Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Αναστάσιος Χαραλάμπους, Αρ. Υπόθεσης: 1/13, 31/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:B36 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1/13 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον Αναστάσιος Χαραλάμπους Κατηγορούμενου ------------------------- Ημερομηνία: 31 Μαρτίου 2014 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Στ. Ναθαναήλ Για τον κατηγορούμενο: κ. E. Χειμώνας Κατηγορούμενος παρών. --------------------- Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος μετά από παραδοχή βρέθηκε ένοχος στις πιο κάτω κατηγορίες: 3η κατηγορία: Μεταφορά εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια από τον Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 4
(4)(δ) του Περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου Κεφ. 54, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 21(Ι)/70, 166(Ι)/87 και 95(Ι)/03, και συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι στις 27.12.2012 μετέφερε με το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΚΜΑ653 εκρηκτικές ύλες χωρίς άδεια από τον Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών, δηλαδή τρεις πλήρης μηχανισμούς πυροδότησης χειροβομβίδας οι οποίοι περιέχουν εκρηκτική ύλη. 5η κατηγορία: Μεταφορά επιθετικού όπλου σε δημόσιο χώρο, κατά παράβαση των άρθρων 2 Περί Επιθετικών Όπλων (Απαγόρευσης) Νόμου Κεφ. 159 όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 166/87 και ειδικότερα ότι κατά το χρόνο και τόπο που αναφέρεται ανωτέρω χωρίς νόμιμη αιτία είχε μαζί του σε δημόσιο μέρος επιθετικά όπλα δηλαδή στο αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΚΜΑ 653, μετέφερε ένα ρόπαλο χρώματος μαύρου και μία σιδερογροθιά. Σε σχέση με τις κατηγορίες 1, 2 και 4 η διαδικασία έχει ανασταλεί. Όπως ανέφερε η κα Ναθαναήλ τα αδικήματα προέκυψαν ήταν στις 27.12.2012 Αστυφύλακες σε μηχανική περιπολία ανέκοψαν για έρευνα το όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος. Κατά την έρευνα, στο πίσω μέρος του οχήματος στο κάθισμα εντοπίστηκαν ένα ρόπαλο μαύρου χρώματος και μια σιδερογροθιά, τα αντικείμενα για τα οποία γίνεται αναφορά στην κατηγορία αρ. 5. Σε περαιτέρω έρευνα εντοπίστηκαν σε νάιλον σακούλι τυλιγμένο με χάρτινη ταινία τρεις πλήρεις μηχανισμοί πυροδότησης χειροβομβίδας οι οποίοι περιέχουν εκρηκτική ύλη. Σε σχέση με τα εν λόγω αντικείμενα, τα οποία αφορά η 3η κατηγορία που έχει παραδεκτεί, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι δεν είναι δικά του και ότι του τα είχε δώσει ένας φίλος του για να τα φυλάξει. Ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου, δεν έχουν δημιουργηθεί έξοδα, ενώ σε ότι αφορά τα τεκμήρια ήταν η θέση της κας Ναθαναήλ όπως εκδοθεί διάταγμα κατάσχεσης και καταστροφής τους. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στο ότι ο κατηγορούμενος είναι πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου, ουδέποτε έχει απασχολήσει την Αστυνομία ή τα Δικαστήρια για οποιανδήποτε υπόθεση πέραν της παρούσης και σε ότι αφορά τα υπό κρίση αδικήματα ανέφερε ότι τα έχει διαπράξει από επιπολαιότητα και μόνο χωρίς σε καμία περίπτωση να έχει σκοπό να χρησιμοποιήσει είτε τους εκρηκτικούς μηχανισμούς είτε τα επιθετικά όπλα που εντοπίστηκαν. Όπως ανέφερε ο κ. Χειμώνας, ο κατηγορούμενος είναι μόνιμος δημόσιος υπάλληλος, υπηρετεί ως Ταχυδρομικός Λειτουργός και βρίσκεται σε διαθεσιμότητα από την ημέρα καταχώρισης της παρούσας υπόθεσης. Σε περίπτωση επιβολής σε αυτόν ποινής φυλάκισης είτε άμεσης είτε με αναστολή ο κατηγορούμενος θα χάσει την δουλειά του με τεράστιες οικονομικές επιπτώσεις για τον ίδιο και την οικογένεια του και σχεδόν σίγουρα δεν θα μπορέσει να αποκατασταθεί επαγγελματικά σε κατοπινό στάδιο. Με αναφορά σε νομολογία στην οποία έχει αναφερθεί ότι η ποινή φυλάκισης επιβάλλεται μόνο σαν ύστατο μέτρο αφού το Δικαστήριο λάβει υπόψη του όλα τα περιστατικά της υπόθεσης και τον χαρακτήρα του κατηγορουμένου, κάλεσε το Δικαστήριο να μην του επιβάλει τέτοια ποινή αλλά να τον τιμωρήσει για το σοβαρό αδίκημα που έχει παραδεχτεί με άλλο τρόπο. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας και σε ότι αφορά τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση ο κ. Χειμώνας ανέφερε ότι το αδίκημα της κατηγορίας αρ. 3 διεπράχθη από τον κατηγορούμενο εξαιτίας της επιπολαιότητας του. Συγκεκριμένα, όπως ανέφερε, ένας γνωστός του κατηγορουμένου τον επισκέφθηκε στο σπίτι του και του ζήτησε να του αφήσει ένα κλειστό πακέτο να το φυλάξει. Ο κατηγορούμενος χωρίς να γνωρίζει το περιεχόμενο του το τοποθέτησε μέσα στο ερμάρι του και την επόμενη μέρα αφού το πακέτο αυτό εντοπίστηκε από την μητέρα του κατηγορούμενου, ο κατηγορούμενος ανέφερε τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες αυτό βρέθηκε στην κατοχή του. Ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε αμέσως στο πρόσωπο αυτό που του το είχε δώσει κάποιον Γιάννο Ιωάννου άλλως Χαλούμα, ο οποίος του απεκάλυψε ότι το πακέτο περιείχε πυροκροτητές. Ο κατηγορούμενος τρομοκρατημένος αντί να πράξει το σωστό, δηλαδή να ειδοποιήσει πάραυτα την Αστυνομία αποφάσισε, ορμώμενος κυρίως από το φόβο του, να επιστρέψει το πακέτο στο συγκεκριμένο πρόσωπο και έτσι το πήρε και οδηγώντας το αυτοκίνητο του επιχείρησε να του το επιστρέψει. Είναι κατά αυτή του την ενέργεια που ανακόπηκε από την Αστυνομία και εντοπίστηκε το πακέτο στην κατοχή του. Όπως ανέφερε ο κ. Χειμώνας το πακέτο το οποίο παρέλαβε από τον Ιωάννου ήταν δεμένο με χαρτοτέλα και τοποθετημένο σε νάιλον σακούλα. Ο κατηγορούμενος δεν το είχε ανοίξει και ούτε μπορούσε να αντιληφθεί το περιεχόμενο του. Όπως περαιτέρω ανέφερε ο κ. Χειμώνας ο κατηγορούμενος δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με παράνομες δραστηριότητες ούτε με ιστορίες της νύχτας ούτε έχει εμπλακεί σε οποιοδήποτε στάδιο σε οποιαδήποτε είδους παρανομία. Σε ότι αφορά το αδίκημα της