← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Gabriela LENUTA κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 14953/11, 18/3/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Gabriela LENUTA κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 14953/11, 18/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:B32 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14953/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον

  1. Διομήδης ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ
  2. Gabriela LENUTA Κατηγορουμένων ----------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 18 Μαρτίου 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Ναθαναήλ Για την Κατηγορούμενη 2: κ. Χριστοφόρου Κατηγορούμενη 2 παρούσα. ------------------------ Π Ο Ι Ν Η Η κατηγορούμενη παραδέχθηκε την κατηγορία της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β', κατά παράβαση των άρθρων 2, 3 (Πρώτος Πίνακας Μέρος II), 6(Ι)

(2), 30(Ι)
(2)
(3), 31, 31Α και του άρθρου 6
(2)Β του Πρώτου Παραρτήματος - Τρίτος Πίνακας του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 (ΚΔΠ 139/79) όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 20(Ι)/92 και 91 (Ι)/03 και του Διατάγματος Κ.Δ.Π. 4/96 και το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και συγκεκριμένα ότι στις 2.5.2011 είχε στη κατοχή της ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Β', δηλαδή 95 γραμμάρια κάνναβης από την οποία δεν είχε εξαχθεί ρητίνη. Τα γεγονότα της υπόθεσης εκτέθηκαν από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής και σύμφωνα με αυτά, το δεδομένο χρονικό διάστημα η κατηγορουμένη διατηρούσε δεσμό με Ελληνοκύπριο, τον κατηγορούμενο αρ. 1, και μετά από πληροφορίες η Υ.Κ.Α.Ν. ερεύνησε, σύμφωνα με ένταλμα έρευνας που είχε εκδοθεί από το Δικαστήριο, το δωμάτιο στο οποίο διέμεναν σε ξενοδοχείο της Λευκωσίας. Κατά την έρευνα εντοπίστηκε η ποσότητα των ναρκωτικών που αναγράφεται στην κατηγορία που έχει παραδεχτεί, η κατηγορούμενη, για την οποία αμέσως παραδέχτηκε ότι ήταν δική της και απολογήθηκε. Η κατηγορουμένη είναι πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου και όπως ανέφερε η κα Ναθαναήλ για την παρούσα υπόθεση έχουν δημιουργηθεί έξοδα ύψους €90 τα οποία ζήτησε όπως πληρωθούν από την κατηγορούμενη, ζήτησε επίσης όπως το τεκμήριο παραμείνει στην κατοχή της Αστυνομίας, μέχρι να διεκπεραιωθεί η υπόθεση και για τον πρώτο κατηγορούμενο. Ο κ. Χριστοφόρου μετέφερε πρώτα απ' όλα στο Δικαστήριο την ειλικρινή μεταμέλεια και απολογία της κατηγορουμένης η οποία σήμερα, στην ηλικία των 26 ετών, κατανοεί πλήρως τη σοβαρότητα του αδικήματος που έχει διαπράξει. Η κατηγορουμένη η οποία κατάγεται από τη Ρουμανία, όπως ανέφερε ο κ. Χριστοφόρου πέρασε πολύ δύσκολα παιδικά χρόνια. Ο πατέρας της ήταν αλκοολικός και ασκούσε βία