← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Hany Ahmed, Αρ.Υπόθεσης: 2609/2013, 19/2/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Hany Ahmed, Αρ.Υπόθεσης: 2609/2013, 19/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:B19 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΜΗΛΙΩΤΟΥ, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης: 2609/2013 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας -ν- Hany Ahmed Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 19 Φεβρουαρίου 2014 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ε. Θεοδότου. Ο Κατηγορούμενος εμφανίζεται προσωπικά και είναι παρών. Παρών ο μεταφραστής, κ. El Dalak Tarik, ο οποίος μεταφράζει από τα Ελληνικά στα Αραβικά και αντίστροφα. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά τρεις Κατηγορίες. Η Πρώτη Κατηγορία αφορά το αδίκημα της χρήσης μηχανοκινήτου οχήματος χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης έναντι τρίτου, κατά παράβαση των Άρθρων 2, 3 και 40 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου του 2000, Ν. 96(Ι)/

  1. Συγκεκριμένα, κατηγορείται ότι στις 24/3/2012 στην οδό Κολοκοτρώνη στη Λευκωσία της Επαρχίας Λευκωσίας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής HNB731 στην πιο πάνω οδό, χωρίς να βρίσκεται σε ισχύ πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης, που αφορά ευθύνη του οδηγού του αναφερόμενου οχήματος έναντι τρίτου. Η Δεύτερη Κατηγορία αφορά το αδίκημα της χρήσης μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς άδεια κυκλοφορίας, κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 17 και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 μέχρι
  2. Συγκεκριμένα, κατηγορείται ότι κατά τον τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην Πρώτη Κατηγορία οδηγούσε το ίδιο μηχανοκίνητο όχημα, για το οποίο δεν εκδόθηκε άδεια κυκλοφορίας από τις 31/12/
  3. Η Τρίτη Κατηγορία αφορά το αδίκημα της χρήσης μηχανοκινήτου οχήματος χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας, κατά παράβαση των Καν. 2, 65

(1)
(5)
(9)και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 μέχρι
  1. Ειδικότερα, κατηγορείται ότι κατά τον τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην Πρώτη Κατηγορία, οδηγούσε το ίδιο μηχανοκίνητο όχημα χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας από 1/11/
  2. Μαρτυρία Για να αποδείξει την υπόθεσή της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε ένα μάρτυρα, ενώ ο Κατηγορούμενος, όταν κλήθηκε σε απολογία, προέβη σε ανώμοτη δήλωση και δεν κάλεσε κάποιο μάρτυρα. Μοναδικός μάρτυρας κατηγορίας ήταν η Αστυφύλακας 2850, Ανδρέας Ιωάννου (Μ.Κ.1), ο οποίος υπηρετεί στον Αστυνομικό Σταθμό Ομορφίτας. Κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του γραπτή κατάθεσή του (Τεκμήριο «1»). Σύμφωνα με το Τεκμήριο 1, στις 24/3/2012 και περί ώρα 00:01 κλήθηκε στο Σταθμό ο ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής HNB731, ήτοι ο Hany Ahmed, ARC 5561962, από Συριά και τώρα στην οδό Πολυμνίας 21 Α στην Αγλαντζιά, για να παραλάβει το εν λόγω αυτοκίνητό του. Ενημερώθηκε ότι μπορούσε να το παραλάβει μόνο με ρυμουλκό, καθότι