← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μιχάλης Ιωαννίδης, Αρ.Υπόθεσης:34748/2012, 27/2/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μιχάλης Ιωαννίδης, Αρ.Υπόθεσης:34748/2012, 27/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:B27 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΜΗΛΙΩΤΟΥ, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης:34748/2012 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας -ν- Μιχάλης Ιωαννίδης Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 27 Φεβρουαρίου 2014 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Έλενα Θεοδότου. Για τον Κατηγορούμενο: κ. A. Δράκος. Κατηγορούμενος: Παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει Κατηγορία αμελούς οδήγησης, κατά παράβαση του Άρθρου 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, Ν.86/72, όπως τροποποιήθηκε. Ειδικότερα, κατηγορείται ότι στις 19/10/2011 στη Λεωφόρο Τσερίου στο Στρόβολο της Επαρχίας Λευκωσίας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΗΜΧ583 χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Μαρτυρία Για να αποδείξει την υπόθεσή της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε συνολικά τρεις μάρτυρες, ενώ ο Κατηγορούμενος, όταν κλήθηκε να προβάλει την υπεράσπισή του, κατέθεσε ο ίδιος ενόρκως και κάλεσε ένα μάρτυρα προς υποστήριξη της υπεράσπισής του. Πρώτος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο Αστυφύλακας 2640, Γιάννος Ιωάννου (Μ.Κ.1), ο οποίος είναι τοποθετημένος στον κλάδο διερεύνησης τροχαίων δυστυχημάτων. Κατέθεσε και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του γραπτή κατάθεσή του (Τεκμήριο «1»). Σύμφωνα με το Τεκμήριο 1, στις 19/10/2011 και περί ώρα 21:00, ο Μ.Κ.1 επισκέφτηκε την σκηνή τροχαίου δυστυχήματος, το οποίο συνέβη την ίδια ημέρα και περί ώρα 20:40 στη Λεωφόρο Τσερίου στην περιοχή Στροβόλου. Ενεχόμενα μέρη ήταν το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής HMX583 (στο εξής «το Αυτοκίνητο Α»), το οποίο οδηγούσε ο Κατηγορούμενος, ο πεζός, Αθανάσιος Παπασωτηρίου, και το σταθμευμένο αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής KST056 (στο εξής «το Αυτοκίνητο Β»), με υπεύθυνη οδηγό την Κατερίνα Λοϊζίδου. Κατά την άφιξη του Μ.Κ.1 στη σκηνή, το Αυτοκίνητο Α είχε μετακινηθεί από την τελική του θέση που πήρε μετά την επαφή με τον πεζό, ενώ ο πεζός βρισκόταν στη θέση που είχε καταλήξει μετά την επαφή με το Αυτοκίνητο Α. Στη σκηνή έφθασε ασθενοφόρο, το οποίο παρέλαβε τον πεζό και τον μετέφερε στο Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Το Αυτοκίνητο Β βρισκόταν στην τελική του θέση. Παρόντες ήταν ο Κατηγορούμενος και η Κατερίνα Λοϊζίδου. Στην παρουσία της Κατερίνας Λοϊζίδου, ο Μ.Κ.1 πήρε διάφορα μέτρα και ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής (Τεκμήριο «2»), όπου σημείωσε με το γράμμα «Χ» την περιοχή σημείου επαφής του Αυτοκινήτου Α με τον πεζό, με τα γράμματα «Χ1» και «Χ2» τα σημεία επαφής του πεζού με το Αυτοκίνητο Β και με το γράμμα «Χ3» το σημείο πτώσης του πεζού στην άσφαλτο. Ο Κατηγορούμενος, λόγω της ψυχολογικής κατάστασης στην οποία βρισκόταν, δεν ήταν σε θέση να παρακολουθήσει τη λήψη μέτρων και να υποδείξει οποιοδήποτε σημείο επαφής και σύγκρουσης. Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις του Μ.Κ.1, το δυστύχημα έγινε κατά τη διάρκεια της νύκτας και ο καιρός ήταν αίθριος. Ο δρόμος στη σκηνή φωτιζόταν από ένα λαμπτήρα οδικού φωτισμού μόνον υψηλής τάσης, ο οποίος βρισκόταν ακριβώς απέναντι από την περιοχή επαφής του Αυτοκινήτου Α με τον πεζό και από τον φωτισμό των βιτρίνων παρακείμενων καταστημάτων και από τις δύο πλευρές του δρόμου. Η άσφαλτος ήταν στεγνή και καθαρή και οι δύο λωρίδες κυκλοφορίας χωρίζονταν με άσπρη συνεχή γραμμή. Η ορατότητα του Κατηγορουμένου, σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε και σύμφωνα με τον οδικό, τον φωτισμό που παρείχαν οι βιτρίνες των καταστημάτων και την ακτίνα των φώτων πορείας του, η οποία μετρήθηκε και ήταν 23 μέτρα, ήταν 150 μέτρα. Με βάση το σημείο από το οποίο ο πεζός άρχιζε να διασταυρώνει, η ορατότητα του Κατηγορουμένου θα ήταν πενήντα μέτρα αν δεν φράσσετο από οποιοδήποτε εμπόδιο. Μετά την άφιξη της Αστυνομίας, ο πεζός μετακινήθηκε. Στο μέρος που βρέθηκε ο πεζός υπήρχε κηλίδα από αίμα και σημειώθηκε στο σχέδιο του δυστυχήματος με το γράμμα «Χ3». H περιοχή σημείου επαφής του Αυτοκινήτου Α και του πεζού τοποθετήθηκε με το γράμμα Χ μετά από υπόδειξη που έγινε από την ανεξάρτητη μάρτυρα, Μαρία Σαββίδου, και λαμβάνοντας υπόψη την πορεία του Αυτοκινήτου Α. Ο Κατηγορούμενος δεν ήταν σε θέση να υποδείξει ο,τιδήποτε. Τα σημεία, στα οποία ο πεζός κατέληξε πάνω στο Αυτοκίνητο Β, Χ1 και Χ2, ήταν εμφανή. Δεν εντοπίστηκαν οποιαδήποτε ευρήματα ή ίχνη τριβής του πεζού στην άσφαλτου. Το Αυτοκίνητο Α υπέστη ζημιές στο μπροστινό καπό και ανεμοθώρακα (βούλωμα στο μπροστινό καπό από το κέντρο προς την αριστερή πλευρά και χτύπημα στην αριστερή πλευρά του ανεμοθώρακα). Το Αυτοκίνητο Β υπέστη ζημιές στην δεξιά πλευρά (πίσω δεξιό γυαλί, ζημιές στις πόρτες μπροστά-πίσω και δεξιό εξωτερικό καθρεφτάκι). Από το δυστύχημα, τραυματίστηκε ο πεζός. Αφού έτυχε των σχετικών εξετάσεων και πρώτων βοηθειών, παρέμεινε για περαιτέρω νοσηλεία στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Στις 27/10/2011 και μεταξύ των ωρών 18:25-19:05 στην Τροχαία Λευκωσίας, ο Μ.