τόσο ψυχολογική όσο και σωματική τόσο στην ίδια αλλά και σε όλα τα μέλη της οικογένειας της. Συνεπεία αυτής της κατάστασης ήταν η αυτοκτονία της αδερφής της σε ηλικία 18 μόλις ετών, γεγονός που σημάδεψε πολύ την κατηγορουμένη. Λόγω αυτής της κατάστασης, η ίδια σε ηλικία 19 μόλις ετών ήρθε στην Κύπρο για να αναζητήσει ένα καλύτερο μέλλον και άρχισε να εργάζεται σε νυχτερινό κέντρο διασκέδασης. Γνώρισε τον τότε σύντροφο της ηλικίας 33 ετών ο οποίος ήταν χρήστης ναρκωτικών, γνωστός στην Αστυνομία, και σύναψε μαζί του σχέση. Μέχρι τότε η κατηγορουμένη δεν είχε δοκιμάσει καθόλου τις ναρκωτικές ουσίες. Στα πλαίσια της σχέσης της με το πρόσωπο που έχει αναφερθεί, λόγω του νεαρού της ηλικίας της και των άσχημων βιωμάτων από τα παιδικά της χρόνια αλλά καίρια και καθοριστικά το γεγονός ότι συζούσε με τον Κύπριο φίλο της και ήταν οικονομικά εξαρτημένη από αυτόν οδηγήθηκε στη χρήση ναρκωτικών. Ως αποτέλεσμα αυτού του λανθασμένου τρόπου ζωής της ήταν η παρούσα υπόθεση. Όπως ανέφερε ο κ. Χριστοφόρου η κατηγορουμένη δεν είχε αντίληψη της ποσότητας που βρισκόταν στο δωμάτιο του ξενοδοχείου όπου διέμεναν την οποία κατείχε για προσωπική της χρήση. Η σύλληψη της από την Αστυνομία και η καταχώριση της παρούσας υπόθεσης υπήρξαν για την κατηγορούμενη τα αφυπνιστικά εκείνα στοιχεία που την έκαναν να συνειδητοποιήσει τους κινδύνους και τις επιπτώσεις από τη χρήση των ναρκωτικών και ευτυχώς την οδήγησαν σε στροφή στη ζωή της. Έχει πλέον απομακρυνθεί εντελώς από τη χρήση ναρκωτικών, έχει προβεί σε απεξάρτηση και είναι καθαρή από ουσίες, προς τούτο έχει προσκομιστεί ιατρική έκθεση του Δρ. Κυριάκου Βερεσιέ ημερ. 8.3.2014 και αποτελέσματα κλινικών εξετάσεων από το Χημείο Γιαννουκά ημερ. 10.3.2014 σύμφωνα με τα οποία ήταν αρνητική η ένδειξη στην ανίχνευση οποιασδήποτε ναρκωτικής ουσίας. Η κατηγορουμένη όπως είπε ο κ. Χριστοφόρου διατηρεί σχέση με Ελληνοκύπριο, επιθυμία της είναι να δημιουργήσει οικογένεια μαζί του και αναμένει να τελειώσει αυτή η υπόθεση για να μπορέσει να μεταβεί και να επισκεφθεί την οικογένεια της αφού από την ημέρα που είχε έρθει στην Κύπρο, στα 19 της χρόνια, δεν τους έχει δει. Τόνισε το λευκό ποινικό μητρώο της κατηγορουμένης, το γεγονός ότι στο μεσοδιάστημα που έχει διαρρεύσει, και το οποίο είναι σχεδόν τρία χρόνια, κατηγορουμένη δεν έχει διαπράξει κανένα άλλο αδίκημα πόσο μάλλον αδίκημα που σχετίζεται με την χρήση ναρκωτικών ουσιών και εστιάζοντας την προσοχή του στην παραδοχή της, το νεαρό της ηλικίας της, το χρονικό διάστημα που έχει διαρρεύσει έκτοτε αλλά καίρια και καθοριστικά στην απεξάρτηση της και στην αλλαγή του τρόπου ζωής της ζήτησε από το Δικαστήριο όπως της δώσει μια δεύτερη ευκαιρία μη αποστερώντας της την ελευθερία της. Εάν όμως το Δικαστήριο κρίνει ότι θα πρέπει να της επιβληθεί ποινή φυλάκισης ο κ. Χριστοφόρου ζήτησε όπως αυτή