δεν καλύπτονταν από ασφάλεια. Ο ίδιος κάλεσε ρυμουλκό για να το παραλάβει, το οποίο και πήγε στο Σταθμό. Ενώ ο υπάλληλος του ρυμουλκού ετοιμαζόταν να το φορτώσει, ο Κατηγορούμενος έθεσε σε κίνηση το αυτοκίνητό του και οδηγώντας το εγκατέλειψε το Σταθμό σε άγνωστη κατεύθυνση. Την ίδια ημέρα, ο Κατηγορούμενος κλήθηκε στο Σταθμό, όπου μεταξύ των ωρών 03:15-03:20, κατηγορήθηκε γραπτώς στην Ελληνική γλώσσα για τα αδικήματα της χρήσης αυτοκινήτου χωρίς ασφάλεια, χωρίς άδεια κυκλοφορίας, η οποία έληξε από στις 31/12/2010, και χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας, το οποίο έληξε την 1/11/2011 και αρνήθηκε τη διάπραξή τους. Μετά την ανάγνωση του Τεκμηρίου 1, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι είδε ο ίδιος τον Κατηγορούμενο να οδηγεί το αυτοκίνητο, να φεύγει από το Σταθμό και να το οδηγεί στην οδό Κολοκοτρώνη. Είχε πάρει γραπτώς κατάθεση του Κατηγορουμένου ότι καταλαβαίνει καλά την Ελληνική γλώσσα, την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο «2». Κατέθεσε, επίσης, ως Τεκμήρια «3», «4», «5» και «6» αντίγραφα διάφορων εγγράφων που τους παρουσίασε ο Κατηγορούμενος, μεταξύ των οποίων το πιστοποιητικό γάμου του και το δελτίο ταυτότητάς του. Ανέφερε, επίσης, ότι το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου είχε καταλήξει στο Σταθμό μετά από κάποιο τροχαίο δυστύχημα στην περιοχή. Ο Κατηγορούμενος είχε δεχθεί ότι δεν είχε ασφάλεια και γι' αυτό κάλεσε ρυμουλκό. Μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος της Αστυνομίας διεξήγαγε έρευνα σε σχέση με το ιστορικό του αυτοκινήτου του Κατηγορουμένου και κατέθεσε ως Τεκμήριο «7» το σχετικό έντυπο που εκτύπωσε από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Κατά την αντεξέτασή του, ο Μ.Κ.1 αρνήθηκε ότι είναι η Αστυνομία που κάλεσε ρυμουλκό και όχι ο Κατηγορούμενος. Ο ίδιος ο Μ.Κ.1 άνοιξε την καγκελόπορτα του Σταθμού για να μπει μέσα το ρυμουλκό. Ανέφερε, επίσης, ότι δεν έχει υπόψη του κατά πόσον στα 500 μέτρα περίπου μετά που έφυγε το ρυμουλκό με το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου, ο οδηγός του ρυμουλκού ζήτησε από τον Κατηγορούμενο €150,00 και, όταν δεν συμφώνησε ο Κατηγορούμενος, ο εν λόγω οδηγός σταμάτησε και κατέβασε το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου. Όταν βγήκε ο Κατηγορούμενος στο δρόμο, ο Μ.Κ.1 βγήκε έξω για να τον αναζητήσει και μετά που επέστρεψε βρήκε τον οδηγό του ρυμουλκού στο Σταθμό. Δεν ξέρει κατά πόσον ο Κατηγορούμενος μπορεί να διαβάζει στην Ελληνική γλώσσα. Είναι ο Μ.Κ.1 που διάβασε την κατάθεση, Τεκμήριο 2, στον Κατηγορούμενο, ο οποίος συμφώνησε και υπέγραψε. Ο Κατηγορούμενος στην ανώμοτή του δήλωση ανέφερε ότι όταν πήγε το ρυμουλκό στο Σταθμό είναι ο ίδιος που οδήγησε το αυτοκίνητό του και το έβαλε στην πλατφόρμα. Ο οδηγός του ρυμουλκού σταμάτησε στη μέση του δρόμου και κατέβασε το αυτοκίνητο. Τότε ο Κατηγορούμενος κάλεσε κάποιο άλλο ρυμουλκό, το οποίο πήγε και παρέλαβε το αυτοκίνητο. Αν αναγκάστηκε να οδηγήσει αυτό ήταν για κάποια λεπτά και δεν έκανε κάτι άλλο. Ανέφερε, επίσης, ότι το αυτοκίνητο είναι χαλασμένο και δεν είναι κατάλληλο για το δρόμο. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων, η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ζήτησε να κριθεί αξιόπιστος ο Μ.Κ.1 και εισηγήθηκε την καταδίκη του Κατηγορουμένου. Από την άλλη, ο Κατηγορούμενος υιοθέτησε το περιεχόμενο της ανώμοτής του δήλωσης. Αξιολόγηση-Ευρήματα Ο Μ.Κ.1 μου έκανε γενικά καλή εντύπωση ως ειλικρινής και αξιόπιστος μάρτυρας. Πέραν κάποιου σημείου για το οποίο θα προβώ σε ξεχωριστό σχολιασμό, αυτός απαντούσε με ευθύτητα και πειστικότητα, η οποία δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέτασή του σε σχέση με το τί διαδραματίστηκε, τί είδε, τί του ελέχθη και τι ενέργειες προέβη από τη στιγμή που ο Κατηγορούμενος πήγε στο Σταθμό για να παραλάβει το αυτοκίνητό του μέχρι και που κατήγγειλε γραπτώς τον τελευταίο για τα αδικήματα που αφορά η παρούσα. Ομολογουμένως, με προβλημάτισε αρχικά η αναφορά του Μ.Κ.1 ότι δεν είχε υπόψη του το συμβάν που του υπέβαλε ο Κατηγορούμενος, αφήνοντας ουσιαστικά να νοηθεί ότι μπορεί τελικά να μην οδήγησε το αυτοκίνητό του ο Κατηγορούμενος βγαίνοντας από το Σταθμό και ακολούθως στο δρόμο μπροστά από το Σταθμό. Είναι προφανές, όμως, ότι ο Μ.Κ.1 απάντησε με τον τρόπο αυτό επειδή άκουσε για πρώτη φορά την εν λόγω εκδοχή του Κατηγορουμένου κατά την ακροαματική διαδικασία. Εξ άλλου, στη συνέχεια ήταν σαφής στο ότι, όταν είδε τον Κατηγορούμενο να οδηγεί το αυτοκίνητό και να βγαίνει από το Σταθμό στο δρόμο, βγήκε και αυτός εκτός του Σταθμού για να τον αναζητήσει χωρίς αποτέλεσμα. Όσον αφορά τη θέση της υπεράσπισης κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.1, ήτοι ότι ο Κατηγορούμενος δεν ξέρει να γράφει ή να διαβάζει στην Ελληνική γλώσσα, ο Μ.Κ.1 ουδέποτε ισχυρίστηκε κάτι τέτοιο. Τουναντίον, στην κατάθεση του Κατηγορουμένου, Τεκμήριο 2, αναγράφεται απλώς ότι ο Κατηγορούμενος διαμένει στην Κύπρο τα τελευταία 17 χρόνια και καταλαβαίνει πολύ καλά την Ελληνική γλώσσα. Το κείμενο του Τεκμηρίου 2 είναι δακτυλογραφημένο και στο τέλος αυτού καταγράφεται αυτό που ευθαρσώς ανέφερε ο Μ.Κ.1, ήτοι ότι διάβασε τούτη στον Κατηγορούμενο, ο οποίος την υπέγραψε ως ορθή. Σημειώνω πως δεν προβλήθηκε η θέση από την υπεράσπιση ότι δεν είναι η υπογραφή του Κατηγορουμένου που τέθηκε στο Τεκμήριο
  3. Σημειώνω, επίσης, ότι η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε την αλήθεια του περιεχομένου του Τεκμηρίου 7, από το οποίο προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του επίδικου αυτοκινήτου, η ισχύς της άδειας κυκλοφορίας του οποίου έληξε στις 31/12/2010 και το τέλος της περιόδου επιθεώρησής του οποίου ήταν την 1/11/
  4. Συνεπώς, η μαρτυρία του Μ.Κ.1 γίνεται αποδεκτή στο σύνολό της ως ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα. Ως έχει προαναφερθεί, ο Κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, επιλογή η οποία αποτελεί απόλυτο δικαίωμά του και σε καμία περίπτωση μπορεί η επιλογή του αυτή να ληφθεί εναντίον του. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία της, είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι η δήλωση κατηγορουμένου χωρίς όρκο εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πώς ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Είναι υποχρέωση του Δικαστηρίου να της δώσει τη βαρύτητα που της αρμόζει και να την λάβει υπόψη του πριν φθάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεσή της. Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται με ένορκη μαρτυρία η οποία υπόκειται σε έλεγχο με την αντεξέταση. Επίσης, δεν είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το Δικαστήριο ως αξιόπιστη. (Βλ. Vrakas v. Republic
