← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Krasimira DIMITROVA SLAVKOVA, Αρ. Υπόθεσης: 4442/14, 21/1/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Krasimira DIMITROVA SLAVKOVA, Αρ. Υπόθεσης: 4442/14, 21/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:B9 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. ΜΗΛΙΩΤΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4442/14 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας - ν - Krasimira DIMITROVA SLAVKOVA Κατηγορουμένη Ημερομηνία: 21 Ιανουαρίου 2014 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Μ. Χαραλάμπους. Για την Κατηγορουμένη: κ. Μ. Πικής. Κατηγορουμένη: Παρούσα. ENΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (EX TEMPORE) Θεμέλιο της εξουσίας του Δικαστηρίου να διατάσσει την κράτηση κατηγορουμένου μέχρι την δίκη του αποτελούν τα Άρθρα 48 και 157

(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Κατά την εξέταση αιτήματος κράτησης που γίνεται με βάση τις πρόνοιες των πιο πάνω Άρθρων, το Δικαστήριο πρέπει να ξεκινά με την συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή ότι κάθε κατηγορούμενος είναι αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το Δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη πρωτίστως το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του σεβασμού της προσωπικής ελευθερίας του κατηγορουμένου. Βλ. Μιχάλης Ανδρέα Ψύλλας κ.ά. v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 731. Στην υπόθεση Rex v. Solomonides
(1935)C.L.R. XIV 127 υποδείχθηκε ότι ως θέμα αρχής ο υπόδικος πρέπει να απολύεται με εγγύηση σε κάθε περίπτωση που υπάρχει προσδοκία ότι θα προσέλθει στο Δικαστήριο για να δικαστεί. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 596, η προδιάθεση για απόλυση του υποδίκου εκκρεμούσης της δίκης αποτελεί απόρροια του τεκμηρίου της αθωότητας, το οποίο κατοχυρώνει το Άρθρο 12.4 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η κράτηση υποδίκου καθίσταται παραδεκτή εφόσον το επιβάλλει η διασφάλιση των σκοπών της απονομής της δικαιοσύνης, η δε απόλυση αποτελεί την προέχουσα επιλογή. Η νομολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων βρίσκεται σε απόλυτη αρμονία με αυτήν του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Βλ. Κωνσταντινίδης v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ.
  1. Η ερμηνεία που η νομολογία μας έδωσε στις ημεδαπές συνταγματικές διατάξεις είναι ταυτόσημη με την ερμηνεία που το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο δίδει σε αντίστοιχα άρθρα της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Βλ., επίσης, Νικήτα v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 195/2010, ημερομηνίας 18/2/
  2. Η απόλυση ή όχι κατηγορουμένου με εγγύηση είναι θέμα που αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Βλ. Τσιάκκας κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 164 και Οικονομίδης v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 492. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου εξασκείται με βάση καλά καθιερωμένες νομικές αρχές, όπως αυτές έχουν διατυπωθεί σε πλούσια νομολογία, όπως Rodosthenous et.al. v. Police
(1961)C.L.R. 50, Papakleovoulou v. Police
(1978)2 C.L.R. 446, Κάννα κ.ά v. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 444 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Παφίτη