ανασταλεί ενόψει των ελαφρυντικών της κατηγορουμένης αλλά καίρια και καθοριστικά την απεξάρτηση της από τις ναρκωτικές ουσίες. Παρέπεμψε σχετικά σε νομολογία. Από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας η οποία είναι στο φάκελο του Δικαστηρίου τα όσα έχουν αναφερθεί σε σχέση με τις προσωπικές περιστάσεις της κατηγορουμένης επιβεβαιώνονται. Η κατηγορουμένη γεννήθηκε και διέμενε στη Ρουμανία μαζί με τους γονείς της και τα άλλα πέντε αδέρφια της. Ο πατέρας της ασκούσε βία σε όλα τα μέλη της οικογένειας λόγω προβλημάτων χρόνια εξάρτησης από το αλκοόλ και η μεγαλύτερη αδερφή της πριν εννέα χρόνια έθεσε τέρμα στη ζωή της λόγω της ψυχολογικής και σωματικής βίας που ασκούσε ο πατέρας. Η μητέρα της ήταν επίσης θύμα κακοποίησης του συζύγου της για πάρα πολλά χρόνια. Η ίδια μετακόμισε στην Κύπρο μετά από συμβουλή συγγενικού της προσώπου και συγκεκριμένα μιας θείας της η οποία εργαζόταν σε νυχτερινό κέντρο και της εισηγήθηκε να ζει μαζί της. Η κατηγορούμενη επειδή ήθελε να ξεφύγει από το άσχημο οικογενειακό περιβάλλον ήρθε στην Κύπρο και άρχισε να εργάζεται μαζί με την θεία της σε νυχτερινό κέντρο όπου γνώρισε το πρώην σύντροφο της με τον οποίο διατηρούσε σχέση για έξι χρόνια και ήταν αυτός που την μύησε στη χρήση ναρκωτικών. Στο παρόν στάδιο έχει απεξαρτηθεί, έχει ολοκληρώσει με επιτυχία το πρόγραμμα αποτοξίνωσης του Δρ. Βερεσιέ. Ο Κοινωνικός Λειτουργός σημειώνει επίσης ότι όλα τα αδέρφια της κατηγορουμένης έχουν φύγει από τη Ρουμανία και τις άσχημες οικογενειακές συνθήκες διαβίωσης, ζουν στην Ιταλία. Η ανώτατη προβλεπόμενη ποινή για το αδίκημα της κατοχής κάνναβης από την οποία δεν έχει εξαχθεί ρητίνη κάνναβης είναι και μέχρι διά βίου ποινή φυλακίσεως ή πρόστιμο ή και τις δύο ποινές. Βέβαια εδώ εκδικάζεται η υπόθεση συνοπτικά και η ανώτατη προβλεπόμενη ποινή είναι μέχρι 5 χρόνια ποινή φυλάκισης. Το εδάφιο
(4)του άρθρου 30 περιέχει κατευθυντήριες γραμμές για το Δικαστήριο σε σχέση με επιβαρυντικούς και ελαφρυντικούς παράγοντες που πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά την επιβολή της ποινής. Οι παράγοντες που υπάρχουν στην παρούσα περίπτωση ως τα γεγονότα της υπόθεσης και πρέπει να ληφθούν υπόψη είναι ως ακολούθως: Συντρέχει ένας επιβαρυντικός παράγοντας που είναι η μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών που βρέθηκε στην κατοχή της κατηγορουμένης. Ελαφρυντικοί παράγοντες: Παραδοχή. Είναι γεγονός ότι αυτή η παραδοχή θα είχε περισσότερη βαρύτητα εάν τα αδικήματα για τα οποία συνελήφθηκε δεν ήταν επ' αυτοφώρω. Όμως λαμβάνω υπόψη μου την συνεργασία της κατηγορουμένης με την αστυνομία όπως επίσης και την παραδοχή της στο Δικαστήριο σήμερα με την οποίαν έχει εξοικονομηθεί πολύτιμος δικαστικός χρόνος και χρήμα, που όπως έχει νομολογηθεί αποτελεί ισχυρό μετριαστικό παράγοντα. Μη διαθέσιμα προηγούμενα.