(1972)2 CLR 139, Themistocleous v. The Police
(1981)2 CLR 200, Anastassiades v. Republic
(1977)2 CLR 97, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, Δημοσθένους ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Συμιανός ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22 και Αχτάρ ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 397). Μπορεί, όμως, να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως. Σε καμιά περίπτωση, όμως, δεν θεωρείται ότι συμπληρώνει τυχόν κενά στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία παραμένει με την υποχρέωση να αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου με την παρουσίαση αξιόπιστης μαρτυρίας και ταυτόχρονα ικανοποιητικής για να αποδείξει την κατηγορία. Έχοντας, λοιπόν, κατά νου τις πιο πάνω αρχές, δεν μπορώ παρά να αγνοήσω την αναφορά του Κατηγορουμένου ότι είναι το ρυμουλκό που μετέφερε το αυτοκίνητό του εκτός του Σταθμού και τα υπόλοιπα που ισχυρίστηκε ότι ακολούθησαν, εφόσον έχω ήδη αποδεχθεί τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 και η διαφορετική αυτή εκδοχή του Κατηγορουμένου δεν έχει παρουσιαστεί ενόρκως ώστε να ισοδυναμεί με μαρτυρία. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, αποτελεί εύρημά μου ότι ο Κατηγορούμενος στις 24/3/2012 και περί ώρα 00:30 οδήγησε το μηχανοκίνητο όχημά με αρ. εγγραφής HNB732 (στο εξής «το Αυτοκίνητο»), του οποίου είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης, από το προαύλιο του Αστυνομικού Σταθμού Ομορφίτας εντός της οδού Κολοκοτρώνη στη Λευκωσία της Επαρχίας Λευκωσίας. Η άδεια κυκλοφορίας του Αυτοκινήτου είχε λήξει στις 31/12/2010 και έκτοτε δεν είχε ανανεωθεί μέχρι και τις 24/3/2012. Περαιτέρω, το Αυτοκίνητο είχε παρουσιαστεί για σκοπούς επιθεώρησης στις 2/11/2009 και το πιστοποιητικό καταλληλότητας αυτού είχε λήξει την 1/11/2011. Νομική πτυχή και συμπεράσματα Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του αδικήματος, αντικείμενο της κατηγορίας, και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και αν είναι. Βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363. Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής. Βλ. Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401. Όπως τονίστηκε στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ. 264 «οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής.» Όπως καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτή θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και απαλλαγεί από την κατηγορία. Το Άρθρο 3