Κ.1 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο (Τεκμήριο «4»). Ακολούθως, τον κατηγόρησε γραπτώς για το αδίκημα της αμελούς οδήγησης και αυτός απάντησε «Ότι είχα να πω το είπα στην κατάθεσή μου.» (Τεκμήριο «5»). Στις 7/1/2012, ο Μ.Κ.1 κατέγραψε την κατάθεση του πεζού, αφού του έδειξε και εξήγησε το Τεκμήριο

  1. Ο πεζός δεν επιθυμούσε να μεταβεί εκ νέου στη σκηνή του δυστυχήματος. Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε ακολούθως ως Τεκμήριο «3» το συμμετρικό σχέδιο που ετοίμασε με βάση το Τεκμήριο
  2. Ανέφερε, επίσης, ότι όταν ο λαμπτήρας του πασσάλου του οδικού φωτισμού είναι ψηλής εντάσεως, η ακτίνα φωτισμού είναι γύρω στα 15 μέτρα. Το Αυτοκίνητο Α ήταν σαλούν μάρκας BMW. Πίσω από τον πάσσαλο οδικού φωτισμού υπήρχαν καταστήματα και ένα εστιατόριο με την επωνυμία Πόντιος, το οποίο βρισκόταν αριστερά από τον πάσαλο. Πρόκειται για εστιατόριο «take-away», το οποίο έχει μια πόρτα και ένα παράθυρο για τις παραγγελίες. Η είσοδός του βλέπει στο δρόμο και λειτουργούσε την ώρα του δυστυχήματος. Ο φωτισμός σε σχέση με τον δρόμο ήταν πολύ ικανοποιητικός. Κατά την αντεξέτασή του, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι δεν ήταν απόλυτα σίγουρος κατά πόσον το εστιατόριο Πόντιος είναι στα αριστερά ή δεξιά του πασσάλου οδικού φωτισμού. Η πορεία που σημειώθηκε στο σχέδιο με το γράμμα Β είναι ενδεικτική της πορείας που ακολούθησε ο πεζός. Ο Μ.Κ.1 δεν μπορεί να γνωρίζει τι κλίση είχε ο πεζός όταν διασταύρωνε. Στο σχέδιο δείχνουν την πορεία όχι την κατεύθυνση. Ακολούθως, συμφώνησε ότι στο σημείο που έγινε το δυστύχημα σταθμεύουν αυτοκίνητα και στις δύο πλευρές του δρόμου. Γνωρίζει, επίσης, ότι κινούνταν αρκετά αυτοκίνητα στο δρόμο και υπήρχαν αυτοκίνητα που στάθμευαν, εφόσον υπήρχαν και άλλα καταστήματα που ήταν ανοικτά. Ανέφερε, επίσης, ότι και από τις δύο πλευρές του δρόμου υπάρχουν πεζοδρόμια, τα οποία είναι πλατιά. Συμφώνησε, επίσης, ότι φωτισμός ατονεί όσο απομακρύνεται κάποιος από τον πάσσαλο. Ο Μ.Κ.1 δεν μέτρησε την απόσταση του σημείου σύγκρουσης μέχρι τον πάσσαλο, αλλά υπολόγισε αυτή στα 14-15 μέτρα που είναι στο μάξιμουμ της ακτίνας του οδικού πασσάλου. Οι βιτρίνες των καταστημάτων είναι πιο μέσα από τον πάσσαλο. Σε ερώτηση κατά πόσον στο σημείο της σύγκρουσης δεν υπήρχε φωτισμός ή ήταν ελάχιστος, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι οι μετρήσεις του όσον αφορά τον οδικό φωτισμό έγιναν χωρίς να ληφθεί υπόψη η κίνηση άλλων οχημάτων στο δρόμο, η οποία μπορεί να ήταν θετική ή αρνητική για τον φωτισμό. Διευκρίνισε, επίσης, ότι το Χ δεν είναι ακριβώς το σημείο επαφής, αλλά η περιοχή του σημείου επαφής. Κατά την επανεξέτασή του, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι ο φωτισμός στο σημείο σύγκρουσης ήταν οριακός. Ως δεύτερος μάρτυρας κατηγορίας κλήθηκε και κατέθεσε ο κ. Αθανάσιος Παπασωτηρίου (Μ.Κ.2), ο οποίος κατέθεσε και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης την γραπτή κατάθεσή του στην Αστυνομία, ημερομηνίας 7/1/2012 (Τεκμήριο «6»). Στο Τεκμήριο 6 καταγράφεται ότι ο Μ.Κ.2 κατάγεται από την Ελλάδα και ζει στην Κύπρο από το
  3. Στις 19/10/2011 και γύρω στις εννέα παρά είκοσι, ο Μ.Κ.2 μετέβηκε στη Λεωφόρο Τσερίου με το αυτοκίνητό του. Κατευθυνόταν στη Λεωφόρο Τσερίου με κατεύθυνση από Στρόβολο προς τη συμβολή με τη Λεωφόρο Κωνσταντινουπόλεως. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, ο Μ.Κ.2 σταμάτησε αριστερά του δρόμου και κατέβηκε. Διασταύρωσε τον δρόμο και πέρασε απέναντι στον Πόντιο. Μετά που έκανε την παραγγελία του, ο Μ.Κ.2 βγήκε έξω με σκοπό να περάσει απέναντι στην Τράπεζα. Κατέβηκε από το πεζοδρόμιο και, αφού έλεγξε το δρόμο, διαπίστωσε πως από τα δεξιά το αυτοκίνητο που ερχόταν ήταν μακριά, ενώ από τα αριστερά του επίσης ερχόταν αυτοκίνητο που ήταν μακριά. Διασταύρωσε την πρώτη λωρίδα και ενώ βρισκόταν στη δεύτερη, ο Μ.Κ.2 χτυπήθηκε από αυτοκίνητο που ερχόταν από τα αριστερά του. Το αμέσως επόμενο πράγμα που θυμάται είναι πως ξύπνησε στην εντατική του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Κατά την μέρα του δυστυχήματος, ο Μ.Κ.2 είχε σχολάσει από τη δουλειά και φορούσε πορτοκαλί μπλούζα και φόρμα μαύρη με άσπρες λωρίδες στο πλάι. Στις 7/1/2012, ο Μ.Κ.1 υπέδειξε και εξήγησε στον Μ.Κ.2 το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος. Ο Μ.