  1. Προσωπικές συνθήκες. Έχω ήδη αναφέρει με λεπτομέρεια πιο πάνω τις προσωπικές συνθήκες της κατηγορουμένης όπως έχουν τεθεί στο Δικαστήριο στην αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της αλλά και από το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας. Στέκομαι ιδιαίτερα στα δύσκολα παιδικά της χρόνια, τη σωματική και ψυχολογική βία στην οποία είχε εκτεθεί και την πολύ τραυματική της εμπειρία με την αυτοκτονία της μεγαλύτερης αδερφής της. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου ότι λόγω αυτών των άσχημων καταστάσεων στα 19 της χρόνια αναγκάστηκε να έρθει μόνη της στην Κύπρο και να εργοδοτηθεί σε κέντρο νυχτερινής διασκέδασης. Θεωρώ ότι βαρύτητα θα πρέπει να προσδοθεί και στο γεγονός ότι το μόνο άτομο που υπήρξε καταφύγιο της κατηγορουμένης σε αυτή τη δυσκολία ήταν ο τότε σύντροφος της ο οποίος ουσιαστικά και την μύησε στο κόσμο των ναρκωτικών. Τα αδικήματα που έχει παραδεχθεί η κατηγορουμένη όπως έχει ήδη αναφερθεί είναι από τα πιο σοβαρά. H ποσότητα των ναρκωτικών που βρέθηκε στην κατοχή της είναι τέτοια που να δημιουργεί και το τεκμήριο του Νόμου για εμπορία. Βεβαίως τέτοια κατηγορία δεν της έχει προσαφθεί και συνεπώς η κατηγορούμενη δεν πρέπει να αντιμετωπισθεί ως κλασικός έμπορος αυτών των ουσιών που αποσκοπεί μόνο σε κέρδος από αυτές τις παράνομες δραστηριότητες. Η δήλωση της κατηγορουμένης ότι ήταν δική της η ποσότητα που βρέθηκε στην κατοχή της αντικατοπτρίζει τον εθισμό της και την μεγάλη ανάγκη της να καταφεύγει στη χρήση των ουσιών αυτών. Οι στόχοι του Δικαστηρίου κατά την επιβολή της ποινής είναι ως εξής:
  2. Αναμόρφωση του παραβάτη. Η ποινή που επιβάλλεται πρέπει να είναι τέτοια που να δίδονται κίνητρα στον παραβάτη να διορθώσει τα λάθη του και να λάβει τα μέτρα να μην επαναλάβει αυτή την συμπεριφορά.
  3. Τιμωρία του παραβάτη. Η ποινή που επιβάλλεται πρέπει να είναι τέτοια ώστε να ικανοποιείται το αίσθημα δικαιοσύνης των πολιτών με τα να τιμωρηθεί ο παραβάτης για την αξιόμεμπτη του πράξη.
  4. Αποτροπή του εγκλήματος. Η ποινή πρέπει να είναι τέτοια που να επενεργεί ως ανασταλτικός παράγοντας για την επανάληψη της διάπραξης του αδικήματος από τον παραβάτη και από άλλους πιθανόν παραβάτες παρομοίων αδικημάτων στο μέλλον. Το Δικαστήριο κατά την επιβολή της ποινής πρέπει να έχει υπόψη του και τους τρεις αυτούς στόχους. Δεν μπορεί να ικανοποιήσει τον ένα τον στόχο με αποτέλεσμα να αγνοήσει τους άλλους δύο. Έχει τονισθεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι το συμφέρον της κοινωνίας είναι κατ' εξοχή παράγοντας που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η αποτελεσματική εφαρμογή των νόμων πρωταρχικό καθήκον των Δικαστηρίων (Βλ. Sentencing in Cyprus, R v. S Georgiou 22 CLR 147). Επομένως παρόλο που οι ποινές θα πρέπει να εξατομικεύονται και να ληφθούν υπόψη οι προσωπικές συνθήκες της κατηγορουμένης διά να βρεθεί η πιο κατάλληλη ποινή, αυτός ο παράγοντας δεν μπορεί να επενεργήσει στην εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος με αποτέλεσμα να μην τιμωρηθεί ο παραβάτης και να μην επιτευχθεί η αποτροπή παρομοίων αδικημάτων στο μέλλον. Το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο την επιμέτρηση της ποινής. Το ανώτατο όριο ποινής λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για την έκταση της. Η κάνναβη προκαλεί στο χρήστη μια αίσθηση χαλάρωσης και ανακούφισης στον πόνο. Όμως όπως και το αλκοόλ, επιβραδύνει τις αισθήσεις του ατόμου με αποτέλεσμα αυτός να μην μπορεί να συγκεντρώνεται, να μην μπορεί να οδηγήσει, να μην μπορεί να σκέφτεται καθαρά. Είναι αντιληπτό γιατί αυτό δεν είναι επιθυμητό στον άνθρωπο. Η χρήση αυτού του φαρμάκου είναι επιβλαβής για την υγεία. Σε σύγκριση με άλλες απαγορευμένες ουσίες είναι για το χρήστη αυτής της ουσίας εύκολο να εθιστεί και να γίνει πρόσωπο εξαρτώμενο στη χρήση της. Οι επιπλοκές όμως από την ανεξέλεγκτη χρήση αυτών των ουσιών οδηγεί στην κοινωνική αποσύνθεση της κοινωνίας και προκαλεί σοβαρά προβλήματα. Το Δικαστήριο δεν δύναται να μην περιφρουρήσει την κοινωνική ευημερία με αποτρεπτικής φύσεως ποινές ώστε να μην υπάρχει η πιθανότητα εξάπλωσης αυτού του κακού στο κοινωνικό σύνολο. Τα κακά από την εξάπλωση παράνομη χρήση ναρκωτικών ουσιών είναι δυσβάστακτα για την κοινωνία επειδή, μεταξύ άλλων: Οι χρήστες παρουσιάζουν πολλαπλά προβλήματα υγείας που έχουν σχέση με την χρήση των ναρκωτικών. Η δαπάνη για την περίθαλψη αυτών των ατόμων θα μπορούσε να λυγίσει τον προϋπολογισμό του κράτους. Το μεγάλο κόστος συντήρησης αυτής της εξάρτησης οδηγεί αυτά τα πρόσωπα στην διάπραξη και άλλων αδικημάτων για να συντηρούν το πρόβλημα τους. Το Ανώτατο Δικαστήριο εξήγησε στην υπόθεση Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 6560 ημερ. 7.8.1998 ότι υπάρχει η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών όχι μόνο στους εμπόρους των ναρκωτικών αλλά και στους χρήστες ναρκωτικών διότι το πρόβλημα των ναρκωτικών έχει διεισδύσει πλέον βαθιά στην Κυπριακή Κοινωνία και έχει φέρει μαζί του το πρόβλημα σειρά από άλλα κοινωνικά προβλήματα. Τόνισε επίσης ότι η διάκριση όμως αυτή μεταξύ εμπόρων και χρηστών αμβλύνεται σε μεγάλο βαθμό αναλογιζόμενοι ότι είναι οι χρήστες που συντηρούν την εμπορία ναρκωτικών. Παράλληλα όμως στην υπόθεση Mehdi Afroughi v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 7036 ημερ. 26.3.2001 λέχθηκε από το Εφετείο ότι οι χρήστες ως θύματα των εμπόρων ναρκωτικών δεν πρέπει να τιμωρούνται με αποτρεπτικές ποινές της ίδιας έντασης μ' αυτές που επιβάλλονται στους εμπόρους. Βέβαια σε εκείνη την υπόθεση επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης στον παραβάτη που μειώθηκε από τρία έτη σε ποινή φυλάκισης 18 μηνών. Στην υπόθεση Zoran Jovanovic ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 64/05 ημερομηνίας 21 Νοεμβρίου 2005 το Εφετείο έθεσε κατευθυντήριες γραμμές σε σχέση με τον τρόπο προσέγγισης της επιβολής ποινής σε υποθέσεις παράνομης κατοχής των ναρκωτικών ουσιών. «Το είδος, η ποσότητα των ναρκωτικών και ο σκοπός για τον οποίο κατέχονται, είναι μεταξύ των σοβαρών παραγόντων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό της ποινής. Υπάρχει ανεξέλεγκτη χρήση και διάδοση των ναρκωτικών. Η έξαρση στη διάπραξη των αδικημάτων αυτής της κατηγορίας καθιστά αναγκαία την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Επομένως όταν επιβάλλεται ποινή το Δικαστήριο πρέπει επιβάλλει ποινή που θα εφαρμόζει αποτελεσματικά τον νόμο και θα προστατεύει την κοινωνία από το κακό της εξάπλωσης των ναρκωτικών στον γενικό πληθυσμό και ιδιαίτερα στα νεαρά πρόσωπα». Στην υπόθεση Παυλίδης ν. Αστυνομίας Ποινικές Εφέσεις 6161, 6161 ημερομηνίας 15 Ιουλίου 1996 όπου τα γεγονότα προσομοιάζουν με τα δικά μας γεγονότα το Εφετείο επικύρωσε ποινή φυλάκισης 6 μηνών και 9 μηνών σε πρόσωπο που κατείχε ποικίλα μορφής ναρκωτικών σε μεγάλες ποσότητες για δική του χρήση, και σε σχόλια το Εφετείο επεσήμανε ότι οι ποινές που επιβλήθηκαν θα πρέπει να θεωρούνται επιεικείς. Το σκεπτικό του Εφετείου ήταν το ακόλουθο: ο προορισμός των ναρκωτικών για προσωπική χρήση δεν εκτόπισε την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής. Η συχνότητα στη διάπραξη αδικημάτων αναφορικά με τα ναρκωτικά, δημιουργεί μεγάλη ανησυχία η οποία εκφράστηκε και από το νομοθέτη με την αύξηση ποινών την οποία επέφερε με τον Τροποποιητικό Νόμο 20
(1)/1992. Όπως έχει ήδη αναφερθεί η σοβαρότητα των αδικημάτων είναι δεδομένη. Λαμβάνοντας υπόψη μου την ποσότητα που βρέθηκε στην κατοχή της, έχω τη θέση ότι η μόνη ενδεδειγμένη ποινή υπό τις περιστάσεις είναι ποινή φυλάκισης. Τόσον η μεγάλη ποσότητα των ναρκωτικών που βρεθήκαν στην κατοχή της όπως και η συστηματική χρήση και κατοχή αυτών των ουσιών υπαγορεύουν την επιβολή αποτρεπτικού χαρακτήρα ποινής. Η συμπεριφορά της κατηγορουμένης τη δεδομένη στιγμή στο σύνολό της είναι τέτοια που συμβάλλει στο γενικό πρόβλημα εξάπλωσης των ναρκωτικών και εάν για τέτοια συμπεριφορά δεν επιβληθεί ποινή στερητικής της ελευθερίας του ατόμου είναι ορατός ο κίνδυνος η παράνομη χρήση των ναρκωτικών να εδραιωθεί στην γενική κοινωνία ως κάτι το σύνηθες. Επικροτείται η επιτυχής προσπάθεια της κατηγορουμένης με αποφασιστικότητα να αλλάξει τρόπο ζωής όμως αυτό έγινε κάπως αργά. Μόνο η ποινή φυλάκισης μεταδίδει τα ορθά μηνύματα στην κοινωνία ότι τα ναρκωτικά είναι ένα μεγάλο κακό, από τα μεγαλύτερα κακά της χώρας μας, και ως τέτοιο θα αντιμετωπίζεται με την ανάλογη σοβαρότητα από τα Δικαστήρια. Δεν το θεωρώ ορθό να επιβάλλω μία παρατεταμένη ποινή φυλάκισης που να σβήνει την ελπίδα ότι η κατηγορουμένη θα μπορέσει να αφομοιωθεί μέσα στο κοινωνικό σύνολο σε κάποιο σύντομο χρονικό διάστημα και με την βοήθεια του σωφρονιστικού συστήματος. Για την προσέγγιση αυτή ισχύει τη λογική που διατυπώθηκε από το Εφετείο στην υπόθεση Mortimer v. Δημοκρατίας 2 ΑΑΔ 240
(1998)ότι δεν πρέπει να δοθεί αποκλειστική βαρύτητα στο στοιχείο της αποτροπής με αποτέλεσμα να μην ληφθούν υπόψη σειρά περιστάσεων που να δικαιολογούν πιο ήπια μεταχείριση του παραβάτη ο οποίος σπρώχθηκε ή οδηγήθηκε στην απεχθή συμπεριφορά. Η κατηγορουμένη είχε σοβαρό πρόβλημα αφού για έξι χρόνια ήταν χρήστης ναρκωτικών. Η χρήση των ναρκωτικών είχε γίνει γι' αυτήν μέρος της ζωής της. Είχε γίνει μέρος του προβλήματος που αντιμετωπίζει η κοινωνία μας με την ανεξέλεγκτη εξάπλωση των ναρκωτικών. Είναι βέβαιο ότι αυτή και άλλοι σαν αυτήν συμβάλλουν στο να συντηρούν τα πρόσωπα που σκορπούν τον θάνατο στη νεολαία της Κύπρου. Συνεπώς αφού έλαβα υπόψη μου την παραδοχή της κατηγορουμένης, το λευκό ποινικό της μητρώο, τους άλλους μετριαστικούς παράγοντες που αναλύονται πιο πάνω, τη σοβαρότητα του αδικήματος, τα γεγονότα της υπόθεσης, και της επιβεβλημένης ανάγκης επιβολής αποτρεπτικής ποινής επιβάλλεται σ' αυτήν στην κατηγορία που έχει παραδεχθεί ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορουμένης ζήτησε από το Δικαστήριο όπως σε περίπτωσης επιβολής ποινής φυλάκισης ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια και διατάξει την αναστολή της εν όψει των προσωπικών περιστάσεων της κατηγορουμένης και δη τις τεράστιες προσπάθειες που έχει κάμει για την ένταξη της στην κοινωνία και την γνήσια προσπάθεια απεξάρτησης της. Στην υπόθεση Μιχάλης Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 7758, ημερ. 31.3.2005, αναφέρθηκαν τα εξής: «Στην προσπάθεια απεξάρτησης αποδίδουμε σημασία. Ανάλογα, βέβαια, πάντοτε με τις περιστάσεις. Στην Πέτρος Α. Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 7487, ημερ. 27 Φεβρουαρίου 2004, είπαμε τα εξής: «Σε σχέση λοιπόν με το θέμα της απεξάρτησης, σημασία δεν είχε μόνο το αν ο εφεσείων τελικά πέτυχε ή όχι. Σημασία είχε και το αν προσπάθησε και πόσο. Στον όλως ιδιαίτερα ευαίσθητο τομέα των εξαρτησιογόνων ουσιών είναι χρήσιμο να γνωρίζει κανείς ότι οι πιθανότητες αποτυχίας είναι μεγάλες, ιδίως σε ανοικτό θεραπευτικό πρόγραμμα απεξάρτησης όπως αυτό που πρόσφερε το ΘΕΜΕΑ. Η άποψη του Κακουργιοδικείου ότι ο εφεσείων "ούτε εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία που του δόθηκε ούτε σεβάστηκε την απόφαση του Δικαστηρίου" μας φαίνεται να υποτιμά την προσπάθεια που γίνεται για απεξάρτηση σε περίπτωση αποτυχίας. Έχουμε τη γνώμη ότι θα πρέπει η όποια προσπάθεια να αποτιμάται και να ανταμείβεται ώστε να ενθαρρύνεται ο χρήστης να τη συνεχίζει». Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε, και το οποίο αναφέρει ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής, και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373). Οι αρχές για αναστολή ποινής φυλακίσεως έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Μελεγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Δημοκρατία ν. Δημητρίου Παντελή
(1974)2 C.L.R. 45, Athanasiou ν. Republic
(1978)2 C.L.R. 17, Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R. 1, Republic v. Georgiou
(1989)2 Α.Α.Δ. 31, Δημοκρατία v. Πέττη
(1990)2 Α.Α.Δ. 24, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Σάββας Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ.
  1. Το Δικαστήριο έχει ενώπιον του ένα πρόσωπο με δύσκολα παιδικά χρόνια αλλά και νεανικά βιώματα, η οποία με την θέληση και την αποφασιστικότητα της έχει καταφέρει να απεξαρτοποιηθεί από τα ναρκωτικά, έχει αλλάξει τις συνήθειες της, έχει σταθερό δεσμό και θέλει να αποκτήσει οικογένεια. Όλες οι εξετάσεις που έχουν γίνει για ανίχνευση ναρκωτικών ουσιών από ιδιώτη χημικό καταδεικνύουν περίτρανα ότι η προσπάθεια της ήταν επιτυχής. Θεωρώ ότι σε καμία περίπτωση δεν θα ήταν ορθό να ανακοπεί αυτή η πορεία της κατηγορουμένης, αντίθετα το Δικαστήριο και πρέπει να έρθει αρωγός σε αυτή την έντονη, συνεχή και γνήσια προσπάθεια της κατηγορουμένης και όχι τιμωρός. Έτσι, είναι η θέση μου ότι η παρούσα υπόθεση είναι η κατάλληλη περίπτωση για να ανασταλεί η ποινή φυλάκισης που έχει επιβληθεί στην κατηγορούμενη, η οποία αναστέλλεται για περίοδο 3 χρόνων από σήμερα. Η κατηγορούμενη θα πληρώσει τα έξοδα μαρτύρων κατηγορίας που ανέρχονται σε €
  2. Τα τεκμήρια να κατασχεθούν και να παραμείνουν στην κατοχή της Αστυνομίας μέχρι να διεκπεραιωθεί η υπόθεση και για τον κατηγορούμενο αρ.
  3. (Υπ.) ................... Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.