(1)του Ν. 96(Ι)/2000 διαλαμβάνει τα εξής: «3.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, απαγορεύεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο να- (α) Χρησιμοποιεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό, εκτός αν βρίσκεται σε ισχύ, σχετικά με τη χρήση του από το πρόσωπο αυτό, τέτοιο ασφαλιστήριο που αφορά ευθύνη έναντι τρίτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου αυτού∙» Σύμφωνα με τον Καν. 17 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 μέχρι 2010 (στο εξής οι Κανονισμοί»): «(α) κανένας δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει ή οδηγήσει ή επιτρέψει ή ανεχθεί τη χρησιμοποίηση από τρίτο πρόσωπο οποιουδήποτε οχήματος, εκτός των κινουμένων σε ερπύστριες, για το οποίο δεν εκδόθηκε άδεια κυκλοφορίας, η οποία να είναι σε ισχύ.» Περαιτέρω, οι παράγραφοι
(1)
(5)και
(9)του Καν. 65 των Κανονισμών διαλαμβάνουν τα εξής: «
(1)Όλα τα μηχανοκίνητα οχήματα καθώς και τα ρυμουλκούμενα και ημιρυμουλκούμενά τους που είναι εγγεγραμμένα στο Βιβλίο Εγγραφής Μηχανοκινήτων Οχημάτων υπόκεινται σε περιοδικό τεχνικό έλεγχο, εξαιρουμένων των οχημάτων που ανήκουν στις ένοπλες δυνάμεις, στις δυνάμεις δημόσιας τάξης και στην πυροσβεστική υπηρεσία.» «
(5)Ο επιθεωρητής εφόσον ήθελε ικανοποιηθεί ότι το μηχανοκίνητο όχημα ευρίσκεται σε καλή και ασφαλή κατάσταση ή ότι έγιναν σύμφωνα με τις εντολές του οι αναγκαίες επισκευές ή προσαρμογές, εκδίδει στον ιδιοκτήτη του οχήματος ή στον έχοντα την ευθύνη ή τον έλεγχο του οχήματος, πιστοποιητικό καταλληλότητας του οχήματος κατά τον Τύπο ΧΧ που εμφαίνεται στο Πρώτο Παράρτημα των παρόντων Κανονισμών ή καθ' οποιοδήποτε άλλο τύπο, που ο Έφορος ήθελε εκάστοτε καθορίσει στον οποίο αναγράφεται και η ημερομηνία διεξαγωγής της επιθεώρησης.»
(9)Με την πάροδο της τελευταίας ημέρας της περιόδου που καθορίζεται από την εκάστοτε γνωστοποίηση του Εφόρου για περιοδικό τεχνικό έλεγχο σύμφωνα με την παράγραφο
(1), απαγορεύεται η οδική χρήση οποιουδήποτε μηχανοκινήτου οχήματος επηρεαζομένου από την εκάστοτε γνωστοποίηση.» Περαιτέρω, ο Κανονισμός 72 των Κανονισμών προνοεί ότι όποιος παραβαίνει οποιαδήποτε διάταξη των Κανονισμών είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης μέχρι ενός έτους ή σε χρηματική ποινή μέχρι €1.708,00 ή και στις δύο αυτές ποινές. Όσον αφορά την Πρώτη Κατηγορία, εφόσον έχει ήδη αποτελέσει εύρημά μου ότι κατά τον επίδικο χρόνο ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το Αυτοκίνητο σε οδό, αυτός είχε το βάρος να αποδείξει, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι η χρήση του Αυτοκινήτου από αυτόν καλυπτόταν από ασφάλεια που να αφορά ευθύνη έναντι τρίτου. Βλ. Leathly v. Drummond, Leathly v. Irving
(1972)RTR
  1. Δεν έχει, όμως, τεθεί ενώπιόν μου ίχνος τέτοιας μαρτυρίας από τον Κατηγορούμενο και άρα αποτελεί αναπόδραστη κατάληξή μου ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσας λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της Πρώτης Κατηγορίας. Υπό το φως, περαιτέρω, των ευρημάτων μου ανωτέρω, δεν χωρεί αμφιβολίας ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει, επίσης, αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων της Δεύτερης και της Τρίτης Κατηγορίας. Συνεπώς, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στις Κατηγορίες 1, 2 και
  2. (Υπ.) ............. Μ. Μηλιώτου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.