(1997)2 Α.Α.Δ. 404. Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου καταδεικνύει ότι το ενδεχόμενο κράτησης εξετάζεται με αναφορά ως προς την ύπαρξη οποιουδήποτε από τους εξής κινδύνους: (α) Της μη προσέλευσης του κατηγορουμένου στη δίκη του, (β) της πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος μετά την απόλυση του, και (γ) του επηρεασμού μαρτύρων. Δεν είναι αναγκαίο να συντρέχουν όλοι οι πιο πάνω παράγοντες. Η ύπαρξη ενός εξ αυτών είναι αρκετή. Στην Ψύλλας (ανωτέρω) λέχθηκε ότι ο σεβασμός της προσωπικής ελευθερίας υποχωρεί μπροστά στο δημόσιο συμφέρον όποτε διαφαίνεται ο κίνδυνος συνδρομής, μεμονωμένα ή σωρευτικά, των ως άνω αναφερομένων παραγόντων. Το ενδεχόμενο ύπαρξης του κινδύνου μη προσέλευσης κατηγορούμενου στο Δικαστήριο εξετάζεται με βάση τους πιο κάτω παράγοντες: (α) Τη σοβαρότητα του αδικήματος, η οποία, όμως, δεν πρέπει να απομονώνεται. Παρά το γεγονός ότι όσο σοβαρή είναι η κατηγορία ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο του υποδίκου να αποφύγει τη δίκη, η σοβαρότητα από μόνη της δεν αποτελεί κριτήριο. (β) Την πιθανότητα καταδίκης στο βαθμό που μπορεί να προβλεφθεί από τις καταθέσεις των μαρτύρων. (γ) Την ποινή που δυνατόν να επιβληθεί. (δ) Την προηγούμενη προσέλευση ή μη προσέλευση, όπως και την εκδήλωση προθέσεως για το μέλλον. Πέραν των πιο πάνω αντικειμενικών δεδομένων (σοβαρότητα αδικήματος, εκ πρώτης όψεως πιθανολόγηση του ενδεχόμενου καταδίκης, ποινή που δυνατό να επιβληθεί), η εκτίμηση της πιθανότητας μη προσέλευσης στη δίκη πρέπει να συνεκτιμάται και στη βάση των υποκειμενικών δεδομένων, όπως π.χ. οι οικογενειακές περιστάσεις, η ηλικία του κατηγορούμενου, οι δεσμοί του με την Κύπρο κ.λ.π. Οι υποκειμενικοί, όμως, αυτοί παράγοντες δεν μπορεί να αφεθούν να υπερφαλαγγίσουν την ανάγκη προστασίας του δημόσιου συμφέροντος για απονομή της δικαιοσύνης. Τέλος, θα πρέπει να λεχθεί ότι ο χρόνος κράτησης του κατηγορούμενου είναι στοιχείο που έχει ουσιαστικό ρόλο να διαδραματίσει στην επί του προκειμένου άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου και, συνεπώς, δεν πρέπει να αγνοείται. Σχετική καθοδήγηση προσφέρεται, μεταξύ άλλων, στις υποθέσεις Δαυίδ Θεοδωρίδης κ.ά. v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 139, Κρίνος Θεοχάρους κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48, Μωϋσίδης ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 138, Νικολάου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 790, Mariuta Iftime v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 51, Ονουφρίου v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 503, Νικήτα (ανωτέρω), Δημητρίου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 42/2011, ημερομηνίας 08/04/2011 και Μάριου Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση, 203/2012, ημερομηνίας 1/11/2012. Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Χριστόδουλος Χριστοδούλου v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 538: «Η συνεκτίμηση των στοιχείων που περιβάλλουν την κάθε υπόθεση πρέπει να γίνεται με πνεύμα ρεαλιστικής προσέγγισης και με πνεύμα επιείκειας όπως επιβάλλει το άρθρο 11 του Συντάγματος σύμφωνα με το οποίο οι κατηγορούμενοι τεκμαίρεται ότι είναι αθώοι και ως ζήτημα γενικής αρχής, πρέπει να αφήνονται ελεύθεροι. Ταυτόχρονα πρέπει να σταθμίζεται με αυτά και το δημόσιο συμφέρον που επιτάσσει την παρουσία των κατηγορουμένων στο δικαστήριο και την καταδίκη των ενόχων.» Θα προχωρήσω, λοιπόν, να εξετάσω το ενδεχόμενο ύπαρξης κινδύνου μη προσέλευσης της Κατηγορουμένης στη δίκη της. Ο πρώτος παράγοντας που πρέπει να εξεταστεί είναι η σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει η Κατηγορουμένη, η οποία συναρτάται άμεσα με το ανώτατο ύψος των προβλεπόμενων από τον νόμο ποινών. Συγκεκριμένα, για το αδίκημα της Πρώτης Κατηγορίας, το οποίο είναι το σοβαρότερο που αντιμετωπίζει η Κατηγορουμένη, το Άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα προνοεί ποινή φυλάκισης μέχρι 4 έτη ή χρηματική ποινή μέχρι Λ.Κ.2.500,00 (το αντίστοιχο σε Ευρώ). Για το δε αδίκημα της Τρίτης Κατηγορίας, το Άρθρο 235 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα προνοεί ποινή φυλάκισης μέχρι δύο χρόνια ή χρηματική ποινή μέχρι €1.