κατηγορίας αρ. 5, ναι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι κατείχε τα αντικείμενα αυτά, λανθασμένα τα κατείχε και αφού ληφθεί υπόψη ότι ουδέποτε τα χρησιμοποίησε πρέπει να τιμωρηθεί. Σε ότι αφορά όμως τα αντικείμενα της κατηγορίας αρ. 3 ο κατηγορούμενος, ως η εισήγηση του κ. Χειμώνα, πρέπει να τιμωρηθεί για το ότι ανέλαβε την φύλαξη κάποιου πακέτου που δεν γνώριζε το περιεχόμενο του και για το γεγονός ότι μόλις πληροφορήθηκε για το περιεχόμενο του δεν το παρέδωσε αμέσως στην Αστυνομία παρά μόνο προσπάθησε να το επιστρέψει σε αυτόν που του το είχε δώσει. Δεν θα πρέπει όμως να αντιμετωπιστεί από το Δικαστήριο ως το πρόσωπο το οποίο εν γνώσει του και για παράνομο σκοπό μετέφερε αυτούς τους μηχανισμούς πυροδότησης χειροβομβίδας. Η σοβαρότητα των αδικημάτων είναι δεδομένη όπως έχει αναφέρει ο κ. Χειμώνας, αλλά ήταν η εισήγηση του ότι θα πρέπει ενόψει των ιδιαζόντων περιστατικών της παρούσας υπόθεσης στον κατηγορούμενο να επιβληθεί ποινή που να μην είναι καταστρεπτικής φύσης για την περαιτέρω πορεία του. Επίσης όπως ανέφερε ο κ. Χειμώνας ενδεικτικό του ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει καμία εμπλοκή με παράνομες δραστηριότητες είναι το γεγονός ότι υπηρετεί ως έφεδρος στην Εθνική Φρουρά και είναι χρεωμένος με οπλοπολυβόλο και πυρομαχικά. Σύμφωνα με την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 39 ετών σήμερα, μένει με τους γονείς του που είναι και οι δύο συνταξιούχοι και εργάζεται ως δημόσιος υπάλληλος από το 2001, είναι ταχυδρόμος. Ολοκλήρωσε κανονικά την στρατιωτική του θητεία με βαθμό Υποδεκανέα. Βρίσκεται σε διαθεσιμότητα εδώ και 16 μήνες με αποτέλεσμα πέραν της άσχημης ψυχολογικής του κατάστασης, να λαμβάνει μόλις το ήμισυ του μισθού του το οποίο διατίθεται για να αποπληρώσει τις δόσεις δανείου του. Βρίσκεται σε πολύ άσχημη ψυχολογική κατάσταση λόγω της παρούσας υπόθεσης και μέμφεται τον εαυτό του για την επιπολαιότητα του. Θεωρεί ότι η παρούσα υπόθεση έχει ανατρέψει την ζωή του και διακατέχεται από έντονο άγχος ως προς την έκβαση της. Η σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι δεδομένη. Το άρθρο 4
(4)(δ) του περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου αναφέρει ότι πρόσωπο το οποίο μεταφέρει οποιαδήποτε εκρηκτική ύλη χωρίς να είναι κάτοχος άδειας είναι ένοχο αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα 10 χρόνια ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις Λ.Κ.1.500 ή και στις δύο αυτές ποινές. Σημειώνω βέβαια ότι η παρούσα υπόθεση εκδικάζεται συνοπτικά. Σε ότι αφορά το ρόπαλο και την σιδερογροθιά τα οποία εμπίπτουν εντός της έννοιας των επιθετικών όπλων οι ποινές που προβλέπονται από το σχετικό Νόμο και συγκεκριμένα το άρθρο 3
(1)του Κεφ. 159 όπως έχει τροποποιηθεί είναι ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια ή πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις Λ.Κ. 1.500 ή και τις δύο ποινές. Θεωρώ σωστό να παραθέσω νομολογία σε σχέση με τα σοβαρότερα μεν αδικήματα κατά παράβαση του περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου 113