Κ.2 θυμόταν για την πρώτη επαφή που είχε με το αυτοκίνητο. Τα υπόλοιπα δεν τα θυμόταν. Πέραν των όσων καταγράφονται στο Τεκμήριο 6, ο Μ.Κ.2, με αναφορά στο Τεκμήριο 3, ανέφερε ότι εκεί που είναι η μαύρη κουκκίδα είναι ο Πόντιος και το Β ήταν η δική του θέση. Το κατάστημα της Τράπεζας που ήθελε να πάει ήταν απέναντι από τον Πόντιο και στα δεξιά. Ανέφερε, επίσης, ότι το αυτοκίνητο που ερχόταν από τα δεξιά του βρισκόταν μακριά, μάλλον κοντά στην Παγκύπρια Εταιρεία Αρτοποιών. Όταν διασταύρωσε την πρώτη λωρίδα, άδειασε ο δρόμος και πέρασε ευθεία που ήταν ελεύθερος ο δρόμος. Κατά την αντεξέτασή του, ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι θυμάται ότι ξεκίνησε να διασταυρώνει από το σημείο έξω από τον Πόντιο. Κατέβηκε πρώτα από το πεζοδρόμιο, το οποίο είναι πιο ψηλά από τον δρόμο. Μπροστά από τον Πόντιο, δεν υπήρχαν αυτοκίνητα σταματημένα, παρά μόνο 2-3 μηχανάκια για delivery. Υπήρχε κίνηση στο δρόμο, αλλά την ώρα που διασταύρωσε ήταν ανοικτός ο δρόμος. Δεν μπορούσε να υπολογίσει την απόσταση του αυτοκινήτου που είδε στα αριστερά του. Μπορεί να ήταν στα 70-100 ή 200 μέτρα. Διασταύρωσε με γρήγορο βήμα. Ούτε τρέχοντας ούτε περίπατο. Δεν είδε καθόλου το αυτοκίνητο που τον κτύπησε. Δεν διασταύρωσε το δρόμο με λοξή πορεία από τον Πόντιο. Πίσω από τα δύο αυτοκίνητα που είχε δει στα αριστερά και δεξιά υπήρχαν άλλα αυτοκίνητα, αλλά μπροστά τους δεν υπήρχαν. Αρνήθηκε, επίσης, ότι κινήθηκε πίσω από αυτοκίνητα που κατευθύνονταν προς τη συμβολή με Ηρακλέους. Διαφώνησε πως όταν μπήκε στη λωρίδα κατεύθυνσης του Κατηγορουμένου, το αυτοκίνητο που τον κτύπησε ήταν εκεί. Δεν είδε το αυτοκίνητο που τον κτύπησε. Αν το έβλεπε, θα αντιδρούσε. Ανέφερε, επίσης, ότι είναι και ήταν γυμναστής. Κατά την επανεξέτασή του, ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι πέρασαν τα αυτοκίνητα και κατέβηκε στο δρόμο. Κατέβηκε από το πεζοδρόμιο και δεν περίμενε να περάσει κάποιο αυτοκίνητο. Όταν είπε στην αντεξέτασή του ότι δεν αντιλήφθηκε το αυτοκίνητο που τον κτύπησε εννοούσε ότι δεν άκουσε κορνάρισμα ή ένα φρενάρισμα. Τρίτη μάρτυρας κατηγορίας ήταν η κα. Μαρία Σαββίδου (Μ.Κ.3), η οποία κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της την γραπτή κατάθεσή της στην Αστυνομία ημερομηνίας 27/10/2011 (Τεκμήριο «7»). Σύμφωνα με το Τεκμήριο 7, στις 19/10/2011 και γύρω στις οκτώ και σαράντα, η Μ.Κ.3 οδηγούσε το αυτοκίνητό της στη Λεωφόρο Τσερίου με κατεύθυνση από Στρόβολο προς Λευκωσία. Τόσο πίσω της όσο και μπροστά της κινούνταν και άλλα αυτοκίνητα. Το προπορευόμενό της αυτοκίνητο κινείτο σε απόσταση περίπου 40 μέτρων από αυτή. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, η Μ.Κ.3 είδε πως ένας πεζός είχε κατεβεί από το αριστερό πεζοδρόμιο και με γρήγορο βηματισμό διασταύρωνε διαγώνια τον δρόμο με κατεύθυνση από τα αριστερά της Μ.Κ.3 προς τα δεξιά της. Η Μ.Κ.3 βρισκόταν στο ύψος που βρίσκεται το κατάστημα της Παγκύπριας Εταιρείας Αρτοποιών και ο πεζός βρισκόταν έξω από το κατάστημα «Πόντιος». Ενώ ο πεζός είχε διασταυρώσει την πρώτη λωρίδα, η Μ.Κ.3 είδε αυτόν στον αέρα, αφού προηγουμένως άκουσε ένα δυνατό κτύπημα. Ακολούθως, αυτή έστρεψε το βλέμμα της αλλού. Η Μ.Κ.3 σταμάτησε στην σκηνή του δυστυχήματος και περίμενε μέχρι και την άφιξη της Αστυνομίας, σε μέλος της οποίας έδωσε τα στοιχεία της. Πέραν των όσων καταγράφονται στο Τεκμήριο 7, η Μ.Κ.3 ανέφερε ότι η κίνηση ήταν κανονική. Δεν είχε πάρα πολλή κίνηση. Μπροστά της είχε ένα αυτοκίνητο, αλλά όχι σε πολλή κοντινή απόσταση. Το αυτοκίνητο που προπορεύονταν είχε περάσει και ο πεζός διασταύρωσε από πίσω. Δεν ήξερε, όμως, πόσα μέτρα απομακρύνθηκε αυτό όταν έγινε η διασταύρωση του πεζού. Δεν θυμόταν, επίσης, αν αυτό ήταν σε αρκετή απόσταση από τον πεζό ή αν ο πεζός ήταν ακριβώς από πίσω του. Κατά την αντεξέτασή της, η Μ.Κ.3 ανέφερε πως δεν θυμόταν τον τύπο του αυτοκινήτου, το οποίο προπορευόταν του δικού της. Δεν θυμόταν να υπήρχαν σταθμευμένα αυτοκίνητα στη δική της λωρίδα, αλλά θυμάται να υπήρχαν στην απέναντι. Ο πεζός διασταύρωνε με γρήγορο βηματισμό. Δεν ήταν τρέξιμο. Ήταν τροχάδιν. Γρήγορο βάδισμα. Διασταύρωνε λοξά, δηλαδή προς το μέρος της. Η Μ.Κ.3 είδε το αυτοκίνητο που κτύπησε τον πεζό μετά που κατέβηκε από το αυτοκίνητο. Ο Κατηγορούμενος ήταν τρομοκρατημένος και σοκαρισμένος και η Μ.