  1. Για τα αδικήματα των υπόλοιπων Κατηγοριών προνοείται ποινή φυλάκισης μέχρι ενός έτους ή χρηματική ποινή μέχρι €1.
  2. Συνεπώς, δεν χωρεί αμφιβολίας ότι τα αδικήματα κυρίως της Πρώτης και της Τρίτης Κατηγορίας είναι σοβαρά. Όπως αναγνωρίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τσαπατσάρης v. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 600, όσο πιο σοβαρή είναι μια κατηγορία, ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο ενός κατηγορουμένου να αποφύγει τη δίκη του. Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, η σοβαρότητα του αδικήματος αποτελεί σημαίνοντα παράγοντα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, υπό την αίρεση πάντα, βεβαίως, της προσέγγισης ότι η πρώτη επιλογή είναι η απόλυση με εγγύηση. Ο δεύτερος παράγοντας που πρέπει να εξεταστεί είναι η αξιολόγηση της πιθανότητας καταδίκης της Κατηγορουμένης χωρίς, βεβαίως, με την εξέτασή μου αυτή να προβαίνω με οποιοδήποτε τρόπο σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και στην εξαγωγή ευρημάτων σε σχέση με τα αδικήματα των Κατηγοριών, έργο που δεν επιτελείται σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Το Δικαστήριο δεν εξετάζει αν παρουσιάστηκε ενώπιόν του εκ πρώτης όψεως υπόθεση, αλλά κατά πόσον υπάρχει το ενδεχόμενο, πιθανολόγηση δηλαδή, καταδίκης της Κατηγορουμένης. Και τούτο κρίνεται από το αποδεικτικό υλικό που παρουσιάζεται ενώπιόν του, το οποίο εκτιμάται στην όψη του, χωρίς να αξιολογηθεί η βαρύτητά του. Αποφασίζεται μόνο κατά πόσον η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής έχει τόση δύναμη ώστε να πιθανολογείται καταδίκη. Στην Κωνσταντινίδης (ανωτέρω) αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η αξιολόγηση της πιθανότητας καταδίκης αποτελεί μια απόλυτα θεμιτή διαδικασία η οποία στοχεύει να επιλύσει τα επίδικα θέματα στη διαδικασία η οποία είναι η κράτηση του υποδίκου ή η απόλυση του με εγγύηση. Δεν έχει σχέση με την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης και δεν την επηρεάζει με οποιονδήποτε τρόπο». Όπως τονίστηκε, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Πιριπίτσης ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 9, σελ. 15: «Στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας, το Δικαστήριο δεν κάνει διαπιστώσεις επί αμφισβητούμενων γεγονότων που αφορούν την ουσία των υπό διερεύνηση αδικημάτων ούτε και αποφαίνεται επί της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, εκτός όπου εντοπίζεται οφθαλμοφανής πλάνη ή σημαντικό ψέμα του οποίου η επίδραση είναι καταλυτική του αποτελέσματος». Είχα την ευκαιρία στο χρόνο που διέρρευσε να εξετάσω με προσοχή το σύνολο του μαρτυρικού υλικού, το οποίο τέθηκε ενώπιόν μου. Επαναλαμβάνω ότι η παρούσα διαδικασία δεν προσφέρεται για εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων επί πραγματικών ή και νομικών ζητημάτων. Χωρίς, λοιπόν, να προβαίνω σε οποιαδήποτε οριστική τελική