(1)/2004 και τον τρόπο που τα Δικαστήρια τα αντιμετωπίζουν, έχοντας κατά νου ότι αφορούν μεν πιο σοβαρές υποθέσεις και κατηγορίες που επισύρουν και πιο σοβαρές ποινές, εντάσσονται όμως στο γενικότερο πλαίσιο του πως τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν αυτού του είδους τις υποθέσεις που θεωρούνται ότι υπονομεύουν εν γένει την έννομη τάξη. Στην υπόθεση Μαυραντωνίου ν. Δημοκρατίας (ΠΕ 204/11 ημερ. 10.6.2012,) τα γεγονότα της οποίας είναι βεβαίως πολύ πιο σοβαρά από αυτά της παρούσας, όπου η επιβληθείσα ποινή από το Κακουργιοδικείο, μεταξύ άλλων ποινών, των 2½ χρόνων για παράνομη κατοχή δύο πυροβόλων όπλων κατηγορίας Β ένα μια έμφορτη φυσιγγιοθήκη και άλλο με κενή φυσιγγιοθήκη, μειώθηκε στον 1½ χρόνο, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα τα οποία παραθέτω αυτούσια: «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα της κατοχής πιστολιών και πυρομαχικών είναι ιδιαιτέρως σοβαρά έχοντας υπόψη και το ύψος της προβλεπόμενης από το Νόμο ποινής, που ανέρχεται στα 15 χρόνια. Η κατοχή πιστολιών έστω και του τύπου που ο εφεσείων αγόρασε και κατείχε παρανόμως εγκυμονεί κινδύνους εφόσον χρήση των πιστολιών μπορεί να γίνει ανά πάσα στιγμή, ιδιαίτερα στα χέρια ενός ατόμου όπως του εφεσείοντος που παραδεδεγμένα πάσχει από ψυχική ασθένεια. Το Κακουργιοδικείο ανεφέρθη στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων και έδωσε βαρύτητα στην παράνομη κατοχή των πιστολιών, ορθά επισημαίνοντας ότι το γεγονός ότι δυνητικά μπορούσαν να καθίσταντο επικίνδυνα και για τον ίδιο τον κάτοχο τους, δεν υποβάθμιζαν το στοιχείο της εγκληματικότητας ή τους κινδύνους που αυτή καθαυτή η κατοχή εγκυμονούσε. Η τιμωρία βεβαίως δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά «... μέτρο άμυνας έναντι παραβάσεων του δικαίου και υπονόμευσης των αρχών του.» (Δημοκρατία ν. Ιωάννου
(1999)2 Α.Α.Δ. 603). Και πράγματι υποθέσεις κατοχής πυροβόλων όπλων, παρόλο που δεν φαίνεται να έχουν απασχολήσει με κάποια ιδιαίτερη συχνότητα το Εφετείο στα πρόσφατα χρόνια, (η τελευταία παρουσιάζεται να είναι αυτή στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Νίκου Νικολοπούλου-Βασιλείου κ.ά.
(2007)2 Α.Α.Δ. 84, με πολύ σοβαρότερα γεγονότα), εν τούτοις πάντοτε αντιμετωπίζονται με την αναγκαία αυστηρότητα, όπως υποδεικνύουν οι μνημονευθείσες από το Κακουργιοδικείο υποθέσεις, αλλά και άλλες όπως οι υποθέσεις Δημοκρατία ν. Κυριάκου
(1990)2 Α.Α.Δ. 264, Alarsan v. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 11, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λεωνίδου
