπαλλήλου κατά παράβαση του Άρθρου 268 του ΚΕΦ. 154. Ο Εφεσείων διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στη διάπραξη της κλοπής και καρπώθηκε ποσό Λ.Κ.402.150. Στη γραμματέα επιβλήθηκε μικρότερη ποινή - 3 χρόνια φυλάκιση στο αδίκημα της κλοπής υπό υπαλλήλου - αφού διαφάνηκε ότι η ίδια - που δεν άσκησε έφεση - δεν καρπώθηκε οποιοδήποτε ποσό και απώλεσε και την εργασία της. Συγκεκριμένα η γραμματέας είχε πάρει ποσό Λ.Κ.51.000 δηλαδή 10% του συνολικού ποσού ως η μεταξύ της ίδιας και του Εφεσείοντα συμφωνία, ποσό, όμως, που τελικά επέστρεψε. Η έφεση που ο Εφεσείων άσκησε τόσο κατά της καταδίκης όσο και κατά της ποινής απερρίφθη. Έχοντας αναφερθεί σε προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου λέμε ότι αυτές σε ό,τι αφορά το θέμα ποινής είναι βοηθητικές και λαμβάνονται υπόψη επειδή δεν είναι επιθυμητή η ανομοιομορφία στη μεταχείριση αδικοπραγούντων χωρίς, ωστόσο, να καθορίζεται με οποιοδήποτε τρόπο, μια στατική διατίμηση[2]. Αναλλοίωτη παραμένει η αρχή ότι κάθε υπόθεση εξετάζεται με βάση τα δικά της ιδιαίτερα περιστατικά. Θα έρθουμε τώρα στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Δεν μπορούμε παρά να σημειώσουμε εξαρχής το μεγάλο ύψος του ποσού που η Κατηγορούμενη έκλεψε ήτοι το ποσό των €536.430,02. Έπειτα μεγάλη είναι και η χρονική περίοδος κατά την οποία η Κατηγορούμενη προέβαινε στη διενέργεια των υπό αναφορά επιμέρους πράξεων που είχαν ως αποτέλεσμα την απόσπαση και οικειοποίηση του πιο πάνω ποσού. Χωρίς αμφιβολία αυτό συνιστά ιδιαίτερα επιβαρυντικό παράγοντα για την Κατηγορούμενη. Ομιλούμε για μια περίοδο γύρω στα 7 χρόνια - όσο ήταν και η διάρκεια εργοδότησης της στην Παραπονούμενη εταιρεία - κατά τη διάρκεια της οποίας η Κατηγορούμενη με βάση όλα τα ενώπιον μας στοιχεία και δεδομένα, όπως προκύπτουν από τα σχετικά ευρήματα και διαπιστώσεις μας, ενήργησε με προσχεδιασμό. Συγκεκριμένα μέσα στην προσπάθεια της να οικειοποιείται λεφτά από τις εισπράξεις της εταιρείας και ταυτόχρονα να συσκοτίζει και να συγκαλύπτει αυτές της τις ενέργειες ούτως ώστε να μην έλθουν στην επιφάνεια, φρόντιζε να προβαίνει σε διάφορες παράτυπες ενέργειες. Ειδικότερα, από ένα χρονικό διάστημα και μετά προέβαινε σε λανθασμένες καταχωρήσεις ως προς τον τρόπο πληρωμής σε σχέση με εισπράξεις που γίνονταν σε μετρητά καταχωρώντας τες στα Βιβλία της εταιρείας στις μερίδες των πελατών ως εισπράξεις σε επιταγές, δηλ. με την ένδειξη "CK" αντί "C" ούτως ώστε μεγάλο μέρος των μετρητών να μην φαίνονται και, ως προέκταση τούτου, να μην χρειάζεται να αναζητηθούν «φυσικά» από το Ταμείο της εταιρείας από οποιοδήποτε θα επιχειρούσε κατά καιρούς κάποιο έλεγχο. Ενδεικτικό της στάσης της Κατηγορουμένης είναι και το γεγονός ότι όποτε επιχειρήθηκε από την εταιρεία έλεγχος ήτοι τόσο το 2007 όσο και τον Μάρτιο του 2010 η Κατηγορούμενη προέβηκε σε λανθασμένες ψευδείς καταχωρήσεις στο σύστημα με μοναδικό σκοπό την αλλοίωση της εικόνας του Ταμείου και για να μην βγει στην επιφάνεια το έλλειμμα που υπήρχε. Είναι γεγονός ότι θα μπορούσαν όλες αυτές οι πράξεις της Κατηγορουμένης στο τέλος της ημέρας και εύκολα και ίσως γρηγορότερα απ' ότι έγινε να αποκαλυφθούν από την Παραπονούμενη εταιρεία αν γινόταν συστηματικότερος έλεγχος. Αυτό όμως δεν αναιρεί και το γεγονός ότι η ίδια εκμεταλλευόμενη αυτές τις αδυναμίες ενήργησε με προφανή σχεδιασμό με απώτερο σκοπό την οικειοποίηση του ποσού για το οποίο κρίθηκε ένοχη κλοπής. Στα πλαίσια επιμέτρησης της ποινής το καθήκον του Δικαστηρίου δεν περιορίζεται μόνο στην επισήμανση της σοβαρότητας των υπό αναφορά αδικημάτων και την αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη του όλους τους σχετικούς με την επιμέτρηση της ποινής παράγοντες, συμπεριλαμβανομένων και των προσωπικών συνθηκών του κατηγορούμενου και γενικά όλων των ελαφρυντικών στοιχείων που έχουν τεθεί από πλευράς Υπεράσπισης. Το καθήκον του Δικαστηρίου να εξατομικεύσει την ποινή δεν ατονεί ακόμη και εκεί όπου προβάλλει επιτακτική η ανάγκη πρόσδοσης στην ποινή του στοιχείου της αποτρεπτικότητας, όπως είναι η προκειμένη περίπτωση, φτάνει να μην οδηγεί στην εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής ή της αποτελεσματικότητας του Νόμου.[3] Μέσα σε αυτά τα πλαίσια λαμβάνουμε υπόψη την οικογενειακή και προσωπική κατάσταση της Κατηγορουμένης. Πρόκειται για έγγαμο πρόσωπο και μητέρα δύο ενηλίκων παιδιών που σήμερα σπουδάζουν στο εξωτερικό. Περαιτέρω λαμβάνουμε υπόψη και τα προβλήματα υγείας της Κατηγορουμένης που τέθηκαν ενώπιον μας όπως αυτά περιέχονται στα Τεκμήρια Α και Β και ειδικότερα ότι: (
  1. i)Ιατρική εξέταση κατά το 1994 κατέδειξε συμπτωματολογία υποτροπιάζουσας οσφυαλγίας, ενώ μαγνητική τομογραφία κατά το 2002 κατέδειξε πρόπτωση των Ο3-4 και Ο5-7 μεσοσπονδυλίων δίσκων οπότε συνεστήθη συντηρητική αγωγή. (
  2. ii)Από το 2010 διαπιστώθηκε ότι η Κατηγορουμένη πάσχει από δισκοαρθροπάθεια και σπονδυλοαρθροπάθεια. Κατά καιρούς παρουσιάζει έξαρση πόνου και δυσκαμψίας του αυχένος και της οσφύος. Πολλές φορές τυγχαίνει να ταλαιπωρείται από κεφαλαλγία με έντονη ζάλη. Σε περιόδους ψύχους παρουσιάζει έντονο μυϊκό σπασμό και θα πρέπει να λαμβάνει σχετική φαρμακευτική αγωγή και να χρησιμοποιεί θερμά επιθέματα με κρέμες. Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι ορθώς δεν υπήρξε διασύνδεση των πιο πάνω παθήσεων με το είδος της ποινής που ενδέχεται να επιβληθεί. Άλλωστε πρόκειται κατά βάσιν για ιατρικά προβλήματα τα οποία σύμφωνα και με τις ιατρικές γνωματεύσεις αντιμετωπίζονται με συντηρητική αγωγή και φάρμακα. Αντιλαμβανόμαστε ότι έχουν προβληθεί (κατά την αγόρευσή) ως ελαφρυντικοί παράγοντες εν σχέσει με το ύψος της ποινής και πράγματι ως τέτοιους θα τους λάβουμε δεόντως υπόψιν κατά την επιμέτρηση[4]. Το λευκό ποινικό μητρώο της Κατηγορουμένης αναμφίβολα αποτελεί μετριαστικό παράγοντα. Είναι νομολογημένο πως ένας Κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο δικαιούται να τύχει της επιείκειας του Δικαστηρίου[5]. Ένα άλλο στοιχείο που επιθυμούμε να σχολιάσουμε είναι και την πάροδο χρόνου από τη στιγμή που ήλθε στο φως η διάπραξη των επιδίκων αδικημάτων μέχρι το στάδιο της επιβολής της ποινής. Θέτουμε ευθύς εξ αρχής τη νομολογιακή αρχή. Αυτή συνοψίζεται στο ότι η πάροδος μακρού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την ανάγκη για αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον κατηγορούμενο[6]. Παρά ταύτα όμως ο μετριαστικός αυτός παράγοντας δεν πρέπει να αφήνεται να εξουδετερώνει τους σκοπούς μιας ποινής[7]. Έχοντας υπόψιν τις σχετικές αρχές στην παρούσα περίπτωση παρατηρούμε και λαμβάνουμε υπόψιν ότι: i. Παρότι τα αδικήματα εκτείνονται σε βάθος χρόνου εντούτοις αυτά αποκαλύφθηκαν και μετά καταγγέλθηκαν στην Αστυνομία μόλις τον Ιούνιο του 2010. ii. Λαμβανομένης υπόψιν της φύσης και της πολυπλοκότητας της υπόθεσης θεωρούμε δικαιολογημένο κάποιο εύλογο χρονικό διάστημα διερεύνησης της, ολοκλήρωσης του ανακριτικού έργου και μελέτης για τη λήψη απόφασης ως προς τη δίωξη. Δεν φαίνεται να προκύπτει θέμα καθυστέρησης για το στάδιο αυτό ενόψει του ότι όπως συνάγεται από τα πρακτικά (ημερομηνίας 7.12.12) και τις σχετικές δηλώσεις των συνηγόρων είχε όντως καταχωριστεί εγκαίρως η ποινική υπόθεση υπ' αρ. 15515/11 εναντίον της κατηγορουμένης. iii. Ζήτημα χρόνου ο οποίος θα πρέπει να ληφθεί υπόψιν προκύπτει από το ότι σε κάποιο (άγνωστο) στάδιο υπήρξε αναστολή της πρώτης αυτής υπόθεσης. Δεν έχουμε οποιαδήποτε πληροφόρηση για το τι μεσολάβησε και οδήγησε στην αναστολή της προηγούμενης υπόθεσης και στην μεταγενέστερη καταχώριση της παρούσας στις 7.12.12. iv. Η εκδίκαση της παρούσας ολοκληρώθηκε εντός 15 μηνών από της καταχώρισης της και μπορούμε με ασφάλεια να πούμε ότι ανάλογος θα ήταν και ο χρόνος εκδίκασης της αρχικής υπόθεσης. Ζήτημα καθυστέρησης στην εκδίκαση της παρούσας δεν έχει τεθεί. Άλλωστε διαπιστώνουμε ότι πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας είχε οριστεί 3 άλλες φορές για ακρόαση και σε 2 απ' αυτές αναβλήθηκε προς ικανοποίηση αιτήματος της υπεράσπισης (4.2.13 και 5.3.13). v. Με βάση τα πιο πάνω όμως σαφέστατα προσμετρά προς όφελος της Κατηγορουμένης ως ελαφρυντικός παράγοντας ο χρόνος που μεσολαβεί από την καταχώριση της πρώτης υπόθεσης μέχρι την καταχώρηση της παρούσας. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω και έχοντας εξετάσει με τη δέουσα προσοχή όλους τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά το στάδιο επιμέτρησης της ποινής θεωρούμε ότι η επιβολή στερητικής της ελευθερίας της Κατηγορουμένης ποινής προβάλλει ως αναπόφευκτη. Το σύνολο των ελαφρυντικών παραγόντων που έχουν αναφερθεί ανωτέρω θα αντανακλούνται στο ύψος της ποινής. Επισημάνουμε δε ότι η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να συνεπάγεται εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος που η Κατηγορούμενη έχει διαπράξει. Δεν θα συμφωνήσουμε με την εισήγηση του κ. Γεωργίου ότι δεν θα πρέπει να επιβληθεί οποιαδήποτε ποινή στις κατηγορίες ψευδών καταχωρήσεων. Θεωρούμε ότι παρότι τα γεγονότα τους συνδέονται με την κατηγορία της κλοπής, τα γεγονότα που αφορούν στο αδίκημα της κλοπής δεν υπερκαλύπτουν, ούτε ενσωματώνουν ή εμπεριέχουν τα γεγονότα που αφορούν τα αδικήματα των ψευδών καταχωρήσεων[8]. Συνεπώς επιβάλλουμε τις ακόλουθες ποινές: § Στην κατηγορία κλοπής (1η Κατηγορία) ποινή φυλάκισης 6 ετών. § Στην κατηγορία νομιμοποίησης εσόδων (2η Κατηγορία) δεν κρίνουμε ορθό να επιβάλουμε οποιαδήποτε ποινή ενόψει του ότι επιβάλλεται ποινή στο γενεσιουργό αδίκημα[9]. § Στις κατηγορίες ψευδούς καταχώρησης σε έγγραφο (3η, 4η, 5η 6η, 7η και 8η Κατηγορίες) ποινή φυλάκισης 4 ετών σε κάθε μία από αυτές. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Η έκτιση της ποινής αρχίζει από τις 28.2.2014 που η Κατηγορούμενη τελεί υπό κράτηση. (Υπ.) Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ (Υπ.) Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ (Υπ.) Χ. Χαραλάμπους, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /γκ C:my documents/assize/Ποινές [1] Δέστε σελ. 81-82: «In general a term of immediate imprisonment is inevitable, save in very exceptional circumstances or where the amount of money obtained is small. Despite the great punishment that offenders of this sort upon themselves, the Court should nevertheless pass a sufficiently substantial term of imprisonment to mark publicly the gravity of the offence. The sum involved is obviously not the only factor to be considered, but it may in many cases provide a useful guide. Where the amounts involved cannot be described as small but are less than £10.000 or thereabouts, terms of imprisonment ranging from the very short up to about eighteen months are appropriate (see for example WESTON 1980) 2 Cr. App. R. (S) 391). Cases involving sums of between about £10,000 and £50,000 will merit a term of about two of three years' imprisonment. Where greater sums are involved, for example those over £100,000, then a term of three and a half years to four and a half years would be justified (see for example the case of STRUBELL
(1982)4 Cr. App. R. (S) 300). In that case the defendant was employed as an accountant. He pleaded guilty to offences involving it seems over £150,000. A sentence of three years' imprisonment was substituted for the five years imposed at trial". [2] Δέστε Al-Awar κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 160, σελ. 166 και Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ 123, σελ. 130-131. [3] Δέστε Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 245, Μάριος Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 540 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Τσαπατσάρης κ.ά.
(2000)2 Α.Α.Δ. 304. [4] Δέστε Chokami v. Δημοκραίας
(1998)2 Α.Α.Δ 189. [5] Δέστε Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ.14 και Κολοκασίδης ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 252. [6] Δέστε Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 104, Αθανασιάδης ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 701, Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ.ά.
(2001)2 Α.Α.Δ. 617, Γενικός Εισαγγελέας ν. Πότση
(2000)2 Α.Α.Δ. 252, 265, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355, 361 και Αβραάμ ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 365. [7] Δέστε Χαραλαμπίδης ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 300. [8]Δέστε Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 385. [9] Δέστε Ηρακλέους ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 174. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.