Κ.3 του είπε να ηρεμήσει. Στην ανακριτική του κατάθεση, Τεκμήριο 4, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι στις 19/10/2011 και γύρω στις οκτώ και σαράντα το βράδυ οδηγούσε το αυτοκίνητό του με αρ. εγγραφής HMX583 στη Λεωφόρο Τσερίου στο Στρόβολο με κατεύθυνση από Λεωφόρο Στροβόλου προς την συμβολή με τη Λεωφόρο Κωνσταντινουπόλεως. Ήταν μόνος του, φορούσε τη ζώνη ασφαλείας και η ταχύτητά του ήταν εντός των ορίων. Μπροστά του και σε μικρή απόσταση δεν υπήρχαν αυτοκίνητα, ενώ σε πιο μακρινή απόσταση υπήρχαν. Στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας, η κίνηση ήταν πυκνή. Τα μεγάλα φώτα πορείας του Κατηγορουμένου ήταν αναμμένα στη χαμηλή στάση. Σε κάποιο σημείο του δρόμου και σε απόσταση περίπου ενός μέτρου, ο Κατηγορούμενος είδε μια σκιά να βρίσκεται μπροστά του. Αμέσως, ο Κατηγορούμενος προσπάθησε να ακινητοποιήσει το αυτοκίνητό του, πατώντας τα φρένα του. Ταυτόχρονα, ένιωσε πως κτύπησε κάπου και στη συνέχεια είδε πώς ήταν άνθρωπος, αφού μετά το κτύπημα στο καπό, πετάχτηκε στο μπροστινό γυαλί. Αμέσως, ο Κατηγορούμενος έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, το οποίο και ακινητοποίησε πιο μπροστά από το σημείο που έγινε το συμβάν. Ο Κατηγορούμενος δεν τραυματίστηκε από το δυστύχημα. «Ερώτηση 1: Μου έχεις αναφέρει πως στην εξ αντιθέτου λωρίδα κυκλοφορίας υπήρχε πυκνή τροχαία κίνηση. Θυμάσαι να μου πει αν ο πεζός βγήκε πίσω από κάποιο αυτοκίνητο; Απάντηση: Θυμάμαι πως ακριβώς δίπλα μου την ώρα του δυστυχήματος βρισκόταν ένα αυτοκίνητο τύπου JEEP ψηλό. Πίσω από το αυτοκίνητο αυτό βγήκε ο πεζός. Ερώτηση 2:Σου έχω διαβάσει την κατάθεσή σου. Θέλεις να προσθέσεις ή να αλλάξεις κάτι στο περιεχόμενό της; Απάντηση: Θέλω να επανέλθω και να διευκρινίσω πως από την θέση που βρισκόμουν εντός του αυτοκινήτου μου, το οποίο είναι χαμηλό, από την τροχαία κίνηση που υπήρχε στην εξ αντιθέτου λωρίδα και περισσότερο από το σημείο που είχε βγει ο πεζός, μου ήταν αδύνατο να έχω οπτική επαφή μαζί του και ως εκ τούτου ήταν αδύνατον να μου δοθεί ο χρόνος να αντιδράσω. Ερώτηση 3: Σήμερα σου έδειξα και εξήγησα το σχέδιο του δυστυχήματος. Τι έχεις να πεις; Απάντηση: Με το σχέδιο συμφωνώ και δεν επιθυμώ να μεταβώ εκ νέου στη σκηνή.» Ο Κατηγορούμενος καταθέτοντας ενόρκως υιοθέτησε κατ' αρχάς ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το Τεκμήριο
  4. Πέραν τούτου, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι περνά καθημερινά από το σημείο που έγινε το δυστύχημα και κατέθεσε ως Τεκμήρια «8» και «9» δύο φωτογραφίες που τράβηξε ο ίδιος στις 28/10/
  5. Στο Τεκμήριο 8 φαίνεται, μεταξύ άλλων, η θέση του Πόντιου σε σχέση με τον πάσσαλο οδικού φωτισμού και το Τεκμήριο 9 λήφθηκε από την είσοδο του Πόντιου και απεικονίζει την απέναντι πλευρά του δρόμου που βρισκόταν, μεταξύ άλλων, το κατάστημα της Λαϊκής Τράπεζας την ημέρα του δυστυχήματος, το οποίο στο μεταξύ έκλεισε. Η θέση του πασσάλου σε σχέση με το κατάστημα Πόντιος δεν άλλαξε από την ημέρα του δυστυχήματος. Κατά την αντεξέτασή του, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι την ημέρα του δυστυχήματος ήταν προηγουμένως με φίλους για καφέ και πήγαινε σπίτι του για να παν οι φίλοι του για να παρακολουθήσουν κάποιο ποδοσφαιρικό αγώνα που ξεκινούσε στις 9:
  6. Τότε έμενε μόνος του τέρμα της Λεωφόρου Τσερίου. Υπήρχε αυξημένη κίνηση στο δρόμο, εφόσον πολύς κόσμος ήθελε να πάει σε καφετέριες να δει το παιχνίδι. Ανέφερε, επίσης, ότι η Λεωφόρος Τσερίου είναι πολυσύχναστος δρόμος, τον διέσχιζε για 4 χρόνια καθημερινά και έχει πάρα πολύ κίνηση. Μπροστά του δεν υπήρχε αυτοκίνητο, αλλά πίσω του υπήρχαν. Πριν την Παγκύπρια Εταιρεία Αρτοποιών υπάρχουν φώτα τροχαίας και πιθανόν να μην είχε αυτοκίνητο μπροστά από την Μ.Κ.3 αν ήταν σταματημένη στο κόκκινο φως. Ανέφερε, επίσης, ότι υπήρχαν σταθμευμένα αυτοκίνητα μπροστά από τον Πόντιο. Πρόσεξε τούτο όταν, μετά το δυστύχημα, προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει πώς έγινε το ατύχημα και δεν είδε τον πεζό. Η εξ αντιθέτου λωρίδα του ήταν γεμάτη αυτοκίνητα την ώρα της σύγκρουσης. Αρνήθηκε ότι είχε στραμμένη την προσοχή του αλλού. Κοιτούσε μπροστά του και η ταχύτητά του ήταν 50-60 χ.α.ώ. Γνώριζε ότι ο κόσμος σταματούσε στον Πόντιο για να παραγγείλει. Ο πεζός πετάχτηκε ξαφνικά πίσω το αυτοκίνητο στα δεξιά του και ο Κατηγορούμενος δεν μπορούσε να αντιδράσει. Είχε την προσοχή του στην οδήγησή του και δεν μπορούσε να κάνει κάτι άλλο. Για την υπεράσπιση κλήθηκε και κατέθεσε ο κ. Κωνσταντίνος Τελεβάντος (Μ.Υ.1), εκτιμητής ζημιών αυτοκινήτων, ο οποίος στις 15/12/2011 ειδοποιήθηκε από τη Λαϊκή Ασφαλιστική να επιθεωρήσει το Αυτοκίνητο Α. Όταν πήγε στο γκαράζ, το Αυτοκίνητο Α ήταν επιδιορθωμένο και αυτός επιθεώρησε τα εξαρτήματα που ήταν για ανταλλαγή και φωτογράφησε τα ανταλλακτικά. Κατέθεσε ως Τεκμήριο «10» σχετική φωτογραφία, όπου φαίνονται οι ζημιές, και ανέφερε ότι από αυτές φαίνεται καθαρά ότι το πρώτο κτύπημα ήταν κάτω από τον μπροστινό δεξιό προβολέα. Δεν μπορούσε να πει πώς προήλθαν οι εν λόγω ζημιές. Ο Μ.Υ.1 δεν αντεξετάστηκε. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων, η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, με ανάλυση της μαρτυρίας και παραπομπή σε νομολογία, εισηγήθηκε ότι δεν υπάρχει μαρτυρία ότι περνούσε τζιπ στην αντίθετη λωρίδα από αυτή που κινούνταν ο Κατηγορούμενος. Τόνισε, επίσης, ότι οι λαμπτήρες λειτουργούσαν κανονικά και ο δρόμος φωτίζονταν και από τα φώτα των καταστημάτων. Το σημείο, από το οποίο ξεκίνησε να διασταυρώνει ο Μ.