(1997)2 Α.Α.Δ. 300 και πιο πρόσφατα η Γιάννης Παπαγεωργίου (Γιάγκος) ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 646, όπου έγινε ανασκόπηση και της προηγούμενης νομολογίας.» Στην Μάμας Προκοπίου Κίτα ν Αστυνομίας (ΠΕ 12/11 ημερ. 6.7.2012), της οποίας επίσης τα γεγονότα είναι πιο σοβαρά από της παρούσας, το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε με επιδοκιμασία στα όσα το πρωτόδικο κατέγραψε στην απόφαση του τα οποία και επανέλαβε ως αυτούσια ως ακολούθως: «Η διάπραξη των αδικημάτων που σχετίζονται με την κατοχή και μεταφορά πυροβόλων όπλων είναι από τα πιο σοβαρά της ποινικής μας νομοθεσίας και αυτό μπορεί να γίνει κατανοητό τόσο από τις προβλεπόμενες ποινές όσο και από τις ποινές οι οποίες επιβάλλονται. Πρόκειται για αδικήματα τα οποία ως εκ της φύσης τους εμπεριέχουν τον κίνδυνο κατά της σωματικής ακεραιότητας συνανθρώπων μας, της ζωής τους ή εκφοβισμού τους και ως εκ τούτου οι ποινές οι οποίες θα πρέπει να επιβάλλονται θα πρέπει να εμπεριέχουν τον αποτρεπτικό τους χαρακτήρα ενόψει των κινδύνων που ενέχει η παράνομη κατοχή και μεταφορά τους αλλά και τις δοκιμασίες στις οποίες έχει εκτεθεί η κυπριακή κοινωνία από την παράνομη κατοχή και μεταφορά πυροβόλων όπλων.». Στην ίδια πιο πάνω απόφαση το Δικαστήριο υιοθετώντας τα όσα αναφέρθηκαν στη Θεοδούλου ν Δημοκρατία
(1992)2 CLR 206 πρόσθεσε ότι: « Εκ προοιμίου η παράνομη κατοχή όπλου υπονομεύει την έννομη τάξη, δημιουργεί ανασφάλεια και τείνει να οδηγήσει άτομα σε εκδήλωση εγκληματικής δραστηριότητας που στοχεύει στην επιβολή του νόμου του ισχυρού, κάτι το οποίο δεν μπορεί με οποιονδήποτε τρόπο να γίνει αποδεκτό σε βάρος των φιλήσυχων και νομιμοφρόνων πολιτών αυτού του κράτους.» Όπως έχει νομολογηθεί κάθε υπόθεση θα πρέπει να κρίνεται στη βάση των δικών της πραγματικών περιστατικών και το Δικαστήριο στα πλαίσια της επιμέτρησης της ποινής έχει καθήκον όχι μόνο να επισημαίνει τη σοβαρότητα των υπό αναφορά αδικημάτων και την αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών αλλά να λαμβάνει υπόψη και όλους τους σχετικούς με την επιμέτρηση της ποινής παράγοντες περιλαμβανομένων των προσωπικών συνθηκών του κατηγορούμενου και γενικά όλων των ελαφρυντικών στοιχείων που τίθεται από πλευράς υπεράσπισης. Το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί ακόμη και εκεί όπου προβάλλεται η επιτακτική ανάγκη πρόσδωσης στην ποινή του στοιχείου της αποτρεπτικότητας, όπως στην προκειμένη περίπτωση, φτάνει αυτό να μην οδηγεί στην εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής ή της αποτελεσματικότητας του νόμου (βλέπε Φιλίππου ν Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 245, Παναγιώτου ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 540, Γενικός Εισαγγελέας ν Τσαπατσάρης
(2000)2 Α.Α.Δ. 304). Συνεπώς η επιβολή ποινής είναι ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου αφού απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης από την μία, και η εξατομίκευση της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη από την άλλη. Στο στάδιο αυτό αναφέρω ότι, όπως και ο κ. Χειμώνας έχει επιχειρηματολογήσει στο Δικαστήριο, με βάση τη νομολογία η ποινή φυλάκισης επιβάλλεται μόνο όταν κρίνεται ως αναπόφευκτο τιμωρητικό