διαπίστωση, δεν θεωρώ ότι τα ζητήματα που ήγειρε ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορουμένης αποδυναμώνουν την ισχύ της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχή στο βαθμό που απαιτείται στο παρόν στάδιο. Χωρίς να παραβλέπω ότι δεν έχει τεθεί ενώπιόν μου το σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος, ως και ο,τιδήποτε από το οποίο να προκύπτουν οι συνθήκες που επικρατούσαν στο δρόμο κατά την ώρα του δυστυχήματος, πέραν, βεβαίως, των αναφορών που γίνονται στην ανακριτική κατάθεση της Κατηγορούμενης (δηλαδή σε σχέση με τις καιρικές συνθήκες και το φωτισμό που υπήρχε στο δρόμο), σημειώνω ότι η Κατηγορουμένη στην ανακριτική της κατάθεση ανέφερε ότι έχασε για λίγα δευτερόλεπτα τον έλεγχο του αυτοκινήτου της και αισθάνθηκε ότι αυτό κινήθηκε ελαφρώς δεξιά και ελαφρώς αριστερά και, ενώ έκανε εμετό, ξαφνικά άκουσε ένα δυνατό θόρυβο. Σημειώνω, επίσης, ότι στην κατάθεσή της η Κατηγορουμένη ανέφερε ότι ένοιωθε άρρωστη και είχε τάση για εμετό από προηγουμένως. Έχοντας, λοιπόν, υπόψη τις πιο πάνω κατευθυντήριες γραμμές σε σχέση με τον τρόπο που πρέπει να προσεγγίζεται το μαρτυρικό υλικό, έχω ικανοποιηθεί, από την εξέταση του συνόλου του, ότι υπάρχει πιθανότητα καταδίκης της Κατηγορουμένης σε όλες τις Κατηγορίες που αντιμετωπίζει και δη τις Κατηγορίες 1 και 3 που είναι οι πιο σοβαρές. Όσον αφορά το ύψος της ποινής που δυνατόν να επιβληθεί στην Κατηγορουμένη, σε περίπτωση καταδίκης της στις Κατηγορίες που της προσάπτονται αναμένεται να επιβληθεί σε αυτήν (αναλόγως, βεβαίως, με τις ιδιαίτερες περιστάσεις αυτής) ποινή φυλάκισης κάποιας έκτασης. Προς τούτο λαμβάνω δικαστική γνώση του μέσου όρου των ποινών που έχουν επιβληθεί τα τελευταία χρόνια σε ενόχους διάπραξης αδικημάτων παρόμοιας φύσης. Σε σχέση με τα υποκειμενικά δεδομένα της παρούσας, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Νικολάου (ανωτέρω), σελ. 798: «Ό,τι εξετάζεται είναι πάντοτε η επίπτωση που δυνατόν να έχουν οι προσωπικές αυτές συνθήκες επί του κριτηρίου μη προσέλευσης του υπόπτου στο Δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τη δίκη του ..., είναι τελικά ο συνυπολογισμός όλων των σχετικών δεδομένων που πρέπει να αποτιμηθούν στην εκτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο κατηγορούμενος τη δίκη του. Οι συνήθεις άλλοι σχετικοί παράγοντες και δεδομένα που λαμβάνονται υπόψη, αποτελούνται από στοιχεία που συνδέονται με τον χαρακτήρα του κατηγορουμένου, την κατοικία, το επάγγελμα, τα οικονομικά του δεδομένα, και τους ευρύτερούς του δεσμούς με την χώρα στην οποία διώκεται ..., χωρίς όμως αυτά να απομονώνονται από το γενικότερο δημόσιο συμφέρον προς απονομή της δικαιοσύνης.» Σημειώνω, επίσης ότι στην σχετικά πρόσφατη υπόθεση Jamal Mohammed ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 222/2012, ημερ. 11/12/2012, όπου ο εφεσείων ήταν νεαρό άτομο, αιτητής πολιτικού ασύλου και αντιμετώπιζε κατηγορία για το