Κ.1 είναι πολύ γνωστό σημείο που διακινείται κόσμος και ο Κατηγορούμενος δεν επέδειξε τη δέουσα προσοχή για την παρουσία κόσμου στο δρόμο και αντ' αυτού έβλεπε μόνο μπροστά του. Εισηγήθηκε, λοιπόν, την καταδίκη του Κατηγορουμένου στην Κατηγορία που αντιμετωπίζει. Στην αντίπερα όχθη, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου, κατ' αρχάς δέχθηκε ότι ο Κατηγορούμενος δεν αντιλήφθηκε την παρουσία του πεζού στο δρόμο, παρά την τελευταία στιγμή της σύγκρουσης. Μεταξύ άλλων, τόνισε ότι ο Μ.Κ.2 δεν ήταν σε θέση να δώσει τις απαραίτητες λεπτομέρειες, εφόσον ήταν απρόσεκτος στην προσπάθειά του να διασταυρώσει το δρόμο, ενώ η μαρτυρία της Μ.Κ.3 ενισχύει την εκδοχή του Κατηγορουμένου. Εισηγήθηκε, λοιπόν, με παραπομπή στη μαρτυρία και σε νομολογία, ότι δεν υπάρχει μαρτυρία που να δημιουργεί εξ υπαρχής ευθύνη στον Κατηγορούμενο, εφόσον δεν τέθηκε μαρτυρία από την οποία να προκύπτει το καθήκον αυτού που οδηγεί νύκτα στη Λεωφόρο Τσερίου να επιδεικνύει αυξημένη προσοχή, όπως για παράδειγμα να οδηγεί με μειωμένη ταχύτητα. Η είσοδος του πεζού ήταν τόσο ξαφνική στο δρόμο, εφόσον οδηγούσε νύκτα, διασταύρωνε λοξά, εκτός του οπτικού πεδίου του Κατηγορουμένου και προέβαλε πίσω από το ψηλό αυτοκίνητο. Εισηγήθηκε, λοιπόν, την αθώωση του Κατηγορουμένου. Αξιολόγηση-Ευρήματα Έχω παρακολουθήσει με κάθε δυνατή και επιβαλλόμενη προσοχή όλους τους μάρτυρες, τον τρόπο, το ύφος, τη συμπεριφορά, τις αντιδράσεις και γενικά την παρουσία τους στο Δικαστήριο και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους με σκοπό να καταλήξω στα αναγκαία ευρήματα και συμπεράσματα για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Ο Μ.Κ.1 μου έκανε καλή εντύπωση. Κατέθεσε με θετικό και σαφή τρόπο και μετέφερε, ως εξεταστής της υπόθεσης, με αντικειμενικότητα και συνέπεια τα ευρήματά του από την σκηνή του δυστυχήματος. Κατ' αρχάς, θα πρέπει να σημειωθεί ότι κατά την αντεξέταση δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση τα αντικειμενικά ευρήματα του Μ.Κ.1, όπως αυτά καταγράφονται στα Τεκμήρια 1, 2 και 3, συμπεριλαμβανομένης της περιοχής του σημείου επαφής του Μ.Κ.2 με το Αυτοκίνητο Α, τα οποία αποτέλεσαν κοινό τόπο στην παρούσα. Πέραν του ότι δεν έχω εντοπίσει ο,τιδήποτε είτε στον τρόπο που κατέθετε ή σε όσα ανέφερε, από το οποίο να προκύπτει ότι αυτός ήταν διατεθειμένος να παραποιήσει μέρος των γεγονότων, έχω ικανοποιηθεί ότι ο Μ.Κ.1 ήταν σε θέση, ως εκ της πείρας και της εκπαίδευσης που είχε, να προβεί στις μετρήσεις που προέβηκε και να αποτυπώσει αυτές σε πρόχειρο σχέδιο, Τεκμήριο 2, και ακολούθως δυνάμει αυτού να ετοιμάσει το συμμετρικό σχέδιο, Τεκμήριο
  7. Το ίδιο ισχύει και για τις υπόλοιπες διαπιστώσεις του, όπως αυτές καταγράφονται στο Τεκμήριο 1 και όσα συμπληρωματικά κατέθεσε κατά την προφορική του μαρτυρία, όπως για παράδειγμα την ακτίνα φωτισμού του λαμπτήρα οδικού φωτισμού. Σημειώνω, βεβαίως, ότι ο Μ.Κ.1 δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ποια ήταν η ακριβής κατεύθυνση του Μ.Κ.2, δηλαδή αν διασταύρωνε λοξά ή όχι και κατά την αντεξέτασή του διευκρίνισε ότι η πορεία του Μ.Κ.2 που σημείωσε επί των Τεκμηρίων 2 και 3 με ευθύ κάθετο βέλος είναι απλώς ενδεικτική της πορείας, αλλά όχι της κατεύθυνσής που είχε. Επίσης, κατά την αντεξέτασή του ο Μ.Κ.1 δεν επέμενε στην αρχική του αναφορά για τη θέση του εστιατορίου Πόντιος ως προς τον πάσσαλο οδικού φωτισμού, άρα εκλαμβάνεται ότι εγκατέλειψε την εκδοχή ότι το εν λόγω εστιατόριο βρίσκεται στα αριστερά αυτού, ήτοι προς τη συμβολή της Λεωφόρου Τσερίου με Κωνσταντινουπόλεως. Σε κάθε περίπτωση, κατά την εξέλιξη της ακροαματικής διαδικασίας, η Κατηγορούσα Αρχή αποδέχθηκε την επί του προκειμένου θέση της υπεράσπισης, ήτοι ότι η ακριβής θέση είναι αυτή που απεικονίζεται στη φωτογραφία, Τεκμήριο 8, που ο Κατηγορούμενος κατέθεσε. Δηλαδή το εν λόγω εστιατόριο βρίσκεται στα δεξιά του πασσάλου οδικού φωτισμού, ήτοι προς την συμβολή της Λεωφόρου Τσερίου με την οδό Ηρακλέους. Με τις διευκρινίσεις και διαφοροποιήσεις, λοιπόν, στις οποίες προβαίνω ανωτέρω, αποδέχομαι στο σύνολό της την μαρτυρία του Μ.Κ.1 ως ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα σε σχέση με τις ενέργειες και τα αντικειμενικά ευρήματα στα οποία προέβη, το τί διαπίστωσε και τί του ελέχθη κατά την εξέταση του επίδικου δυστυχήματος. Το συμμετρικό σχέδιο που ο Μ.Κ.1 κατέθεσε, Τεκμήριο 3, με τη διευκρίνιση που έγινε σε σχέση με την κατεύθυνση του Μ.Κ.2, αποτελεί την πραγματική μαρτυρία, η σημασία της οποίας έχει αποτελέσει αντικείμενο νομολογίας. Όπως έχει, λοιπόν, σχετικώς νομολογηθεί, το σχέδιο αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί, περαιτέρω, σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος. Βλ., μεταξύ άλλων, Σωτηρίου ν. Αστυνομίας

(2002)2 Α.Α.Δ. 307 και Knell ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ.