μέτρο μετά από συνεκτίμησης της σοβαρότητας του αδικήματος, των γεγονότων της υπόθεσης και των συνθηκών του παραβάτη. Η ποινή φυλάκισης με αναστολή αποτελεί ποινή φυλάκισης για όλους τους σκοπούς, ότι αναστέλλεται είναι η εκτέλεση της ποινής. Αναφέρω ενδεικτικά τις υποθέσεις David Riley v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 335, Rassel Zak & Others v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 6 και Φιλίππου ν. Δημοκρατίας
(1983)2 Α.Α.Δ. 245. Στην παρούσα υπόθεση για σκοπούς μετριασμού λαμβάνεται υπόψη η παραδοχή του κατηγορούμενου, έστω και σε αυτό το στάδιο, η οποία έγινε ταυτόχρονα με τη διακοπή των τριών άλλων κατηγοριών που αντιμετώπιζε, όπως επίσης και η απολογία του, η οποία εκφράζεται μέσω του συνηγόρου του αλλά και της Λειτουργού του Γραφείου Ευημερίας. Λαμβάνεται επίσης υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου, ειδικότερα έχοντας υπόψη ότι ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 39 χρόνων και ποτέ προηγουμένως δεν απασχόλησε τις Δικαστικές αρχές. Πέραν των πιο πάνω όμως το τι θεωρώ πολύ ουσιαστικό μετριαστικό παράγοντα στην παρούσα υπόθεση, το οποίο κατά την κρίση μου την διαφοροποιεί από άλλες υποθέσεις του είδους της, είναι ο τρόπος με τον οποίο περιήλθαν στην κατοχή του κατηγορούμενου οι τρεις πλήρεις μηχανισμοί πυροδότησης χειροβομβίδας. Ο κατηγορούμενος ενεργώντας απερίσκεπτα στην προσπάθεια του να εξυπηρετήσει ένα φίλο έλαβε κατοχή των πιο πάνω αντικειμένων σε κλειστό πακέτο τυλιγμένο με χαρτοτέλα και μετά σε νάιλον σακούλι. Σημειώνεται στο σημείο αυτό ότι δακτυλικά αποτυπώματα του κατηγορουμένου είτε DNA δικό του δεν βρέθηκαν μέσα στο πακέτο αλλά μόνο στην νάιλον σακούλα που το περιέβαλε. Ο κατηγορούμενος το εν λόγω πακέτο το τοποθέτησε στο ερμάρι του υπνοδωματίου του χωρίς καν να μπει στη διαδικασία να το κρύψει. Αμέσως μόλις τα εντόπισε η μητέρα του, της ανέφερε πως περιήλθαν στην κατοχή του και τηλεφώνησε στο πρόσωπο που του τα είχε δώσει ρωτώντας τον τι περιείχαν. Μόλις τότε, και δεν έχει αμφισβητηθεί αυτό το γεγονός από την Κατηγορούσα Αρχή, πληροφορήθηκε για το περιεχόμενο τους. Εκεί έγκειται και το μεγάλο λάθος του κατηγορούμενου που αντί να πράξει ως αναμένετο από ένα έντιμο λευκού ποινικού μητρώου και ώριμης ηλικίας πολίτη δηλαδή να τηλεφωνήσει στην Αστυνομία και να τα παραδώσει πάραυτα ορμώμενος από επιπολαιότητα, ανασφάλεια και φόβο αποφάσισε ότι το ορθό να πράξει ήταν να τα παραδώσει στο πρόσωπο που του τα έδωσε γι' αυτό και τα τοποθέτησε στο αυτοκίνητο του για να πάει να του τα παραδώσει και καθοδόν ανακοπεί από την Αστυνομία. Δεν έχει τεθεί ενώιπον μου καμία μαρτυρία είτε για την ποσότητα εκρηκτικής ύλης που περιείχαν οι εν λόγω μηχανισμοί είτε κατά πόσον αυτή μπορούσε άμεσα να χρησιμοποιηθούν ή πως χρησιμοποιούνται. Από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου δέχομαι ότι καμία πρόθεση χρησιμοποίησης τους υπήρχε από τον κατηγορούμενο και ότι η κατοχή των