αδίκημα του εμπρησμού, το Ανώτατο Δικαστήριο διέταξε όπως αυτός αφεθεί ελεύθερος με όρους εφόσον, μεταξύ άλλων, διαπιστώθηκε ότι είχε πραγματικούς δεσμούς με τη Δημοκρατία. Όσον αφορά στις προσωπικές περιστάσεις της Κατηγορουμένης σημειώνω ότι αυτή είναι ηλικίας 58 ετών, κατάγεται μεν από τη Βουλγαρία, αλλά διαμένει και εργάζεται στη χώρα μας από το 2002. Συγκεκριμένα εργάζεται στη Federal Bank of Middle East ως υπεύθυνη για τους VIP της Τράπεζας με μηνιαίες απολαβές που ανέρχονται πέριξ των €2.000. Αυτή ήταν νυμφευμένη στην Κύπρο με Άγγλο κυπριακής υπηκοότητας από το 2003 μέχρι το 2011. Μπορεί να μην υπάρχει οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας της Κατηγορουμένης στη Κύπρο, αλλά ο υιός της, ο οποίος διαμένει στη Βουλγαρία, είναι 35 ετών και οι κοινωνικοί και οικονομικοί δεσμοί της βρίσκονται στον τόπο μας. Ειδικότερα, οι τραπεζικοί της λογαριασμοί και το Ταμείο Προνοίας της βρίσκονται στη χώρα μας, όπου ενοικιάζει κάποιο διαμέρισμα. Στα περιστατικά της παρούσας, κρίνω πως δεν δύναται να προσδοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα στη σκέψη της Κατηγορουμένης που αυτή κοινοποίησε στη φίλη της, ήτοι να πάει στη χώρα της, όταν στις 14/1/2014 της τηλεφώνησαν από την Αστυνομία και της είπαν ότι ήθελαν να επιθεωρήσουν το αυτοκίνητό της σε σχέση με θανατηφόρο τροχαίο δυστύχημα. Πράγματι φαίνεται πως αυτή ήταν μια σκέψη που έγινε από την Κατηγορουμένη υπό καθεστώς φόβου και πανικού. Η Κατηγορουμένη δεν υλοποίησε αυτή τη σκέψη και την επομένη μετέβη στην εργασία της, όπου και συνελήφθη, ενώ στο διάστημα που μεσολάβησε είχε στη διάθεση της χρόνο να πράξει τούτο. Αυτό, κατά την άποψή μου, δεν καταδεικνύει πραγματική πρόθεση της Κατηγορούμενης να διαφύγει. Συνεκτιμώντας, λοιπόν, τα αντικειμενικά δεδομένα της παρούσας με τα υποκειμενικά δεδομένα αυτής, κρίνω ότι ο κίνδυνος μη προσέλευσης της Κατηγορουμένης στη δίκη, σε περίπτωση που αυτή αφεθεί ελεύθερη με περιοριστικούς όρους, είναι απομακρυσμένος. Έχοντας, λοιπόν, ικανοποιηθεί ότι στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει λογική προσδοκία ότι η Κατηγορουμένη θα προσέλθει στη δίκη της σε περίπτωση που αφεθεί ελεύθερη με περιοριστικούς όρους, κρίνω ότι η Κατηγορουμένη θα πρέπει να αφεθεί ελεύθερη και, συνεπώς, αυτή αφήνεται ελεύθερη υπό τους ακόλουθους όρους: 1. Η Κατηγορουμένη να καταθέσει το ποσό των €20.000,00 σε μετρητά ως εγγύηση για την παρουσία της στη δίκη. 2. Η Κατηγορουμένη να παραδώσει στην αστυνομία το διαβατήριο και την ταυτότητά της, ως και οποιαδήποτε άλλα ταξιδιωτικά έγγραφα έχει. 3. Το όνομα της Κατηγορουμένης να τοποθετηθεί στον κατάλογο των προσώπων, των οποίων η έξοδος απογορεύεται από την Κυπριακή Δημοκρατία (stop list). 4. Η Κατηγορουμένη να παρουσιάζεται μία φορά την ημέρα, μεταξύ των ωρών 18:00 και 20:00, στον Αστυνομικό Σταθμό Λυκαβητού. (Υπ.)............. Μ. Μηλιώτου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.