  1. Κρίνω σκόπιμο να συνεχίσω με τη μαρτυρία της Μ.Κ.3, ήτοι της αυτόπτης μάρτυρος, η μαρτυρία της οποίας δεν έχει ουσιαστικά αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση. Πέραν τούτου, η Μ.Κ.3 μου έκανε αρκετά καλή εντύπωση ως ειλικρινής και αξιόπιστη μάρτυρας και δεν έχω εντοπίσει ο,τιδήποτε είτε στον τρόπο που κατέθεσε είτε σε αυτά που είπε, από το οποίο να προκύπτει ότι θα ήταν διατεθειμένη να παραποιήσει την αλήθεια. Τουναντίον, η μαρτυρία της ήταν σαφής και πειστική. Σημειώνω πως, σύμφωνα με τη Μ.Κ.3, υπήρχε κίνηση στο δρόμο, εφόσον κινούνταν τόσο πίσω της όσο και μπροστά της άλλα αυτοκίνητα. Από τη μαρτυρία της Μ.Κ.3 δεν προκύπτει ότι το μόνο αυτοκίνητο που ήταν μπροστά της ήταν αυτό που βρισκόταν σε απόσταση πέριξ των 40 μέτρων από αυτή. Η Μ.Κ.3 αναφέρθηκε απλώς στην απόσταση που τη χώριζε με το αμέσως προπορευόμενό της αυτοκίνητο και δεν ρωτήθηκε ποιά ήταν η απόσταση των αυτοκινήτων που κινούνταν μπροστά από αυτό. Σημειώνω, επίσης, ότι η Μ.Κ.3 ανέφερε ότι είδε τον Μ.Κ.2 να βρίσκεται έξω από το εστιατόριο Πόντιος και να ξεκινά να διασταυρώνει με γρήγορο βηματισμό όταν αυτή βρισκόταν στο ύψος που βρίσκεται το κατάστημα της Παγκύπριας Εταιρείας Αρτοποιών. Δηλαδή, σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Κ.1, η ίδια βρισκόταν σε μια απόσταση πέριξ των 80-100 μέτρων όταν ο Μ.Κ.2 βρισκόταν έξω από το εστιατόριο Πόντιος και ξεκίνησε να διασταυρώνει. Η Μ.Κ.3 ανέφερε αρχικά ότι ο Μ.Κ.2 διασταύρωνε με γρήγορο βηματισμό, ενώ κατά την αντεξέτασή της αρχικά ανέφερε ότι αυτός διασταύρωνε τροχάδιν και συμπλήρωσε μετά ότι δεν ήταν τρέξιμο, αλλά γρήγορος βηματισμός. Σαφώς υπάρχει διαφορά μεταξύ του γρήγορου βηματισμού και του «τροχάδιν», αλλά είναι προφανές από την τελευταία διευκρίνιση της μάρτυρος ότι αυτή αναφερόταν σε κάποια κίνηση που δεν ήταν τρέξιμο, δηλαδή αναφερόταν σε γρήγορο βηματισμό και όχι τροχάδιν. Με τις διευκρινίσεις και διαφοροποιήσεις, λοιπόν, που προβαίνω ανωτέρω, η μαρτυρία της Μ.Κ.3 γίνεται αποδεκτή ως ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα. Ο Μ.Κ.2 μου προξένησε μέτρια εντύπωση και δεν με έπεισε για την ειλικρίνεια της εκδοχής του. Αυτός δεν απαντούσε με ευθύτητα στις διάφορες ερωτήσεις που του έγιναν ακόμη και κατά την κυρίως εξέταση και επανεξέταση, η θέση του δεν αντέχει τη βάσανο της λογικής και δεν είναι σύμφωνη με την μαρτυρία που έχει ήδη γίνει αποδεκτή. Θα δώσω κάποια παραδείγματα. Για να υποστηρίξει τη θέση του ότι επιχείρησε να διασταυρώσει κινούμενος σε κάθετη ευθεία πορεία, ο Μ.Κ.2 ανέφερε πως εκεί που είναι η μαύρη κουκκίδα στο Τεκμήριο 3 είναι το εστιατόριο Πόντιος. Η μαύρη κουκκίδα, όμως, επί του Τεκμηρίου 3 απεικονίζει τον πάσσαλο ειδικού φωτισμού, ο οποίος βρίσκεται στα αριστερά αυτού. Πέραν τούτου, η εκδοχή του Μ.Κ.2 ως προς την κατεύθυνσή του βρίσκεται σε αντίφαση με την αποδεκτή μαρτυρία της Μ.Κ.
  2. Είναι προφανές πως ο Μ.Κ.2 διασταύρωνε με διαγώνια κλίση, εφόσον ήθελε να πάει στο κατάστημα της Τράπεζας, το οποίο βρισκόταν απέναντι και προς τη δεξιά πλευρά του Πόντιου, ως η πορεία του. Δεν συνάδει, επίσης, με την αποδεκτή μαρτυρία της Μ.Κ.3 η θέση του Μ.Κ.2 ότι το πρώτο αυτοκίνητο που ερχόταν από τα δεξιά του βρισκόταν κοντά στην Παγκύπρια Εταιρεία Αρτοποιών, εφόσον, όταν ξεκίνησε να διασταυρώνει υπήρχε τουλάχιστον το προπορευόμενο της Μ.Κ.3 αυτοκίνητο που βρισκόταν σε απόσταση πέριξ των 40 μέτρων από αυτή. Συνεπώς, δεν ευσταθεί η θέση του Μ.Κ.2 πως πέρασαν τα αυτοκίνητα, πλην αυτού που βρισκόταν σε απόσταση πέριξ των 80-100 μέτρων στα δεξιά του, και μετά κατέβηκε στο ασφάλτινο οδόστρωμα του δρόμου. Σε κάποιο σημείο της κυρίως εξέτασής του ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι όταν διασταύρωσε την πρώτη λωρίδα, άδειασε ο δρόμος και πέρασε ευθεία που ήταν ελεύθερος ο δρόμος. Κατ' αρχάς, δεν αντέχει τη βάσανο της λογικής η θέση του Μ.Κ.2 πως όταν διασταύρωσε την πρώτη λωρίδα κυκλοφορίας ήταν ελεύθερος ο δρόμος. Ομολογουμένως, η Λεωφόρος Τσερίου είναι ένας πλατύς δρόμος, δηλαδή κάθε λωρίδα κυκλοφορίας έχει 7,20m πλάτος, και η περιοχή του σημείου επαφής βρίσκεται 2,70m εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του Κατηγορουμένου από τη διαχωριστική γραμμή των δύο λωρίδων. Ο Μ.Κ.2 διασταύρωνε, όμως, με γρήγορο βηματισμό και είναι προφανές πως δεν κοίταξε στα αριστερά του όταν έφτασε στη μέση του δρόμου. Αν έπραττε τούτο, θα αντιλαμβανόταν την παρουσία του αυτοκινήτου του Κατηγορουμένου που βρισκόταν σε πολύ κοντινή απόσταση. Περαιτέρω, η προαναφερθείσα αναφορά του Μ.Κ.2 κατά την κυρίως εξέτασή του, ήτοι ότι ο δρόμος άδειασε μετά που διασταύρωσε την πρώτη λωρίδα, συνηγορεί υπέρ της θέσης της υπεράσπισης ότι αυτός κινήθηκε πίσω από αυτοκίνητα που κινούνταν προς την αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας από αυτή του Κατηγορουμένου. Σημειώνω, επίσης, ότι κατά την επανεξέτασή του, ο Μ.Κ.2 απέφυγε, μεταξύ άλλων, να απαντήσει κατά πόσον είναι το αυτοκίνητο που είδε σε κάποια μακρινή απόσταση στα αριστερά του, όταν ξεκίνησε να διασταυρώνει, που δεν αντιλήφθηκε πριν από τη σύγκρουση. Είναι αμφίβολο, λοιπόν, κατά πόσον ο Μ.Κ.2 πράγματι κοίταξε προς τα αριστερά ακόμη πριν ξεκινήσει ή όταν ξεκίνησε να διασταυρώνει την πρώτη λωρίδα. Δεν είναι εξ άλλου τυχαίο το ότι άλλοτε έδιδε διαφορετικές εκδοχές αναφορικά με την απόσταση που βρισκόταν το αυτοκίνητο στα αριστερά του όταν κατ' ισχυρισμόν έλεγξε το δρόμο και άλλοτε απέφυγε να υπολογίσει έστω κατά προσέγγιση την εν λόγω απόσταση. Συνεπώς, η μαρτυρία του Μ.Κ.2 σε σχέση με τα αμφισβητούμενα της υπόθεσης γεγονότα απορρίπτεται. Από την άλλη, ο Κατηγορούμενος μου έκανε καλή εντύπωση ως ειλικρινής και αξιόπιστος μάρτυρας. Πέραν κάποιων σημείων, για τα οποία θα προβώ σε ξεχωριστό σχολιασμό, η μαρτυρία του ήταν σταθερή και πειστική, σύμφωνη με τη λογική των πραγμάτων και με την μαρτυρία που έχει ήδη γίνει αποδεκτή. Αυτή, επίσης, δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέτασή του. Κατ' αρχάς, δεν αμφισβητήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή ότι οι φωτογραφίες που ο Κατηγορούμενος κατέθεσε ως Τεκμήρια 8 και 9 ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Τουναντίον, κατά την εξέλιξη της διαδικασίας αποτέλεσε κοινό υπόβαθρο γεγονότων πως αυτές απεικονίζουν το χώρο του δυστυχήματος ως ήταν κατά τον επίδικο χρόνο, με τη διαφοροποίηση, βεβαίως, ότι δεν υπάρχει πλέον το υποκατάστημα της Λαϊκής Τράπεζας. Ομολογουμένως, υπήρξαν σημεία που ο Κατηγορούμενος ήταν κάπως υπερβολικός στη μαρτυρία του και επέμενε μάλιστα ότι η Μ.Κ.3 ήταν σταματημένη στα φώτα τροχαίας στο ύψος της Παγκύπριας Εταιρείας Αρτοποιών. Δεν ανέφερε, όμως, κάτι τέτοιο η μάρτυρας, ούτε και της τέθηκε τούτο κατά την αντεξέτασή της. Ως απλή πιθανολόγηση κρίνεται, επίσης, η αναφορά του Κατηγορουμένου πως υπήρχαν σταθμευμένα αυτοκίνητα μπροστά από το εστιατόριο Πόντιος κατά το χρόνο της σύγκρουσης. Κατ' αρχάς, αυτός δεν είδε κάτι τέτοιο πριν την σύγκρουση. Το ότι είδε αυτά μετά το δυστύχημα, όταν μάλιστα ήταν σε κατάσταση σοκ, δεν συνεπάγεται ότι αυτά υπήρχαν εκεί και προηγουμένως. Επιχείρησε, επίσης, να παρουσιάσει ότι υπήρχε πυκνή τροχαία κίνηση, ενώ σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία της Μ.Κ.3 υπήρχε κίνηση στο δρόμο, αλλά αυτή δεν ήταν πυκνή. Οι πιο πάνω αναφορές, όμως, του Κατηγορουμένου δεν είναι ικανές για να κλονίσουν τη γενικότερη καλή εικόνα που σχημάτισα για την αξιοπιστία του. Η ειλικρίνεια της εκδοχής του Κατηγορουμένου διαφαίνεται και από το ότι αυτός δεν αρνήθηκε ότι είναι πολυσύχναστο το συγκεκριμένο σημείο της Λεωφόρου Τσερίου, ότι βλέπει καθημερινά αυτοκίνητα να σταθμεύουν εκεί και γνώριζε ότι ο κόσμος σταματά στον Πόντιο για να παραγγείλει. Το ότι η Μ.Κ.3 δεν αναφέρθηκε στην ύπαρξη αυτοκινήτου τύπου τζιπ, δεν σημαίνει πως αυτό δεν υπήρχε, όπως εισηγήθηκε η κα. Θεοδότου. Απλώς, η Μ.Κ.3 δεν θυμόταν τον τύπο του προπορευόμενού της αυτοκινήτου. Περαιτέρω, η εκδοχή του Κατηγορουμένου ότι υπήρχαν αυτοκίνητα στην εξ αντιθέτου λωρίδα κυκλοφορίας είναι σύμφωνη με τη μαρτυρία της Μ.Κ.3, ήτοι ότι τόσο μπροστά της όσο και πίσω της κινούνταν και άλλα αυτοκίνητα. Πολύ δε περισσότερο, η εκδοχή του Κατηγορουμένου ότι ο Μ.Κ.2 πετάχτηκε ξαφνικά πίσω από το τζιπ που βρισκόταν στα δεξιά του δεν είναι αντίθετη με τη μαρτυρία της Μ.Κ.
  3. Συνάδει, επίσης, με τη λογική των πραγμάτων έχοντας υπόψη τον γρήγορο βηματισμό και τη διαγώνια κλίση του Μ.Κ.2 από τα αριστερά στα δεξιά, ως η πορεία του τελευταίου. Σημειώνω, επίσης, ότι δεν έχει αμφισβητηθεί η αναφορά του Κατηγορουμένου σε σχέση με την ταχύτητα με την οποία αυτός οδηγούσε και δεν έχει προσφερθεί μαρτυρία που να συνηγορεί υπέρ του αντιθέτου. Με τις διευκρινίσεις και διαφοροποιήσεις, λοιπόν, που προβαίνω ανωτέρω, η μαρτυρία του Κατηγορουμένου γίνεται αποδεκτή. Ο Μ.Υ.1 μου προξένησε καλή εικόνα ως ειλικρινής και αξιόπιστος μάρτυρας. Πέραν του αυτός δεν αντεξετάστηκε, η μαρτυρία του συνάδει με την αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Κ.1 και δεν έχω εντοπίσει ο,τιδήποτε, από το οποίο να προκύπτει πρόθεση εκ μέρους του να παραποιήσει τα γεγονότα. Συνεπώς, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Νομική πτυχή και συμπεράσματα Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του αδικήματος, αντικείμενο της κατηγορίας, και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και αν είναι. Βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363. Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής. Βλ. Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401. Όπως τονίστηκε στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ. 264 «οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής.» Όπως καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτή θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και απαλλαγεί από την κατηγορία. Το Άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, Ν.86/72(στο εξής «ο Νόμος»), προνοεί ότι όποιος οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή, ή χωρίς να επιδεικνύει εύλογη μέριμνα για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την οδό, είναι ένοχο αδικήματος. Το τί συνιστά αμέλεια έχει επανειλημμένα κριθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου της χώρας. Στην υπόθεση Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, τονίζονται τα εξής στη σελ. 73: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ίδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο. Το τί διαφέρει είναι το βάρος απόδειξης. Όπως τονίστηκε στην Σωκράτους ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), σελ. 4: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκο προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υπόθεσης για να αποφασισθεί- (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξή του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια.» Όπως προκύπτει και από τη σχετική νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας, πάντοτε κάτω από όλες τις περιστάσεις. Βλ. Constantinou v. Katsouri
(1975)1 C.L.R. 188. Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες και παράλειψη να δει κανείς ό,τι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια. Βλ. Nicolaides v. Economides
(1963)2 C.L.R. 78. Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια. Βλ. Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 378. Περαιτέρω, στις περιπτώσεις όπου επίδικη είναι η φύση του καθήκοντος επιμέλειας έναντι πεζού, έχει νομολογηθεί ότι το καθήκον για τη λήψη εξαιρετικά αποτρεπτικών μέτρων προκύπτει αφότου εκδηλωθεί κίνδυνος στο δρόμο, για την αποφυγή του οποίου ο συνετός οδηγός πρέπει να δράσει. Η παρουσία ενήλικου πεζού στο κράσπεδο του δρόμου δεν υποδηλώνει αφ' εαυτής την ύπαρξη κινδύνου, για τον οποίο πρέπει να ληφθούν προφυλακτικά μέτρα. Κίνδυνος μπορεί να προκύψει αφότου ο πεζός αποπειράται να διασταυρώσει τον δρόμο. Βλ. Murrel v. Aστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 217, σελ. 223-4. Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Σιλβέστρου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 151, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η ύπαρξη σταθμευμένων οχημάτων σε συνδυασμό με την ύπαρξη πεζών που έβγαιναν εκείνη την ώρα από την εκκλησία, επέβαλλαν στον εκεί κατηγορούμενο την υποχρέωση να λάβει ιδιαίτερες προφυλάξεις γιατί η εμφάνιση κινδύνου ήταν εύλογα εμφανής. Όπως χαρακτηριστικά διαβάζουμε στις σελ. 158-159: «Αν η δυνατότητα εμφάνισης κινδύνου είναι εύλογα εμφανής η μη λήψη προφυλάξεων αποτελεί αμέλεια. Αλλά αν η δυνατότητα εμφάνισης κινδύνου είναι μόνο μια δυνατότητα η οποία ουδέποτε θα εγειρόταν στη σκέψη ενός λογικού ανθρώπου τότε δεν υπάρχει αμέλεια αν δεν πάρει ένας ασυνήθεις προφυλάξεις ... Στην κρινόμενη υπόθεση λόγω των συνθηκών που επικρατούσαν στην σκηνή του δυστυχήματος η δυνατότητα εμφάνισης κινδύνου ήταν εύλογα εμφανής. Ακολουθεί πως ο εφεσείων έπρεπε να λάβει ιδιαίτερες προφυλάξεις. Να οδηγεί με χαμηλότερη ταχύτητα και να τηρεί τη δέουσα παρατηρητικότητα.» Περαιτέρω, στην υπόθεση Αργυρού (ανωτέρω), όπου ο εκεί κατηγορούμενος είχε αντιληφθεί το πεζό από απόσταση 20-25 μέτρων να εισέρχεται στο δρόμο για να διασταυρώσει, λέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η παράλειψη του οδηγού να μειώσει ταχύτητα ή να ακινητοποιήσει το όχημά του ισοδυναμούσε με αμέλεια και τούτο γιατί όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, η παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια. Βλ., επίσης, Δαυίδ ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ.
  1. Περαιτέρω, στην υπόθεση Παύλου (ανωτέρω), τονίστηκε ότι η ύπαρξη παιδιών στο δρόμο ή κοντά σε ένα δρόμο επιφορτίζει ένα οδηγό με την υποχρέωση επίδειξης αυξημένης προσοχής που μπορεί, ανάλογα με τις περιστάσεις, να εκδηλωθεί με την μείωση της ταχύτητας, τη χρήση σειρήνας και ακόμη μια πιο στενή οπτική επαφή με τα παιδιά, για να μπορέσει να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά μια ξαφνική κίνηση εκ μέρους των παιδιών που μπορεί να δημιουργήσει σοβαρούς κινδύνους στο δρόμο. Λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα της παρούσας και έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομικές αρχές, κρίνω ότι δεν έχει καταδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος είχε καθήκον να ασκεί ιδιαίτερη επιτήρηση και να επιδείξει αυξημένη προσοχή στο δρόμο στο επίδικο σημείο και χρόνο. Μπορεί να υπήρχε τροχαία κίνηση στο δρόμο και η Λεωφόρος Τσερίου να είναι γενικά ένας πολυσύχναστος δρόμος, αλλά δεν αναφέρθηκε η παρουσία πεζών στο δρόμο. Συνεπώς, η παρούσα διαφοροποιείται σημαντικά από τα γεγονότα της Σιλβέστρου (ανωτέρω). Ουδόλως, επίσης, διαφοροποιεί το ζητούμενου η παρουσία του εστιατορίου Πόντιος, εφόσον δεν αναφέρθηκε πως υπήρχε κόσμος που κινούνταν από και προς αυτό τον επίδικο χρόνο. Παρά, επίσης, την ορατότητα των 50 μέτρων που είχε ο Κατηγορούμενος από το σημείο που ο Μ.Κ.2 ξεκίνησε να διασταυρώνει, αυτή ήταν περιορισμένη εφόσον κινούνταν αυτοκίνητα στην εξ αντιθέτου λωρίδα κυκλοφορίας. Με αυτό το δεδομένο και έχοντας κατά νου τη λοξή κλίση και το γρήγορο βηματισμό του Μ.Κ.2, ο οποίος πρόβαλε ξαφνικά στη μέση του δρόμου πίσω από το εξ αντιθέτου τύπου τζιπ αυτοκίνητο, δεν έχει καταδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος μπορούσε να αντιληφθεί την παρουσία του Μ.Κ.2 στο δρόμο όταν αυτός κινούνταν εντός της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας. Δεν έχει, επίσης, καταδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος θα μπορούσε να αντιληφθεί την παρουσία του πεζού στο δρόμο ενωρίτερα έχοντας υπόψη τον οριακό φωτισμό στην περιοχή του σημείου επαφής και το γρήγορο βηματισμό του Μ.Κ.
  2. Ως εκ των ανωτέρω, αποτελεί αναπόδραστη κατάληξή μου ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του Κατηγορουμένου στην Κατηγορία της αμελούς οδήγησης. Συνεπώς, ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την Κατηγορία. Τα έξοδα των μαρτύρων Κατηγορίας να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.) ............. Μ. Μηλιώτου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.