εν λόγω μηχανισμών πυροδότησης έγινε όπως αναφέρθηκε από το συνήγορο του, γεγονότα τα οποία, όπως ανέφερα και πιο πάνω, δεν αμφισβητήθηκαν από την κα Ναθαναήλ. Προς τούτο σημειώνω εδώ ότι στην υπόθεση Μαυραντωνίου ν Δημοκρατίας (πιο πάνω) λέχθηκε επίσης ότι: «Oι ευρύτερες παράμετροι της παράνομης κατοχής όπλου και πυρομαχικών λαμβάνονται βεβαίως υπόψη. Η κατοχή όπλων και πυρομαχικών χωρίς ιδιαίτερο κίνητρο για εγκληματική ενέργεια, όπως και η συναισθηματική φόρτιση κάτω από την οποία επιτελείται εγκληματική πράξη αποτελούν στοιχεία μετριαστικά της παράνομης ενέργειας, (Προδρόμου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 169 και R. v. Julia Ann French
(1994)15 Cr. App. R. 194).» Σχετική καθοδήγηση λαμβάνω υπόψη και από την απόφαση του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας στην υπόθεση 14593/2008 Δημοκρατία ν Α. Αντωνίου κ.α. ημερ. 28.11.2008). Σε ότι αφορά την κατηγορία αρ. 5 και πάλι δεν έχει τεθεί ενώπιον μου οτιδήποτε που να δείχνει ότι κατηγορούμενος είχε χρησιμοποιήσει τα εν λόγω επιθετικά όπλα, βεβαίως το γεγονός ότι τα μετέφερε στο όχημα του όπου και εντοπίστηκαν από την Αστυνομία μπορεί, εύκολα να συμπεράνει κανείς, ότι πρόθεση του σε κάποια στιγμή να τα χρησιμοποιήσει. Το ερώτημα το οποίο σαφώς τίθεται στη συγκεκριμένη υπόθεση είναι κατά πόσο δεδομένης της σοβαρότητας των αδικημάτων που έχει παραδεχθεί ο κατηγορούμενος ιδιαίτερα της 3ης κατηγορίας με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις το λευκό ποινικό του μητρώο αλλά και το ενδεχόμενο να χάσει την δουλειά του προκύπτει ως αναπόφευκτη η επιβολή ποινής φυλάκισης. Κατά την κρίση μου, τα περιστατικά της υπόθεσης όπως έχουν αναφερθεί πιο πάνω, διαφοροποιούν σαφώς την παρούσα περίπτωση από άλλες του είδους της καθιστώντας την ως λιγότερη σοβαρή, εφόσον, οι ενέργειες του κατηγορούμενου όπως έχουν εκτεθεί πιο πάνω δεν παραπέμπουν σε επικίνδυνο ή σκληρό εγκληματία ή πρόσωπο το οποίο αποτελεί κίνδυνο για την κοινωνία. Καίρια και καθοριστικά η συμπεριφορά του μετά τη διάπραξη των αδικημάτων που ας σημειωθεί είναι 15 μήνες προηγουμένως αλλά και οι επιπτώσεις που σχεδόν βέβαιο θα έχει στην επαγγελματική του κατάσταση η επιβολή ποινής φυλάκισης έστω και με αναστολή με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι δεν είναι αναπόφευκτη η μη επιβολή ποινής φυλάκισης. Τα αδικήματα είναι σοβαρά αλλά πιστεύω ότι το Δικαστήριο μπορεί να επιβάλει στον κατηγορούμενο τέτοια ποινή μέσα από την οποία να δεικνύεται η σοβαρότητα των αδικημάτων χωρίς όμως να έχει καταστρεπτικό αποτέλεσμα για τον ίδιο. Συνεπώς στον κατηγορούμενο επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές: - Στην 3η κατηγορία επιβάλλεται ποινή προστίμου €1.500 - Στην 5η κατηγορία επιβάλλεται ποινή προστίμου €400. Τα κατασχεθέντα από την Αστυνομία τεκμήρια να καταστραφούν. (Υπ.) ........................................................ Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο